— Ζαχαρούλα! εψιθύρισε, προσηλών οφθαλμούς πυριφλεγείς επί της γειτονίσσης, μα αυτό είνε συνωμοσία! . . .

 — Τι του ήλθε, καλέ; είπεν η γειτόνισσα έκθαμβος· δεν βλέπετε πως είνε αχνός σαν το πανί; . . γρήγορα, φέρτε λίγο ξείδι . . . λίγο γλυκάδι! . . .

 — Και επλησίασε προς τον κ. Ζαχαρίαν, όστις την απώθησε μετά φρίκης.

 — Όχι γλυκάδι! . . . όχι γλυκάδι! . . . είπε με τρόμον, μη, δι' όνομα Θεού! . . .

Αι δύο γυναίκες παρετήρησαν αλλήλας εν αμηχανία.

 — Εγώ μου φαίνεται, κυρά, πως κάτι θα τούλθε, είπεν η γειτόνισσα· βάλτε τον στο κρεββάτι και δώστε του κανένα ζεστό . . . Ίσα ίσα κ' εγώ ήλθα να σας ζητήσω λίγο γλυκάνισο . . .

Ο Ζαχαρίας ηγέρθη βλοσυρός και απειλητικός.

 — Μα και του λόγου σου εκόπιασες στο σπίτι μου να με βασανίσης; είπε προς την κυρά-Ζαχαρούλαν . . . Και σεις, προσέθηκε στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, και σεις εδώ μέσα έχετε γλυκάνισον; . . . Να το πετάξετε αμέσως! . . .

Η κοχλάζουσα εις τα ευρέα στέρνα της κυρίας Θεοδώρας οργή ήρχιζεν ήδη να εκσπά, διότι όντως η υπομονή της είχεν υποβληθή εις βαρείαν δοκιμασίαν.

 — Για να σου πω, βρε χαμάλη, του είπε με οφθαλμούς σπινθηροβολούντας και προσεγγίζουσα τους αιχμηρούς δακτύλους της εις τα όμματα του συζύγου, όστις ωπισθοχώρει επτοημένος, δεν μου λες τι σ' έπιασε και μας κάνεις το δαιμονισμένο; . . . Έλα στα λογικά σου, κακομοίρη, γιατί σου βγάζω τα στραβά σου!

 — Μα, γυναίκα! . . . απήντησε ψελλίζων ο ατυχής Ζαχαρίας προσπαθών να μαλάξη διά μειλιχίων λόγων την παρωργισμένην μέγαιραν, μην είσαι τίγρις, καϊμένη! θα σου 'πω γιατί φοβούμαι! Δεν το έμαθες και συ πως η κυβέρνησις . . . το ισοζύγιον . . .

Αλλ' η οργή της κυρίας Παραδαρμένου άπαξ εξαφθείσα δεν κατηυνάζετο ευκόλως. Την ημέραν εκείνην ιδίως κατά σύμπτωσιν πολλά περιστατικά είχον συντείνει να εξάψουν την ευερέθιστον αυτής φύσιν. Ο αδιόρθωτος Μιμίκος είχεν επιτηδείως υπεξαιρέσει την πρωίαν, πριν απέλθη εις το σχολείον, δυο κεφτέδες, τους οποίους η κυρία Θεοδώρα είχεν αφ' εσπέρας θέσει κατά μέρος εκ του δείπνου διά το πρόγευμά της. Η Βασίλω η υπηρέτρια είχε χύσει εξ απροσεξίας εντός του μαγειρείου το βούτυρον, το οποίον είχε φέρει ο μπακάλης. Η ρομαντική Ουρανία επιμόνως εζήτησε παρ' αυτής την πρωίαν μιάμιση δραχμή λόγω μεν όπως αγοράση μαλλιά διά πλέξιμον, πράγματι δε όπως αποκτήση την Ανθοδέσμην, ήτοι συλλογήν ερωτικών ασμάτων· και αυτός δε ο πιστός φύλαξ της οικίας, ο κύων Μαύρος, κλεισθείς κατά λάθος εντός του οίκου την νύκτα, είχε το θράσος, «ο αφιλοτίμος», ως τον απεκάλεσεν η κυρία Θεοδώρα, να εκπληρώση όλας τας φυσικάς του ανάγκας εντός της σάλας, την οποίαν ακριβώς προ δύο ημερών είχε σφουγγαρίσει επιμελώς η κυρία Θεοδώρα. Είχε λοιπόν ήδη λυγίσει διά των ραβδισμών την σπονδυλικήν στήλην του Μαύρου· είχε καταφέρει τρεις κολάφους ισχυρούς επί του ρυπαρού αυχένος της Βασίλως· είχεν απειλήσει να «καρυδώση» την Ουρανίαν, την οποίαν απεκάλεσε ταβανόσκουπαν, και προητοίμαζε γενναίαν δόσιν ραπισμάτων διά τον λαίμαργον υιόν. Αλλά δεν ήρκουν πάντα ταύτα προς εξιλασμόν της οργής της, επεζήτει έριν διά να ξεθυμάνη κατά του συζύγου της και την αφορμήν της έριδος παρέσχε προς αυτήν εν πάση αθωότητι ο πτωχός Ζαχαρίας.

 — Τι μεσοζύγιο και διαζύγιο! . . . κάθεσαι και μου κοπανάς, μωρέ ψωριάρη; . . . Τι σου πέρασε από το νου, να μας κάμης ρεζίλι πρωί πρωί στη γειτονιά με τες σαχλαμέρες σου; ε; . . .

Και η φωνή της κυρίας Θεοδώρας είχεν ήδη φθάσει εις τους διατόρους εκείνους τόνους των εκτάκτων περιστάσεων, οι οποίοι διέσπειρον τον φόβον εις δέκα λεύγων απόστασιν, ως οι βρυχηθμοί του βασιλέως της ερήμου.

Η Ουρανία ακούσασα τας φωνάς προσέδραμε καταλιπούσα το φύλλον της εφημερίδος, της οποίας ανεγίνωσκε την επιφυλλίδα.

 — Γλυκύτατε μου πάτερ! είπε διατηρούσα ακόμη την φρασεολογίαν του μυθιστορήματος το οποίον ανεγίνωσκεν, ιδούσα την ταραχήν του γεννήτορος . . .

 — Ω Θεέ μου! . . . και συ ακόμη! . . . γλυκύτατος . . . εγώ γλυκύτατος . . . φύγε! . . . είπεν ο ατυχής πατήρ απομακρύνων αυτήν ζητούσαν να τον περιπτυχθή.

Οι οφθαλμοί της ευαισθήτου κόρης επλήσθησαν δακρύων. Την έξαλλον οργήν της κυρίας Θεοδώρας ήρχισεν ήδη να διαδέχεται ο φόβος.

 — Βασίλω! εφώναξε . . . πού είνε πάλι αυτή η βρώμα! μη στέκεται κάτω και ζαχαρώνει με τον αγαπητικόν της;

 — Ως και αυτή ζαχαρώνει . . . . ω, μα είνε ανυπόφορον! . . . εψιθύρισεν ο κ, Ζαχαρίας με φωνήν ομοιάζουσαν προς επιθανάτιον ρόγχον.

Αλλά το άκρον άωτον της ταραχής παρήγαγεν η εμφάνισις του Μιμίκου, όστις εξελθών εκ του σχολείου εισεπήδησε θορυβών εις την οικίαν, ροκανίζων γλύκυσμα, το οποίον είχεν υπεξαιρέσει εκ της σάκκας συμμαθητού του και κραυγάζων δήθεν προς δικαιολογίαν ίν' αποφύγη τας επιπλήξεις:

 — Μπαμπά, μπαμπά! . . . μούδωσαν ένα γλυκό!

Ο κ, Ζαχαρίας κατέπεσεν ύπτιος επί ενός ανακλίντρου.

 — Ένα γιατρό! εφώναξεν η κυρία Θεοδώρα ταραχθείσα, ένα γιατρό γρήγορα.

 — Είδα να έλθη εδώ αντικρύ ο γιατρός, ο κ. Ζαχαρίδης! είπεν η Βασίλω.

Και έσπευσε να τον καλέση, ενώ ο ταλαίπωρος κ. Ζαχαρίας δι' ενός σπασμού έδειξεν ότι ήκουσε και ησθάνθη ως τελευταίαν πληγήν μαχαίρας το όνομα του ιατρού.

 — Τι επάθατε; ηρώτησεν ο ιατρός, αφού διά προχείρου θεραπείας εβοήθησε τον κ. Ζαχαρίαν να συνέλθη.

 — Τι έπαθα; απήντησε με φωνήν ασθενή ο κ. Παραδαρμένος. Μα δεν γνωρίζετε, ιατρέ, τον προϋπολογισμόν της Κυβερνήσεως και τον φοβερόν φόρον επί της ζακχάρεως; Φαντάσου την θέσιν ενός πτωχού οικογενειάρχου! Να με λέγουν Ζαχαρίαν και να με φωνάζη η σύζυγός μου δυνατά διά να τα ακούσουν οι εισπράκτορες! Και ενώ συλλογίζομαι τίνι τρόπω ν' αλλάξω το όνομά μου και να απομακρύνω εκ της οικίας μου παν είδος γλυκού, να έρχεται η Ζαχαρούλα να ζητή γλυκάδι, να θέλη γλυκάνισον, να με καλούν γλυκύτατον, να φέρη το τέκνον μου γλυκύσματα, να ζαχαρώνη η υπηρέτριά μου! . . .

Ο ιατρός κατελήφθη υπό ασβέστου γέλωτος και απερχόμενος είπε προς τον πολυπαθή οικοδεσπότην σοβαρώς:

 — Έχετε όμως ανάγκην από προφύλαξιν, διότι αλλέως τρέχετε τον κίνδυνον να πάθετε από σακχαρώδη διαβήτην!

 — Μπαμπά, τι θα πη σακχαρώδης διαβήτης; ηρώτησεν ο Μιμίκος τον πατέρα του, αφού απήλθεν ο ιατρός.

 — Σακχαρώδης διαβήτης, απήντησε με ύφος επίσημον ο κ. Ζαχαρίας, είνε το μέτρον εκείνο με το οποίον μετρούμεν την ζάκχαριν, και το οποίον θα σου βγάλω τα αυτιά, εάν τολμήσης εις το εξής να την κλέψης από το βάζο!


διακοσμητικό

Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΥ

 — Βρε μαγκούφη! τεμπελχανά! . . . είνε 'μέρα μεσημέρι και ακόμη δεν εσηκώθηκες;

Την αβρόφρονα ταύτην αποστροφήν επέτεινεν η κυρία Θεοδώρα Παραδαρμένου προς τον πλησίον της κοιμώμενον αξιοτίμον σύνευνόν της.

Ο κ. Ζαχαρίας ήνοιξε τους οφθαλμούς. Το αληθές είνε ότι η διαβεβαίωσις της συζύγου του ότι ήτο δήθεν «'μέρα μεσημέρι» ήτο οπωσούν υπερβολική. Διά των ραγάδων των παραθύρων έβλεπε βασιλεύον ακόμη πυκνόν επί της γης το νυκτερινόν σκότος και εν τω μέσω της βαθυτάτης σιγής άλλο τι δεν ηκούετο ειμή η οξεία λαλιά των περιπλανωμένων σαλεπτζήδων.

Οπωσδήποτε όμως, αφού αφυπνίσθη, εδέησε να εγερθή, άλλως τε η ανατέλλουσα ημέρα ήτο πολυάσχολος. Ήτο η τελευταία του έτους. Έν έτος εβυθίζετο εις την αιωνιότητα, έν έτος το οποίον έφερεν εις την μυστηριώδη αυτού ανακεφαλαίωσιν αορίστως μεν πολλάς περιπετείας και βασάνους εγγεγραμμένος εις την μερίδα του κ. Ζαχαρία, ωρισμένως δε: τέσσαρας αγωγάς ενώπιον του ειρηνοδικείου, υπό του ψωμά, του παντοπώλου και άλλων ανηλεών δανειστών, δύο αποτυχόντα συνοικέσια διά την δεσποινίδα Ουρανίαν, μίαν δραχμήν διά τον Μαύρον, τον κύνα της οικογενείας, συλληφθέντα υπό του κυνοκτόνου και εξαγορασθέντα διά λύτρων, πέντε δεκανείς του πυροβολικού λαβόντας σχέσεις μετά της Βασίλως, εκατόν πεντήκοντα συγκρούσεις προς τους γείτονας εξ αιτίας του Μιμίκου και τριακοσίας εξήκοντα έξ μάχας εκ του συστάδην μετά της αξιεράστου Θεοδώρας, καθότι συνέπεσε το έτος να είνε δίσεκτον.

Ο κ. Ζαχαρίας ήτο απερροφημένος εκ της επισημότητος της ημέρας και εκ των παμπληθών υποχρεώσεων, τας οποίας συνεπήγετο διά τούτο, ότε ο Μιμίκος αναγινώσκων έν των εμμέτρων συγχαρητηρίων των σκουπιδιαραίων τον ηρώτησε τι εσήμαινεν η λέξις αιωνιότης, ο γεννήτωρ, αντί να διατυπώση τινά των συνήθων σχοινοτενών [61] όσον και μεταφυσικών ορισμών, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η αιωνιότης ήτο εκείνο το πράγμα, το οποίον δεν συνεβιβάζετο με την διάρκειαν των υποδημάτων του Μιμίκου και το οποίον, αν ήθελεν εξακολουθεί να τρίβη τες μύτες των παπουτσιών του, ήθελε του σπάσει την ιδικήν του μύτην.

Η πρωία κατηναλώθη ολόκληρος εις αγοράς παντοίων τροφίμων, μία δε των σπουδαιοτάτων μεριμνών της ημέρας ήτο και η βασιλόπιττα. Έπρεπε να ίδη τις μετά ποίας υπερηφανείας η κυρία Θεοδώρα απέπεμψε τους υπηρέτας όλων των παντοπωλών και χαλβατζήδων της συνοικίας, έως να εκλέξη την καλυτέραν ποιότητα του βουτύρου, μετά ποίας καρτερίας απέκρουε τας επανειλημμένας εφόδους του Μιμίκου κατά του μέλιτος, μετά ποίας θηριωδίας επέπληττε την Βασίλων διότι δεν εζύμωνε καλά. Έπρεπε να ίδη τις κατόπιν μετά ποίας επισημότητος εκομίσθη εις τον φούρνον η πίττα της οικογενείας. Εις το μέσον εβάδιζεν η Βασίλω κρατούσα υψηλά το ταψίον ως ιερόν κειμήλιον. Εκατέρωθεν αυτής έβαινον αγερώχως ως άγγελοι φύλακες ο Ζαχαρίας μετά του γόνου αυτού, είπετο δε ο Μαύρος. Από του παραθύρου η κυρία Θεοδώρα μετά της δεσποινίδος Ουρανίας έβλεπον το θέαμα και η κυρία Παραδαρμένου μεγαλοφώνως συνίστα προς τον σύζυγόν της:

 — Πρόσεχε καλά, αυτήν την ξεμυαλισμένη να μη της πέση!

Η πομπή αύτη εφείλκυσε την προσοχήν της συνοικίας και πολλοί γείτονες εξήλθον εις τα παράθυρα διά να την ίδουν, ευχόμενοι «και του χρόνου», «και εις έτη πολλά» εις τον κ. Ζαχαρίαν, όστις απήντα μειδιών διά παρομοίων ευχών.

Ήδη απέκλινεν η ημέρα προς την δύσιν, ότε ο κ. Ζαχαρίας μετά της κυρίας Θεοδώρας, της δεσποινίδος Ουρανίας και του Μιμίκου — τον οποίον απηλευθέρωσεν από τας χείρας του γείτονός των γηραιού ανθυπασπιστού, αγανακτήσαντος διότι ο Μιμίκος πετροβολών την γάτταν είχε σπάσει μίαν γλάστραν ιδικήν του — εξεκίνησε διά την πανήγυριν της παραμονής της πρωτοχρονιάς. Εκ των κεντρικών οδών ηκούετο προερχόμενος υπόκωφος, συνεχής, αδιάλειπτος ο ποικίλος θόρυβος των Κρονίων, άτινα ευρίσκοντο εις το κατακόρυφον του παροξυσμού, ότε το μελιτζανί φόρεμα της κυρίας Παραδαρμένου και το κίτρινον πανταλόνιον του αξιοτίμου συμβίου της ήστραψαν ως μετέωρα εις την οδόν Ερμού. Ο απεψιλωμένος υψηλός πίλος του κ. Ζαχαρία δεν εβράδυνε να γίνη ο σκοπός, κατά του οποίου δαψιλώς ερρίπτοντο τα πυροκρόταλα προς μέγιστον τρόμον της ευαισθήτου δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ αφ' ετέρου ο Μιμίκος κρατών εκ του κρασπέδου του επενδύτου τον γεννήτορα καθίστατο αληθής βάσανος διά των ερωτήσεων και των αποριών του. Ο μικρός εσταμάτα ανά παν βήμα περιεργαζόμενος τα εκτεθειμένα εμπορεύματα και αποτείνων προς τον πατέρα του παντοίας ερωτήσεις, εις τας οποίας ανεμιγνύοντο αι προσφάτως εκ των παραδόσεων του σχολείου του αντληθείσαι συγκεχυμέναι ιστορικαί και μυθολογικαί γνώσεις:

 — Μπαμπά, αυτό το μεγάλον ξύλινον άλογον είνε ο Δούρειος ίππος;

 — Ναι.

 — Μπαμπά, τι ήτο ο Δούρειος ίππος;

 — Ο Δούρειος ίππος ήτο η καμήλα, την οποίαν κατεσκεύασεν ο Αλκιβιάδης εις την πολιορκίαν της Ερετρίας.

 — Της υπηρετρίας; . . . Μπαμπά, της υπηρετρίας οπού έχει ο κυρ- Λεωνίδας ο δικηγόρος;

 — Σου είπα της Ερετρίας, η οποία είνε πόλις της Σαμοθράκης και η οποία . . . να μη ξανασκουπισθής με τα μανίκια σου αλλά με το μανδήλι, διότι θα σου ξεκολλήσω ταυτιά.

Αίφνης κύμα βίαιον του πλήθους ανέκοψε την πορείαν των.

Η συμπαγής μάζα των κατερχομένων εκ της πλατείας του Συντάγματος συνεκρούσθη με την ετέραν συμπαγή μάζαν των ανερχομένων εκεί παρά την Καπνικαρέαν και εν τη σχηματισθείση δίνη διεσπάσθη η ενότης της οικογενείας Παραδαρμένου. Αφού περιεστράφησαν επί ικανήν ώραν, τα μεγάλα μέλη της οικογενείας ανεύρον άλληλα, αλλ' ο Μιμίκος είχε γίνει άφαντος.

Φωνή σπαρακτική εξήλθεν εκ του μητρικού στήθους της κυρίας Θεοδώρας, βρυχηθμός λεαίνης αναζητούσης τον απολεσθέντα σκύμνον της.

 — Το παιδί μου! ανεβόησε, το παιδί μου.

Η Ουρανία επεχείρησεν απόπειραν λιποθυμίας και κλονισθείσα ευρέθη εις τας αγκάλας νεαρού ανθυπολοχαγού του πυροβολικού, τυχόντος εκ συμπτώσεως πλησίον της. Ο κ. Ζαχαρίας πελιδνός περιεπλανήθη εντός του κυκεώνος εκείνου του πλήθους όπως ανεύρη τον απολεσθέντα μικρόν, περιερχόμενος από τα καταστήματα των αθυρματοπωλών [62] εις τα τραπέζια των πωλητών των γλυκυσμάτων, ερευνών και εξετάζων· αλλ' εις μάτην, το τέκνον της δεν ανευρέθη.

Αι κραυγαί της κυρίας Θεοδώρας επετάθησαν, ευθύς ως είδε τον σύζυγον επανερχόμενον άπρακτον.

 — Το παιδί μου! εβόα ολοφυρομένη, το παιδί μου . . . θα μου το 'πήραν οι Εβραίοι!

Αι φωναί της κυρίας Παραδαρμένου και η παράδοξος αυτή εικασία ότι οι Εβραίοι εύρον την ευκαιρίαν ν' αρπάσουν το τέκνον της την παραμονήν της πρώτης του έτους εις το κεντρικώτατον μέρος της πόλεως και επί παρουσία μυριάδων λαού εκίνησαν την περιέργειαν πολλών και ήρχισεν ήδη να σχηματίζεται συνάθροισις περί την απορφανισθείσαν οικογένειαν. Ο ατυχής πατήρ παραλαβών την απαρηγόρητον σύζυγον και την θυγατέρα του, ήτις ανεπόλει μετά τρόμου κατ' εκείνην την στιγμήν διάφορα τραγικά επεισόδια αρπαγής παιδίων, τα οποία είχεν αναγνώσει εις τας επιφυλλίδας των εφημερίδων, επορεύθη εις την κατοικίαν του με την αμυδράν ελπίδα ότι ίσως είχεν επιστρέψει εκεί ο υιός του μετά την εξαφάνισίν του. Καθ' οδόν αντήχουν γοεροί οι λυγμοί της κυρίας Θεοδώρας, ήτις εν τω μέσω του πένθους της εύρισκε καιρόν ν' αποτείνη πικράς παρατηρήσεις προς τον σύζυγόν της:

 — Εσύ, μωρέ κακομοίρη, τα φταις! . . . Πού τα είχες τα στραβά σου και άφησες να χαθή το παιδί;

Η αγωνία ευτυχώς δεν διήρκεσε πολύ. Ο κ. Ζαχαρίας προπορευθείς, αφού κατέφερεν ισχυρόν λάκτισμα κατά του Μαύρου, όστις προσήλθε σείων την ουράν διά να υποδεχθή αυτόν, είδε τον Μιμίκον εις την είσοδον της οικίας. Ο πατήρ εξέφερε στεναγμόν ανακουφίσεως, φιλοδωρών άμα και δι' ενός κολάφου τον ανευρεθέντα υιόν· δύο δάκρυα ανέβλυσαν από τους ικτερικούς οφθαλμούς της δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ η μήτηρ δραμούσα ανήγειρε και ησπάζετο μετά φιλοστόργου περιπαθείας το τέκνον της, ερωτώσα:

 — Σου εκάμανε τίποτε; . . . σου εκάμανε τίποτε; . . .

Και ήτο τόση η συγκίνησις και η ταραχή της, ώστε δεν εννόησεν, ότε τον ανήγειρεν, ότι το βάρος του Μιμίκου ήτο εκτάκτως ανώτερον του συνήθους και ότι η γαστήρ του είχε λάβει επιφόβους διαστάσεις.

Εν τοσούτω οι από της πρωίας κόποι, οι δρόμοι, αι αλλεπάλληλοι συγκινήσεις είχον κινήσει την όρεξιν της οικογενείας. Άλλως τε ο αξιότιμος κ. Ζαχαρίας έπρεπε να δειπνήση ενωρίς, διότι ήτο προσκεκλημένος εις την οικίαν παλαιού του φίλου, αρχαίου συμβολαιογράφου, και είχε φροντίσει μάλιστα να εφοδιασθή από πρωίας δι' ενός φυσεκίου γαζετών, επειδή έμελλον να παίξουν και χαρτιά «διά το καλόν του χρόνου». Διό η Βασίλω διετάχθη να στρώση το τραπέζι και να φέρη την πίτταν.

Είχεν ήδη συναχθή περί την τράπεζαν η οικογένεια και ανέμενεν, ότε η Βασίλω επανήλθεν έντρομος, τραυλίζουσα, ωχρά υπό την καλύπτουσαν το πρόσωπόν της ακαθαρσίαν.

 — Η πίττα, είπε, δεν ηξεύρω τι έγινε . . . δεν υπάρχει πλέον! . . .

Ο Ξέρξης βλέπων την καταστροφήν του στόλου του, ο Αύγουστος μανθάνων την σφαγήν των λεγεώνων του Ουάρρου δεν ησθάνθησαν έκπληξιν και οργήν μεγαλυτέραν αφ' όσην ησθάνθη η κυρία Παραδαρμένου διά το αιφνίδιον άκουσμα.

 — Τι λες, μωρή δαιμονισμένη; ανέκραξε και ώρμησεν εις το μαγειρείον, παρακολουθουμένη υπό των λοιπών.

Η πίττα είχε τω όντι εξαφανισθή. Το ταψίον κομισθέν υπό του υπηρέτου του φούρναρη κατά την απουσίαν της οικογενείας ευρίσκετο επί της τραπέζης, αλλ' εντός αυτού μόλις διεσώζοντο ολίγα ελεεινά ψιχία, μόλις απέμενον ολίγα ελεεινά ίχνη εκ της ροδοκοκκίνης και καλοψημένης κρούστας.

 — Εσύ την έφαγες! ανεβόησεν η οικοδέσποινα και επέπεσε κατά της Βασίλως με διαθέσεις καννιβαλικάς.

Και αι τρίχες της κόμης της υπηρετρίας απεσπώντο μανιωδώς και κατέπιπτον βροχηδόν ως κάρφη ανατινασσόμενα εις το αλώνιον υπό του δικράνου, και αι οξείαι και αλγειναί κραυγαί της προυκάλουν την συρροήν περιέργων εκ του παρακειμένου παντοπωλείου.

 — Εσύ την έφαγες μαζί με τον αγαπητικό σου, με εκείνον τον βρωμιάρη! . . . εβόα αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, ενώ οι στιβαροί γρόνθοι της κατέπιπτον επί της ράχεως του θύματός της.

 — Εγώ την έφαγα ή ο γυιόκας σου; απήντα η Βασίλω, ήτις βαρυνθείσα επί τέλους ήρχισε ν' ανταποδίδη τα ίσα προς την κυρίαν της. ·

Ο γυιόκας σου! . . η λέξις αύτη εφώτισε διά μιας την κατάστασιν και πρώτος ο κύριος Ζαχαρίας εννόησε τα διατρέχοντα. Κατ' αρχάς και αυτός είχεν υποπτεύσει την Βασίλων ως ένοχον του στυγερού εγκλήματος, αλλ' η στάσις και αι διαμαρτυρίαι αυτής εκλόνισαν την πεποίθησίν του, αι υποψίαι του τότε μετέπεσον επί του Μαύρου και οι πόδες του προ των ομμάτων ανεζήτησαν το κακούργον τετράποδον. Αλλ' ο ατυχής Μαύρος ευρίσκετο εις μίαν γωνίαν, αμεριμνών δι' όλην εκείνην την τιτανομαχίαν, διότι ήτο, φαίνεται, συνηθισμένος εις τας τοιαύτας σκηνάς και εμάσσα έν ξεροκόμματον με τόσην όρεξιν, ώστε ο δικαιοκρίτης κ. Ζαχαρίας, ο ακέραιος λειτουργός της Θέμιδος, δεν ηδύνατο να παραδεχθή ότι ο σκύλος του ήτο τόσον πανούργος, ώστε να υποκρίνεται τον πεινασμένον, ενώ προ ολίγης ώρας είχεν ευφρανθή διά πλουσίας και εκλεκτής ευωχίας. Ο γυιόκας του! . . . αυτός θα ήτο βέβαια ο δράστης τοσούτω μάλλον, όσον από της ενάρξεως της σκηνής είχε γίνει άφαντος.

Και ήτο αυτός πράγματι ο ένοχος. Αποχωρισθείς κατά τύχην των γονέων του εν τη οδώ Ερμού και μη ανευρών αυτούς μετά τινας ερεύνας ο μικρός κατεργάρης επανήλθε μόνος του εις τον οίκον, ιδών δε κατ' εκείνην την ώραν κομισθείσαν πίτταν κατελήφθη υπό του πειρασμού. Η Βασίλω αγνοούσα την επιστροφήν του ευρίσκετο κατ' εκείνην την ώραν εις τρυφεράν συνέντευξιν μετά του συμπατριώτου της στρατιώτου και η ευκαιρία τον ενεθάρρυνεν. Έκοψε κατ' αρχάς έν μικρόν τεμάχιον και επειδή η όρεξίς του κατά το λόγιον τόσον μάλλον ηύξανεν όσον μάλλον έτρωγε, την έφαγεν όλην, μεθ' ό ανέμενε θαρραλέως τα γενησόμενα:

 — Γυναίκα, γυναίκα! . . . είπεν ο κ. Ζαχαρίας παρεμβαίνων, έλα τώρα άφησέ την.

Και μετά κόπου βοηθούμενος και υπό της Ουρανίας κατώρθωσε ν' αποχωρίση τας δύο συμπλακείσας, αι οποίαι διά των περιστροφών του εαυτών σώματος είχον αποτελέσει σύμπλεγμα πλαστικόν αξιοθέατον, ανάλογον προς το του Λαοκόοντος. Εννοείται ότι τον Δράκοντα δεν αντεπροσώπευεν εν αυτώ η Βασίλω.

Ο ένοχος ανευρέθη και συνελήφθη, μετά σύντομον δε διαδικασίαν κατά την οποίαν το ους αυτού ήλθεν εις συχνήν επαφήν μετά της πατρικής χειρός, η ενοχή του εξηκριβώθη. Ήδη ο κ. Ζαχαρίας ητοιμάζετο να αποτείνη διά της παλάμης ευγλώττους παραινέσεις επί του αυχένος του γόνου του· ήδη η κυρία Θεοδώρα εξέτεινεν επιτακτικώς την χείρα λέγουσα προς τον σύζυγον να της κάμη την χάριν να μη πειράξη το παιδί «διότι έκαμε και αυτό μίαν αταξίαν ωσάν παιδί», αλλέως θα είχε να κάμη μαζί της· ήδη η Ουρανία προβλέπουσα νέαν οικογενειακήν ρήξιν εβίαζε τους δακρυχόους αδένας των οφθαλμών της να χύσουν δάκρυα ικεσίας, ότε διά μιας ο κ. Ζαχαρίας έστη ως ηθοποιός καταλαμβανόμενος εν τω μέσω της πράξεώς του υπό αιφνιδίου λογισμού και αφήκε φωνήν σπαρακτικήν.

 — Και το φλωρί; είπεν.

Ε, βέβαια, και το φλωρί; . . . τι είχε γίνει το φλωρί; Εκείνο, καλέ, το κωνσταντινάτον, το οποίον του είχε χαρίσει ο φίλος του ο έφορος εις το Μελιγαλά και το οποίον τακτικά από του πρώτου έτους του γάμου του εχρησίμευε διά την πίτταν της Πρωτοχρονιάς, εξαγοραζόμενον τακτικώς κατ' έτος διά τριάκοντα λεπτών, τα οποία γενναιοδώρως έδιδεν ο Ζαχαρίας προς τον ευτυχή κάτοχον του τμήματος της πίττας, εν ώ περιείχετο; Τι είχε γίνει το φλωρί, το ιερόν κειμήλιον, το παλλάδιον [63] της οικογενείας; Βεβαίως κατεβροχθίσθη μετά της πίττας και κατά την στιγμήν εκείνην εξετέλει μυστηριώδη πορείαν εντός των εσωτερικών λαβυρίνθων του οργανισμού του λαιμάργου υιού του. Οία βεβήλωσις!

Χωρίς να θέλη ο πράος κ. Ζαχαρίας, ο ειρηνικός κ. Ζαχαρίας ήρπασεν από της εστρωμένης τραπέζης έν μαχαίριον και διά της άλλης χειρός ανέτρεψε τον υιόν του σπαρακτικώς οιμώζοντα.

Ήτο εξαισία η στάσις εκείνη του πατρός, στάσις Αβραάμ ετοίμου να φονεύση τον Ισαάκ του, ενώ η Ουρανία ερρίπτετο ικετευτικώς παρά τα γόνατά του επικαλουμένη το έλεός του. Αλλά την χείρα του νέου Αβραάμ δεν ανεχαίτισεν άγγελος εξ ουρανού· απεναντίας η αποτρέψασα την αιματοχυσίαν ήτο η κυρία Θεοδώρα. Ο σάρκινος όγκος της κυρίας Παραδαρμένου ανετινάχθη, όταν είδε τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχεν ο υιός της, και με την φωνήν εκείνην την επιτακτικήν, εις την οποίαν προ εικοσαετίας ήτο συνηθισμένος να υπακούη ο πειθήνιος σύζυγος, εβόησεν:

 — Άφησε, βρε ξεκουτιάρη, αυτάς τας ανοησίας να μη τρομάξη το παιδί . . . Αύριον το ευρίσκεις το φλωρί σου! . . .

Η μάχαιρα κατέπεσεν από τας χείρας του μιαιφόνου πατρός. Αύριον! . . . η κυρία Θεοδώρα είχε δίκαιον. Κατά τους αναλλοιώτους φυσικούς νόμους το φλωρίον έμελλε την επομένην να ίδη πάλιν το φως της ημέρας.

Η ιδέα αύτη κατεπράυνε την μήνιν του κ. Ζαχαρία, όστις, αφού ησπάσθη τον Μιμίκον, επλήρωσεν οίνου το ποτήριόν του και υψώσας αυτό εύχαρις είπε προς την σύζυγον και την θυγατέρα:

 — Έλα! . . . και του χρόνου!

        (1890)


Οι πλάκες

Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ


 — Κυρ Μωυσή! . . . Ε, κυρ Μωυσή! . . . πού είνε; . . . Η φωνή του γηραιού Σαβαώθ αντήχησε βροντώδης εις τον Παράδεισον, του οποίου η ηλιοφεγγής και διαυγεστάτη ατμόσφαιρα εσείσθη εκ του ήχου.

Ο ταξιάρχης Γαβριήλ παρέστη μετά φόβου και σεβασμού ενώπιον του Υψίστου.

 — Αγιώτατε, είπεν ο αρχάγγελος, ο Μωυσής προ ολίγου ήτο εκεί κάτω μαζί με τον Ηλίαν και με τον Νώε . . .

 — Να έλθη εδώ αμέσως!

Ο Γαβριήλ εξεκίνησε και σχεδόν εν ακαρεί έφθασεν εις την άλλην άκραν του αχανούς Παραδείσου, χάρις εις τα τεράστια εκείνα βήματα, τα οποία απέδωκεν εις αυτόν η φαντασία του ποιητού μας Παναγιώτου Σούτσου, περιγράφοντος αυτόν εις τον Μεσσίαν ως διανύοντα δι' ενός μόνου βήματος την απόστασιν την υπάρχουσαν μεταξύ του Ηλίου και του Αραράτ!

Ο Σαβαώθ ανέμενεν εν τούτοις σύννους και μετρών το κομβολόγιόν του.

 — Βάρυπνος εξύπνησε σήμερα ο Πανάγαθος! είπε πονηρώς έν μικρόν Χερουβείμ.

 — Κάνε τη δουλειά σου εσύ! είπεν επιτιμήσας αυτό αυστηρώς ο διευθύνων την ουράνιον ορχήστραν αρχάγγελος.

Ότε ο προφήτης με την μεγάλην λευκήν του γενειάδα ενεφανίσθη ενώπιον του Σαβαώθ, ενόησεν εκ του βλοσυρού βλέμματος το οποίον έρριψεν επ' αυτού ο Αιώνιος, ότι περί σοβαρού τινος επρόκειτο.

 — Πού μου ήσουν, κυρ Μωυσή, οπού σ' εζητούσα; ηρώτησεν αυτόν δυσθύμως και σχεδόν αποτόμως.

 — Εκεί κάτω, Αγιώτατε, συνωμιλούσαμεν μαζί με . . .

 — Συνωμιλούσατε; . . . βέβαια! κουβέντα και ραχάτι! . . .

Και τι σας μέλει την ευγένειά σας! . . . Και τι τον μέλει τον κυρ Ηλία! . . . πάει ο καιρός οπού του επήγαιναν τροφή τα κοράκια εις το σπήλαιον! Εδώ εις τον Παράδεισον έχει καλό χουζούρι! . . .

 — Αγιώτατε! . . .

 — Σιωπή και άκουε. Δεν πάμε καλά, κυρ Μωυσή· είνε πολύς καιρός οπού το βλέπω· εχθές είδα και τας μηνιαίας καταστάσεις της κινήσεως του Παραδείσου . . . Λίγος κόσμος, πολύς λίγος μπαίνει. Οι στερεότυποι και οι συνηθισμένοι κανένας επαίτης σακάτης, κανένας γέρος μοναχός, κανένας δυστυχισμένος μέτοχος χρεοκοπησάσης εταιρείας, κανένας ταλαίπωρος συνταξιούχος των 15 δραχμών . . .

 — Το βλέπω κ' εγώ! είπε περιλύπως ο Μωυσής.

 — Ενώ εκεί κάτω, εξηκολούθησεν ο Άναρχος ρίπτων βλέμμα φθόνου σχεδόν προς το εν τω μέσω των νεφελών διαφαινόμενον χάος, όπου ήστραπτεν εκ διαλειμμάτων η ερυθρά αντανάκλασις των φλογών της Κολάσεως, εκεί κάτω φαίνεται ότι κάμνουν δουλειά χρυσή. Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης· δεν μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς· πηγαίνουν μόνοι τους οι μουστερήδες! [64] Άλλοτε ήρχετο κάπου κάπου να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανένα, τον Ιώβ, τον Φάουστ . . . τώρα ούτε δεν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά!

 — Αυτό ελέγαμε και ημείς με τον Νώε και τον Ηλίαν!

 — Ε, και τι ελέγατε; . . .

 — Ότι πρέπει να γίνη ρεκλάμα, όπως κάμνει η Εταιρεία του Σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς διά το Φάληρον, να διοργανώσουν τίποτε ιπποδρομίας ο άγ. Γεώργιος και ο άγ. Δημήτριος . . .

 — Καλό κι αυτό, είπεν, αφού εσκέφθη ολίγον ο Σαβαώθ, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζονται μέτρα ριζικώτερα !! . . . Δεν μου λέγεις, Μωυσή, πόσος καιρός είνε που εδημοσιεύσαμεν τον Δεκάλογον;

 — Μα! . . . ξεύρω κ' εγώ; Πού μπορεί κανείς να υπολογίση τώρα με την νέαν επιστήμην!

 — Επάνω κάτω! . . .

 — Επάνω κάτω . . . πέντε χιλιάδες χρόνια! . . .

 — Πέντε χιλιάδες χρόνια! επανέλαβε σείων την κεφαλήν ο Σαβαώθ. Εκατάλαβες! πέντε χιλιάδες χρόνια! . . . ένας λόγος είνε! πολλά πράγματα ημπορούν να γηράσουν μέσα εις αυτό το διάστημα. Κοντεύω να γηράσω εγώ από τότε . . . και ας με λέγουν Αιώνιον! προσέθηκε μειδιών και παρατηρών την κατάλευκον γενειάδα του:

 — Λοιπόν τι λέγετε, Αγιώτατε;

 — Ο Δεκάλογός μας εγήρασε πολύ, Μωυσή, από τότε . . · Πρέπει να επιφέρωμεν μεταρρυθμίσεις εις αυτόν . . . μεταρρυθμίσεις ριζικάς. Ας κάμωμεν μίαν δοκιμήν εκ του προχείρου. Λέγε μου, σε παρακαλώ, μίαν μίαν τας εντολάς.

Ο Μωυσής ήρχισε να ξέη το ους.

 — Εκατάλαβα! είπεν ο Ύψιστος, στοιχηματίζω πως τας εξέχασες! . . .

 — Μα! . . . ύστερα από πέντε χιλιάδες χρόνια! είπεν ο Μωυσής μειδιών.

 — Και έχουμε την απαίτησιν να τας ενθυμήται ο κόσμος, αφού δεν τας ενθυμείσαι συ οπού τας έγραψες! Φέρε γρήγορα τας πλάκας.

Ο Μωυσής απελθών εκόμισε τη βοηθεία δύο αγγέλων τας δύο βαρυτάτας πλάκας του δεκάλογου, τας οποίας έλαβεν επί του Σινά.

 — Φαντάσου καιρός που επέρασε από τότε, είπεν ο Πανάγαθος· εγράφαμεν ακόμη εις την πλάκα!

Το παρεστώς πλήθος του Χερουβείμ και Σεραφείμ ανεκάγχασε διά το λογοπαίγνιον του Κυρίου.

Ο Μωυσής ήρχισε ν' αναγινώσκη μίαν προς μίαν τας εντολάς του θείου νόμου:

 — Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου κτλ.

 — Αυτό είναι το μόνον άρθρον οπού εξασφαλίζει την δυναστείαν μου, μολονότι . . . ας είνε· παρακάτω!

 — Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα . . .

 — Ας είνε και αυτό! . . . Φθάνει να κάμνουν τα ομοιώματα με τέχνην, διότι έτυχε να ιδώ κάτι Πλάτωνας εμπρός εις την Ακαδημίαν των Αθηνών! . . . Δεν πειράζει· λέγε παρακάτω.

 — Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω . . .

 — Τώρα το προκόψαμε! ανέκραξεν ο Άναρχος· το όνομά μου; Αχ! πόσα ακούει κάθε μέρα το κακόμοιρο! . . . Αλλά πάλι τι θ' ακούσω αν δεν ήτο και αυτή η απαγόρευσις! . . . Εξακολούθει.

 — Μνήσθητι την ημέραν των Σαββάτων αγιάζειν αυτήν . . .

 — Ναίσκε! . . . Αλλά έχομεν τους Διαμαρτυρομένους, βλέπεις, οπού εμβαίνουν εις τον Παράδεισον μόνον και μόνον διότι δεν γδύνουν τον πλησίον την ημέραν του Σαββάτου. . . . δηλαδή της Κυριακής. Εδώ τα μπλέξαμε με το Σάββατον και την Κυριακήν, σαν να ήμεθα συντάκται ελληνικών νομοσχεδίων. Αν αποκλείσωμεν και αυτήν την αρετήν, όλοι οι λόρδοι θα πηγαίνουν εις την Κόλασιν και δεν μας συμφέρει. Παρακάτω.

 — Ου φονεύσεις. . . .

 — Α, μάλιστα! . . . Αλλά για να ιδούμε τώρα με την απαγόρευσιν της οπλοφορίας.

 — Ου . . .

 — Εμπρός!

 — Ου . . . ου . . . ! επανέλαβεν ο Μωυσής διστάζων.

 — Ούξις και ξερός! είπεν ο Σαβαώθ ανυπομονών, λέγε! . . .

 — Αλλά, Αγιώτατε. . . .

 — Εκατάλαβα, είπεν ο Σαβαώθ· είνε η εβδόμη εντολή! . . . Μουρντάρικη δουλειά! . . . Και μολονότι έχομεν εδώ μέσα τον Προφητάνακτα, ο οποίος τα έψησε με τη γυναίκα του Ουρία . . . οπωσδήποτε η ηθική! . . . Πάρα πέρα! . . .

 — Ου κλέψεις . . .

 — Α! στάσου εδώ! . . . είπεν ο Ύψιστος. Εδώ δεν έχει καμμίαν δικαιολογίαν. Προ καιρού το έβλεπα ότι αυτή η εντολή ήτο περιττή. Τώρα επαράγινε το πράγμα! Μη πας μακριά· πιάσε την Ελλάδα· εκεί πέρα κλέφτουν ως και τα έμβρυα από την κοιλιά της μάννας των. Είνε τώρα κάμποσοι μήνες μάλιστα οπού δεν βλέπεις τίποτε άλλο παρά σειράν ατελευτήτων κλοπών. Από εκείνην την ευλογημένην χώραν οπού είχαμεν άλλοτε τους καλυτέρους μας πελάτας, τώρα δεν ημπορεί ούτε ένας να εμβή εις τον Παράδεισον. Άνθρωποι οι οποίοι εγήρασαν εις την αρετήν και την τιμιότητα, άνθρωποι οι οποίοι ως και εις τον εσπερινόν επήγαιναν, ακούς! απεδείχθησαν εις το ύστερον κλέπται! Είνε απελπισία!. . . . αυτή η εντολή πρέπει να καταργηθή.

Ο Μωυσής ηθέλησε ν' αντιτείνη συνηγορών υπέρ της ακεραιότητος του δεκαλόγου του, ότε αίφνης θόρυβος μέγας ηκούσθη παρά την είσοδον του Παραδείσου και πριν ή προφθάση ο Ύψιστος να ερωτήση τι τρέχει ενεφανίσθη ο Πέτρος ολοπόρφυρος εκ του θυμού.

 — Μ' έκλεψαν, Θεέ μου! εβόα θρηνωδώς ο Απόστολος μ' έκλεψαν! . . . Ολίγας μετοχάς οπού είχα . . . τας οικονομίας μου! . . .

 — Ποίος σ' έκλεψεν; ηρώτησεν ο Σαβαώθ.

 — Ένας πρώην υπουργός Έλλην και ένας πρώην ταμίας! . . .

 — Ορίστε! είπεν ο Ύψιστος αποτεινόμενος προς τον Μωυσήν, τα βλέπεις; Ως κ' εδώ μέσα! Αν δεν καταργήσωμεν την εντολήν, θα διώξωμεν και αυτούς οπού υπάρχουν μέσα!

Και επειδή ο Μωυσής ακόμη εδίσταζεν, ο Ύψιστος ενέτεινε την δεξιάν και διά του θείου του δακτύλου διέγραψεν από της πλακός την ογδόην εντολήν.

Και ταυτοχρόνως διέταξε ν' αναγγείλουν το γεγονός εις την Ιεράν Σύνοδον, διά να το ανακοινώση αύτη εις τους εκδότας των Κατηχήσεων.


Διαβολικό χέρι κρατά σφαιρίδιο

ΤΟ ΣΦΑΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ


Το θερμόμετρον είχεν ανέλθει πολύ την ημέραν εκείνην εις την επουράνιον χώραν. Ο Ύψιστος, αφού ηκροάσθη νωχελώς την μεταμεσημβρινήν συναυλίαν των αγγέλων, εξήλθε προς περιδιάβασιν, διηυθύνθη εις μέρος τι σκιερόν και ευάερον και εξαγαγών το εξ ηλέκτρου κομβολόγιόν του ήρχισεν αναγινώσκων την ιεράν Σύνοψιν.

Ήδη τα βλέφαρα του Παντοδυνάμου ήρχισαν να βαρύνωνται εκ της αναγνώσεως, ότε εγείρας το βλέμμα είδε κάποιον πλησιάζοντα. Ο κάποιος ούτος ήτο το πονηρόν πνεύμα, διότι, με όσα και αν λέγουν οι θεολόγοι, ο Σατανάς από της εποχής του Ιώβ διατελεί εις σχέσεις οικειοτάτας μετά του Δημιουργού και έχει ελευθέραν την είσοδον εις τον Παράδεισον.

 — Εσύ είσαι, Παμπόνηρε; είπεν ο Ύψιστος.

 — Εγώ, Αγιώτατε.

 — Κάτι απ' εδώ; . . τι μαντάτα; θα σ' έσφιξε η ζέστη, φαίνεται· φαντάζομαι τι καμίνι θα έχετ' εκεί κάτω!

 — Δεν με μέλει και πολύ· εσυνήθισα. Έπειτα εγώ δεν μένω και διαρκώς εκεί· τριγυρίζω.

 — Και από πού έρχεσαι τώρα, με το καλό;

 — Από την Ελλάδα.

 — Μπα! είπεν ο Θεός· και τι επήγες να κάμης εκεί;

 — Είχα μερικάς υποθέσεις ετελείωνεν ο μην και ήθελα να ξεκαθαρίσω μερικούς λογαριασμούς . . . ·έπειτα είχομεν και δημοτικάς εκλογάς . . .

Και ο Σατανάς εθώπευσε κρυφίως μετά πικρού μειδιάματος την εις το θυλάκιόν του εφημερίδα, την περιέχουσαν τον μηνιαίον εγκληματικόν απολογισμόν.

 — Μήπως ήσουν υποψήφιος; ηρώτησε σκωπτικώς ο Πανάγαθος.

 — Όχι, απήντησεν ο Διάβολος· μόνος εγώ δεν ήμουν.

 — Ξεύρεις όμως ότι μου επαραμπήκες εκεί πέρα εις την Ελλάδα; είπεν ο Θεός οπωσούν ωργισμένος.

 — Ε, κάμνω κ' εγώ μερικές δουλίτσες! απήντησε μετά πονηράς μετριοφροσύνης ο Σατανάς.

 — Να μου κάμης την χάριν να βγάλης την ουράν σου απ' εκεί· ξεύρεις ότι εγώ ιδιαζόντως αγαπώ αυτόν τον τόπον.

 — Τι λόγος! είπεν ο Διάβολος.

Και εμειδίασε σαρδωνικώς.

 — Δεν το πιστεύεις, μασκαρά; εξηκολούθησεν ο Παντοδύναμος· και όμως ιδού, εφέτος τους έκαμα τόσα καλά. Έρριψα βροχήν άφθονον διά να γίνη ευφορία σιτηρών· η σταφίς επήγε περίφημα και αν τα οικονομικά του τόπου δεν ευοδούνται δεν πταίω εγώ.

 — Ούτ' εγώ, υπέλαβεν ο υιός του σκότους.

 — Όσον ημπορώ τους προστατεύω και με το παραπάνω, εξηκολούθησεν ο Ύψιστος. Είνε τώρα χρόνια οπού μου υποβάλλει αίτησιν θεραπείας η χολέρα να υπάγη να κατοικήση εκεί καμπόσους μήνας και μολονότι είχε τόσα συστατικά από διαφόρους δημάρχους και νομάρχας και διευθυντάς αστυνομίας δεν ενέκρινα την αίτησίν της. Σου επαναλαμβάνω ότι αγαπώ τον τόπον αυτόν, διότι εκεί εδοξάσθη περισσότερον το όνομά μου. Μου αρέσει η ιστορία του λαού του, μου αρέσει η γλώσσα του . . . μολονότι παρατηρώ ότι ήρχισε και αυτή να μουρδαρεύη και φαίνεται ότι θα είνε ιδική σου ενέργεια.

 — Όχι, είπε διακόπτων αυτόν εντόνως και διαμαρτυρόμενος ο Πονηρός. Εις αυτό δεν έχετε διόλου δίκαιον, Αγιώτατε. Αυτήν την ευθύνην δεν την αναλαμβάνω και απόδειξις είνε ότι εις την κόλασιν επιβάλλω ως βασανιστήριον εις τους βαρυποίνους την ανάγνωσιν μερικών ελληνικών πεζογραφιών και ποιημάτων.

 — Τέλος πάντων καλά θα κάμης να τραβήξης απ' εκεί το χέρι σου. Έπειτα χάνεις άδικα τον κόπον σου, κακομοίρη μου· πήγαινε πάρα πέρα να κάμης τα δικά σου· εις την Βουλγαρίαν, παραδείγματος χάριν, οπού είνε σχισματικοί.

Μειδίαμα χλευαστικόν διεγράφη επί του ευρέος στόματος του Διαβόλου.

 — Δεν πιστεύεις; τον ηρώτησεν ο Θεός πεισμωμένος.

 — Τι να σας ειπώ! Αναγνωρίζω την πανσοφίαν σας, αλλά καμμίαν φοράν πάσχει και αυτή διαλείψεις . . . Τα χρόνια βλέπετε, τα γηρατειά!

 — Τι λέγεις, αυθάδη! ανέκραξεν ο Ύψιστος παραφερόμενος.

 — Μη θυμώνετε, Αγιώτατε, είπεν ο Σατανάς μετά φλέγματος· ας θέσωμεν καθαρά το ζήτημα, νομίζετε ότι εις τον τόπον αυτόν υπερισχύει αποκλειστικώς η Αγιότης σας;

 — Αναμφιβόλως· έχεις κ' εσύ ένα μικρόν μερίδιον, δεν σου λέγω, κάτι φόνους, κάτι ληστείας, κάτι βιασμούς . . . σε άφησα κ' επήρες λιγάκι επάνω σου, διότι είχα αλλού τον νουν μου. Αλλά και πάλιν τι είν' αυτά απέναντι εις τόσας αρετάς, εις τόσην φιλοπατρίαν, εις τόσην φιλογένειαν, εις τόσην φιλανθρωπίαν, εις τόσην ευσέβειαν! . . . Το γνωρίζεις κύριε, ότι το παρελθόν έτος κατηναλώθησαν εις την Ελλάδα πεντακόσιοι χιλιάδες οκάδες ταραμά;

 — Τι λύσσα ευσεβείας! είπε καθ' εαυτόν ο Σατανάς μετά μειδιάματος. Και όμως, προσέθηκεν, ημπορώ να σας αποδείξω ότι πλανάσθε.

 — Θα ήμουν πολύ περίεργος να το ιδώ.

 — Ημπορούμεν και τώρα να κάμωμεν το πείραμα.

 — Τίνι τρόπω;

 — Απλούστατα· διατάξατε να φέρουν μίαν ζυγαριάν πολύ μεγάλην.

 — Ζυγαριάν; . . . τι να την κάμωμεν!

 — Να ζυγίσωμεν τα κεφάλαιά μας και να ιδούμεν τίνος είνε τα μεγαλύτερα.

 — Με προκαλείς; . . . Ας είνε! θα διατάξω τώρα αμέσως να φέρουν την ζυγαριάν, αλλά κύτταξε καλά μη την πάθης! . . . Έχω πέντε κεραυνούς ετοίμους να σε ζεματίσω διά την αυθάδειάν σου, τραγογένη!

Και διά της μεγάλης αργυράς συρίκτρας του ο Πανάγιος προσεκάλεσε τα Χερουβείμ και τα διέταξε να κομίσουν αμέσως μίαν μεγάλην ζυγαριάν.

 — Να είνε όσον το δυνατόν μεγαλυτέρα! είπεν ο Σατανάς προς τα Χερουβείμ απερχόμενα.

Η θεία διαταγή εξετελέσθη παραχρήμα· μετ' ολίγον εθεάθη λόχος αγγέλων κομίζων μετά πολλού κόπου υπερμεγέθη πλάστιγγα, την οποίαν έστησεν ενώπιον του Δημιουργού.

 — Έχετε τα πρωτεία, είπεν ο Διάβολος ευγενώς, βάλετε τα κεφάλαιά σας εις το ένα μέρος.

Ο Παντοδύναμος μετά περιεργείας, αλλά και μετά πείσματος ήρχισε να τοποθετή όλα τα αντικείμενα, τα αντιπροσωπεύοντα την μερίδα του, νοσοκομεία, σχολεία, ορφανοτροφεία, δωρεάς, αρχιερείς και πρεσβυτέρους, ιεροκήρυκας, μοναστήρια και ηγουμενοσυμβούλια, εν Χριστώ αδελφότητας, ηθικά και θεολογικά συγγράμματα, βαρέλια ταραμά και σάκκους φασολίων και παντοία άλλα, των οποίων απετελέσθη πυραμίς τεραστία και αλλόκοτος.

Ο Διάβολος εθεάτο απαθώς τον όγκον αυτόν ολονέν ανυψούμενον.

 — Έχετε άλλα; ηρώτησε μετά την αποπεράτωσιν της τοποθετήσεως.

 — Έχω και μερικούς επιτρόπους εκκλησιών αρκετά καλοθρεμμένους, είπεν ο Θεός.

 — Βάλετε και αυτούς, είπεν αταράχως ο Διάβολος.

Και ο όγκος της πυραμίδος ηυξήθη επαισθητώς διά της προσθήκης των επιτρόπων.

 — Μήπως εξεχάσατε τίποτε; ηρώτησεν ο Σατανάς.

 — Εξέχασα πραγματικώς ένα καθηγητήν της Θεολογίας, αλλά σου τον χαρίζω. Είνε τόσον πολύσαρκος εκ της καλοφαγίας, ώστε αυτός μοναχός κάμνει δι' όλα τα ιδικά σου κεφάλαια.

 — Να τον προσθέσετε και αυτόν!

Και επειδή ο Σατανάς επέμενεν, ετέθη τέλος εις την κορυφήν του σωρού και ο καθηγητής και η πλάστιγξ έτριξε γοερώς υπό το βάρος του.

 — Ορίστε τώρα και η ευγένειά σας, είπεν ο Ύψιστος μυκτηριστικώς [65] , βάλετε τα κεφάλαιά σας.

Ο Διάβολος έχωσε την τριχωτήν χείρα με τους οξείς όνυχας εις το θυλάκιόν του και εξήγαγε μικρόν αντικείμενον σφαιρικόν, τεφρόχρουν.

 — Τι είν' αυτό; ηρώτησεν ο Ύψιστος παρατηρών διά των διοπτρών του μετά περιεργείας το αντικείμενον.

 — Είνε εκλογικόν σφαιρίδιον, απήντησεν αταράχως και σοβαρώς ο Πειρασμός.

 — Αυτό είνε όλα σου τα κεφάλαια;

 — Αυτό.

 — Δεν έχεις άλλα;

 — Όχι· αυτό αρκεί.

 — Κοροϊδεύεις;

 — Διόλου.

 — Έλα, Χριστέ και Παναγία! είπεν ο Ύψιστος σταυροκοπούμενος.

 — Λοιπόν· ιδού οπού το θέτω εις την πλάστιγγα.

 — Ας ιδούμεν και αυτό το θαύμα!

Και το αποτέλεσμα πραγματικώς υπήρξε θαυμάσιον· διότι ευθύς ως το μικροσκοπικόν μολύβδινον σφαιρίδιον απετέθη επί της πλάστιγγος, αύτη ήρχισε να κλίνη μετά καταπληκτικής ροπής προς το μέρος του σφαιριδίου, ενώ εις το αντίθετον μέρος η τεραστία συμμιγής πυραμίς ανυψούτο ελαφρά, ως ν' απετελείτο εκ πτίλων.

 — Μπα που να σε πάρη ο εαυτός σου! ανέκραξεν ο Πάνσοφος έκπληκτος και πεισμωθείς εν ταυτώ. Κάτι καλπονόθευσιν θα έκαμες . . . αφού μάλιστα έρχεσαι από την Ελλάδα . . . Στάσου να σε διορθώσω εγώ!

Και ητοιμάσθη να εξακοντίση κατ' αυτού ένα κεραυνόν.

 — Κρίμα εις την πανσοφίαν σου, αφού δεν ηξεύρεις την δύναμιν αυτού του σφαιριδίου! είπεν ο Διάβολος μετά θριαμβευτικού και χλευαστικού γέλωτος.

Και ετράπη εν τάχει εις φυγήν.

Ο Ύψιστος έμεινε σύννους και μετ' ολίγον παραλαβών το σφαιρίδιον επέστρεψεν εις τον Παράδεισον σύνοφρυς και βλοσυρός και διέταξεν αμέσως να προσέλθη ο άγιος Πέτρος.

 — Κύτταξε καλά τα κατάστιχά σου, είπεν ο Ύψιστος προς τον επουράνιον θυρωρόν, και αν τυχόν ευρίσκεται εδώ πέρα αυτός οπού εφεύρεν αυτό εδώ το αντικείμενον — και έδειξε το σφαιρίδιον — να μου τον στείλης άναυλα εις την Κόλασιν, με όσα καλά και αν έχη καμωμένα. Έγινα ρεζίλι σήμερον με αυτό το πράγμα! . . . Είνε του Διαβόλου συνεργεία. Εις τον Παράδεισον ούτε επέτρεψα ούτε θα επιτρέψω να υπάρχη· όσον αφορά την Γην, θα σκεφθώ! . . .

Και έμεινε μέχρι βαθείας νυκτός αναγινώσκων το Συνταγματικόν δίκαιον του μακαρίτου Σαριπόλου.


διακοσμητικό

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΑΜΙΣΟΝ


Σήμερον είνε η ημέρα των ευχών. Απ' όρθρου βαθέος αν ακούσητε τον κώδωνα της θύρας σας κρουόμενον, εστέ βέβαιοι ότι κάποιος έρχεται να σας προσφέρη ευχάς. Οι οδοκαθαρισταί οι καθορίζοντες τας οδούς, εις τας οποίας πνίγεσθε τον χειμώνα εκ του βορβόρου, ασφυκτιάτε δε το θέρος εκ του κονιορτού· οι ανάπτοντες τους φανούς επί των οποίων προσκρούοντες θραύετε την ρίνα σας τας νύκτας, κατά τας οποίας η πανσέληνος λησμονεί τα δημοτικά της καθήκοντα και δεν επιφαίνεται εις το συννεφώδες στερέωμα· οι υδρονομείς, οίτινες κατά την ημέραν του καύσωνος σας αφήνουν να πάθετε εκ λύσσης, πριν επιτρέψουν εις το ύδωρ να διοχετευθή εις την κρήνην της συνοικίας σας· οι καμιναδοκαθαρισταί, οίτινες προσέρχονται επίσης ζητούντες φιλοδώρημα, αν και εις την οικίαν σας δεν υπάρχει άλλη εστία εκτός των φύλλων του ομωνύμου περιοδικού, εις το οποίον είσθε συνδρομητής· όλη τέλος η πολυώνυμος γενεά των Ειλώτων, όσοι εν τη καταμερίσει της κοινωνικής εργασίας ανέλαβον την επιστασίαν των μάλλον πεζών και αχαρίτων αναγκών του βίου, θα προσέλθουν προσφέροντες φύλλα πολύχροα χάρτου, εις τα οποία διά στίχων χωλών ή υπερτροφικών θα σας εύχωνται υγείαν και ευτυχίαν. Και η λιτανεία των ευχών θα σας καταδιώξη και εκτός του οίκου σας, θα σας ευχηθή ο βοηθός του κουρέως σας, ο υπηρέτης του καφενείου εις το οποίον συχνάζετε, ο υπηρέτης του εστιατορίου ένθα γευματίζετε. Εννοείται ότι όλαι αι ευχαί πληρώνονται κατά το μάλλον ή ήττον γενναίως· αλλ' ερωτώ· ποίαι είνε αι ευχαί αι οποίαι δεν πληρώνονται, αφού και αυταί αι προς τον Ύψιστον αποτεινόμεναι έχουν τιμολόγιον ωρισμένον, απαραβάτως τηρούμενον υπό των λειτουργών του;

Λοιπόν υγεία και ευτυχία!.. Αλλά δεν μου λέγετε, παρακαλώ, τι πράγμα είνε η ευτυχία; Όλοι περίπου γνωρίζομεν τι είνε υγεία. Όταν πάσχης μεν από ημικρανίαν, βασανίζεσαι μεν υπό αλγούντος οδόντος, νύττεσαι [66] μεν οδυνηρώς υπ' οξυτάτου ρευματισμού, όταν μεταβάλλονται μεν οι μυκτήρες σου εις εννεακρούνους εκ της καταρροής, αλλ' ο ιατρός αστεΐζεται μαζί σου και οι κληρονόμοι σου δεν έρχωνται προς επίσκεψίν σου, τότε θεωρείσαι υγιής. Αλλ' ευτυχής πότε είσαι; Τι πράγμα είνε αυτή η ευτυχία; Την είδετέ ποτε εις την οικίαν σας; την συνηντήσατέ ποτε καθ' οδόν; γνωρίζετε πού κείται η κατοικία της; ανεγνώσατέ ποτε εις την 4ην σελίδα των εφημερίδων ότι πωλείται που εις τας αποθήκας εκείνας των παντοειδών προμηθειών, όπου πωλούνται αυγοτάραχα, μυάγραι [67] , καστόρειοι πίλοι, πετρέλαιον και μυθιστορήματα; Αν σας ερωτήσουν δε τι είνε ευτυχία, τι θ' απαντήσετε; ή θα δώσετε ορισμόν εκ των τετριμμένων εκείνων και ανοήτων, των οποίων το υπόδειγμα παρέχουν τα νερόβραστα της μεταφυσικής συγγράμματα, ή θα σιωπήσετε, ως θα εσιώπα κοινοβιάρχης, ας υποθέσωμεν, ερωτώμενος τι είνε πόλκα μαζούρκα.