Με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι βουδδιστές στη Βρετανία έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν τη σημασία της Τέλειας Εργασίας. Έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι αν κανείς δε συμμορφώνεται με αυτό το ιδανικό, έστω και ως ένα σημείο, θα του είναι αδύνατο να προχωρήσει πνευματικά. Ανάμεσα στους Άγγλους βουδδιστές φίλους μας υπάρχουν άτομα που έχουν παρατήσει ιδιαίτερα επικερδή επαγγέλματα για ηθικούς λόγους - γιατί ένιωσαν ότι συγκρούονταν με τη βουδδιστική τους συνείδηση, συγκρούονταν με την έννοια του Πηγαίνω για Προστασία. Η προθυμία από μέρους κάποιων βουδδιστών να εγκαταλείψουν ένα επικερδές επάγγελμα, όταν τους φαίνεται ηθικά μεμπτό, αποτελεί μιαν υγιή εξέλιξη. Μέχρι πρόσφατα στη Βρετανία, και στη Δύση γενικότερα, το ενδιαφέρον προς το βουδδισμό επικεντρωνόταν κυρίως στο διανοητικό επίπεδο. Άτομα που μπορεί να θεωρούσαν τους εαυτούς τους βουδδιστές συνέχιζαν να ζουν ακριβώς με τον τρόπο που ζούσαν πριν συναντήσουν το βουδδισμό, προσθέτοντας απλά ένα ενδιαφέρον στη μελέτη του. Δεν έκαναν σχεδόν καμία προσπάθεια να εναρμονίσουν τη ζωή τους, και ακόμα λιγότερο τη δουλειά τους, με τις βουδδιστικές αρχές.

Στις γραφές ο Βούδδας αναφέρει πολλά σχετικά με την Τέλεια Εργασία, εξηγώντας την με πολύ απλό τρόπο. Κατά πρώτο λόγο Τέλεια Εργασία σημαίνει αποχή από τη λάθος εργασία - τα αρνητικά έρχονται πρώτα από τα θετικά. Ένας αριθμός επαγγελμάτων μπαίνει στη μαύρη λίστα. Στην κορυφή της λίστας έρχεται το εμπόριο σε ζωντανά όντα, είτε αυτά είναι άνθρωποι είτε ζώα. Αυτό βέβαια αποκλείει το σωματεμπόριο -πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια πριν από τον Αβραάμ Λίνκολν- και την πώληση ζώων με σκοπό τη σφαγή τους. Επίσης αποκλείει το επάγγελμα του χασάπη ή του κρεοπώλη.

Στη μαύρη λίστα είναι και το εμπόριο δηλητηρίων. Την εποχή του Βούδδα υπήρχαν άτομα που εμπορεύονταν δηλητήρια, ακριβώς όπως συνέβαινε στην Ιταλία της Αναγέννησης. Αν είχες έναν εχθρό και ήθελες να τον ξεφορτωθείς δίχως κανείς να το αντιληφθεί, το μόνο που χρειαζόταν ήταν να επισκεφτείς ένα τέτοιο άτομο, ν' αγοράσεις μια μικρή ποσότητα από δηλητήριο, να το ανακατέψεις στο φαγητό ή το ποτό του εχθρού σου και το θέμα θα λυνόταν. Υπάρχουν ένα σωρό αντίστοιχα "επαγγέλματα" στη σημερινή εποχή, αλλά δεν υπάρχει λόγος να επεκταθώ.

Παρομοίως, δεν συνιστώνται τα επαγγέλματα που έχουν σχέση με την πώληση ποτών ή ναρκωτικών ουσιών ικανών να αποβλακώσουν το νου ή να μειώσουν την εγρήγορση και την αίσθηση ευθύνης.

Ίσως μεγαλύτερο ακόμα ενδιαφέρον έχει η αποθάρρυνση του Βούδδα, αν όχι η απαγόρευση, οποιουδήποτε είδους εμπορίου πολεμικών όπλων και πολεμοφοδίων. Αν κανείς ακολουθεί τις διδασκαλίες του, αν έχει πάει για προστασία και θεωρεί τον εαυτό του βουδδιστή, τότε θα πρέπει να του είναι αδύνατο να κερδίζει τα προς το ζην κατασκευάζοντας ή πουλώντας πολεμικά όπλα με τα οποία μπορεί να σκοτώσει κανείς έμβια όντα. Στην εποχή του Βούδδα αυτό σήμαινε ότι κανείς δεν πρέπει να κατασκευάζει τόξα και βέλη, σπαθιά ή λόγχες ή οποιοδήποτε άλλο θανατηφόρο όπλο. Αλλά αυτά πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια και από τότε έχουμε "προοδεύσει" πολύ. Έχουμε γίνει πολύ πιο πολιτισμένοι, πολύ πιο μορφωμένοι και μπορούμε να σκοτώσουμε ακόμα πιο εύκολα με ατομικές βόμβες, βόμβες υδρογόνου, βόμβες κοβαλτίου κ.τ.λ. Παρά ταύτα, η αρχή της Τέλειας Εργασίας του Βούδδα παραμένει επίκαιρη.

Αν έχετε μερικές μετοχές κάποιας εταιρείας που βοηθάει στην κατασκευή ατομικών όπλων ή άλλων παρόμοιων, τότε και σεις είστε συμμέτοχοι στην κατασκευή τους και ως ένα σημείο, σύμφωνα με το βουδδισμό, είστε αναμεμειγμένοι με μια μορφή λάθους εργασίας. Πιστεύω ότι αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα σαφές για να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.

Ο Βούδδας αποθάρρυνε ένα σωρό άλλα επαγγέλματα που ήταν κοινά στην Ινδία των ημερών του, όπως είναι και σήμερα. Αυτά συμπεριλαμβάνουν τη χειρομαντεία, την αστρολογία, το διάβασμα της μοίρας και κάθε είδους "μαντικής". Λυπάμαι που το λέω, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Σε όλες τις βουδδιστικές χώρες υπάρχουν μοναχοί που κερδίζουν χρήματα λέγοντας τη μοίρα και συμβουλευόμενοι τ' άστρα για τους πελάτες τους, παρόλο που ο Βούδδας αποθάρρυνε τέτοιες δραστηριότητες, περιγράφοντάς τες ως έναν λάθος τρόπο εργασίας.

Είναι ενδιαφέρον επίσης το γεγονός ότι ο Βούδδας αποθάρρυνε την υποκριτική ως επάγγελμα. Κάποτε ένας ηθοποιός-θιασάρχης, ονόματι Ταλαπούτο, τον πλησίασε ζητώντας του να επιβεβαιώσει την παράδοση που υπάρχει ανάμεσα στους θεατρίνους, σύμφωνα με την οποία όταν πεθαίνουν πηγαίνουν στον Παράδεισο των Γελαστών Θεών γιατί με τα καμώματά τους έκαναν τον κόσμο να γελάει. Στην αρχή ο Βούδδας αρνήθηκε ν' απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση, αλλά καθώς αυτός επέμενε του είπε ότι οι ηθοποιοί όχι μόνο δεν πάνε στον Παράδεισο των Γελαστών Θεών αλλά πάνε κατευθείαν στην κόλαση. Αιτία αυτού ήταν το γεγονός ότι καθώς οι ίδιοι διακρίνονταν από απληστία, μίσος και πλάνη, με τις παραστάσεις τους ενέτειναν την απληστία, το μίσος και την πλάνη των άλλων. Εξαθλιωμένοι οι ίδιοι εξαθλίωναν και τους άλλους. Για τέτοιου είδους συμπεριφορά, οι καρμικές συνέπειες δεν μπορούσαν παρά να είναι οδυνηρές.

Είναι σαφές σε τι είδους θέατρο και τι είδους παραστάσεις αναφερόταν ο Βούδδας. Προσωπικά, δε νομίζω ότι αυτά που λέει ισχύουν για την αρχαία ελληνική τραγωδία, για παράδειγμα, η οποία επιφέρει κάθαρση και επομένως έχει ηθικές και πνευματικές διαστάσεις. Αλλά σίγουρα ισχύουν για το είδος παραστάσεων που ανέβαζε ο Ταλαπούτο, καθώς επίσης και ένα μεγάλο ποσοστό του σύγχρονου θεάτρου, κινηματογράφου και τηλεόρασης που εξαθλιώνει τους θεατές του.

Το δίδαγμα που βγαίνει από όσο ειπώθηκαν σχετικά με την Τέλεια Εργασία, με την έννοια της αποχής από τη λάθος εργασία, είναι σαφέστατο, όμως η ζωή στις μέρες μας, είναι πιο πολύπλοκη απ' ό,τι στις μέρες του Βούδδα και εγώ προσωπικά νιώθω ότι όλη η υπόθεση της Τέλειας Εργασίας έχει ανάγκη αναθεώρησης, αν όχι αναδιάρθρωσης, για λόγους εκσυγχρονισμού. Γι' αυτό θα επανεξετάσουμε την Τέλεια Εργασία μέσα στο πλαίσιο του Επαγγέλματος, του Λειτουργήματος και της Διάρκειας.

Επάγγελμα

Τα επαγγέλματα μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις κατηγορίες. Πρώτα απ' όλα, έχουμε εκείνα που είναι απαράδεκτα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, όπως το να δουλεύει κανείς σε σφαγείο. Κατά δεύτερο λόγο, έχουμε τα επαγγέλματα που δεν είναι απαράδεκτα όπως της πρώτης κατηγορίας, αλλά συμβάλλουν στην αύξηση της απληστίας του κόσμου. Τέτοια επαγγέλματα, για παράδειγμα, είναι η εργασία σε διαφημιστικές εταιρίες και η παραγωγή αγαθών πολυτελείας που δεν καλύπτουν πραγματικές ανάγκες, αλλά πείθουν τον κόσμο ότι τις έχει. Κατά τρίτο λόγο, έχουμε τα επαγγέλματα που μπορούν ν' αποτελέσουν παράδειγμα Τέλειας Εργασίας, αν κανείς προσπαθήσει. Μπορεί να δουλεύει κάποιος σ' ένα γραφείο ή σε μία εταιρεία που παράγει ένα απαραίτητο αγαθό, όπως το ψωμί. Αν δουλεύει κανείς με τιμιότητα και ευσυνειδησία, τότε η δουλειά του θα αποτελέσει μια μορφή Σωστής Εργασίας, ίσως και Τέλειας Εργασίας. Κατά τέταρτο λόγο, έχουμε τα επαγγέλματα που δεν απαιτούν υπερβολικά έντονη πνευματική προσπάθεια. Αυτό είναι αρκετά σημαντικό στις μέρες μας, ιδίως για τους βουδδιστές που θέλουν να κάνουν διαλογισμό. Αν μια δουλειά απαιτεί μια τέτοια πνευματική προσπάθεια, έτσι ώστε να είσαι γεμάτος ένταση και να μην μπορείς να κάνεις διαλογισμό, τότε πρέπει ως βουδδιστής να προσπαθήσεις να βρεις μια δουλειά με λιγότερο στρες - έστω και αν εξασκώντας το συγκεκριμένο επάγγελμα δεν παραβαίνεις κάποια από τις ηθικές αρχές.

Λειτούργημα

Το λειτούργημα είναι η καλύτερη μορφή εργασίας, αλλά σπανίζει. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε το λειτούργημα ως ένα επάγγελμα, το οποίο σχετίζεται άμεσα με αυτό που θεωρεί κανείς το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του. Βέβαια, αυτό θα είναι κάτι ξεχωριστό για το κάθε άτομο. Μπορούμε να πάρουμε, για παράδειγμα, την ιατρική και το επάγγελμα του δασκάλου. Κάποιο άτομο μπορεί να θέλει να γίνει νοσοκόμος, γιατί θέλει να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο - πράγμα που έχει άμεση σχέση με το βουδδισμό. Επίσης, σ' αυτή την κατηγορία συμπεριλαμβάνονται δουλειές που έχουν να κάνουν με τις καλές τέχνες καθώς και οποιαδήποτε άλλη δημιουργική δραστηριότητα. Αν ασχοληθεί κανείς μαζί τους με σοβαρότητα και με δημιουργικό πνεύμα, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την εμπορευματοποίηση, τότε μπορεί να κάνει τη δουλειά του πραγματικό λειτούργημα και βίωση της Τέλειας Εργασίας με την καλύτερη έννοια του όρου.

Όταν κάποιος ασκείται στην Τέλεια Εργασία, με την έννοια του ν' ακολουθεί ένα πραγματικό λειτούργημα, τότε δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εργασίας και παιχνιδιού. Σ' αρέσει τόσο η δουλειά σου, σ' απορροφά τόσο πολύ, έτσι ώστε να μη σε μέλλει αν δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ. Αυτή είναι μια ιδανική κατάσταση που σπάνια κάποιος -δίχως βέβαια να φταίει γι' αυτό- καταφέρνει να την κάνει πραγματικότητα.

Διάρκεια

Ήδη αναφέραμε ότι οι άνθρωποι περνάνε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας τους στη δουλειά, ακριβώς όπως γινόταν την εποχή του Βούδδα. Υπάρχει κάποιος λόγος που γίνεται αυτό; Κατά τη γνώμη μου όχι. Όσο κι αν σας σοκάρει στην ερώτηση, "πόσο χρόνο πρέπει ν' αφιερώνει κανείς για να βγάζει τα προς το ζην", η απάντηση μου είναι, "το λιγότερο δυνατόν". Σόκαρα άσχημα έναν ηλικιωμένο φίλο μου, όταν ξεστόμισα αυτές τις κουβέντες κατά τη διάρκεια μίας ομιλίας στο Λονδίνο πριν δύο χρόνια. Αμέσως μετά την ομιλία με κατσάδιασε, "πώς μπορούσες να πεις κάτι τέτοιο δημοσίως, ενώπιον όλων αυτών των νεαρών; Είναι σαν να τους παρακινείς να γίνουν όσο πιο τεμπέληδες και χασομέρηδες γίνεται!" Όταν λέω όμως, ότι πρέπει κανείς να ξοδεύει το λιγότερο δυνατόν χρόνο βγάζοντας τα προς το ζην, απευθύνομαι κυρίως σε βουδδιστές και -δίχως καθόλου τύψεις- σε νέους ανθρώπους, εφ' όσον οι μεγαλύτεροι δεν έχουν και πολύ μεγάλα περιθώρια επιλογής. Θα συνιστούσα στους νέους που δεν έχουν ακόμα αρχίσει μια καριέρα και είναι ακόμα ανοιχτοί σε νέες επιρροές, να δοκιμάσουν να ζουν απλά, βγάζοντας όσα χρειάζεται γι' αυτό και να αφιερώνουν το υπόλοιπο του χρόνου τους στο βουδδισμό - στη μελέτη του Ντάρμα και στο διαλογισμό.

Υπάρχουν δύο εναλλακτικές λύσεις για όσους το θέλουν. Μπορούν είτε να έχουν μια σταθερή δουλειά μερικής απασχόλησης, που να τους εξασφαλίζει τα βασικά και έτσι να είναι ελεύθεροι ν' αφιερώνουν τον υπόλοιπο χρόνο τους στο βουδδισμό, είτε, όπως όντως κάνουν μερικοί -αν και αυτό δεν είναι τόσο εύκολο- να δουλεύουν για μία περίοδο έξι μηνών και να αφιερώνουν τον υπόλοιπο χρόνο αποκλειστικά στο βουδδισμό. Αυτό βέβαια συνεπάγεται ότι πρέπει κανείς να μετριάσει τις ανάγκες του -ή μάλλον τις επιθυμίες του- ωστόσο μπορεί να βρεθεί προ εκπλήξεως για το πόσα πράγματα μπορεί να κόψει αν το θέλει πραγματικά.

Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποβεί προς όφελος όχι μόνο του ατόμου αλλά και του βουδδισμού. Θα έλεγα -ελπίζοντας ότι δεν ξεφεύγω πολύ από την παράδοση- ότι χρειαζόμαστε μοναχούς μερικής απασχόλησης. Στο Δυτικό Βουδδιστικό Τάγμα, ελπίζουμε να δημιουργήσουμε μια τέτοια κατηγορία ατόμων - κάτι το ενδιάμεσο μεταξύ του λαϊκού ανθρώπου, που είναι ολοκληρωτικά απορροφημένος στη σαμσάρα και κάνει ότι καλύτερο μπορεί για ν' ανθίσει σαν λωτός μέσα στο βάλτο, και αυτού που δίνει όλο το χρόνο του, όπως θα έκανε κάθε μοναχός. Μεταξύ των δύο άκρων χρειαζόμαστε άτομα που να έχουν το ένα πόδι στα εγκόσμια και το άλλο στον πνευματικό κόσμο, διενεργώντας σαν γέφυρα μεταξύ των δύο. Σίγουρα υπάρχει μια θέση στο κόσμο μας για μια τέτοια κατηγορία ατόμων.

Επισήμανα το γεγονός ότι η Τέλεια Εργασία συμβολίζει τη μετουσίωση, υπό το φως της Τέλειας Θέασης, της κοινωνίας μες την οποία ζούμε. Αν και η Σωστή ή Τέλεια Εργασία έχει να κάνει κυρίως με την οικονομική πλευρά της συλλογικής μας ύπαρξης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κοινωνική πλευρά και η πολιτική πλευρά πρέπει επίσης να μετουσιωθούν. Η Τέλεια Εργασία, το πέμπτο βήμα του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού του Βούδδα, αντιπροσωπεύει την ανάγκη να δημιουργήσουμε μια ιδανική κοινωνία. Έτσι κι αλλιώς, ζούμε μέσα στην κοινωνία και δεν μπορούμε να επιβιώσουμε έξω από αυτή για πολύ καιρό. Μπορούμε, αν είμαστε τυχεροί, να πάμε σ' ένα κέντρο απομόνωσης στην εξοχή για μερικές βδομάδες ή μήνες, αλλά ακόμα και οι πιο προνομιούχοι από μας, πρέπει να επιστρέψουν και να επανενσωματωθούν, έστω ως ένα σημείο, στην κοινωνία. Έτσι, ως μέρος της προσπάθειας να μετουσιώσουμε τον εαυτό μας, πρέπει επίσης να μετουσιώσουμε και τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ήδη αναφέραμε το Δυτικό Βουδδιστικό Τάγμα, πράγμα που μας οδηγεί σ' αυτό που λέμε Σάνγκα ή Πνευματική Κοινότητα. Μπορούμε να δούμε τη Σάνγκα μ' ένα σωρό διαφορετικούς τρόπους άλλα θα περιοριστώ σ' ένα συγκεκριμένο σημείο, που φαίνεται να έχει άμεση σχέση με τα προλεγόμενά μου. Η Σάνγκα ή Πνευματική Κοινότητα αντιπροσωπεύει την ιδανική κοινωνία σε μικρή κλίμακα. Είναι μια ετεροχρονισμένη προσδοκία, σε μικρογραφία, για το πού θα μπορέσει να φτάσει η κοινωνία στο σύνολό της, όταν θα έχει περαιτέρω εξελιχθεί. Η δική μας, μικρών διαστάσεων Σάνγκα ή Πνευματική Κοινότητα, το δικό μας μικρό Τάγμα, αντιπροσωπεύει μια κοινωνία ή μια κοινότητα που στηρίζεται ολοκληρωτικά σε ηθικές και πνευματικές αρχές. Μ' άλλα λόγια δεν πρόκειται περί κοινωνίας με την έννοια του οργανισμού, αλλά μιας πραγματικής κοινότητας βασισμένης σ' αυτές τις αρχές. Και αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της από έναν οργανισμό. Επίσης διαφέρει στο επίπεδο συμμετοχής και δέσμευσης των μελών της.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι η καλλιέργεια των σωστών διαπροσωπικών σχέσεων, ανάμεσα στα άτομα που αποτελούν την Σάνγκα ή Πνευματική Κοινότητα, έχει τεράστια σημασία. Κατά κάποιον τρόπο είναι αδύνατο να το κάνουμε ν' ακουστεί πιο σημαντικό απ' ό,τι είναι. Για να υπάρξει ένα αυθεντικό βουδδιστικό κίνημα στην Αγγλία, πράγμα το όποιο προσδοκούμε, πρέπει να στηριχτεί πάνω σε μία κοινότητα ανθρώπων που διατηρούν ουσιαστική επαφή και επικοινωνία μεταξύ τους, σε ηθικό, ψυχολογικό και πνευματικό επίπεδο. Η σχέση τους, δηλαδή, δεν πρέπει να μοιάζει με αυτή των μελών ενός κοινού συλλόγου αλλά να στηρίζεται στην πνευματική φιλία - ίσως και σε ένα ακόμα βαθύτερο επίπεδο. Αυτή είναι ακόμα μία άποψη της ιδανικής κοινωνίας. Πρέπει να νιώθουμε τη δική μας μικρή Σάνγκα ή Πνευματική Κοινότητα, το δικό μας μικρό Τάγμα, ως μια μικρογραφία της ιδανικής κοινωνίας του μέλλοντος, μια κοινωνία όπου η Τέλεια Εργασία είναι ο κανόνας αντί η εξαίρεση, όπως συμβαίνει σήμερα.

Κεφάλαιο 6

Από την Τέλεια Εργασία περνάμε στην έκτη πλευρά του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού, γνωστή στα σανσκριτικά ως σάμυακ-βγιαγιάμα (παλί: σάμμα-βαγιάμα). Καθώς η λέξη βγιαγιάμα συνήθως μεταφράζεται ως "προσπάθεια", θα μιλήσουμε περί Τέλειας Προσπάθειας. Είδαμε ότι το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο στάδιο του Μονοπατιού έχουν να κάνουν με τη μετουσίωση του ατόμου, ενώ το πέμπτο στάδιο έχει να κάνει με τη μετουσίωση ολόκληρης της κοινωνίας. Το έκτο στάδιο, η Τέλεια Προσπάθεια, έχει να κάνει ξανά με τη μετουσίωση του ατόμου και πιο συγκεκριμένα με την μετουσίωση της βούλησης ή της θέλησής του. Η διαφορά έγκειται στην ευρύτητα της σφαίρας επιρροής τής Τέλειας Προσπάθειας. Η σφαίρα επιρροής της Τέλειας Εργασίας είναι ολόκληρη η κοινότητα, η κοινωνία γενικότερα, ενώ αυτή της Τέλειας Προσπάθειας είναι η κάθε μορφή έμβιας ύπαρξης, η όλη διαδικασία της οργανικής εξέλιξης των πραγμάτων. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, και μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού, η Τέλεια Προσπάθεια αντιπροσωπεύει το γεγονός ότι η πνευματική ζωή αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη συνέχεια, το αποκορύφωμα, ακόμα και την τελείωση, ολόκληρης της εξελικτικής διαδικασίας. Γι' αυτό το λόγο συχνά αναφερόμαστε στην Τέλεια Προσπάθεια ως τη συνειδητή εξέλιξη του Ανθρώπου.

Όπως είδαμε, η Αγγλική λέξη "προσπάθεια" αποδίδει τη σανσκριτική βγιαγιάμα, η οποία χρησιμοποιείται ακόμα στις σημερινές γλώσσες της Ινδίας, όπως Χίντι, Γκουτζουράτι και Μαράτι και σημαίνει σωματική άσκηση, κυρίως με την έννοια της γυμναστικής. Για παράδειγμα οι Ινδοί αποδίδουν την αγγλική -ή μάλλον ελληνική- λέξη "γυμναστήριο" ως βγιαγιαμασάλα, που σημαίνει στην κυριολεξία "αίθουσα γυμναστικής". Έτσι παίρνουμε μία ιδέα για την ευρύτερη έννοια της λέξης. Το στάδιο της σάμυακ-βγιαγιάμα ή Τέλειας Προσπάθειας, εστιάζει την προσοχή μας σε κάτι πολύ σημαντικό: στο γεγονός ότι η πνευματική ζωή είναι ενεργητική ζωή. Η πνευματική ζωή δεν είναι ζωή της πολυθρόνας. Τουναντίον, είναι ενεργητική, δυναμική. Βέβαια αυτή η δραστηριότητα, αυτή η ενεργητικότητα, δε βρίσκει απαραίτητα έκφραση διαμέσου του σώματος. Το γεγονός ότι η πνευματική ζωή είναι ενεργητική δε σημαίνει ότι πρέπει να τρέχουμε από δω κι από κει "κάνοντας πράγματα" μ' ένα χοντροκομμένο, επιφανειακό, αθλητικό τρόπο, σίγουρα όμως σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε ενεργητικοί σε διανοητικό, πνευματικό, ακόμα και αισθητικό επίπεδο. Όντως, αυτό το στάδιο του Οκταπλού Μονοπατιού αντιπροσωπεύει ό,τι θα ονομάζαμε πνευματικό αθλητισμό, πράγμα που αποτελεί εξέχον χαρακτηριστικό του βουδδισμού.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι ο βουδδισμός είναι για τους ενεργητικούς. Δεν είναι για τους διανοητικά ανάπηρους ή τους πνευματικά νεκρούς. Ο βουδδισμός είναι για άτομα πρόθυμα να προσπαθήσουν. Βέβαια, υπάρχει και η αποτυχία. Μπορεί ν' αποτύχεις δέκα, είκοσι, ακόμα και εκατό φορές - αλλά δεν έχει και τόση σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να προσπαθείς. Ο βουδδισμός δεν είναι γι' αυτούς που αρέσκονται να χώνονται στην πολυθρόνα τους και να διαβάζουν για τις προσπάθειες των άλλων. Ξέρετε τι εννοώ: κάτι σαν να παίρνεις τη Ζωή του Μιλαρέπα, να θρονιάζεσαι δίπλα στο τζάκι, με το τσάι και τα μπισκότα σου, να σιγοπίνεις το τσάι σου, να μασουλάς τα μπισκοτάκια σου, όμορφα και ωραία και να διαβάζεις για τις στερήσεις του Μιλαρέπα σκεπτόμενος, "θαυμάσια!" και "μπράβο του!".

Ο βουδδισμός δε λειτουργεί έτσι. Δεν αρκεί μόνο να διαβάζει κανείς για τις προσπάθειες των άλλων, αλλά πρέπει να είναι έτοιμος να κάνει κάποια, έστω και στοιχειώδη προσπάθεια, ο ίδιος. Για πολύ καιρό στους βουδδιστικούς κύκλους της Αγγλίας επικρατούσε μία λανθασμένη εικόνα του βουδδισμού. Διάχυτη ήταν η εντύπωση ότι ο βουδδισμός ήταν για "γριούλες" - και πρόθεση μου, λέγοντας "γριούλες", δεν είναι να προσβάλω το γυναικείο πληθυσμό τις τρίτης ηλικίας της Βρετανίας, που δεν είναι απαραίτητα "γριούλες" με την έννοια που χρησιμοποιώ τον όρο. "Γριούλες", με τη δικιά μου έννοια, μπορεί να είναι άτομα κάθε ηλικίας και των δύο φύλων. Ο βουδδισμός είναι ιδιαίτερα απαιτητικός και προορίζεται για τους νέους και τους δυνατούς - είτε αυτούς που είναι διανοητικά και σωματικά νέοι ή τουλάχιστον γι' αυτούς που είναι διανοητικά και πνευματικά νέοι, ασχέτως ηλικίας και σθεναρότητας.

Η Τέλεια Προσπάθεια είναι δύο ειδών: γενική και συγκεκριμένη. Αν και το έκτο μέλος του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού έχει να κάνει αποκλειστικά με την Τέλεια Προσπάθεια, κάποια προσπάθεια είναι αναγκαία σε όλα τα υπόλοιπα στάδια. Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι, επειδή ένα συγκεκριμένο στάδιο ονομάζεται Τέλεια Προσπάθεια, μπορούμε να περάσουμε όλα τα υπόλοιπα χωρίς καθόλου προσπάθεια. Κάποια προσπάθεια είναι απαραίτητη σε κάθε στάδιο του Μονοπατιού και αυτό εννοούμε με την έννοια γενική Τέλεια Προσπάθεια.

Οι Τέσσερις Ασκήσεις του Νου

Η συγκεκριμένη Τέλεια Προσπάθεια, η οποία αντιστοιχεί στην Τέλεια Προσπάθεια ως έκτο στάδιο του Μονοπατιού, αποτελείται από μία σειρά ασκήσεων. Αυτές οι ασκήσεις είναι γνωστές σαν "Oι Τέσσερις Ασκήσεις του Νου" (Four Exertions). Οι Τέσσερις Τέλειες Ασκήσεις του Νου -όπως επίσης ονομάζονται- αποτελούνται από 1) την Πρόληψη, 2) το Ξερίζωμα, 3) την Καλλιέργεια, και 4) τη Συντήρηση. Tο κοινό τους αντικείμενο είναι οι καλές και κακές σκέψεις, ή όπως λέμε στο βουδδισμό, οι αδέξιες και οι επιδέξιες ψυχικές καταστάσεις. Η προσπάθεια που έχει σχέση με την πρόληψη είναι να προλάβει κανείς τη γέννηση αδέξιων σκέψεων ή ψυχικών καταστάσεων που δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί. Παρομοίως, ξερίζωμα σημαίνει να ξεριζώνει κανείς τις αδέξιες ψυχικές καταστάσεις που ήδη ενυπάρχουν μέσα του. Καλλιέργεια σημαίνει να καλλιεργεί κανείς τις επιδέξιες καταστάσεις που ήδη υπάρχουν. Έτσι, η Τέλεια Προσπάθεια εφαρμόζεται κατά πρώτο λόγο σε ψυχολογικό επίπεδο. Έχει να κάνει με συνεχή δουλειά πάνω στον ίδιο μας τον εαυτό και μέσα στο νου μας χρησιμοποιώντας τα μέσα της Πρόληψης, του Ξεριζώματος, της Καλλιέργειας και της Συντήρησης.

Αυτός ο διαχωρισμός έχει σκοπό να διευκολύνει την αυτοπειθαρχία καθώς είναι πολύ εύκολο ν' ατονήσει κανείς. Όλοι αρχίζουν με μεγάλο ενθουσιασμό για το βουδδισμό, το διαλογισμό και την πνευματική ζωή αλλά πολύ γρήγορα αυτός ο ενθουσιασμός χάνεται και μετά από λίγο καιρό είναι σαν να μην τους είχε συμβεί τίποτα. Αυτό γίνεται γιατί η εσωτερική μας αδράνεια, η δύναμη που αντιτίθεται στην εξέλιξή μας, είναι πολύ ισχυρή - και φαίνεται σε μικροπράγματα όπως το να σηκωθεί κανείς νωρίς το πρωί για να κάνει διαλογισμό. Μπορεί ν' αποφασίσουμε να σηκωθούμε μία ώρα νωρίτερα και ίσως τα καταφέρουμε για μία, δύο ή ακόμα και για τρεις φορές, αλλά την τέταρτη θα μας είναι πολύ δύσκολο να πάμε κόντρα στον πειρασμό και θα γίνει ολόκληρη πάλη στο νου μας μεταξύ τού να σηκωθούμε ή να χουζουρέψουμε ακόμα για μερικά λεπτά. Και τις πιο πολλές φορές θα χάσουμε, γιατί οι δυνάμεις της αδράνειας είναι πολύ ισχυρές μέσα μας. Είναι τόσο εύκολο να πάρει την κατιούσα ο ενθουσιασμός μας και τελικά να εξανεμιστεί εντελώς.

Πριν αναλύσουμε λεπτομερώς τις Τέσσερις Ασκήσεις πρέπει να επισημάνουμε κάτι ιδιαίτερα σοβαρό. Δεν μπορούμε καν ν' αρχίσουμε να προλαμβάνουμε, να ξεριζώνουμε, να καλλιεργούμε ή να συντηρούμε αν δεν ξέρουμε πρώτα τον εαυτό μας, αν δεν ξέρουμε τις τάσεις και τα περιεχόμενα του νου μας. Και το να ξέρει κανείς τον εαυτό του απαιτεί μεγάλη ειλικρίνεια - τουλάχιστον μεγάλη ειλικρίνεια με τον εαυτό του. Δεν περιμένει κανείς να είμαστε τελείως ειλικρινείς με τους άλλους, αλλά τουλάχιστον όσον αφορά τις Τέσσερις Ασκήσεις, επιβάλλεται να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. (Γι' αυτούς που το βρίσκουν περίεργο που δεν απαιτείται απόλυτη ειλικρίνεια με τους άλλους, θα πρέπει ν' αναρωτηθούν πόσο δύσκολο είναι κάτι τέτοιο. Θυμάμαι να έχω διαβάσει κάπου ότι το πρώτο πράγμα που συνειδητοποίησε κάποιος, μόλις κάθησε να γράψει την αυτοβιογραφία του, ήταν όλα τα πράγματα που δεν θα έλεγε, πράγμα απόλυτα αληθές. Είναι αρκετά δύσκολο να είναι κανείς ειλικρινής με τον εαυτό του, πόσο μάλλον με τους άλλους!)

Αν θέλουμε να εφαρμόσουμε τις Τέσσερις Ασκήσεις πρέπει τουλάχιστον να καταβάλουμε κάποια προσπάθεια έτσι ώστε να δούμε τον πραγματικό μας εαυτό, έτσι ώστε να έχουμε μια ιδέα για το τι πρέπει να προληφθεί, να ξεριζωθεί, να καλλιεργηθεί ή να συντηρηθεί. Οι περισσότεροι από μας διατηρούμε μία ονειρική εικόνα του εαυτού μας. Κλείνουμε τα μάτια μας και βλέπουμε τον εαυτό μας ν' αντανακλάται σαν σε καθρέφτη και σκεφτόμαστε: "Τι όμορφος! Τι ευγενής". Είναι η εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού μας, που μας συνοδεύει τον περισσότερο καιρό. Δε χαρακτηριζόμαστε βέβαια απ' όλες τις αρετές, δεν είμαστε δα και η ενσάρκωση της τελειότητας, αλλά σίγουρα είμαστε ένα τρυφερό, προσφιλές, αξιαγάπητο, συμπονετικό, ευφυές, ειλικρινές, καλοπροαίρετο και φιλότιμο ανθρώπινο ον - κάτι τέτοιο βλέπουμε συνήθως. Αυτό που πρέπει να προσπαθήσουμε να καλλιεργήσουμε, αυτό που πρέπει ν' απαιτήσουμε ή και να προσευχηθούμε, είναι "να δούμε τον εαυτό μας με τα μάτια των άλλων", όπως λέει και ο ποιητής, και αυτό δεν είναι δα και τόσο εύκολο. Πρέπει να κάνουμε έναν εσωτερικό απολογισμό των αδέξιων και επιδέξιων ψυχικών μας καταστάσεων - του κάθε "ελαττώματος" και του κάθε "προτερήματός" μας. Αν και δεν είναι απαραίτητο να συγκρινόμαστε με ιδανικά ηθικής τελειότητας, πρέπει τουλάχιστον να καταφέρουμε να αναλύσουμε με σοβαρότητα και ειλικρίνεια τον ίδιο μας το νου, τις ψυχικές μας καταστάσεις και τις αρετές μας, πριν καν σκεφτούμε να βάλουμε σε εφαρμογή τις Τέσσερις Ασκήσεις. Διαφορετικά δε θα ξέρουμε πως να προχωρήσουμε και καμία πραγματική πρόοδος και εξέλιξη δε θα είναι δυνατή.

1. Προλαμβάνοντας τη γέννηση αδέξιων ψυχικών καταστάσεων που δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί

Όπως είδαμε, αδέξια ψυχική κατάσταση είναι μία κατάσταση μολυσμένη από πόθο ή εγωιστική επιθυμία, από μίσος ή από πλάνη, από πνευματική σύγχυση και έλλειψη προοπτικής. Μία σκέψη θεωρείται αδέξια όταν η γέννησή της συνδέεται άμεσα με μία από αυτές τις αδέξιες ψυχικές καταστάσεις ή ψυχικούς παράγοντες. Αν ρωτήσει κανείς από πού προέρχονται αυτές οι σκέψεις -και πρέπει να ξέρουμε από πού προέρχονται άμα θέλουμε να τις ξεριζώσουμε- η απάντηση είναι ότι η άμεση πηγή τους (δε μας ενδιαφέρει σ' αυτό το σημείο η απώτερη πηγή τους) είναι οι αισθήσεις.

Στο βουδδισμό οι αισθήσεις διαιρούνται σε έξι: είναι οι πέντε σωματικές αισθήσεις μαζί με το νου, ο οποίος θεωρείται έκτη αίσθηση. Με το νου, εννοούμε τον απλό νου, αυτόν που μας βοηθάει ν' αντεπεξερχόμαστε στις ανάγκες της καθημερινότητας. Ένας από τους τρόπους που μπορεί να γεννηθεί μία αδέξια ψυχική κατάσταση είναι όταν, π.χ., περπατάμε ανέμελοι και ξαφνικά βλέπουμε κάτι που μας ελκύει την προσοχή σε μία βιτρίνα και σκεφτόμαστε: "Θέλω να το αγοράσω!" Με αυτό τον τρόπο, διαμέσου της αίσθησης της όρασης, γεννάται η νευρωτική επιθυμία ή απληστία. Μερικές φορές απλά θυμόμαστε κάτι. Καθώς καθόμαστε στην ησυχία μας, η ανάμνηση από κάτι που είχαμε, κάτι που σκεφτήκαμε ή κάτι που μας έδωσε ηδονή, βρίσκει το δρόμο της στο νου μας -χωρίς να ξέρουμε από που- και πριν καλά-καλά καταλάβουμε τι γίνεται βρισκόμαστε παγιδευμένοι από τον πόθο, το μίσος ή το φόβο.

Επομένως, προς αποτροπή των αδέξιων καταστάσεων που δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί, που μπορεί όχι μόνο να εισβάλλουν, αλλά και να εκπορθήσουν και να κυβερνήσουν το νου μας, είναι απαραίτητο να ακολουθήσουμε αυτό που είναι γνωστό στο βουδδισμό ως φύλαξη ή επίγνωση των αισθήσεων, και κυρίως του νου. Η παραδοσιακή ονομασία αυτής της διαδικασίας είναι η "φύλαξη των θυρών των αισθήσεων". Οι αισθήσεις παρομοιάζονται με τις εισόδους ενός σπιτιού. Αν θέλουμε να εμποδίσουμε κάποιον να μπει στο σπίτι μας, βάζουμε ένα φύλακα στην είσοδο για να ελέγχει τους επισκέπτες. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να ελέγχουμε τις εισόδους των έξι αισθήσεων εξετάζοντας τις εντυπώσεις, τις σκέψεις ή τις ιδέες που ζητούν αποδοχή, κρατώντας έτσι τον εχθρό σε απόσταση. Αυτού του είδους ο έλεγχος ή επίγνωση του τι συμβαίνει στο χώρο των αισθήσεών μας και στο χαμηλότερο επίπεδο του νου μας, πρέπει να διατηρείται σε μόνιμη βάση. Όπως όλοι γνωρίζουμε από την εμπειρία μας, οι αδέξιες σκέψεις συνήθως εισβάλλουν δίχως να το συνειδητοποιούμε: δεν καταφέρνουμε καν να τις δούμε να πλησιάζουν ή να εισέρχονται. Πριν καλά-καλά καταλάβουμε τι μας γίνεται έχουν θρονιαστεί στο νου μας, σαν να ήταν σπίτι τους, αφήνοντάς μας ν' αναρωτιόμαστε πώς τα κατάφεραν! Μπήκαν από την πόρτα, δηλαδή από μία των έξι αισθήσεων. Και γι' αυτό το λόγο πρέπει να φυλάμε τις θύρες των αισθήσεων, αν θέλουμε να μην εισχωρήσουν αδέξιες σκέψεις.

2. Ξεριζώνοντας αδέξιες ψυχικές καταστάσεις που έχουν ήδη εμφανιστεί

Ο ιδανικότερος τρόπος να μιλήσουμε για το ξερίζωμα των ψυχικών καταστάσεων που έχουν ήδη εμφανιστεί είναι μέσω των λεγόμενων Πέντε Εμποδίων, όπως αυτά είναι γνωστά στο βουδδισμό. Τα Πέντε Εμπόδια είναι η επιθυμία για υλικά αγαθά, το μίσος, η ανησυχία και η αγωνία, η νωθρότητα και η αποχαύνωση και η αμφιβολία με την αναποφασιστικότητα.

α) Το εμπόδιο της επιθυμίας για υλικά αγαθά

Η επιθυμία για υλικά αγαθά είναι πολύ ισχυρή καθώς συμπεριλαμβάνει επιθυμία για φαγητό, ρούχα και στέγη. Δεν αποτελεί πρόβλημα αν την κρατήσουμε σε κάποια όρια, πράγμα που σπανίως κάνουμε. Συνήθως θέλουμε περισσότερα υλικά αγαθά απ' όσα διαθέτουμε κι έτσι γινόμαστε έρμαιο των επιθυμιών μας. Αντί τα υλικά αγαθά να είναι απλά το μέσο για την επιβίωσή μας και την λειτουργικότητά μας στην κοινωνία, καταντάνε να γίνονται ένα εμπόδιο για οποιουδήποτε είδους ανώτερη διανοητική, πνευματική ακόμα και πολιτιστική ζωή.

β) Το εμπόδιο του μίσους

Όταν λέμε μίσος το εννοούμε σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις του, από τις πιο εμφανείς μέχρι τις πιο δυσδιάκριτες, όπως, π.χ. ανταγωνισμός, αντιπάθεια, ακόμα και δικαιολογημένη αγανάκτηση. Μόλις χτες, ήρθε μία γυναίκα στο κέντρο μας και προσπάθησε να μας δώσει ένα φυλλάδιο θρησκευτικού περιεχομένου, σχετικά με το Μεσσία. Αρχίσαμε την κουβέντα και αναπόφευκτα η συζήτηση έφτασε στην Αγία Γραφή. Μας ρώτησε ποια ήταν η γνώμη μας για τον Ιησού. Της είπαμε ότι τον σεβόμασταν και τον θαυμάζαμε, καθώς επίσης ότι υπήρχαν κάποια πράγματα στα Ευαγγέλια που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε. Ένα από αυτά ήταν ο θυμός που έδειξε ο Ιησούς όταν έδιωξε από το ναό τους αργυραμοιβούς. Μας απάντησε ότι δεν ήταν θυμός αλλά δικαιολογημένη αγανάκτηση. Της είπα ότι οι βουδδιστές πίστευαν ότι ένας τέλειος άνθρωπος δεν διακατέχεται από θυμό ή απληστία και μας ανταπάντησε ότι ο Χριστός ήταν Θεός και τα πράγματα είναι διαφορετικά με το Θεό.

Δυστυχώς, όπως εξήγησα σ' αυτή τη γυναίκα, η δικαιολογημένη αγανάκτηση ήταν ήσσονος σημασίας σε σχέση με όλα τα ατυχή που συνέβησαν στη χριστιανική Ευρώπη υπό τη μορφή θρησκευτικών διώξεων, Ιεράς Εξέτασης, Σταυροφοριών, κ.τ.λ. Σύμφωνα με το βουδδισμό όλα αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα, τα οποία γνωρίζουμε από τη μελέτη της ιστορίας, είναι μορφές βίας, η οποία με τη σειρά της είναι μια έκφραση του εμποδίου του μίσους. Αντί να προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τα εμπόδια, είναι καλύτερο για μας να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας σε σχέση με την πραγματική ψυχική μας κατάσταση.

γ) Το εμπόδιο της ανησυχίας και του άγχους

To εμπόδιο της ανησυχίας και του άγχους είναι πολύ συνηθισμένο στη σύγχρονη Δυτική κοινωνία, μια κοινωνία που δεν διακρίνεται από αρμονία και ηρεμία. Αν ήταν να χαρακτηρίσουμε τη σημερινή κοινωνία θα λέγαμε ότι είναι ανήσυχη, νευρική, αγχώδης, ακόμα και τυραννισμένη - και τα περισσότερα άτομα που γνωρίζουμε είναι κάπως έτσι. Δύσκολα βρίσκεται κάποιος που θα μας δώσει μία αίσθηση γαλήνης, αν καθίσουμε για λίγο μαζί του. Τους πιο πολλούς τους τρώει η έγνοια, το άγχος, η ανησυχία και η βιασύνη. Ορισμένες φορές, τους είναι αδύνατο να καθίσουν σε ηρεμία ακόμα και για μερικά λεπτά. Αν δοκιμάσουν να κάνουν διαλογισμό θα επικεντρωθούν στους θορύβους του κυκλοφοριακού ή των ανθρώπων. Σύμφωνα με το βουδδισμό η έγνοια, το άγχος, η ανησυχία και η βιασύνη οποιουδήποτε είδους, αποτελούν εμπόδιο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν πρέπει κανείς να κάνει πράγματα με σβελτάδα, είναι όμως πολύ διαφορετικό από την ψυχική κατάσταση ανησυχίας, όπου αφήνουμε το ένα και πιάνουμε το άλλο, γιατί τίποτα δεν μας ικανοποιεί και επειδή δεν ξέρουμε πού να ψάξουμε για να βρούμε κάτι που να μας δίνει πραγματική ικανοποίηση.

δ) Το εμπόδιο της νωθρότητας και της αποχαύνωσης

Το εμπόδιο της νωθρότητας και της αποχαύνωσης θα μπορούσε επίσης να λέγεται αδράνεια και λίμνασμα - ή το να γίνεται κανείς ψυχρός και στείρος. Άτομα που βρίσκονται σ' αυτή την κατάσταση νιώθουν ότι τίποτα δεν έχει σημασία. "Γιατί να ενοχληθείς; Δεν έχει καμία σχέση με μένα. Άσε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους". Στην εποχή μας, αυτού του είδους η νοοτροπία είναι πολύ συνηθισμένη. Συχνά είναι μία αντίδραση στην ανησυχία και το άγχος, αλλά όπως και να το πάρουμε αποτελεί ένα εμπόδιο. Συχνά κανείς προσπαθεί να το δικαιολογήσει. Μερικά από τα άτομα που θεωρούμε γαλήνια και ήρεμα μπορεί απλά να λιμνάζουν με τον ίδιο τρόπο που, άτομα που θεωρούμε πολυάσχολα, μπορεί να τρώγονται με τα ρούχα τους.

ε) Το εμπόδιο της αμφιβολίας και της αναποφασιστικότητας

Το εμπόδιο της αμφιβολίας και της αναποφασιστικότητας είναι η ανικανότητα -ακόμα και η απροθυμία- να αναλύσουμε τα δεδομένα μας και να έρθουμε σ' ένα τελικό συμπέρασμα, μία οριστική απόφαση. Είναι η άρνηση ν' αποφασίσουμε για κάτι και μετά να δεσμευτούμε σ' αυτό - η άρνηση ν' ακολουθήσουμε ένα συγκεκριμένη σχέδιο δράσης και να υιοθετήσουμε μία συγκεκριμένη στάση ζωής.

Αυτά είναι τα Πέντε Εμπόδια, και όταν μιλάμε για το ξερίζωμα αδέξιων ψυχικών καταστάσεων που έχουν ήδη εμφανιστεί αναφερόμαστε κυρίως στο να απαλλάσσεται κανείς από την επιθυμία για υλικά αγαθά, από το μίσος, από τη νωθρότητα και την αποχαύνωση, από την ανησυχία και το άγχος, και από την αμφιβολία και την αναποφασιστικότητα.

Στο βουδδισμό ο νους ή συνείδηση συχνά παρομοιάζεται με το νερό. Το νερό στη φυσική του κατάσταση είναι αγνό, διαφανές και λαμπερό αλλά μπορεί να μολυνθεί με πολλούς τρόπους. Με τον ίδιο τρόπο ο νους, που είναι κι αυτός από τη φύση του αγνός, μπορεί να μολυνθεί διαμέσου των Πέντε Εμποδίων. Στις βουδδιστικές γραφές ο νους που είναι γεμάτος πόθο παρομοιάζεται με νερό, στο οποίο έχουν διαλυθεί διάφορα χρώματα - κόκκινο, μπλε, πράσινο, κίτρινο. Υπάρχει μια κάποια ομορφιά, αλλά η αγνότητα του νερού καθώς και του νου έχουν χαθεί. Ο νους που έχει κυριευτεί από το μίσος παρομοιάζεται με το νερό που αφού έφτασε στο σημείο βρασμού, αρχίζει να συρίζει, να κάνει μπουρμπουλήθρες και να βγάζει ατμούς. (Ίσως υπάρχει κάποια λογική στην έκφραση "ξεφούσκωσα" όταν έχει εξωτερικεύσει κανείς το θυμό του). Με τον ίδιο τρόπο, ο νους που επιβαρύνεται με ανησυχία και άγχος παρομοιάζεται με ανεμοδαρμένη θάλασσα, ενώ ο νους που υποφέρει από νωθρότητα και αποχαύνωση παρομοιάζεται με μία λίμνη που έχει γεμίσει αγριόχορτα. Όσον αφορά το νου που βρίσκεται υπό την επήρεια αμφιβολίας και αναποφασιστικότητας, παρομοιάζεται με μαύρο λασπώδες νερό που βρωμάει.

Πώς μπορεί κανείς να καθαρίσει και να φιλτράρει το νερό; Πώς μπορεί να ξεφορτωθεί τα Πέντε Εμπόδια και να ξεριζώσει όλες τις αδέξιες ψυχικές καταστάσεις που έχουν ήδη εμφανιστεί; Ο βουδδισμός συνιστά τέσσερις μεθόδους που συνήθως δοκιμάζονται με τη σειρά που θα τις σχολιάσω.

Η πρώτη μέθοδος έχει να κάνει με το να αναλογιζόμαστε τις συνέπειες που θα έχει η εκάστοτε αδέξια ψυχική κατάσταση. Τι μπορεί να συμβεί αν αφεθούμε στο θυμό μας; Μπορεί να μιλήσουμε θυμωμένα, να πούμε σκληρά λόγια τα οποία πιθανώς να οδηγήσουν σε δυσφορία ή παρεξήγηση. Αν θυμώσουμε πολύ μπορεί να χρησιμοποιήσουμε ακόμα και σωματική βία. Μπορεί ακόμα και να σκοτώσουμε. Αυτές είναι οι λογικές συνέπειες του ανεξέλεγκτου θυμού. Έτσι, αναλογιστείτε τις συνέπειες της αδέξιας ψυχικής κατάστασης. Αυτή είναι η πρώτη μέθοδος και μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε από τα εμπόδια. Στην περίπτωση της νωθρότητας και αποχαύνωσης μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι αν συνεχίσει να λιμνάζει δε θα έχει καμία πρόοδο και δε θα κάνει τίποτα στη ζωή του. Επιπλέον, θα χάσει ό,τι ήδη έχει κερδίσει, υλικό ή πνευματικό.

Η δεύτερη μέθοδος αφορά στην καλλιέργεια του αντιθέτου. Κάθε επιβλαβής ψυχική κατάσταση έχει και την αντίθετη, ωφέλιμη πλευρά της. Αν ανακαλύψουμε ότι έχει κυριεύσει το νου μας η αδέξια ψυχική κατάσταση του μίσους -αν αντιπαθούμε τους ανθρώπους, δεν τα πάμε καλά μαζί τους και δε θέλουμε το καλό τους- τότε πρέπει να καλλιεργήσουμε το αντίθετο του μίσους, που είναι η αγάπη (με την πνευματική της έννοια). Ας ασκηθούμε στη μάιτρι-μπάβανα25 , την καλλιέργεια της συμπονετικής αγάπης. Αγάπη και μίσος δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αν υπάρχει μίσος δεν υπάρχει αγάπη. Αν έρθει η αγάπη το μίσος θα φύγει.

Η τρίτη μέθοδος έχει να κάνει με το να επιτρέπει κανείς στις αδέξιες σκέψεις να φύγουν από μόνες τους, χωρίς να τους δίνει ιδιαίτερη προσοχή. Ας φανταστούμε ότι ο νους είναι σαν τον καθαρό ουρανό και οι αδέξιες σκέψεις σαν τα σύννεφα που έρχονται και φεύγουν. Δεν υπάρχει λόγος ν' αντιδρούμε με ταραχή και ανυπομονησία. Δεν υπάρχει λόγος να εξοργιζόμαστε ή να επικεντρωνόμαστε σ' αυτές παραπάνω απ' όσο πρέπει. Ας τις αφήσουμε να φύγουν, να περάσουν, να χαθούν από μόνες τους. Μπορούμε να τις δούμε από τη σκοπιά ενός απλού παρατηρητή, να τις αντιμετωπίζουμε με αδιαφορία και να λέμε στον εαυτό μας ότι από τη στιγμή που μας ήρθαν από κάπου αλλού και δεν έχουν τίποτα να κάνουν με μας, στην ουσία δεν είναι καν δικές μας. Αν διατηρήσουμε αυτή τη στάση για όσο χρειάζεται, οι αδέξιες σκέψεις θα απομακρυνθούν.

Αν αυτές οι τρεις μέθοδοι αποτύχουν υπάρχει και μία τέταρτη - η βίαιη καταστολή. Ο Βούδδας λέει ότι αν δεν μπορείς να ξεφορτωθείς μία αδέξια ψυχική κατάσταση με καμία από τις προηγούμενες μεθόδους, τότε χρησιμοποίησε βία. Σφίξε τα δόντια σου και με αποφασιστικότητα εφάρμοσε τη βίαιη καταστολή. Και όταν λέω "καταστολή" το λέω ως διάφορο της "απώθησης". Η απώθηση είναι μία υποσυνείδητη διεργασία, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργούμε με απόλυτη συνειδητότητα. Ξέρουμε τι κάνουμε και το λόγο για τον οποίο το κάνουμε. Έτσι, όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά που μας λένε οι ψυχολόγοι ότι συμβαίνουν με την απώθηση δε θα συμβούν στην προκειμένη περίπτωση.

Αλλά τι γίνεται, αν αυτές οι τέσσερις μέθοδοι ξεριζώματος των αδέξιων σκέψεων αποτύχουν; Μερικές φορές ακόμα κι όταν σφίγγεις τα δόντια σου και εφαρμόζεις τη βίαιη καταστολή οι αδέξιες σκέψεις παραμένουν. Είναι σαν το χορτάρι που ορθώνεται ξανά μόλις το πόδι που το πατούσε απομακρυνθεί. Τι μπορούμε να κάνουμε σ' αυτή την περίπτωση; Υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε; Αν λειτουργούμε καθαρά σ' ένα ψυχολογικό επίπεδο, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα απολύτως, αλλά αν λειτουργούμε σ' ένα θρησκευτικό ή πνευματικό επίπεδο -στη συγκεκριμένη περίπτωση βουδδιστικό- μας απομένει ένα πράμα που σίγουρα μπορούμε να κάνουμε. Οι μεγάλοι δάσκαλοι της πνευματικής ζωής, μας λένε ότι αν όλες αυτές οι μέθοδοι αποτύχουν και, άσχετα από το πόσο έντονα προσπαθούμε, δεν καταφέρνουμε να ελευθερωθούμε από τα εμπόδια, τότε το μόνο πράγμα που απομένει είναι να πάρουμε την αποτυχία μας παραμάσχαλα και να πάμε για Προστασία στο Βούδδα.

3. Καλλιεργώντας επιδέξιες ψυχικές καταστάσεις που δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί

Η καλλιέργεια των επιδέξιων ψυχικών καταστάσεων που δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί δεν έχει να κάνει απλά με το να "σκεφτόμαστε καλά πράγματα" με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Σημαίνει την καλλιέργεια μίας ανώτερης κατάστασης συνείδησης και ύπαρξης: τη μετουσίωση κάθε διάστασης της προσωπικής μας ύπαρξης. Αυτή η μετουσίωση γίνεται δυνατή με τη βοήθεια του διαλογισμού - όχι του διαλογισμού από μόνου του, αλλά μέσα στο πλαίσιο της πνευματικής ζωής. Στο βουδδισμό ο διαλογισμός αναφέρεται ως μπάβανα, που κυριολεκτικά σημαίνει "καλλιέργεια". Ο πραγματικός σκοπός του διαλογισμού δεν είναι μόνον η αυτοσυγκέντρωση: αυτό είναι το αρχικό στάδιο. Ο πραγματικός σκοπός του είναι να μετουσιώσει τη συνείδηση - να μας κάνει ένα ανώτερο ον από αυτό που ήμασταν πριν.

Η πρόοδος στο διαλογισμό -η πρόοδος στην επίτευξη ανώτερων καταστάσεων ύπαρξης- μετριέται με την επίτευξη των λεγόμενων ντυάνας (παλί: γκνιάνας). Υπάρχουν τέσσερις ντυάνας ή ανώτερες καταστάσεις ύπαρξης και συνείδησης, η καθεμία πιο υψηλή από την προηγούμενη. Όλες τους βέβαια έχουν το εξής κοινό: ότι είναι πολύ δύσκολο να τις περιγράψεις. Υπάρχουν αναλύσεις των παραγόντων που τις επιφέρουν σε βουδδιστικά κείμενα, ιδίως στο Αμπιντάρμα, αλλά δεν μας βοηθούν να καταλάβουμε πώς είναι σε επίπεδο εμπειρίας. Ίσως μία ποιητική περιγραφή ή επίκληση να μας φανεί πιο χρήσιμη και ευτυχώς ο Βούδδας, γνωρίζοντας τους ανθρώπινους περιορισμούς, μας δίνει μία καλαίσθητη παρομοίωση για κάθε μία από αυτές. Πράγματι, υπάρχουν ένα σωρό παρομοιώσεις στα βουδδιστικά κείμενα που αναμφισβήτητα προέρχονται από τον ίδιο το Βούδδα. Η προσωπική μου γνώμη, είναι ότι αυτή η πλευρά της διδασκαλίας του έχει αμεληθεί. Δεν πρέπει να μας δημιουργείται η αίσθηση του Βούδδα ως βαρετό και αναλυτικό. Πολλές φορές χρησιμοποιούσε καθαρά ποιητικούς τρόπους για να μεταδώσει την ουσία των διδασκαλιών του, που συχνά είναι πιο αποτελεσματικοί από τις αναλυτικές περιγραφές που προτιμούσαν πολλοί από τους νεώτερους ακολούθους του.

Η πρώτη ντυάνα ή ανώτερη διαλογιστική κατάσταση παρομοιάζεται με σκόνη σαπουνιού ανακατεμένη με νερό. Ένας βοηθός λουτρού, μας λέει ο Βούδδας, παίρνει ένα πιάτο γεμάτο σκόνη σαπουνιού και τη ρίχνει στο νερό. Ανακατεύει το νερό αρκετά ώστε να δημιουργηθεί σαπουνάδα, κάθε μόριο της οποίας είναι γεμάτο νερό. Επίσης, η ποσότητα του νερού είναι όση χρειάζεται για να γίνει η σαπουνάδα, ούτε μια σταγόνα παραπάνω. Με τον ίδιο τρόπο η ψυχή μας διαποτίζεται από την υψηλότερη συνείδηση της πρώτης ντυάνας. Τίποτα δεν είναι παραπανίσιο και δεν υπάρχει ούτε ένα μόριο της ψυχής μας που να μην έχει διαποτιστεί. Όσοι από σας έχουν γευτεί ή είχαν μία πρόγευση αυτής της κατάστασης θα ξέρουν τι εννοώ. Είναι σαν κάποιο ανώτερο στοιχείο να έχει εισβάλλει και να έχει διαποτίσει το συνηθισμένο μας εαυτό. Η αντίληψη του "εγώ" συνεχίζει να υπάρχει, ωστόσο μας έχει ολοκληρωτικά διαποτίσει η αίσθηση μιας ανώτερης φύσης.

Ο Βούδδας παρομοιάζει τη δεύτερη ντυάνα σαν μία λίμνη γεμάτη νερό. Αυτή η λίμνη αντλεί τα αποθέματά της από μία υπόγεια πηγή που την ανανεώνει συνεχώς και κάνει την επιφάνειά της να κοχλάζει. Έτσι, στη δεύτερη ντυάνα, από τα βάθη ενός αγνού και διάφανου νου, πηγάζει κάτι ακόμα πιο αγνό, ενεργητικό και δυναμικό - λες και έχουμε βρει μία ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.

Και ο Βούδδας γίνεται ακόμα πιο ποιητικός όταν παρομοιάζει την τρίτη ντυάνα με ένα λωτό που μεγαλώνει πάνω στο νερό. Ο λωτός, εκτός του ότι αποτελείται σε μεγάλο ποσοστό από νερό, ταυτόχρονα βρίσκεται και μέσα στο νερό που τον περικυκλώνει από παντού, έτσι ώστε να τον διαποτίζει εσωτερικά και εξωτερικά. Με τον ίδιο τρόπο, στην τρίτη ντυάνα, όχι μόνο διαποτιζόμαστε από μία υψηλότερη κατάσταση συνείδησης, αλλά είμαστε μέσα σ' αυτή, ζούμε μέσα της σαν να ήταν το φυσικό μας στοιχείο, αντλώντας δύναμη και ενέργεια.

Ο Βούδδας παρομοιάζει την τέταρτη ντυάνα μ' έναν λουόμενο, που τυλίγεται μ' ένα καθαρό λευκό σεντόνι μετά από ένα δροσιστικό μπάνιο, στο τέλος μίας ζεστής και κουραστικής μέρας. Με τον ίδιο τρόπο που το καθαρό λευκό σεντόνι περιτυλίγει το λουόμενο, έτσι και η τέταρτη ντυάνα, η υψηλότερη κατάσταση συνείδησης, μας περιτυλίγει, προστατεύοντάς μας και μονώνοντάς μας από το άγγιγμα του έξω κόσμου. Είμαστε ερμητικά σφραγισμένοι μέσα της και παρόλο που δεν έχουμε χάσει την επαφή μας με τον έξω κόσμο, τίποτα δεν μπορεί να μας επηρεάσει όσο παραμένουμε σ' αυτήν.

Έτσι, με την τέταρτη ντυάνα ήδη φτάσαμε πολύ μακριά, αλλά η βουδδιστική παράδοση μας μιλάει για τέσσερις ακόμα υψηλότερες καταστάσεις συνειδήσεως. Αυτές είναι οι λεγόμενες τέσσερις "άμορφες σφαίρες", αν και μερικές φορές ονομάζονται τέσσερις άμορφες ντυάνας και είναι στην ουσία υποδιαιρέσεις -ή διαδοχικές εμβαθύνσεις- της τέταρτης ντυάνας. Σε αντίθεση με τις τέσσερις ντυάνας περιγράφονται αποκλειστικά με αναλυτικό τρόπο. Πρώτη έρχεται η "σφαίρα του άπειρου διαστήματος" που έχει ως αποτέλεσμα την επέκταση του νου, μεταφέροντάς τον πέρα από τα φυσικά του σύνορα. Σ' αυτό το επίπεδο βιώνει κανείς το απόλυτο άπειρο, δίχως περιορισμούς, φράγματα ή εμπόδια. Πέρα από τη "σφαίρα του άπειρου διαστήματος" υπάρχει ή "σφαίρα της άπειρης συνείδησης", όπου κανείς συνειδητοποιεί την απεραντοσύνη του νου. Ο νους δεν περιορίζεται στο σώμα αλλά είναι ταυτόσημος με το άπειρο και επομένως ικανός να επεκταθεί απεριόριστα προς κάθε κατεύθυνση. Η τρίτη σφαίρα είναι μία κατάσταση, "μη συγκεκριμένου" και "μη πράγματος", που δεν είναι τυφλή και παρόλο που τα πράγματα γίνονται αντιληπτά ως υπαρκτά, είναι αδύνατο να τα ξεχωρίσει κανείς. Θα ήταν ελαφρώς χοντροκομμένο αν λέγαμε ότι όλα τα πράγματα ανάγονται σε ένα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι γίνονται πιο ρευστά και αλληλένδετα. Η τέταρτη σφαίρα, η "σφαίρα που δεν είναι ούτε αντίληψη ούτε μη αντίληψη", δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Διακρίνεται από μη αντίληψη λόγω της εξαϋλωμένης κατάστασης του αντικειμένου και από έλλειψη μη αντίληψης γιατί το υποκείμενο, αν και εξίσου εξαϋλωμένο, συνεχίζει να υφίσταται. Έχουμε φτάσει σε μία ουσιαστική υπέρβαση της δυαδικότητας υποκειμένου-αντικειμένου.

Αυτές είναι οι τέσσερις ντυάνας και οι τέσσερις "άμορφες σφαίρες", των οποίων η διαδοχική επίτευξη σημαίνει πρόοδο στο διαλογισμό ή στην καλλιέργεια επιδέξιων ψυχικών καταστάσεων που δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί.