Εις παρομοίαν απορίαν ευρέθη ποτέ προ αιώνων ο Καλίφης του Βαγδατίου, του οποίου την ιστορίαν εν συντόμω θα διηγηθώμεν.

Έρρεον τα πλούτη εις το ανάκτορόν του αφθονώτερα από τα νάματα [68] του παραρρέοντος Τίγρητος. Οι αδάμαντες των Ινδιών και οι μαργαρίται του Οφίρ εστόλιζον τας κιδάρεις του ηγεμόνος και τα φάλαρα των ίππων του, των εκλεκτοτάτων εξ όσων ανετρέφοντο εις τους παρά τον Ευφράτην λειμώνας. Αλλ' οι αδάμαντες δεν είχον την λάμψιν των αμυγδαλωτών οφθαλμών των κορών της Γεωργίας και οι μαργαρίται υπελείποντο ως προς την γλυκείαν ωχρότητα της μορφής των χαύνων γυναικών της Συρίας, εκ των οποίων επληρούτο ο γυναικωνίτης του. Τα βαρυτιμότατα των αρωμάτων της Αραβίας καιόμενα ανέδιδον μεθυστικάς ευωδίας. Τάπητες χνοώδεις της Περσίας απεσβέννυον τον κρότον, τον οποίον παρήγον συρόμεναι αι χρυσοκέντητοι εμβάδες του. Ο Σαρδανάπαλος δεν θα εγίνετο ολοκαύτωμα, αν είχε το ευτύχημα να του απομείνουν μετά την απώλειαν του θρόνου μάγειροι έχοντες την δεξιότητα των μαγείρων του Καλίφου. Ο δαμασκηνός ακινάκης [69] του εδιχοτόμει δι' ενός κτυπήματος παχείαν σιδηράν ράβδον. Οι λέοντές του ωρύοντο ρωμαλέοι εις θηριοτροφείον του και η εξημερωμένη πάρδαλις έλειχε ταπεινώς την χείρα του εξηπλωμένη παρ' αυτώ. Οι γείτονες του ηγεμόνος επεζήτουν διά δώρων πλουσίων την φιλίαν του. Ο λαός του τον εσέβετο ως απόγονον του Προφήτου και τον ηγάπα ως απονέμοντα εξίσου την δικαιοσύνην. Βουλή δεν υπήρχεν εις το κράτος του, ούτε Σύνταγμα· δεν επωλούντο μετοχαί τραπεζών χρεοκοπημένων, δεν συνέβαινον γλωσσολογικαί διαμάχαι, δεν εξεδίδοντο ημερολόγια μετ' εικόνων, δεν υπήρχον ένορκοι, ουδέ οδοντοϊατροί, ουδέ υφηγηταί, δεν ελάμβανεν ανακοινώσεις περί εφευρέσεων· ουδέ τηλεγραφήματα περί καταθλίψεως των πολιτών υπό των εισπρακτόρων.

Εν τούτοις ο ηγεμών ούτος, τον οποίον όλοι εθεώρουν ευδαιμονέστατον, ησθάνετο ακατανίκητον ανίαν. Εις μάτην έτρωγε και εκορέννυτο πολλάκις της ημέρας παρακαθήμενος εις την πλουσιοπάροχον τράπεζάν του. Εις μάτην εχείρει μυστηριώδεις εκδρομάς εις τα άδυτα του γυναικωνίτου του, όπου φυλάσσετο ζηλοτύπως ο πλούσιος της καλλονής θησαυρός. Εις μάτην βαϋαδέραι γοήτιδες ωρχούντο ενώπιόν του και ψάλται λιγείς [70] και έντεχνοι έτερπον την ακοήν του διά των ασμάτων των. Εις μάτην μετέβαινεν εις θήραν τοξεύων και ακοντίζων επιτηδείως τα παντοειδή θηράματα. Η ανία, η θανάσιμος ανία, κατέτρωγε την ψυχήν του και ετάρασσε τον ύπνον του. Καθ' εκάστην επαισθητώς ωχρία και έφθινε — διά να είπω μίαν παρομοίωσιν πρωτότυπον — ως μήλον, του οποίου την σάρκα κατατρώγει ο εντός κεκρυμμένος σκώληξ.

Ο ηγεμών είχεν αναγνώσει εν των ποιητικών βιβλίων, τα οποία μετ' αγάπης εμελέτα, ότι η ευτυχία είνε αγαθόν ανέφικτον και ότι ουδείς εν τω κόσμω δύναται ν' αποκληθή ευτυχής.

 — Πώς! έλεγε καθ' εαυτόν, εγώ τον οποίον φθονούν όλοι, εγώ όστις είμαι ο κύριος όλων των επί γης αγαθών, δεν είμαι λοιπόν ευτυχής; Αλλά τι είνε λοιπόν η ευτυχία; Θέλω ν' αποκτήσω αυτό το ανέφικτον αγαθόν, όπως το αποκαλεί ο ποιητής.

Τοιαύτη ήτο η αφορμή της μελαγχολίας του ηγεμόνος. Ο Βεζύρης, ήτοι ο υπουργός του, άνθρωπος έξυπνος και φρόνιμος — διότι κατ' εκείνην την εποχήν οι υπουργοί ήσαν άνθρωποι έξυπνοι και φρόνιμοι — παρετήρησεν ότι ο κύριός του έφθινεν από ημέρας εις ημέραν, εννόησεν ότι έκτακτόν τι συνέβαινεν εν τη ψυχή του και ηθέλησε να μάθη παρ' αυτού το αίτιον.

 — Αρχηγέ των πιστών, του είπε, διατί η μορφή σου μαραίνεται ως φύλλον ρόδου, επί του οποίου διήλθε κοχλίας και κατέλιπε τον αγενή σίελόν του;

Ο ηγεμών του διηγήθη ειλικρινώς την αιτίαν της θλίψεώς του.

Ο υπουργός ήτο ανήρ επιτήδειος — διότι τότε ήσαν επιτήδειοι οι υπουργοί, ενώ σήμερον είνε επιτήδειοι οι περί τους υπουργούς — και εσκέφθη ότι ο ηγεμών είχεν ανάγκην εκτάκτων διασκεδάσεων διά να του παρέλθη η μελαγχολία. Εσυλλογίσθη λοιπόν και κατόπιν υπέβαλεν εις αυτόν διαφόρους προτάσεις.

 — Επιθυμείς, ω μέγιστε Καλίφη, να διατάξω τους ιερακοτρόφους να προετοιμασθούν, διά να εξέλθωμεν αύριον εις θήραν;

 — Φευ! οι ιέρακες δύνανται να συλλάβουν την λείαν των, αλλ' η ψυχή μου δεν θα αποκτήση την εκπλήρωσιν της επιθυμίας της.

 — Ενδοξότατε Καλίφη, εξηκολούθησεν ο Βεζύρης με πονηρόν μειδίαμα, έφεραν εις τον γυναικωνίτην μου μίαν δούλην εξ Αιγύπτου εξαισίας καλλονής· επιθυμείς να την ίδης;

 — Οίμοι! απήντησε θρηνωδώς ο Καλίφης, είς ποιητής λέγει ότι ο πεινών τρώγει και βαλάνους, αλλά διά τον κεκορεσμένον και το παρασκευαζόμενον εις τον παράδεισον των πιστών πιλάφι προκαλεί αηδίαν!

Ο Βεζύρης εξήλθεν αθυμών διά την κατάστασιν του πνεύματος του ηγεμόνος. Εσκέφθη να επινοήση μέσον τι διά να του καταπραΰνη την θλίψιν και αποδιώξη την μελαγχολίαν του και μετά δύο ημέρας ενεφανίσθη πάλιν ενώπιόν του.

Αλλά κατά το διάστημα τούτο η μελαγχολία του ηγεμόνος είχεν επιταθή, τα νεύρα του είχον εξεγερθή. Ήτο ανήσυχος, ηρεθισμένος, και τον υπεδέχθη κατηφής και βλοσυρός.

 — Έχεις τίποτε να μου προτείνης; τον ηρώτησεν.

 — Αρχηγέ των πιστών, εσκέφθην μίαν λαμπράν διασκέδασιν.

 — Δηλαδή;

 — Να διατάξωμεν τον ανασκολοπισμόν των διακοσίων αιχμαλώτων, τους οποίους συνελάβομεν κατά τον τελευταίον πόλεμον.

 — Καλά, είπεν ο μονάρχης, αλλ' υπό τον όρον να υποστής και συ διακοσιοστός πρώτος τον ανασκολοπισμόν, εάν δεν μου παρέλθη η μελαγχολία.

Ο Βεζύρης εφρικίασε.

 — Τότε, είπε δειλώς να προσκαλέσωμεν όλους τους ποιητάς τους ευρισκομένους εις το απέραντον κράτος σου και να ιδρύσωμεν ποιητικόν διαγωνισμόν.

 — Τους ποιητάς! ανέκραξεν εξαγριούμενος ο Καλίφης, αλλ' αυτοί μ' έφεραν εις αυτήν την κατάστασιν με τα ρητά των!

Και οι οφθαλμοί του εσπινθηροβόλησαν εξ οργής.

 — Δεν εσκέφθης άλλο τίποτε να μου προτείνης; εξηκολούθησεν οργίλως ερωτών ο Καλίφης.

 — Όχι, ισχυρότατε Καλίφη, απήντησε τρέμων ο Βεζύρης.

Ο ηγεμών ήρπασε παρακείμενον σκεύος και το έρριψε κατά της κεφαλής του. Έπειτα αταράχως χωρίς να στρέψη το βλέμμα, ηρώτησε:

 — Ποίον από τα δύο έσπασε;

 — Το σκεύος, ενδοξότατε, απήντησεν ο Βεζύρης, συνάζων τα συντρίμματα αυτού.

Την εποχήν εκείνην οι υπουργοί είχον δυνατόν κεφάλι.

 — Πάρε το να το διορθώσης, είπεν ο Καλίφης, και να μη παρουσιασθής πλέον ενώπιόν μου, αν δεν μου υποδείξης κανέν ασφαλές μέσον περί της θεραπείας μου.

Ο Βεζύρης εξήλθεν αλγών την κεφαλήν. Κατ' αρχάς υπό το κράτος της οργής και του πόνου ασκέφθη μνησικακών να αφήση τον ηγεμόνα του έρμαιον της θλίψεως και της απογνώσεώς του, διά ν' αποθάνη θάττον ή βράδιον εκ μαρασμού. Αλλά κατόπιν εσυλλογίσθη ότι ο διάδοχος, εις τον οποίον θα περιήρχετο το στέμμα, ήτο θανάσιμος προσωπικός του εχθρός, και επείσθη ότι προτιμότερον ήτο να φέρη επί του τραχήλου του την κεφαλήν έστω και διερρηγμένην, παρά να μη φέρη διόλου.

Συνεκάλεσε λοιπόν συμβούλιον εκ των εξοχωτέρων σοφών, εκ των μάλλον διακεκριμένων πολιτών, εκ πάντων των επί πείρα και συνέσει διαπρεπόντων και καθυπέβαλεν εις αυτούς τα περί της ψυχικής καταστάσεως του Καλίφου, προσκαλών να συσκεφθούν και να εξεύρουν μέσον θεραπείας. Διάφοροι γνώμαι εξηνέχθησαν, αλλ' εν τη συζητήσει πάσαι εθεωρήθησαν φρούδαι και αλυσιτελείς. Η συνέλευσις ηπόρει, ότε αίφνης ανηγγέλθη εις αυτήν ότι Δερβίσης χαίρων φήμην αγίου και σοφωτάτου ανδρός, ελθών κατ' εκείνην την ημέραν εκ Κανδαχάρ, μακράν και πολυήμερον διανύσας πορείαν, και μαθών την γενομένην σύσκεψιν, εζήτησε την άδειαν να προσέλθη όπως υποβάλη και αυτός την γνώμην του.

Η αίτησις εγένετο παραχρήμα δεκτή και ο ανυπόδητος Δερβίσης προσελθών είπε προς την ομήγυριν:

 — Φωστήρες του Βαγδατίου, ταμεία πάσης σοφίας, αστέρες του στερεώματος της φρονήσεως, ακούσατε και την ταπεινήν μου γνώμην. Διά να γίνη ευτυχής ο πανένδοξος ημών ηγεμών, όπως επιθυμεί, έν μόνον μέσον υπάρχει, να φορέση το υποκάμισον ενός ευτυχούς ανθρώπου και να κοιμηθή μίαν νύκτα φέρων αυτό.

Και ταύτα ειπών απήλθεν. Η παράδοξος πρότασις ενεποίησεν εντύπωσιν εις την ομήγυριν, αλλ' η φήμη της αγιότητος και της σοφίας του Δερβίση ήτο μεγάλη· άλλως τε καμμία άλλη γνώμη δεν επεκράτει και η ομήγυρις την παρεδέχθη εξ ανάγκης.

Ο Βεζύρης περιχαρής ανεκοίνωσε το αποτέλεσμα εις τον Καλίφην, όστις διέταξεν αυτόν αμέσως να εξετάση τίνες ήσαν οι ευδαιμονέστατοι κατά την κοινήν πεποίθησιν των κατοίκων του Βαγδατίου και να προσκαλέση αυτούς.

Αμ' έπος άμ' έργον· διά κήρυκος ανηγγέλθη εις τον λαόν της πρωτευούσης η θέλησις του ηγεμόνος, να προσέλθουν όσοι νομίζουν εαυτούς ευτυχείς· αλλά κανείς δεν παρουσιάσθη αυθόρμητος. Εδέησε να γίνουν έρευναι, νέαι εξετάσεις, και υπεδείχθησαν εις τον Βεζύρην τρεις άνθρωποι, οίτινες παρά πάντων εθεωρούντο ευδαιμονέστατοι.

Ο πρώτος ήτο ο πλουσιώτατος των εμπόρων της πόλεως.

Ουδέποτε είχεν αποτύχει εις τας επιχειρήσεις του· συνοδίαι καμήλων μετέφερον εις τα πέρατα της Ασίας τα πλούσια εμπορεύματά του και επέστρεφον με φορτίον χρυσίου. Έζη μεγαλοπρεπέστατα δαψιλώς διατρέφων εις τον οίκον του οικείους και ξένους και ποιούμενος εν γένει αρίστην και φιλάνθρωπον χρήσιν του πλούτου.

Ο Βεζύρης τον προσεκάλεσε και του ανήγγειλε την επιθυμίαν του Καλίφου.

 — Ω κραταιέ Βεζύρη, απήντησεν ο έμπορος, μη κρίνης ποτέ εκ του εξωτερικού τον ευτυχή άνθρωπον. Ιδέ! . . .
 
Και γυμνώσας τον πόδα του έδειξε πληγήν αιμάσσουσαν, έλκος βδελυρόν, αποτρόπαιον την θέαν.

 — Θα έδιδα όλον μου τον πλούτον και ακόμη όσον θα εσύναζα μέχρι τέλους της ζωής μου, εξηκολούθησε στενάζων ο έμπορος, αν ηδυνάμην να θεραπεύσω την πληγήν ταύτην, η οποία είνε ανίατος.

Ο Βεζύρης τον απέπεμψε και προσεκάλεσε τον δεύτερον.

Ήτο ούτος σοφός τις πρεσβύτης, ζων εν ερημία και μονώσει και καταγινόμενος ανενδότως εις την μελέτην των αποκρύφων επιστημών εν τω μέσω χοανών, φιαλών, πυραύνων [71] , χειρογράφων και των τοιούτων.

 — Θα ήμην τωόντι ευτυχής, απήντησεν ο πρεσβύτης, αν κατώρθουν ν' ανεύρω εκείνο, το οποίον ζητώ.

 — Και τι ζητείς; ηρώτησεν ο Βεζύρης.

 — Την φιλοσοφικήν λίθον. Έτη πολλά εργάζομαι αδιαλείπτως προς τούτο· παρήτησα πάσαν χαράν και απόλαυσιν του βίου, απεχωρίσθην των ομοίων μου, κατέκαυσα μυριάκις τας χείρας μου, εδαπάνησα όλην μου την περιουσίαν εις πειράματα και δεν ήλθα εις εξαγόμενον κανέν. Ενώ νομίζω, καθ' εκάστην ότι φθάνω εις το επιθυμητόν τέρμα, η επιτυχία εκφεύγει των χειρών μου. Βλέπεις αυτό; είπε δεικνύων φιαλίδιον το οποίον εξήγαγεν εκ του κόλπου του, είνε δραστικώτατον δηλητήριον, το οποίον ιδίαις χερσί κατεσκεύασα. Ολίγαι δοκιμαί μου απομένουν ακόμη· αν και εις αυτάς αποτύχω, αυτό θα μου δώση την ανάπαυσιν.

Ο Βεζύρης απέπεμψε και τον αλχημιστήν και προσεκάλεσε τον τρίτον σιδηρουργόν πλήρη ασβόλης, όστις είχε προσδράμει εις την πρόσκλησιν απορών διά την τιμήν και ελπίζων μήπως, ήθελον να τον επιφορτίσουν με επικερδή εργασίαν, διό και παρουσιάσθη με όψιν φαιδράν.

 — Έμαθον, του είπεν ο Βεζύρης, ότι είσαι ευτυχισμένος άνθρωπος. Εις διάστημα έξ ετών, αφότου ενυμφεύθης, απέκτησες δώδεκα τέκνα άρρενα, διότι η γυνή σου έτικτε κατ' έτος δίδυμα. Είνε χάρις την οποίαν σπανίως χορηγεί ο ουρανός. Τι λέγεις; . . .
 
Ο σιδηρουργός εσκυθρώπασε και με γέλωτα πικρόν απήντησεν:

 — Ευτυχισμένος εγώ! Ω Υψηλότατε, δεν γνωρίζεις τα βάσανά μου· είνε αληθές ότι ενόμιζον τον εαυτόν μου ευδαίμονα και εθεώρουν εξαιρετικήν χάριν την κατ' έτος αύξησιν της οικογενείας μου κατά δύο μέλη. Ήμην υπερήφανος διά την γονιμότητα της συζύγου μου· ειργαζόμην με διπλασίαν ζέσιν και τα κέρδη μου επήρκουν αφθόνως προς διατροφήν των τέκνων μου, και όταν ακόμη ταύτα έγιναν από δύο τέσσαρα και από τέσσαρα έξ. Αλλ' όταν τα έξ έγιναν οκτώ και τα οκτώ δέκα, τότε η στενοχώρια ήρχισε να με βασανίζη, εγένετο δε ανυπόφορος ότε διά του τελευταίου τοκετού συνεπληρώθη η δωδεκάς. Τα καθ' ημέραν κέρδη μου δεν επαρκούν πλέον προς διατροφήν των δώδεκα γόνων μου. Όταν την εσπέραν επανέρχωμαι κατάκοπος, με τους βραχίονας κεκμηκότας εκ της σφύρας, με την όψιν πυρακτωμένην εκ της καμίνου, η καρδία μου συντρίβεται, διότι ο άρτος τον οποίον φέρω δεν θεραπεύει την όρεξιν των τέκνων μου. Υψηλότατε, άκουσόν με! Αν η σύζυγός μου εξακολουθήση την μέθοδον να με προικίζη κατ' έτος με νέον ζεύγος τέκνων, αι δυνάμεις μου δεν θ' ανθέξουν πλέον και οι ιχθύες του Τίγρητος θα κορέσουν την πείναν των με τας σάρκας μου.

Αγανακτών ο Βεζύρης διά την αποτυχίαν απέπεμψε και τον σιδηρουργόν, αφού οικτίρας εφιλοδώρησεν αυτόν. Ήτο δυνατόν εις την πολυάνθρωπον πόλιν του Βαγδατίου να μη ευρίσκεται είς και μόνος άνθρωπος ευτυχής; Και όμως εγνώριζεν εκ πείρας ότι τούτο ήτο η αλήθεια! Το κράτος όμως του Καλίφου δεν εξετείνετο μόνον επί του Βαγδατίου· υπήρχον ακόμη χώραι πολλαί, πόλεις μεγάλαι και πλούσιαι υποτασσόμεναι υπό το σκήπτρον του αρχηγού των πιστών. Απεφάσισε λοιπόν να πέμψη απεσταλμένους να περιέλθουν πάσας τας χώρας και πόλεις του κράτους και όπου αν εύρουν ένα άνθρωπον ευτυχή να λάβουν το υποκάμισόν του και να το φέρουν έν τάχει εις την πρωτεύουσαν.

Οι απεσταλμένοι εφοδιασθέντες με συστατικά γράμματα προς τους διοικητάς εξεκίνησαν εκ της πρωτευούσης και μετά τινας ημέρας έφθασαν εις Δαμασκόν, όπου ανεκοίνωσαν εις τον διοικητήν τον σκοπόν της ελεύσεώς των.

 — Ένα μόνον άνθρωπον γνωρίζω ευτυχή, απήντησεν ο διοικητής, και ούτος είνε ο Αμπτούλ. Ο πατήρ του τού αφήκε μικράν οικίαν ως μόνην κληρονομίαν, και αυτός ηναγκάζετο να εργάζεται ως αχθοφόρος διά να κερδίζη τα προς το ζην. Μίαν ημέραν επισκευάζων την οικίαν του εύρε θησαυρόν. Έκτοτε εγκατέλιπε το βάναυσον έργον του και θεωρείται είς των πλουσιωτάτων κατοίκων της πόλεώς μας.

Οι απεσταλμένοι επορεύθησαν προς επίσκεψιν του Αμπτούλ, όστις τους εδέχθη εντός θαλάμου τόσον πενιχρού, φέρων ενδύματα τόσον τετριμμένα και μέχρι ρυπαρίας ακάθαρτα, ώστε κατ' αρχάς ενόμισαν ότι ηπατήθησαν και ότι ο ενώπιόν των ευρισκόμενος δεν ήτο ο ευτυχής ευρέτης του θησαυρού. Αλλ' ούτος τους εξήγαγε της πλάνης μετ' ολίγον.

 — Βέβαια εκπλήττεσθε, είπε, διά το πενιχρόν της κατοικίας και των ενδυμάτων μου, και αμφιβάλλετε αν πράγματι είμαι εγώ ο Αμπτούλ, περί του οποίου σας ωμίλησαν, ο κάτοχος του θησαυρού, τον οποίον μου έπεμψεν ο ουρανός. Κατηραμένη να είνε η ώρα, κατά την οποίαν ανεκάλυπτα τον θησαυρόν εκείνον, όστις υπήρξεν η αιτία της δυστυχίας μου. Αληθώς ευτυχής ήμην πριν εύρω αυτόν! Πού είσθε τώρα, ευδαίμονες και φαιδραί ημέραι, κατά τας οποίας κερδίζων τον άρτον διά του ιδρώτος μου έζων αμέριμνος και εκοιμώμην γαλήνιος; Τώρα φοβούμαι και την σκιάν μου. Ο ύπνος δεν κατέρχεται να κλείση τα βλέφαρά μου, διότι φοβούμαι μη με ληστεύσουν. Η οκνηρία κατέλαβε την ψυχήν μου, και εκ φόβου μη αναγκασθώ πάλιν να αναλάβω το κοπιώδες έργον μου, αν ο θησαυρός μου εξαντληθή, δεν τολμώ να τον εγγίσω και προτιμώ να υποφέρω στενοχωρίας φρικτάς μάλλον παρά ν' αρχίσω να εξοδεύω γενναίως. Είμαι δυστυχής άνθρωπος· οικτίρατέ με!

Οι απεσταλμένοι αφήσαντες τον φιλάργυρον γοερώς έτι παραπονούμενον ανεχώρησαν και μετέβησαν εις άλλην πόλιν, της οποίας ο διοικητής, εις άκρον φιλήδονος, ανέκραξε μαθών το αίτιον της περιοδείας των:

 — Και τίνος εις τον κόσμον η ευτυχία δύναται να συγκριθή με την ευτυχίαν του Ομάρ, όστις προ τριών ημερών ενυμφεύθη τον μαργαρίτην της Ασίας, το ρόδον το εύοσμον της χάριτος, την βασίλισσαν της καλλονής, την ωραία Φατμέ;

Αλλ' ο ευτυχής νυμφίος Ομάρ δεν ήτο σύμφωνος ως προς την διθυραμβικήν ταύτην εκτίμησιν της χαριτοβρύτου συζύγου του. Ηναγκάσθη να ομολογήση προς τους απεσταλμένους ότι ο μαργαρίτης, το ρόδον, η βασιλίς ήτο δύστροπος γυνή και αλαζών και, όπερ χείρον, μη διατηρήσασα ακηλίδωτον το παρελθόν της. Η τελευταία ιδιότης της συζύγου του περιήλθεν εις γνώσιν του μετά τον γάμον, αλλά δεν ηδύνατο να διαλύση το συνοικέσιον, διότι σπαταλήσας αυτός την ιδικήν του περιουσίαν εδέησε να πληρώση εκ της προικός τους αγρίους δανειστάς του. Ο Ομάρ ήτο μία μονάς απλουστάτη εν τω απεράντω μαρτυρολογίω των συζύγων και ουδέν πλέον.

Εν άλλη τινί πόλει των θνητών ευτυχέστατος εθεωρείτο ο Γεζίδ. Φαιδρότερος ανήρ αυτού δεν υπήρχεν εις την οικουμένην· αλλεπάλληλα ήσαν τα συμπόσια εν τη οικία του· χοροί και άσματα ακαταπαύστως αντήχουν εντός αυτής, μίμοι παράσιτοι, ορχηστρίδες έζων αυτόθι διαρκώς, και ο ευδαίμων οικοδεσπότης ουδέποτε εθεάθη θρηνών ή μελαγχολών, εξοδεύων αφειδώς τα πλούτη, το οποία κατέλιπεν εις αυτόν άτεκνός τις θείος του.

Τω όντι, ότε επλησίασαν εις την κατοικίαν του Γεζίδ, άκουσαν βοήν οργάνων και ηχηρών γελώτων. Τράπεζα με πολυποίκιλα εδέσματα ήτο εστρωμένη εις το μέσον της στοάς· πολυπληθείς οικέται περιήρχοντο κομίζοντες επί παροψίδων γλυκύσματα εκλεκτά και αναψυκτικά ποτά. Ο ευδαίμων Γεζίδ εν τω μέσω ευθύμου ομίλου φίλων υπεδέχθη τους απεσταλμένους πάνυ αβροφρόνως και εγκαρδίως, τους ηνάγκασε να καθίσουν εις την τράπεζάν του και να ευθυμήσουν επί πολλάς ώρας. Τόση δε ήτο του οικοδεσπότου η άδολος γαλήνη και η φαιδρότης, ώστε οι απεσταλμένοι μετά χαράς επίστευσαν ότι έφθασαν εις το τέρμα της οδοιπορίας των, και ότι εύρον τον ανεύρετον φοίνικα, ένα άνθρωπον δηλαδή αληθώς ευτυχή. Αλλ' οποία υπήρξεν η έκπληξίς των, ότε μετά το γεύμα ο οικοδεσπότης προσεκάλεσεν αυτούς εις ιδιαίτερον θάλαμον και εκεί τους εξεμυστηρεύθη την αλήθειαν, διά να μη φανή, ως έλεγεν, απειθών εις την πρόσκλησιν του κραταιοτάτου Καλίφου! Ο θείος του πλούσιος, αλλά κακότροπος και μισάνθρωπος, διανύσας βίον άστοργον και έρημον, έσχε κατά την στιγμήν του θανάτου του την σκληράν ιδιοτροπίαν να καταλίπη μεν εις αυτόν την περιουσίαν του, αλλ' υπό τον ρητόν όρον να είνε πάντοτε φαιδρός και να ευθυμή αδιακόπως. Αν μίαν ημέραν ήθελε φανή δακρύων, δύσθυμος απλώς έστω, η περιουσία θα περιήρχετο εις άλλους συγγενείς. Ένεκα τούτου διαρκής κατασκοπεία ενηργείτο υπό των συγγενών, οι οποίοι είχον αδιαλείπτως τα όμματα προσηλωμένα επί της μορφής του, καραδοκούντες να ίδουν το μειδίαμα εξαλειφόμενον εκ των χειλέων του και τους οφθαλμούς του υγραινομένους εκ της λύπης.

 — Είνε αγών υπεράνθρωπος, εξηκολούθησε λέγων ο Γεζίδ. Πολλάκις, ενώ αιμάσσουν τα σπλάγχνα μου, είμαι ηναγκασμένος να φέρω εις την μορφήν μου το προσωπείον της χαράς· ενώ με τυραννούν απερίγραπτοι ψυχικοί αλγηδόνες, το στόμα μου είνε ηναγκασμένον να φέρη τον μορφασμόν του μειδιάματος. Η λύπη, την οποίαν μου είνε απηγορευμένον να εκδηλώσω, κρύπτεται εις τα βάθη της καρδίας και υποσκάπτει τον βίον μου· η παρηγορία των δακρύων μου είνε αποκλεισμένη. Οικτίρατέ με, αυθένται! είμαι το αθλιώτατον των επί γης πλασμάτων!

Πλήρεις απογοητεύσεως απήλθον οι απεσταλμένοι, πεισθέντες πλέον περί της ολοσχερούς αποτυχίας της αποστολής των. Ουχ ήττον περιήλθον πολλάς έτι πόλεις και κώμας ματαίως αναζητούντες τον ανύπαρκτον ευτυχή άνθρωπον. Οι υποδεικνυόμενοι ως ευτυχείς ήσαν απεναντίας δυστυχέστατοι. Θλίψις τις απόκρυφος, οδύνη βαθεία, απάτη πικρά, πόθος ανεκπλήρωτος, μη προκύπτοντα εις τα όμματα του πλήθους, υπεκρύπτοντο υπό πάσαν επιφάνειαν ευτυχίας. Ο ένδοξος και τροπαιούχος πολεμιστής είχεν υιόν λεπρόν. Ο πολυμαθής φιλόσοφος ωδύρετο διότι το έργον των πολυετών του κόπων, η ακριβής απαρίθμησις των αστέρων του ουρανού, κατεστράφη υπό των ποντικών. Ο πλούσιος κτηματίας και γεωπόνος είχε σύζυγον στείραν, ο δε έξοχος ιατρός έπασχεν εκ τοιαύτης κωφώσεως, ώστε πολλούς πελάτας του έπεμψεν εις την αιωνιότητα, διότι, άλλ' αντ' άλλων ακούσας, διώρισεν αντίθετα φάρμακα.

Ουδείς ήτο ευχαριστημένος κατά πάντα· ουδείς ήτο ευτυχής. Οι απεσταλμένοι επέστρεφον αθυμούντες και κατά την επιστροφήν διενυκτέρευσαν είς τινα κώμην, εκ της οποίας δεν είχον πρότερον διέλθει. Ο φιλοξενήσας αυτούς προεστώς του χωρίου κατά το γεύμα τοις είπεν:

 — Αυθένται, έχομεν ημείς εδώ ένα άνθρωπον, όστις όχι μόνον φαίνεται αλλ' είνε και πράγματι ευτυχής.

 — Ποίος είν' αυτός; ανέκραξαν περιχαρείς οι απεσταλμένοι.

 — Είς επαίτης! . . .

Οι απεσταλμένοι εσκυθρώπασαν. Αφού οι ισχυρότατοι, οι πλουσιώτατοι, οι σοφώτατοι, οι φαιδρότατοι των υπηκόων του Καλίφου δεν ήσαν ευτυχείς, ήτο δυνατόν να είνε τοιούτος είς άθλιος επαίτης, αποζών εκ του ελέους των άλλων; . .

Ουχ ήττον επορεύθησαν την άλλην ημέραν και εύρον τον επαίτην καθήμενον παρά την οδόν χαμαί, ερείδοντα [72] τα νώτα επί παλαιού τοίχου. Ήτο ρακένδυτος, εκράτει εις χείρας βακτηρίαν και παρά τους πόδας του εκείτο εξηπλωμένος ο κύων του. Μόλις τους είδεν ο επαίτης έτεινε την χείρα ζητών έλεος και προφέρων τας συνήθεις ευχάς και επικλήσεις. Το πρόσωπόν του δεν έφερεν ίχνη αλγηδόνος τινός· ήτο γέρων, αλλ' είχεν όψιν θαλεράν, μη φέρουσαν τον τύπον εκείνον, τον οποίον καταλείπουν συνήθως αι στερήσεις και αι συμφοραί. Ενθαρρυνθέντες εκ του εξωτερικού τούτου οι απεσταλμένοι επλησίασαν και συνήψαν μετ' αυτού ομιλίαν.

 — Είσαι ευχαριστημένος από την ζωήν σου; τον ηρώτησαν.

 — Ναι, αυθένται, ευχαριστημένος κατά πάντα.

 — Και με τι μέσα ζης;

 — Με τα ελέη των πιστών.

 — Και σε αρκούν;

 — Με αρκούν.

 — Αλλ' αν καμμίαν ημέραν δεν κερδίσης τίποτε;

 — Επιφυλάσσομαι να γευθώ με διπλασίαν όρεξιν την επαύριον.

 — Έχεις κανένα σύντροφον;

 — Έχω αυτόν τον σκύλον, όστις είνε ο πιστότατος των συντρόφων.

 — Και δεν έχεις κανένα πόθον, καμμίαν ελπίδα, της οποίας να επιθυμής την πραγματοποίησιν;

 — Τίποτε.

 — Είσαι λοιπόν ευτυχής άνθρωπος;

 — Ευτυχέστατος.

Οι απεσταλμένοι ηυχαρίστησαν μεγαλοφώνως τον Προφήτην και εζήτησαν παρά του επαίτου το υποκάμισόν του. Ούτος ησχύνθη, αλλά πεισθείς εκ της παραινέσεως του προεστώτος μάλλον ή εκ του χρυσίου, το οποίον προσέφερον εις αυτόν οι απεσταλμένοι, εξεδύθη και το έδωκεν. Οι απεσταλμένοι έθηκαν το ρυπαρόν ιμάτιον εντός πολυτελούς χρυσής θήκης και αυθωρεί ανεχώρησαν εις Βαγδάτην. Ο Βεζύρης, όστις ανυπομόνος τους ανέμενεν, εδέχθη αυτούς μετ' αγαλλιάσεως και εκόμισεν αυτοπροσώπως εις τον μονάρχην του το πολύτιμον εύρημα. Ο ηγεμών, όστις εν τω μεταξύ είχε καταντήσει ως φάσμα εκ της ανησυχίας, ηυχαρίστησεν αυτόν διά τον ζήλον του και την εσπέραν ενεδύθη μετά τινος αποστροφής το υποκάμισον του επαίτου και κατεκλίθη.

Τι συνέβη άραγε; Η προσδοκία και η συγκίνησις ημπόδισαν τον Καλίφην να κοιμηθή ή μήπως αι πτυχαί του χιτώνος του επαίτου έκρυπτον κόσμον δυσώνυμον ζωυφίων, άτινα εύρον την ανέλπιστον ηδονήν να εντρυφήσουν εις τας αβράς σάρκας του μαλθακού ηγεμόνος; Οι χρονογράφοι δεν αναφέρουν τίποτε περί τούτου, αν και η δευτέρα εικασία φαίνεται πιθανωτέρα. Το βέβαιον είνε ότι ο Καλίφης έμεινεν άγρυπνος όλην εκείνην την νύκτα, και ότε την πρωίαν ο Βεζύρης, από του όρθρου αναμένων την έγερσίν του, τον ηρώτησεν ανυπομόνως τι ήτο η ευτυχία, ο Καλίφης κάτωχρος, με οφθαλμούς ερυθρούς και οιδαλέους [73] απήντησε δυσθύμως:

 — Η ευτυχία είνε φαγούρα.

Και εκβαλών ευθύς τον χιτώνα μετέβη εις το λουτρόν.

Έκτοτε απεφάσισε να εγκαρτερήση εν τη ατυχία του και να μη επιδιώξη πλέον να κατακτήση την ευτυχίαν. Ο ατυχής ούτος ηγεμών έζησεν απολαύων όλων των επί γης αγαθών μέχρι του ενενηκοστού ογδόου έτους της ηλικίας του. Ο επίδοξος διάδοχος, εις μάτην αναμένων τον θρόνον, απεβίωσε προ αυτού, και ο βεζύρης απεβίωσεν έν έτος μετά τον θάνατον του διαδόχου, χαίρων διότι έφερε την κεφαλήν και το σώμα συνηνωμένα εις τον τάφον του.

* *
*

Και το επιμύθιον;

Επιμύθιον δεν υπάρχει· αλλ' επειδή, κατά την συνήθειαν, πρέπει να θέσω έν, εκλέγω ως τοιούτο την γενικήν σημερινήν ευχήν:

Εύχομαι υγείαν και ευτυχίαν προς τους αναγνώστας, αλλά, εννοείται, υγείαν άνευ οδονταλγίας και ευτυχίαν άνευ φαγούρας.


διακοσμητικό

Ο ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
(Υποτιθεμένη αγόρευσις ενώπιον του Δικαστηρίου της Κοινής Γνώμης)


Κύριοι·

Αναλαμβάνω θαρραλέως και αυτοβούλως ενώπιον του υμετέρου δικαστηρίου την υπεράσπισιν ανδρός κατηγορηθέντος προ εικοσιτριών αιώνων. Το χρονικόν τούτο διάστημα ας μη σας πτοήση· πρόκειται περί δίκης ελληνικής, δισχίλια δε και τριακόσια έτη είνε διάστημα μηδαμινόν απέναντι της αιωνιότητος και των ελληνικών δικαστηρίων.

Του πελάτου μου δυστυχώς δεν γνωρίζω το όνομα. Αλλά και τούτο δεν είνε εκπληκτικόν. Η ιστορία υπήρξεν ανέκαθεν άδικος και, ενώ περιέλαβεν εις το απέραντον αυτής πάνθεον ονόματα ασήμων και διά την ανθρωπότητα όλως αδιαφόρων υποκειμένων, παρέλειψε μεροληπτικώς ή επιπολαίως άλλα, ανθρώπων οι οποίοι έπρεπε να μένωσιν ονομαστί γνωστοί εις αιώνα τον άπαντα. Όλοι, επί παραδείγματι, γνωρίζουν τον δόκτωρα Γκιλλοτίνον ως εφευρέτην της λαιμητόμου, ενώ πραγματικώς ο φιλάνθρωπος ιατρός δεν ευθύνεται διόλου διά την εφεύρεσιν της ανθρωποκτόνου μηχανής, ουδείς δε εξ όσων ηρώτησα ηδυνήθη να μου είπη το όνομα του εφευρόντος τα μακαρόνια. Η ιστορία ηυδόκησε να διασώση το όνομα του παράφρονος Θρασύλλου, ο οποίος κατερχόμενος εις Πειραιά εμέτρει ως ιδικά του τα καταπλέοντα πλοία, απηξίωσε δε ν' αναφέρη πώς εκαλείτο ο αγαθός εκείνος και συνετός χωρικός, ο μετά των άλλων εξοστρακίσας τον Αριστείδην.

Ούτος είνε, κύριοι, ο πελάτης μου. Η ιστορία προ τόσων ετών τώρα τον κρατεί εις τον κύφωνα [74] της χλεύης και του ονείδους, δεν υπάρχει δε μαθητάριον παρερχόμενον περιδεές προ των ακανθωδών δι' αυτό περιόδων των «Παραλλήλων Βίων» και μη ρίπτον εναντίον του, τη ηθική εισηγήσει του διδασκάλου, την αράν του αναθέματος. Και ουδείς υπάρχει μέχρι τούδε ο σκεφθείς ότι ο άνθρωπος αυτός ο απεχθής και κατάρατος ίσως είνε άξιος κρείττονος εκτιμήσεως.

Το κατηγορητήριον αποτελείται από το γνωστόν ανέκδοτον το αναφερόμενον υπό του Πλουτάρχου εν τω βίω του Αριστείδου: «Γραφομένων ουν τότε των οστράκων, λέγεταί τινα των αγραμμάτων και παντελώς αγροίκων, αναδόντα τω Αριστείδη το όστρακον, ως ενί των τυχόντων, παρακαλείν όπως Αριστείδην εγγράψη· του δε θαυμάσαντος και πυθομένου μη τι κακόν αυτώ Αριστείδης πεποίηκεν ουδέν, είπεν ουδέ γινώσκω τον άνθρωπον, αλλ' ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων. Ταύτ' ακούσαντα τον Αριστείδην αποκρίνασθαι μεν ουδέν, εγγράψαι δε τούνομα τω οστράκω και αποδούναι». [75]

Αύτη είνε η πράξις του ανωνύμου κατηγορουμένου, ευαρεστήθητε δε, κύριοι, όπως αναλύσωμεν και εξετάσωμεν αυτήν ομού εν πνεύματι απαθείας και αμεροληψίας. Αλλ' όπως εκτιμήσωμεν αυτήν καλώς και της αποδώσωμεν τον πρέποντα χαρακτηρισμόν, οφείλομεν να εξετάσωμεν πρότερον την διαγωγήν του παθόντος. Δεν προτίθεμαι να εκθέσω ενταύθα τον πασίγνωστον βίον του Αριστείδου, επικαλούμαι όμως την υμετέραν προσοχήν επί τινων περιστατικών. Δύο μερίδες διηγωνίζοντο τότε εν Αθήναις, διαφιλονεικούσαι την αρχήν, ηγούντο δε αυτών ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης. Οι δύο ούτοι άνδρες ήσαν εκ παιδικής ηλικίας φίλοι, αλλ' έπειτα ερίσαντες και χωρισθέντες ετράπησαν ιδίαν έκαστος οδόν. Η αφορμή της έριδος ταύτης δεν είνε γνωστή εις πολλούς, διότι πολλοί μανθάνουν τα κατά τον Αριστείδην από το κείμενον του Πλουτάρχου το περιεχόμενον εις τας Χρηστομαθείας, αι οποίαι συντασσόμεναι ad usun Delphini, πολλά παραλείπουν τα σκολιά [76] και εις την ηθικήν μόρφωσιν των μαθητών αντικείμενα. Όστις όμως θέλει να ίδη αυτήν εν εκτάσει, ας ανατρέξη εις το β' εδάφιον του βίου του Αριστείδου και εις το γ' του βίου του Θεμιστοκλέους εν οιαδήποτε αρτία εκδόσει των Παραλλήλων, ένθα αναφέρεται η μαρτυρία του Χίου ή Κείου Αρίστωνος και το μέρος το οποίον διεδραμάτισε κατά την έριδα το μειράκιον [77] Στησίλεως, «ός ην γένει Κείος, ιδέα τε και μορφή σώματος πολύ των εν ώρα λαμπρότατος». Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ότι ο υιός του Λυσιμάχου, ο θεωρούμενος ως υπογραμμός της ηθικής και της αρετής, ήτο επιρρεπής εις μερικάς έξεις, αι οποίαι, όσον και αν δικαιολογούνται από τα ήθη της εποχής, πάντοτε καταλείπουν στίγμα δυσεξίτηλον, εις πάντα μεν εν γένει, αλλά περισσότερον εις τον αξιούντα να προΐσταται και να ηγήται των άλλων. Αλλ' έστω, αφήνομεν και τούτο κατά μέρος, επειδή πιθανόν να εγερθή ο ισχυρισμός ότι η ιστορική μαρτυρία του Αρίστωνος δεν έχει μέγα κύρος· ας ίδωμεν τα περαιτέρω.

Ο Θεμιστοκλής, μάλλον ευφυής, μάλλον πανούργος, μάλλον επιτήδειος, Έλλην νεώτερος σχεδόν κατά τον χαρακτήρα, επεδίωξε την προαγωγήν διά του συνεταιρισμού, διά της δημοκοπίας και της συναλλαγής. Η απάντησίς του προς τον παρατηρήσαντα εις αυτόν ότι καλώς θ' άρχη των Αθηναίων, αν φέρηται προς πάντας ίσος: «Μηδέποτ' εις τούτον εγώ καθίσαιμι τον θρόνον, εν ώ πλέον ουδέν έξουσιν οι φίλοι παρ' εμοί των αλλοτρίων», είνε ο κανών τον οποίον ηκολούθησαν οι πολιτικοί πάσης εποχής εν Ελλάδι. Ο Αριστείδης φυσικώ τω λόγω ετράπη εις την αντίθετον οδόν και ηθέλησε να επιβληθή διά της αρετής. Προσεκολλήθη εις την αριστοκρατικήν μερίδα, τόσον επιδεικτικώς και τόσον άμα επιτηδείως, ώστε δεν εβράδυνε να επισύρη την προσοχήν και την υπόληψιν του επιπολαίως πάντοτε κρίνοντος πλήθους. Δόσις τις φαρισαϊσμού εντέχνου υπελάνθανεν εις πάντα αυτού τα διαβήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον επεβλήθη εις την κοινήν συνείδησιν και ίσχυσε να συγκεντρώση εις εαυτόν πάσαν την εξουσίαν, παρασκευάσας εις εαυτόν, κατά την επιτυχή έκφρασιν του Θεμιστοκλέους, μοναρχίαν αδορυφόρητον. Το επίθετον δίκαιος περιεβλήθη ως ιμάτιον αναφαίρετον, ως επωνυμίαν αναπόσπαστον του ατόμου του, ότε δε εις το θέατρον απηγγέλλοντο στίχοι του Αισχύλου περί της δικαιοσύνης του Αμφιαράου, ο δήμος χειροκροτών έστρεφε τα βλέμματα προς τον Αριστείδην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην εξήσκει κατά τρόπον περίεργον, οι λόγοι του δε και αι πράξεις του διετέλουν πολλάκις εις κατάφορον και σκανδαλώδη αντίθεσιν με τους στοιχειώδεις κανόνας του ορθού και του δικαίου. Εν πρώτοις η πεφημισμένη αυτού ένδεια δεν είνε εξηκριβωμένη· μεθ' όσα δε και αν λέγει ο ένθερμος αυτού συνήγορος και θαυμαστής, ο αγαθός Πλούταρχος, φαίνεται ότι υπάρχουν παρά τοις συγχρόνοις ιστορικοίς σοβαραί περί τούτου αντιρρήσεις. Έπειτα κατηγορήθη και κατεδικάσθη επί κλοπή, καθά μαρτυρεί ο Ιδομενεύς, ο υπό του Πλουτάρχου αναφερόμενος ιστορικός. Είνε αληθές ότι την κατηγορίαν και την καταδίκην ταύτην διενήργησεν ο Θεμιστοκλής, ο πολιτικός αυτού αντίπαλος· αλλά τι να σας ειπώ, κύριοι! όσον και αν υποθέσωμεν κακοήθη τον Θεμιστοκλή, όσον και αν φαντασθώμεν άδικον τον δήμον των Αθηναίων, άνθρωπος υποπίπτων εις τοιαύτην κατηγορίαν και καταδίκην δεν συνηθίζει βεβαίως να νίπτη δεκάκις της ημέρας τας χείρας του δι' αγγλικού σάπωνος. Άλλως τε, και αν παραδεχθώμεν ότι ταύτα ήσαν συκοφαντίαι των εχθρών του, βέβαιον και αναμφισβήτητον είνε ότι, αν δεν έκλεψεν αυτός, επέτρεπεν όμως εις άλλους να κλέπτουν. Μετά την καταδίκην του «προσποιούμενος των προτέρων μεταμέλειν αυτώ και μαλακώτερον ενδιδούς εαυτόν ήρεσκε τοις τα κοινά κλέπτουσιν, ουκ εξελέγχων ουδέ ακριβολογούμενος, ώστε καταπιμπλαμένους των δημοσίων υπερεπαινείν τον Αριστείδην και δεξιούσθαι τον δήμον υπέρ αυτού σπουδάζοντας άρχοντα πάλιν αιρεθήναι». Θα μου παρατηρήσητε ότι έπραξε τούτο όπως ελέγξη κατόπιν τους Αθηναίους και ανακράξη κομπαστικώς, ότε έμελλε να χειροτονηθή εκ νέου άρχων: «Ότε μεν πιστώς και καλώς υμίν ήρξα, προυπηλακίσθην επεί δε πολλά των κοινών καταπροείμαι τοις κλέπτουσι, θαυμαστός είναι δοκώ πολίτης· αυτός μεν ουν αισχύνομαι τη νυν τιμή μάλλον ή τη πρώην καταδίκη». Αλλά δεν νομίζετε ότι είνε αρκετά περίεργος και αρκετά φίλαυτος, αν μη τι άλλο, ο κυβερνήτης εκείνος ή ο πολιτικός, όστις εν γνώσει αφήνει να διαπράττεται το κακόν και το ενθαρρύνει μάλιστα, διά να λάβη κατόπιν την ευχαρίστησιν να ελέγξη τους εχθρούς του;

Εκτός τούτου, κύριοι, έχομεν και άλλας τινάς σοβαράς μαρτυρίας, επί των οποίων εφιστώ την προσοχήν υμών και επικαλούμαι την ευσυνείδητον και πεφωτισμένην κρίσιν σας. Έχομεν την μαρτυρίαν του φιλοσόφου Θεοφράστου λέγοντος ότι ο Αριστείδης, άκρως δίκαιος ων περί τα οικεία, εις τα κοινά έπραξε πολλά ασυμβίβαστα με το δίκαιον χάριν του συμφέροντος της πατρίδος, «ως συχνής αδικίας δεομένης», αναφέροντος δε το συμβάν της μετακομίσεως των εν Δήλω χρημάτων, τη εισηγήσει των Σαμίων και παρά τας συνθήκας, εις Αθήνας, ότε ο Αριστείδης εγνωμάτευσεν ότι το τοιούτο δεν ήτο μεν δίκαιον, ήτο όμως συμφέρον, ήτοι εν άλλοις λόγοις προέτρεπε τον δήμον να το πράξη, διασώζων άμα υποκριτικώς και την ιδίαν περί χρηστότητος φήμην. Η δικαιοσύνη άρα διά τον υιόν του Λυσιμάχου δεν ήτο απολύτως σεβαστή, αλλ' εμετρείτο με τον πήχυν του συμφέροντος· αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, σας ερωτώ, κύριοι, κατά τι είνε ανηθικώτερον το περιβόητον ρητόν των οπαδών του Λαϊόλα ο σκοπός εξαγιάζει τα μέσα; Έχομεν κατόπιν την μαρτυρίαν αυτού του Πλουτάρχου, βεβαιούντος ότι καταφερόμενος εναντίον του Θεμιστοκλέους ηναγκάζετο ενίοτε, όπως περιορίση την δύναμιν του πολιτικού του αντιπάλου, να εναντιούται εις όσα εκείνος έπραττε «βέλτιον ηγούμενος παρελθείν ένα των συμφερόντων τω δήμω ή το κρατούντ' εκείνον εν πάσιν ισχυρόν γενέσθαι». Ιδού λοιπόν η περιλάλητος χρηστότης του Αριστείδου! ιδού η αμώμητος δικαιοσύνη του. Το πολιτικόν πάθος τον ετύφλωνεν επί τοσούτον, ώστε προυτίμα να ζημιωθή μάλλον η πατρίς του παρά να υπερισχύση ο αντίπαλός του. Τα τοιαύτα παραδείγματα πωρώσεως της συνειδήσεως προερχομένης εξ ασβέστου και αλόγου φατριαστικού πάθους είδομεν δυστυχώς επαναλαμβανόμενα και εις τους νεωτέρους χρόνους, με την διαφοράν όμως ότι οι μέχρις αυτού του σημείου παρεκτρεπόμενοι δεν είχον την αξίωσιν να θεωρώνται και ν' αποκαλώνται δίκαιοι.

Αλλά τίνα ανάγκην έχομεν μαρτύρων, αφού έχομεν την ομολογίαν αυτού του παθόντος, του Αριστείδου αυτού! Ναι, κύριοι ο παθών εν στιγμή τινι εξάψεως, εν στιγμή ιδιαιτέρας ψυχολογικής καταστάσεως, κατά την οποίαν και η μάλλον πεπωρωμένη καρδία αισθάνεται την ανάγκην να λαλήση εν ειλικρινεία, ωμολόγησεν αβιάστως την αλήθειαν. Προ μικρού είχε λήξει η εκκλησία του λαού· οι δύο αντίπαλοι είχον παραστή και παλαίσει διά του λόγου ενώπιον του πλήθους. Ο Θεμιστοκλής προέτεινε φρόνιμόν τι μέτρον και ο Αριστείδης κατά το σύστημά του τον αντέκρουσεν, η δε γνώμη του υπερίσχυσε παρά τω αστάτω και παλιμβούλω δήμω. Και ηυφράνθη μεν αμέσως επί τη νίκη, αλλ' ότε απήρχετο μετά των φίλων του, η συναίσθησις της αξιομέμπτου πράξεώς του εκυρίευσεν αίφνης την ψυχήν του και μία ειλικρινής ομολογία εξήλθεν από τα χείλη του: «Δεν υπάρχει σωτηρία, είπε, διά τα πράγματα των Αθηναίων, αν δεν αποφασίσουν να ρίψουν εις το βάραθρον και εμέ και τον Θεμιστοκλή». Προσέξετε εις τους βαρυσημάντους τούτους λόγους, κύριοι· αναμετρήσατέ τους καλώς. Ο δίκαιος Αριστείδης θεωρεί εαυτόν άξιον του βαράθρου· εάν ήτο τω όντι άξιος τοιαύτης καταδίκης επιβαλλομένης εις τους κακούργους, τότε κατά πόσον ήτο δίκαιος; και αν δεν ήτο άξιος, τότε διατί ο δίκαιος αυτός να καταδικάση εαυτόν; Από το δίλημμα τούτο εις το οποίον τον ενέβαλεν η ιδία αυτού ομολογία, δεν δύναται να διαφύγη ο Αριστείδης με όλην την ιησουιτικήν ευστροφίαν του πνεύματός του.

Τας σκέψεις ταύτας δεν κάμνω μόνος εγώ, ο αυτόκλητος συνήγορος· εγεννήθησαν βεβαίως αύται και εις το πνεύμα των Αθηναίων, οι οποίοι σύγχρονοι όντες και ενήμεροι εις τα συμβαίνοντα, οξύνοι δε και ευφυέστατοι υπέρ πάντας τους προϋπάρξαντας και επιγενομένους λαούς, ηδύναντο να εκτιμούν τα πρόσωπα και τα πράγματα πολύ ορθότερον ημών, των εξεταζόντων αυτά μετά πάροδον εικοσιτριών όλων αιώνων. Ο δήμος μετά τα Μηδικά, μεγαλοφρονών, ως λέγει ο Πλούταρχος, και συναισθανόμενος ότι ήτο εξευτελιστικόν δι' αυτόν είς ανήρ ανακόλουθος εν τη αρετή του να διευθύνη κατά βούλησιν τα κοινά, απεφάσισε να τον εξοστρακίση. Πρέπει δε να ήτο πολύ διαδεδομένη η τοιαύτη ιδέα, αφού διά να εξοστρακισθή τις απητείτο να δώσουν περί τούτου την ψήφον των εξακισχίλιοι πολίται. Τούτο και εγένετο· ο λαός συνελθών εξοστράκισε τον Αριστείδην, κατά την ψηφοφορίαν δε συνέβη το πολυθρύλητον ανέκδοτον, ένεκα του οποίου ο πελάτης μου εκαθέσθη επί τοσούτον ήδη χρόνον εις το εδώλιον του κατηγορουμένου. #Ήτο ούτος «των αγραμμάτων τις και παντελώς αγροίκων», κατά την έκφρασιν του Πλουτάρχου, εκ των κατοικούντων ίσως εις τους αγροτικούς των Αθηνών δήμους, ανήρ άξεστος και τους τρόπους απέριττος, αλλά κεκτημένος εμφύτως σύνεσιν και πνεύμα πρακτικόν, εκ των τύπων τους οποίους απηθανάτισεν ο Αριστοφάνης, και εις το χονδρόν κρανίον των οποίων κατέφευγεν η φρόνησις, ότε τα άλογα πολιτικά πάθη επεσκότιζον την διάνοιαν των Αθηναίων αστών. Παρευρίσκετο μετά των άλλων πολιτών εκεί και, επειδή ήτο αγράμματος, παρεκάλεσε τον πρώτον εντυχόντα να εγγράψη αντ' αυτού εις το όστρακόν του το όνομα του Αριστείδου. Η σύμπτωσις ηθέλησεν ώστε ο πρώτος ούτος εντυχών να είνε ο ίδιος Αριστείδης, όστις απορήσας τον ηρώτησεν αν ο ανήρ τον οποίον ήθελε να εξοστρακίση τον έβλαψέ ποτε. «Όχι, απήντησεν ο πελάτης μου, ουδέ γινώσκω τον άνθρωπον, αλλ' ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων».

Αυτό, κύριοι, είνε το μόνον έγκλημα του κατηγορουμένου. Δι' αυτό το μόνον επί τόσους αιώνας υπέστη τα σκώμματα, την χλεύην, το όνειδος σύμπαντος του μετέπειτα πολιτισθέντος κόσμου. Και όμως μελετήσατε τους λόγους αυτούς, εμβαθύνατε εις την ενεχομένην εις αυτούς έννοιαν και κρίνατε αν ο ατυχής ανώνυμος πελάτης μου ήτο άξιος τοιαύτης καταδίκης.

Τι είπεν επί τέλους; ότι ηνωχλείτο τον Δίκαιον πανταχού ακούων. Και δεν είνε τάχα ορθόν; δεν είνε φυσικόν τούτο; δεν είνε το ανθρωπινώτατον των αισθημάτων; Όταν εν πόλει περιεχούση τόσους εξόχους νόας, τόσους εναρέτους και μεγαλοπράγμονας πολίτας, είς μόνος ανήρ προβάλλη εις το μέσον επιδεικτικώς αντιποιούμενος τον τίτλον του Δικαίου, δεν κηρύττει αναφανδόν ότι πάντες οι λοιποί συμπολίται του είνε άδικοι; Έπειτα, κύριοι, αυτοί οι τιμητικοί τίτλοι, αυτά τα πομπώδη επίθετα, αυτά τα χρυσόβουλλα τα αποδιδόμενα παρά των συγχρόνων κολάκων είτε παρά του συναρπαζομένου εκ των κατ' επιφάνειαν φαινομένων και πάντοτε επιπολαίως κρίνοντος πλήθους προς επιφανείς πολιτικούς άνδρας, πάντοτε σχεδόν απεδείχθησαν ψευδή και ανάρμοστα, η δε αμερόληπτος Ιστορία έρχεται κατόπιν και τα σχίζει και τα μυκτηρίζει. Εάν από τους χρόνους της αθηναϊκής ευκλείας μεταπηδήσωμεν εις εποχήν περίφημον και θυελλώδη των νεωτέρων χρόνων, θα ίδωμεν ότι από της αρχής της Γαλλικής Επαναστάσεως μέχρι της 9 Θερμιδώρου όλοι οι Γάλλοι απεκάλουν τον Μαξιμιλιανόν Ροβεσπιέρρον αδιάφθορον. Αλλά τα έγγραφα τα εξετασθέντα παρά του Κουρτοά και η Κριτική Ιστορία απέδειξαν αυτόν απεναντίας λίαν διεφθαρμένον. Κατά την αυτήν εποχήν έτερός τις πολιτικός ανήρ, δευτερεύον διαδραματίσας, αλλ' επίσης αιματηρόν μέρος, ο Βαδιέ, απεκαλείτο κοινώς l' homme aux soixante ans de vertu· και όμως ο επί εξηκονταετίαν ενάρετος αυτός ανήρ απεδείχθη ότι έπεμψεν εις το ικρίωμα ολόκληρον αθώαν οικογένειαν διότι ηρνήθη να συγγενεύση δι' αγχιστείας μετά του υιού του! Την πλάνην του πλήθους εγίνωσκεν ο φύσει ορθοφρονών πελάτης μου, καίτοι δεν είχε, κατά πάσαν πιθανότητα, αναγνώσει την ιστορίαν της Γαλλικής Επαναστάσεως, πρώτον διότι ήτο αγράμματος και δεύτερον διότι την εποχήν εκείνην δεν είχεν εκδοθή το βιβλίον του ακαδημαϊκού Ταιν. Την εγίνωσκεν εκ πείρας, εξ ορθής αντιλήψεως και σαφούς εκτιμήσεως των πραγμάτων και ήχθετο και ηνωχλείτο διά την επωνυμίαν. Και πώς ήτο δυνατόν, κύριοι, να μη ενοχληθή, να μη δυσανασχετήση ακούων πανταχού, εν ταις εκκλησίαις, εν τοις ναοίς, εν τη αγορά, εν τοις θεάτροις, εν τοις θερμοπωλείοις, εν τοις κουρείοις την φήμην αυτήν περί του Δικαίου, την τόσω ασυμβίβαστον πολλάκις με τα πράγματα, το επίθετον αυτό το απανταχού περιβομβούν και πλήττον δυσαρέστως την ακοήν του ως διασύρον την υπόληψιν ολοκλήρου πόλεως; Πώς ήτο δυνατόν ο τίμιος αυτός και μετριόφρων πολίτης να μη αγανακτήση επί τέλους διά την ύβριν την γινομένην προς τους συμπολίτας του, όπως ηγανάκτησαν και τόσαι άλλαι χιλιάδες Αθηναίων, οίτινες μολονότι ενέγραψαν επίσης το όνομα του Αριστείδου εις τα όστρακά των, δεν εκακίσθησαν τοσούτον απηνώς υπό της Ιστορίας όσον ο ταλαίπωρος πελάτης μου; εάν ήτο πράγματι δίκαιος και μεγαλόφρων ο Αριστείδης, πρώτος αυτός ώφειλε να ενοχληθή και πρώτος να επιζητήση παντί σθένει την παρακώλυσιν της διαδόσεως του τόσον προσβλητικού διά τους άλλους τίτλου. Η Σύγκλητος της Ρώμης θέλουσά ποτε να βραβεύση τον ύπατον Δουίλιον, πρώτον εκ των Ρωμαίων ναυμαχήσαντα και κατατροπώσαντα τους Καρχηδονίους, απένειμεν εις αυτόν έκτακτον και παράδοξον τιμήν, ορίσασα όπως, κατά την έξοδον αυτού εκ της οικίας του εν οιαδήποτε ώρα, διαρκώς παρακολουθή αυτόν αυλητής φυσών τον αυλόν του. Ο νικηφόρος στρατηγός κατ' αρχάς τα μάλα επήρετο και ενηβρύνετο διά την τιμητικήν ταύτην συνοδίαν αλλά του χρόνου προϊόντος η αδιάκοπος αύτη μελωδία ήρχισε να καθίσταται οχληρά και εις αυτόν τον ίδιον και εις τους γείτονας και εις τους διαβάτας· ότε δε είδεν ότι δεν ηδύνατο ούτε εν ώρα νυκτός να εξέλθη, δι' ερωτικήν, υποτεθείσθω, και μυστηριώδη εκδρομήν, χωρίς να τον παρακολούθηση η θορυβώδης αύτη σκιά και να εξέλθουν όλοι οι παροικούντες εις τα παράθυρα διά να τον ανευφημήσουν, εδέησε να ζητήση ως χάριν παρά της Συγκλήτου όπως τον απαλλάξη της τιμής ταύτης. Αλλ' ο Δουίλιος ήτο φιλότιμος στρατιώτης, ενώ ο Αριστείδης ήτο επιτήδειος πολιτικός και με την πολιτικήν ποτέ δεν συμβαδίζουν η μετριοφροσύνη και η ειλικρίνεια, ειμή όταν πρόκειται να οδηγήσουν αυτήν εις την δυσμένειαν και την απώλειαν.

Διότι, κύριοι, ο θέλων να διακριθή διά των πράξεών του οφείλει ν' αποβλέπη όχι μόνον εις το εξ αυτών ηθικόν κέρδος, αλλά και εις τα καθήκοντα, τα οποία η θέσις αυτού του επιβάλλει. Το πρώτον δε και στοιχειωδέστατον των καθηκόντων τούτων είνε να τηρή απέναντι των άλλων στάσιν τοιαύτην, ώστε να μη τιτρώσκεται διά της υπεροχής του η φιλοτιμία και η αξιοπρέπεια αυτών. Παραδέχομαι προς στιγμήν ότι ο Αριστείδης ήτο ο δικαιότατος των ανθρώπων, ότι τα διαδοθέντα περί αυτού ήσαν στυγεραί συκοφαντίαι των εχθρών του, ότι ήσκησεν αδόλως την αρετήν, ότι ενήργησεν αείποτε εν χρηστώ τω συνειδότι, ότι προσηνέχθη εντίμως προς τους πολιτικούς του αντιπάλους, ότι ευηργέτησε πολυειδώς και πολυτρόπως την πατρίδα του· Έστω· αλλ' ήτο τάχα ανάγκη αυτάς τας εκδουλεύσεις και τας αρετάς του να τας διατυμπανίζη αενάως, να τας κηρύττη διαρκώς διά στόματος των φίλων και οπαδών του — κρίμα ότι δεν είχε και ιδικήν του εφημερίδα! — να διατηρή επιτηδείως διαρκή και οχληράν ρεκλάμαν θαυμασμού προς το υποκείμενόν του; Είνε αληθές ότι πολλάκις η αγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τον ευεργέτην είνε οκνηρά και απρόθυμος και έχει ανάγκην κινήτρου. Κάποτε μάλιστα αι σχέσεις της ευγνωμοσύνης προς την ευεργεσίαν είνε όλως διόλου χαλαραί και το ποιόν αυτών εχαρακτήρισε δι' ευφυεστάτου μύθου ο Τουργκένιεφ. Εώρταζέ ποτε ο Ύψιστος εν ουρανοίς και προσεκάλεσεν εις εσπερίδα πάσας τας Αρετάς. Πάσαι συνδιελέγοντο οικείως και φιλοφρόνως, εκτός δύο αι οποίαι ουδεμίαν αντήλλασσον προς αλλήλας λέξιν. Ο επουράνιος οικοδεσπότης το παρετήρησε και επλησίασεν αυτάς.

 — Πώς! δεν γνωρίζεσθε; ηρώτησε μετ' απορίας. Να σας κάμω να γνωρισθήτε.

Και λαμβάνων την χείρα εκατέρας είπε παρουσιάζων την μίαν προς την άλλην:

 — Απ' εδώ είνε η κυρία Αγαθοεργία και απ' εδώ η κυρία Ευγνωμοσύνη.

Πλην αν τούτο συμβαίνη ενίοτε, πολύ συνηθέστερον συμβαίνει το σντίθετον. Ο ευεργετών υπερτιμών την αξίαν της πράξεώς του επαίρεται αναρμόστως και υψηλοφρονεί δι' αυτήν. Περιφρονών το ευαγγελικόν παράγγελμα, την διασαλπίζει πανταχού διατόρως [78] , την εξυμνεί, την μεγαλοποιεί και απαιτεί αγερώχως το θυμίαμα των εγκωμίων. Προς ουδέν λογιζόμενος την φιλοτιμίαν του ευεργετουμένου αξιοί να βλέπη αυτόν αιωνίως κύπτοντα υπό το βάρος της ευγνωμοσύνης. Εν τοιαύτη δε περιπτώσει, κύριοι, η υπερήφανος αγανάκτησις του καταπιεζομένου εξεγειρομένου και ζητούντος ν' απαλλαγή παντοιοτρόπως του αφορήτου αυτού ζυγού της ευγνωμοσύνης, δεν είνε αχαριστία, όπως δεν είνε αρετή η υπό τοιαύτας συνθήκας, με τοιαύτας αξιώσεις και εκ τοιούτων σκοπών γινομένη αγαθοεργία. Και αν ο έξοχος ρώσος συγγραφεύς έπλασεν ένα ευφυά μύθον περί της πρώτης περιστάσεως, ο ευφυέστατος ελληνικός λαός έπλασε περί της δευτέρας άλλον μύθον, επίσης χαρίεντα. Πλούσιός τις και κενόδοξος επορεύθη εις την αγοράν την παραμονήν της επισήμου θρησκευτικής εορτής, όπως αγοράση τα χρειώδη της εορτασίμου ευωχίας. Ενώ ηγόραζεν άφθονα και εκλεκτά τα όψα, παρετήρησεν εκεί που ιστάμενον πτωχόν γείτονά του, όστις έβλεπε περιλύπως την θορυβώδη της αγοράς κίνησιν και εθλίβετο διότι εστερείτο χρημάτων όπως προμηθευθή και αυτός κάτι. Η καρδία του πλουσίου συνεκινήθη, αγοράσας δ' εκ του κρεοπωλείου τα εντόσθια αμνού τα έδωσε προς τον πένητα λέγων: