Την επαύριον άμα τη εξεγέρσει επικρατεί αληθής αναστάτωσις εν τη οικία. Η κυρία ηγέρθη επίτηδες πρωί και μετέβη εις την εκκλησίαν, όπως επιδείξη το μελιτζανί, εύρε δε ταυτοχρόνως τον τρόπον μεταξύ δύο σταυροκοπημάτων ν' αναγγείλη την έκτακτον απόφασιν εις μίαν φίλην. Μετά την επάνοδόν της εκ της εκκλησίας ο κ. Ζαχαρίας εξέρχεται όπως αγοράση τα εισιτήρια. Η κυρία Θεοδώρα προβαίνουσα από του παραθύρου φωνάζει εις τον σύζυγόν της μεγαλοφώνως, όπως ακουσθή υπό των γειτόνων, να εκλέξη τέσσαρα καλά εισιτήρια, και να είνε μεσαία, διότι αυτά είνε καλύτερα. Ο κ. Ζαχαρίας στρέφεται και την καθησυχάζει. Ο πίλος του υπό τας ακτίνας του ηλίου αποκτά χροιάν αιματόχρουν, το δε πανταλόνιόν του θαμβώνει τον κόσμον, αντανακλών τον ήλιον ως κάτοπτρον. Υπό θέρμην 36 βαθμών μεταβαίνει εις τον «Απόλλωνα», αλλ' εκεί μανθάνει ότι κατά την ώραν εκείνην τα εισιτήρια πωλούνται εις το καφενείον «Παρθενώνα». Επιστρέφει λοιπόν βλασφημών, οπτός ως ροσμπίφ, αγοράζει τα εισιτήρια εις τον «Παρθενώνα» και φθάνει εις την οικίαν του περίρρυτος εκ του ιδρώτος, όστις διαφεύγει και μέσον των υποδημάτων αυτού.
Η κυρία Θεοδώρα παρατηρούσα τα εισιτήρια και βλέπουσα 95, 97 κλπ. αρχίζει να επιτιμά τον σύζυγόν της ότι δεν είνε κατά σειράν. Ο κ. Ζαχαρίας ουδ' αυτός δύναται να εξηγήση το φαινόμενον· αλλ' επειδή τον διεβεβαίωσαν ότι οι αριθμοί ήσαν συνεχείς, υποθέτει ότι εις τα θέατρα, κατά το νεώτερον σύστημα, κατήργησαν τους διπλούς αριθμούς διά να φαίνωνται περισσότεροι οι θεαταί.
Η ημέρα παρήλθεν άνευ ετέρων επεισοδίων. Μόνον σφοδρά λογομαχία ηγέρθη περί της αιφνιδίου απωλείας 30 λεπτών, προωρισμένων διά πετρέλαιον, τα οποία είχε κλέψει ο Μιμίκος και εξοδεύσει ήδη εξ αυτών 15 διά ροδάκινα. Η κυρία Θεοδώρα υπώπτευεν ως ένοχον της κλοπής την Βασίλων και επεφυλάσσετο να κάμη την επαύριον τας ανακρίσεις φοβουμένη μη την ημέραν εκείνην ζητήση η υπηρέτρια να φύγη, αν της εγίνετο παρατήρησις, και ματαιωθή ούτως η διασκέδασις. Η δεσποινίς Ουρανία ανέγνωσεν είκοσι σελίδας του μυθιστορήματος, το οποίον ανεγίνωσκεν ολόκληρον τακτικώς κατά διμηνίαν. Η Βασίλω έχαιρε κρυφά και ηγαλλία διότι έμελλε την εσπέραν να μείνη μόνη, πράγμα σπάνιον και ασύνηθες εις την οικίαν εκείνην. Είχε δε λόγους να χαίρη περισσότερον, διότι την πρωίαν μεταβάσα εις του μπακάλη προς αγοράν βουτύρου, ανήγγειλε γεγωνυία τη φωνή την μέλλουσαν νυκτερινήν έξοδον της οικογενείας, και τούτο καθότι ευρίσκετο εντός Ανδριός τις επίστρατος, συμπατριώτης, πολλάκις διά λόγων και διά βλεμμάτων θερμών εκφράσας εις αυτήν την φλόγα του, όστις εκέρασεν επί τω ακούσματι 15 λεπτών μαστίχαν τους συντρόφους του.
Προς το εσπέρας η οικογένεια, κατά πάντα ενδυμένη και καλλωπισμένη, εδείπνησεν εν βία, διότι η ώρα της αναχωρήσεως προσήγγιζεν. Ο κ. Ζαχαρίας δι' όλου του απογεύματος κατείχετο υπό μελομανίας και εξετέλεσεν εξάκις ταπεινοφώνως έν χερουβικόν. Εις την τράπεζαν δεν είχεν όρεξιν πολλήν, διό παρήγγειλεν εις την Βασίλων να του φυλάξη το δείπνον, διά να το φάγη μετά το θέατρον. Τέλος εξεκίνησαν εν πομπή και παρατάξει μετά θορύβου τοιούτου, ως να εξεκίνει διά τα σύνορα τοπομαχική πυροβολαρχία. Η Βασίλω προέβη από του παραθύρου, στηριζομένη επί των χονδρών αγκώνων και μειδιώσα ηλιθίως, ο δε κ. Ζαχαρίας εκ της οδού συνέστησεν εις αυτήν μεγαλοφώνως να φυλάττη το σπίτι, μη τύχη και συμβή τίποτε. Οι γείτονες, η μαία, η σύζυγος του κλητήρος, ο μπακάλης προέβησαν από του παραθύρου, παριστάμενοι εις την παρέλασιν. Η κυρία Θεοδώρα εχαιρέτα εναβρυνομένη [51] , ο δε κ. Ζαχαρίας προσεπάθει να καταβιβάση το κίτρινον πανταλόνιον, το οποίον βραχυνθέν κατά το πλύσιμον εξικνείτο μέχρι του μέσου της κνήμης, αφήνον να φαίνωνται ολόκληρα τα χάσματα των υποδημάτων. Παρά το κίτρινον πανταλόνιον ήστραπτεν εις τας τελευταίας λάμψεις του λυκαυγούς το μελιτζανί της κυρίας Θεοδώρας και τα δύο εφαίνοντο εντός της αμφιλύκης [52] ως φωτεινά μετέωρα, απέναντι των οποίων ωχρία η λευκή εσθής της Ουρανίας, περιπατούσης με οφθαλμούς ημικλείστους και διαγραφούσης καμπύλας διά της ρινός εις τον αέρα. Ο Μιμίκος εξηκολούθει ροκανίζων τεμάχιον άρτου, μη προφθάσας να ρίψη την τελευταίαν πέτραν κατά της δαμασκηνέας. Ο σκύλος της οικογενείας Μαύρος ητοιμάσθη σαίνων την ουράν, να τους ακολουθήση, αλλ' ο κ. Ζαχαρίας και ο Μιμίκος κατεδίωξαν αυτόν διά ραβδισμών και λιθοβολισμών μέχρι της οικίας.
Από την συνοικίαν του αγίου Κωνσταντίνου, όπου κατώκουν, έφθασαν εις την πλατείαν της Ομονοίας. Εκεί η κυρία Θεοδώρα, κατανοήσασα το μήκος της οδού, εξέφρασε την επιθυμίαν περί αμάξης. Αλλ' ο αμαξηλάτης, προς τον οποίον απετάθη ο κ. Ζαχαρίας δεικνύων εν τη παλάμη τέσσαρα εικοσιπενταράκια, απήντησε μετά σπανίας ευγενείας ότι ημπορούσε να τα κρεμάση εις τον λαιμόν της γυναικός του. Η απάντησις εξήψε την οργήν του κ. Ζαχαρία και του ήλθεν όρεξις να εκπλύνη δι' αίματος την ύβριν. Αλλά, συλλογισθείς ότι, αν συνέβαινέ τι εις τον ηνίοχον, τα άλογα έμελλον να μείνουν ορφανά, εκινήθη εις τον οίκτον και υπέμεινε χριστιανικώς την αυθάδειαν.
Ήρχισαν λοιπόν την πεζοπορίαν υπό οιωνούς κακούς, και διά τούτο τα επεισόδια καθ' οδόν ήσαν θλιβερά. Κυκλοτερές ήμισυ λεμονίου ριφθέν υπό μιας μάγκας καθ' ετέρας επέτυχεν απεναντίας και κατεσπίλωσε το μελιτζανί φόρεμα της κυρίας Θεοδώρας, ήτις αφήκε κραυγήν λεαίνης πληγείσης. Ενώ δε ο κ. Ζαχαρίας έστρεφε τα νώτα όπως παρατηρήση, μικρός πωλητής του «Εθνικού Πνεύματος», ελαύνων από ρυτήρος, συνεκρούσθη μετ' αυτού, και εκ του τιναγμού ο σεβάσμιος πίλος έπεσε κατά αυτού, κυλισθείς εντός του βορβόρου. Η ρις της δεσποινίδος Ουρανίας παρ' ολίγον συνεκρούετο με μίαν άμαξαν. Ο Μιμίκος κατά πάντα πέντε λεπτά ηφανίζετο καθ' οδόν, όπως αγοράση αχλάδια ή κώνους αραβοσίτου ψητούς, η δε οικογένεια ηναγκάζετο να στέκη και να τον αναζητή μετά φωνών· την τρίτην φοράν μάλιστα οι σύζυγοι Παραδαρμένου ήρχισαν ν' ανησυχούν σπουδαίως, διότι ο Μιμίκος δεν ευρίσκετο. Η κυρία Θεοδώρα ωρύετο ότι τον κατεπλάκωσεν άμαξα· ο κ, Ζαχαρίας εγύριζεν ωσάν σβούρα κράζων το τεκνίον και ερωτών τους διαβάτας. Εκ του κανθού του οφθαλμού της Ουρανίας έν δάκρυ επειράθη να εξέλθη επί ματαίω. Τέλος ο άρρην απόγονος της οικογενείας Παραδαρμένου ανευρέθη ερίζων μετά τινος κουλουρτζή και ζητών ν' αγοράση τρεις κουλούρας αντί δέκα λεπτών. Ο κ. Ζαχαρίας συνέλαβεν αυτόν εκ του ωτίου και το άκρον του πέλματός του απετέθη τότε ως εξ ενστίκτου ουχί πολύ απαλώς επί των νώτων του γόνου αυτού.
Τέλος μεθ' όλας τας περιπετείας ταύτας η οικογένεια αφίκετο σώα εις τον κήπον του «Απόλλωνος». Ηναγκάσθησαν να περιμένουν, διότι αι θύραι ήσαν ακόμη κλεισταί· και μετέβησαν περιπατούντες μέχρι της γέφυρας του Ιλισσού. Ο κ. Ζαχαρίας έδειξεν εις την οικογένειαν το Στάδιον, εξηγήσας εις αυτήν ότι εις την αρχαιότητα έκειτο εκεί η οδός Σταδίου, ήτις είνε σήμερον παρακάτω, και εις την ερώτησιν του Μιμίκου απήντησεν ότι εκαλείτο ούτω διότι και οι αρχαίοι συνήθιζον να πίνουν μισή στα δύο. Αφού περιειργάσθησαν, επέστρεψαν και εισήλθον εις το θέατρον. Σύμπασα η οικογένεια είχε καταστή επιμήκης. Το πρόσωπον της κυρίας Θεοδώρας είχε καταβιβασθή· η κοιλία του Μιμίκου είχε προεκταθή· η ρις της δεσποινίδος Ουρανίας είχει λάβει διαστάσεις τολμηράς ως το κωδωνοστάσιον του Στρασβούργου. Το μόνον πράγμα το οποίον είχε βραχυνθή ήτο το κίτρινον πανταλόνιον του κ. Ζαχαρία, φωσφορίζον υπό την λάμψιν του φωταερίου.
Εκάθισαν τέλος εις τα θρανία και ήρχισαν να ρίπτουν περίεργα βλέμματα. Ο Μιμίκος, όπως εύρη το ιδικόν του κάθισμα, ήρχισε να μετρά μεγαλοφώνως τους αριθμούς, πατών δεξιά και αριστερά τους παρακαθημένους, οι οποίοι τον απεδίωκον σπρώχνοντες μετ' αγανακτήσεως. Η κυρία Θεοδώρα ήρχισε να παραπονήται ότι το φανάρι την εμποδίζει να βλέπη, και απήτει να μεταβή ο σύζυγός της να ειπή να το εκβάλουν εκείθεν. Η δεσποινίς Ουρανία, ιδούσα επίκουρόν τινα ιατρόν καθίσαντα ολίγον απωτέρω και περιέργως ενατενίσαντα αυτήν, αφήκε στεναγμόν, εξυπνίσαντα γέροντά τινα παρ' αυτήν καθήμενον και υπνώττοντα ησύχως. Κατ' αρχάς ωμίλουν ταπεινοφώνως, αλλ' άμα είδον ότι πάντες ωμίλουν υψηλή τη φωνή, ήρχισαν και αυτοί να ωρύωνται συνομιλούντες και σχολιάζοντες. Ο κ. Ζαχαρίας ενεθυμήθη την Βασίλων, τι να κάμνη κατ' εκείνην την ώραν. Ακούσασα το όνομα της υπηρετρίας η κυρία Θεοδώρα ενθυμήθη την κλοπήν των τριάκοντα λεπτών και πορφυρά γενομένη εκ της οργής, εδήλωσε μεγαλοφώνως ότι αύριον θα την πνίξη με τα χέρια της. Τόσον δε φοβερά ήσαν και η όψις της και οι λόγοι της, ώστε νέα κυρία, εισερχομένη κατ' εκείνην την στιγμήν εις την αυτήν σειράν των θρανίων, ετρόμαξε και εφοβείτο να προχωρήση. Ο Μιμίκος κατεβασάνιζε τον γεννήτορα δι' ερωτήσεων:
— Μπαμπά, αυτό που είνε ζωγραφισμένο είνε η Τραβιάτα; . . .
— Σιώπα, ανόητε· αυταί είνε αι τρεις Χάριτες, ήγουν η Ατροπός, η Κλεοπάτρα . . . και η Καλλιόπη.
— Μπαμπά, διατί παίζει η μουσική;
— Η μουσική παίζει διά να διασκεδάζουν αυτοί οπού τραγουδούν, και διά να ακούη ο κόσμος.
— Μπαμπά, εκείνη είνε η Καλλιόπη η κόρη της κυρά-Χρίσταινας; . . .
— Η Καλλιόπη ήτο βασίλισσα των Αργοναυτών και σύζυγος του Οιδίποδος, η οποία . . . μου εσκότισες το κεφάλι.
Τέλος η αυλαία ανεσύρθη. Η οικογένεια Παραδαρμένου επίστευεν ότι εδίδετο η Τραβιάτα, ενώ απεναντίας παριστάνετο το Ballo in Maschera. Επομένως εζήτουν να μάθουν πού είνε η Τραβιάτα. Ότε ετελείωσεν η πρώτη πράξις, ο κ. Ζαχαρίας απεφάνθη δογματικώς ότι αυτό το παιδί, εννοών τον Οσκάρ, έκαμε πολύ καλά το μέρος του. Μόλις εφάνη κατά την δευτέραν πράξιν η Αμαλία, και η κυρία Θεοδώρα ανεβόησεν ότι αυτή πρέπει να ήτο η Τραβιάτα, αλλά δεν της εφαίνετο πολύ φθισική, ως είχεν ακούσει παρά της Ουρανίας, ήτις είχεν αναγνώσει το μυθιστόρημα. Η παρατήρησις αύτη υψηλοφώνως γενομένη εν τω μέσω της σιγής εφείλκυσε την προσοχήν των παρακαθημένων, στραφέντων και παρατηρούντων αυτούς μετά περιέργου μειδιάματος. Τέλος είς των γειτόνων ευσπλαγχνίσθη αυτούς και εξήγησεν εις τον κύριον Ζαχαρίαν το λάθος των, ομιλήσας εις αυτόν περί των μελοδραμάτων, τα οποία είχον δοθή εις τον «Απόλλωνα» διότι ήτο θαμών του « Απόλλωνος», συχνάζων τακτικώς πάσαν Κυριακήν, και ηθέλησε να δείξη την περί τα θεατρικά υπεροχήν του. Ο κ. Ζαχαρίας, προσέχων εις το μελόδραμα και ακούων ταυτοχρόνως τους λόγους του κυρίου εκείνου, μετεβίβασε τας πληροφορίας ταύτας εις την οικογένειαν, ειπών ότι το παριστανόμενον μελόδραμα δεν ήτο η Τραβιάτα αλλά το Ballo in Maschera, ήγουν Χορός Μεταχειρισμένων, εις το οποίον λαμβάνει μέρος η Λίνδα, της οποίας ο σύζυγος δεν θέλει να της επιτρέψη να χορεύση και διά τούτο φονεύει τον καταστηματάρχην του χορού, η δε Λίνδα τρελλαίνεται. Ο Μιμίκος ηρώτησε πώς τρελλαίνεται, ο δε κ. Ζαχαρίας απήντησεν ότι ο εγκέφαλος της ανθρωπίνης διανοίας είνε αφετηρία, διά της οποίας το μουσικόν αίσθημα εγκαθίσταται εις το πνεύμα του ανθρώπου, όταν προσέχη εις το μελόδραμα.
Εις έν των διαλειμμάτων η οικογένεια ηθέλησε να εξέλθη έξω εις τον κήπον. Ενώ δε ητοιμάζοντο να παρακαθίσουν εις έν τραπέζιον, ήκουσαν φωνάς γοεράς. Έδραμον και είδον τον Μιμίκον παλαίοντα μεταξύ των χειρών του καφεπώλου, διότι είχε φωραθή κλέπτων έν γλύκυσμα. Ο πατήρ ηναγκάσθη να πληρώση αυτό και να ελευθερώση τον μικρόν κλέπτην, φιλοδωρήσας αυτόν μέ τινα ραπίσματα. Η σκηνή αύτη ενέβαλε την οικογένειαν εις μεγίστην σύγχυσιν και ταραχήν. Η κ. Θεοδώρα ήρχισε να καταράται την ώραν. Ο κ. Ζαχαρίας παρ' ολίγον ήρχετο εις χείρας μετά του υπηρέτου, διότι, ότε εζήτησε νερά, εκείνος έφυγε χωρίς καν να δώση ακρόασιν. Ένεκα της ζάλης αυτών, ότε εισήλθον εις το θέατρον, κατέλαβον κατά λάθος, τας θέσεις άλλων, και ότε ήλθον ούτοι, ενώ ήδη η πράξις είχεν αρχίσει, ηναγκάσθησαν να εγερθούν ερίζοντες, προκαλούντες τας επανειλημμένας του κοινού αποδοκιμασίας. Αλλ' ενώ ηγείροντο, έν κατάρατον καρφίον σχίζει τας κάτω επιπέδους χώρας του πανταλονίου του κ. Ζαχαρία, όστις φέρει την χείρα εις τα αιδήμονα εκείνα μέρη, αφήσας οιμωγήν απεριγράπτου πόνου, και εν τω θορύβω του και τη συγχύσει πατεί το κράσπεδον του μελιτζανιού φορέματος της κυρίας Θεοδώρας, το οποίον αποσπάται της ζώνης αυτής μετά τριγμού θλιβερού. Η κυρία Θεοδώρα στρέφεται και εξακοντίζει κατ' αυτού βλέμμα πλήρες νιτρογλυκερίνης, φωνάζουσα ταυτοχρόνως:
— Στραβομάρα!
Ο κ. Ζαχαρίας, έμφοβος ως ο Αδάμ υπό την πυρίνην ρομφαίαν του αγγέλου, αποσύρεται άγων εκ της χειρός τον Μιμίκον, και κρατών διά της ετέρας την υπό τους νεφρούς χώραν, σύμπασα δε η οικογένεια τον ακολουθεί και κάθηται είς τινα θρανία παρά την γωνίαν άναυδος και άφωνος. Μόνη η κυρία Θεοδώρα κοχλάζει ως βυτίον πλήρες νεογενούς γλεύκους [53] . Αλλά μετά τινας στιγμάς ο Μιμίκος, όστις εκάθητο παραδόξως ησυχάζων, αρχίζει να κινήται, να μορφάζη, να προσβλέπη μετ' αγωνίας τους γονείς και να γρυλλίζη υποκώφως. Η μύτη της δεσποινίδος Ουρανίας, στρεφομένη αποτόμως ως λόγχη, του επιβάλλει σιωπήν, ο δε πατήρ τον συγκρατεί διά των χειρών. Εκείνος όμως εξακολουθεί περιστρεφόμενος και επί τέλους αναφωνεί οδυνηρώς:
— Μπαμπά, μπαμπά! . . .
— Σιωπή!
— Μπαμπά, μπαμπά . . . δεν ημπορώ . . .
Και συστρέφεται και ωχριά. Η κυρία Θεοδώρα στρέφεται και, βλέπουσα την οδύνην του σκύμνου αυτής, ορμά αφήνουσα σπαρακτικήν κραυγήν:
— Το παιδί μου!
Η φωνή αύτη εμβάλλει εις αναστάτωσιν το ακροατήριον, το οποίον φωνάζει, επιβάλλει σιωπήν, εγείρεται επί των θρανίων και παρατηρεί. Οι αοιδοί διακόπτουν το άσμα· η μουσική παύει. Τρέχουν κλητήρες και υπαστυνόμοι. Οι αξιωματικοί ξιφουλκούν και πηδούν από τα θρανία. Η δεσποινίς Ουρανία, βλέπουσα όλην αυτήν την ταραχήν, καταλαμβάνεται υπό νευρικών σπασμών. Η μήτηρ της τρέχει και την υποστηρίζει· προσέρχεται και εν σπουδή, είς επίκουρος ιατρός, αλλά δι' ενός τινάγματός της η πάσχουσα χώνει την αιχμήν της μύτης της εντός του οφθαλμού του ιατρού και σχεδόν τον τυφλώνει. Ο κ. Ζαχαρίας μένει ως άγαλμα κρατών εκ της χειρός τον Μιμίκον, όστις ταράσσεται ως δαιμονιών και κραυγάζει:
— Μπαμπά, δεν βαστώ . . . η κοιλιά μου . . .
Τότε ο κ. Ζαχαρίας εννοεί ότι ο γόνος του πάσχει εκ των αποτελεσμάτων της αδηφαγίας του και ζητεί να τον φέρη έξω. Η κυρία Θεοδώρα του φωνάζει λυσσώσα:
— Τι στέκεσαι, κρεμανταλά; πάρε το παιδί έξω σε μίαν άκρη.
Ο Μιμίκος ουρλιάζει.
— Μπαμπά, μπαμπά . . .
Ο κ. Ζαχαρίας εννοών το κρίσιμον της θέσεως εξέρχεται δρομαίως, φέρων, κατ' ιστορικήν αντίθεσιν, αυτός Αγχίσης τον μικρόν Αινείαν επί των ώμων. Αλλά πριν ή προφθάση να εξέλθη, η όσφρησίς του μανθάνει πρώτη ότι το διάβημά του γίνεται αργά· επομένως καταθέτει κατά γης τον Αινείαν μετά μορφασμού αποστροφής.
— Διατί δεν το πηγαίνεις έξω; του φωνάζει με σπινθηροβολούντος οφθαλμούς η κυρία Θεοδώρα.
— Δεν είνε πλέον ανάγκη! απαντά μετά τόνου απελπιστικού ο σύζυγος.
Η κυρία Θεοδώρα εννόησε το πολυσήμαντον τούτο τετέλεσται. Εγείρεται λοιπόν μετά της Ουρανίας, της οποίας έπαυσαν οι σπασμοί, και εξέρχονται εν τω μέσω διπλού στοίχου περιέργων, οίτινες καγχάζουν επί τη περιέργω ιστορία. Όλοι κρατούν κάτι τι. Η δεσποινίς Ουρανία κρατεί την μύτην της, ήτις εκτύπησε κατά τους νευρικούς σπασμούς της· η κυρία Θεοδώρα κρατεί το μελιτζανί, ο κ. Ζαχαρίας κρατεί τα μεσημβρινά μέρη του σώματός του, ο Μιμίκος κρατεί την κοιλίαν του, ήτις εκφέρει φρικώδεις βορβορυγμούς.
Εξέρχονται του θεάτρου. Λόγος περί αμάξης δεν γίνεται, διότι εις τα θυλάκια του κ. Ζαχαρία υπολείπονται μόνον ολίγαι δεκάραι. Κινούν λοιπόν πεζοί προς τον Γολγοθάν αυτών. Η κυρία Θεοδώρα εκινείτο κυλινδουμένη και μυκωμένη ως ταύρος· ο κ. Ζαχαρίας εστέναζεν υποκώφως, κρατών εκ της χειρός τον γρυλλίζοντα Μιμίκον, και μορφάζων από καιρού εις καιρόν. Η δεσποινίς Ουρανία εξέπεμπεν υποκώφους λυγμούς. Οι διαβάται παρεμέριζον εις την διάβασιν αυτών. Εφαίνετο συνοδία φυγούσα εκ της κοιλάδος του κλαυθμώνος.
Ότε έφθασαν εις την οικίαν, ο κ. Ζαχαρίας υπεδέχθη με έν λάκτισμα τον προσελθόντα να υποδεχθή αυτούς Μαύρον, όστις έφυγεν ολολύζων. Εξύπνισαν την Βασίλων, ήτις εκοιμάτο. Πτώματά τινα σιγάρων και η αταξία των επίπλων εμαρτύρουν ότι ο ανδρείος της Άνδρου Άρης επεχείρησε νύκτωρ έφοδον επιτυχή κατά του κεστού της Αφροδίτης.
Ο κ. Ζαχαρίας επείνα· ανεζήτησε το δείπνον του, αλλά το πινάκιον ευρέθη καθαρόν, ως αν είχε πλυθή δι' ύδατος θερμού. Η Βασίλω απέδωκε την κλοπήν εις τον Μαύρον, όστις και πάλιν εδέχθη δύο καλά λακτίσματα, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα, επειδή ταυτοχρόνως έλειπε και ο οίνος, και επειδή ο Μαύρος ήτο εκ γενετής νηφάλιος, το δείπνον του κ. Ζαχαρία εχρησίμευσεν όπως επιρρώση τας εξαντληθείσας δυνάμεις, του φοβερού θεού του πολέμου.
Ο κ. Ζαχαρίας ηναγκάσθη να κατακλιθή νήστις. Καθ' ύπνους είδεν δράμα φρικτόν, ότι καταδικασθείς υπό του Κακουργιοδικείου να μεταβή εις το θέατρον του «Απόλλωνος» απεφάσιζε ν' αυτοκτονήση, πνιγόμενος με το πανταλόνιον του Μιμίκου.
(1881)
διακοσμητικό
Του ψευτοπολέμου ημέρ' ανατέλλει και όπως εις τα τρία τέταρτα των Αθηναϊκών οικιών, επικρατεί μεγάλη αναστάτωσις και εις το όλβιον ενδιαίτημα της οικογενείας Παραδαρμένου. Εξύπνησαν όλοι ομού, ο αλέκτωρ, αι όρνιθες, η υπηρέτρια, ο σκύλος υλακτών μανιωδώς τον διερχόμενον κουλουροπώλην, ο Μιμίκος, όστις αντί καφέ έφαγεν εις το μαγειρείον επωφεληθείς της γενικής συγχύσεως έν πινάκιον πλήρες κραμβολαχάνου βραστού, απομειναρίου του δείπνου. Ο κ. Ζαχαρίας εξύπνησε τελευταίος αφυπνισθείς εκ της εξής αβροφρονεστάτης φράσεως της αξιολατρεύτου συνεύνου του κυρίας Θεοδώρας:
— Ψοφολογάς ακόμη; σήκω, βρε κρεμανταλά, σήκω επί τέλους!
— Μα, γυναίκα! . . . αποπειράται να είπη ο κ. Ζαχαρίας, βλέπων μέσον του παραθύρου ότι το σκότος είνε ακόμη βαθύτερον και από αυτάς τας σκέψεις των θεωρητικών πολιτειολόγων μας.
— Τι γυναίκα και ξεγυναίκα! σήμερα είνε ο ψευτοπόλεμος. Το είπε χθες το βράδυ στη γειτόνισσα ο υπολοχίας ο ξάδελφος της Αννίκας της μοδίστρας.
Ο κ. Ζαχαρίας γνωρίζει εκ μακράς πείρας, ότι πάσα αντίρρησις είνε ματαία. Εγείρεται λοιπόν, τρίβει τους οφθαλμούς, ενδύεται και αποφασίζει να υποστή και αυτός κατά μίμησιν του Σωτήρος το μαρτύριον του Σταυρού.
Η έξοδος και η οδοιπορία της οικογενείας Παραδαρμένου εκτελείται υπό τα εξής αξιοσημείωτα περιστατικά εν συντόμω εκτιθέμενα:
Φιλονεικία μεταξύ Μιμίκου και Βασίλως ισχυριζομένης ότι ο πρώτος έπιε το μισόν γάλα και έκλεψε μίαν πεντάραν εκ των προωρισμένων διά το οψώνιον χρημάτων. Επέμβασις του κ. Ζαχαρία και υπεράσπισις του αξίου αυτού και προσφιλούς γόνου δι' ενός λακτίσματος επί των κατωτέρων σαρκωδών και σφαιρικών μερών του σώματος της υπηρετρίας.
Φιλονεικία μεταξύ κυρίας Θεοδώρας και αμαξηλάτου διά το αγώγιον. Η κυρία Παραδαρμένου εκφέρει τον ορισμόν ότι όλοι οι αμαξηλάται είνε πλεομπαίκται!
Έρις μετά κραυγών και παρεμβάσεως κλητήρων εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, όπου κατά λάθος έφερε την οικογένειαν ο αμαξηλάτης.
Οδοιπορία αποστολική υπό θερμοκρασίαν σιβηριανήν μέχρι του σταθμού Λαυρείου. Φιλοσοφική σκέψις του κ. Ζαχαρία: αφού ο ψευτοπόλεμος έχει τόσα βάσανα, φαντάσου ο αληθινός!
Ανταλλαγή ζωηροτάτων λέξεων μεταξύ ενός υπαλλήλου του σιδηροδρόμου και της κυρίας Θεοδώρας, διατεινομένης ότι, όταν έρχεται κόσμος, ο σιδηρόδρομος πρέπει να ξεκινά αμέσως και να μη της λέγουν για μηχανές και ξεμηχανές γιατί έχει κι αυτή μία μηχανή του ραψίματος σπίτι και ξεύρει από τέτοιες δουλειές!
Συνωστισμός φρικτός· καταπάτησις αγροίκος του μόνου κάλου του κ. Ζαχαρία· κατάπτωσις του φεσίου της κυρίας Θεοδώρας· διαστροφή αποτρόπαιος της άκρας της ρινός της δεσποινίδος Ουρανίας υπό του αγκώνος ρωμαλέου χωρικού· υπεξαίρεσις τριών πορτοκαλλίων εκ του καλάθου οπωροπώλου υπό του Μιμίκου, επωφεληθέντος της ευκαιρίας.
Ερώτησις του Μιμίκου προς τον πατέρα του· — Διατί ο σιδηρόδρομος τρέχει;
Απάντησις περιεκτική και ηθική του κ. Ζαχαρία· — Ημπορούσα να σου αποτείνω κ' εγώ την αυτήν ερώτησιν και διά την μύτην σου· μάθε όμως ότι κάθε πράγμα το οποίον μένει αργόν και ακίνητον τρέχει εις τον όλεθρόν του.
Μετά την πατρικήν ταύτην παραίνεσιν και εξήγησιν ο Μιμίκος σιωπά, κρύπτεται εις μίαν γωνίαν και δεν αναφαίνεται· καθ' όλην την διάρκειαν του ταξειδίου μένει αφανής. Η εξήγησις του μυστηρίου εις το επόμενον κεφάλαιον.
Μετά οξύν συριγμόν η αμαξοστοιχία σταματά εις Γέρακα, μετόχιον της Πεντέλης. Ο κ. Ζαχαρίας απορεί πώς λέγεται Μετόχιον, ενώ η λέξις φαίνεται μάλλον έχουσα τύπον παρακειμένου. Η δεσποινίς Ουρανία μετά ρομαντικού στεναγμού εκφράζει τον θαυμασμόν της διά την πρασινάδαν των πεύκων. Οι επιβάται κατέρχονται αθρόοι. Διασταυρούνται αι ερωτήσεις και απαντήσεις:
— Πού θα γίν' η μάχη; — Εις τον Σταυρόν. — Πού είν' αυτό το μέρος; — Πόσον απέχει; — Τρεις ώρας. — Μισή ώρα. — Μία και τέταρτον. — Δυο και τρία τέταρτα. — Εδώ δεξιά είνε. — Όχι· εκεί κάτω αριστερά. — Καλέ, οπίσω απ' αυτό το βουνό.
Και το πλήθος διασπείρεται, διαχύνεται τήδε κακείσε αγνοούν πού να μεταβή και τι να πράξη. Ο κ. Ζαχαρίας ερωτά αν φαίνεται πουθενά καπνός και ο Μιμίκος τριγυρίζει να ίδη, ότε επανερχόμενος ασθμαίνων μετά μικράν απουσίαν ειδοποιεί τον πατέρα του ότι είδε καπνόν και ο πατήρ περιχαρής ερωτά πού τον είδεν, ο δε Μιμίκος απαντά αφελώς ότι τον είδεν εις έν καπνοπωλείον, καθώς διήρχοντο παρά το χωρίον Χαλάνδρι. Ο πατήρ φιλοδωρεί το τέκνον του με ισχυρόν κόλαφον [54] διά την ανακάλυψίν του ταύτην.
— Μα ο σταυρός! . . . πού είνε ο Σταυρός; . . . αναφωνούν όλοι.
— Νά, νά! εδώ . . . νά τον!
Ο ούτως ομιλών είνε ο αδιόρθωτος Μιμίκος, όστις δεικνύει τον σιδηρούν σταυρόν . . . μιας εκκλησίας, αμειβόμενος εκ νέου δι' ισχυρού λακτίσματος του πατρικού ποδός.
Χωρικός τις φιλεύσπλαγχνος ερχόμενος εκ των αγρών επί της όνου του ειδοποιεί τέλος το αμηχανούν, περιπλανώμενον και ταραγμένον πλήθος ότι η πλαστή μάχη ανεβλήθη.
Ο κ. Ζαχαρίας μένει εμβρόντητος· η κυρία Θεοδώρα μαίνεται.
— Εσύ τα φταις, βρε μπούφο! λέγει προς τον σύζυγόν της· έπρεπε να το καταλάβης ότι αυτά τα κάμνει επίτηδες η ψωροκυβέρνησις για να γελάνε τον κόσμον και να μαζεύουν λεπτά μαζί με τους σιδηροδρόμους! . . .
— Μα ίσως . . . δεν θα ήτο έτοιμον το σύνταγμα . . . τολμά να παρατηρήση ο κ. Ζαχαρίας.
— Το Σύνταγμα! αναφωνεί η κυρία Θεοδώρα. Επάληωσε κι αυτό από τα 1843, εκλούβιανε σαν το μυαλό σου. Ας πάη να χαθή κι αυτό!
Το απογοητευμένον πλήθος εν τούτοις αρχίζει να πεινά. Μεταξύ τόσων εκατοντάδων επιβατών είς μόνος πωλητής τρωγαλίων υπάρχει και αυτός πωλεί . . . μέντες, παραδόξως δε ο Μιμίκος δεν τον περιτριγυρίζει. Σπεύδουν όλοι ομαδόν διά των αγρών και φθάνουν κατόπιν εις το χωρίον Χαλάνδρι· αλλά τρόφιμα δεν υπάρχουν εκεί· δηλαδή οι χωρικοί δεν εννοούν να ίδουν καταλυομένην την Τεσσαρακοστήν υπό των αιρετικών επισκεπτών, φοβούμενοι την θείαν οργήν, ήτις ενέσκηψε κατ' αυτών εν είδει διφθερίτιδος και της οποίας μόλις ηδυνήθησαν ν' απαλλαγούν διά λιτανειών. Ούτε όρνιθες, ούτε αυγά, ούτε τυρός υπάρχει διαθέσιμος· μόνον ελαίαι και βρεχτάδια και κρόμμυα και ρητινίτης.
Αίφνης ακούεται κραυγή διάτορος:
— Πού είνε το πανέρι;!
Τα μέλη της οικογενείας Παραδαρμένου προσβλέπουν άλληλα μετ' εκπλήξεως και απογνώσεως. Το κάνιστρον μετά των εν αυτώ ζωοτροφιών, κεφτέδων δηλαδή παρασκευασθέντων επίτηδες παρά της κυρίας Θεοδώρας, τυρού, άρτου και καστάνων, ελησμονήθη εν τη βία και τη ταραχή εντός της σιδηροδρομικής αμάξης. Αλλ' ό,τι ηγνόει η οικογένεια είνε τούτο, ότι το κάνιστρον εταξείδευε κενόν πλέον, διότι το περιεχόμενον είχε φροντίσει να καταναλώση ο Μιμίκος απαρατήρητος κατά το ταξείδιον. Και αύτη είνε η εξήγησις του μυστηρίου!
Ο μηχανικός ο διευθύνων την μετά τρεις ώρας επιστρέψασαν αμαξοστοιχίαν διέκρινεν επί των σιδηρών ράβδων της γραμμής πολύ προ του σταθμού όμιλον συμπαγή ανθρώπων, οι οποίοι εφαίνοντο έχοντες σταθεράν απόφασιν να συντριβούν υπό τους τροχούς κάλλιον παρά να μείνουν εκεί επί πλέον. Ήσαν οι δυστυχείς απηλπισμένοι επιβάται οι εκδραμόντες χάριν του ψευτοπολέμου.
Η οικογένεια Παραδαρμένου συγκατελέγετο μεταξύ τούτων. Η απελπισία επιδρά επί της όψεως ιδίως και του χρώματος εκάστου των μελών. Η κυρία Θεοδώρα είνε ερυθρά ως αστακός βρασμένος· η δεσποινίς Ουρανία είνε χλωμή, ο κ. Ζαχαρίας χαλκοπράσινος, ο Μιμίκος δεν έχει κανέν χρώμα, διότι όσα έφαγεν είχον τόσα διάφορα χρώματα, ώστε εξ αυτών δεν ηδύνατο ν' αποτελεσθή κανέν συμμιγές.
Την συνείδησιν και το βαλάντιον του κ. Ζαχαρία ιδίως επιβαρύνει ο λογαριασμός του παντοπώλου διά το εν Χαλανδρίω οικογενειακόν γεύμα, έχων ως εξής·
Δι' έν κουτίον σαρδελλών του βαρελίου . . . Δρ. 4. —
Διά 4 δωδεκάδας ελαίας μαύρας . . . . . . . . . . » 2.40
Διά 3 κρόμμυα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . » .60
Δι' άρτον, οίνον κλπ . . . . . . . . . . . . . . . . . .» 3.75
Δι' επτά κουρκέτα, τα οποία επήρεν αυθαιρέ-
τως ο μικρός. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . » 2.80
Δρ. 13.55
Ο κ. Παραδαρμένος δίδων από καιρού εις καιρόν και ένα γιακά εις τον αγαπητόν του γόνον εψιθύριζε θλιβερώς μετά οικονομικού και ιστορικού πόνου:
— Κατηραμένος να είνε ο Γουλιέλμος Τελλ, όστις θαρρώ ότι είνε ο εφευρέτης των σιδηροδρόμων. Κατηραμένος ο Όμηρος, όστις εφεύρε τον Τρωικόν πόλεμον. Να υφίσταται κανείς θυσίας διά τον πόλεμον υπομονή, αλλά διά τον ψευτοπόλεμον! . . .
Υ.Γ. Χθες το Σάββατον ο κ. Ζαχαρίας ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας ότι η πλαστή μάχη έγινε την προτεραίαν, αλλά δεν το επίστευσεν.
— Αλλού να παν να τα πουν αυτά! είπεν, αλλού!
Αφού όμως ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας τας περιγραφάς και επείσθη, ιδού πώς διηγήθη και πώς εξήγησε το σχέδιον της μάχης κατά το γεύμα εις την αξιέραστον σύζυγον και τα τέκνα του:
Ο εχθρός παρετάχθη εις τρία κέρατα και δύο πτέρυγας, ενώ ο άλλος εχθρός εσχηματίσθη εις δύο κέντρα. Αμέσως τότε το ιππικόν κατεσκεύασε τα ταχύσκαπτα και το πυροβολικόν εφώρμησε διά της λόγχης. Ευθύς το έν κέντρον απεσπάσθη ένεκα της κεντρόφυγος δυνάμεως και συνέλαβεν αιχμαλώτους όλους τους επικούρους ιατρούς. Και οι δύο εχθροί ηττήθησαν κατά κράτος. Ο Σταυρός έγινεν ερυθρός από το αίμα και διά τούτο οι νοσοκόμοι ωνομάσθησαν του Ερυθρού Σταυρού.
(1885)
διακοσμητικό
Εικών α'.. Η ροδοδάκτυλος Ηώς ακόμη δεν ήνοιξε τας πύλας του ουρανού, ότε η κυρία Θεοδώρα ελέγχει ούτω πώς τον αξιότιμον αυτής σύνευνον:
— Βρε μπούφο! δεν ντρέπεσαι εσύ, ειρηνοδίκης άνθρωπος, να μην εύρης εισιτήριο να πάμε το βράδυ στην Ακαδημία! Και για ποιους, βρε ξόανο, έγινεν η Ακαδημία παρά διά τους διαβασμένους και διά τους νοικοκυραίους;
— Μα, γυναίκα!.. από ποίον να το προμηθευθώ;
— Να το προμηθευθής . . . από αυτόν τον Προμηθέα που γράφουν!
*
* *
Εικών β'. Επτά και τέταρτον μ.μ. Η οικογένεια Παραδαρμένου αναμένει εις τα προπύλαια. Ο κ. Ζαχαρίας επρομηθεύθη εισιτήριον από ένα φίλον του νεκροσκόπον [55] , συγγενή ενός επαρχιακού συμβούλου. Η δεσποινίς Ουρανία κυττάζει περιπαθώς εις τα ύψη τον Μουσηγέτην, επιδεικνύοντα αγερώχως την ανδρικήν αυτού καλλονήν ολόκληρον. Η κυρία Θεοδώρα μετά πολύωρον κόπωσιν εκφράζει την επιθυμίαν να καθίση.
— Μπαμπά! φωνάζει ο Μιμίκος, σήκωσε εκείνους τους δύο να καθίσουμ' εμείς! . . .
Και δεικνύει τους μακαρίως αναπαυομένους επί των μαρμαρίνων εδρών των Πλάτωνα και Σωκράτη.
*
* *
Εικών γ'. Τιτανομαχία φρικτή παρά την θύραν της εισόδου. Οι αποτελούντες όγκον νεοπλάσματος άνθρωποι τρέμοντες καραδοκούν να εισέλθουν. Ο Ζευς αστυνόμος φωνεί: Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών! και εισορμά όλον το ανθρώπινον γένος, καθηγηταί, κουλουρτζήδες, ιεραπόστολοι, οδοντοϊατροί, αρχιμανδρίται. Το πλήθος ως συμπυκνωμένη μάζα σταματά ασφυκτιών, διότι νομίζει ότι ο εις το βάθος ιστάμενος ανδριάς του Σίνα θ' απαγγείλη τον εναρκτήριον. Αλλ' οι κλητήρες φωνάζουν;
— Δεν έχει λόγο! όποιος είδε να βγαίνη!
*
* *
Εικών δ'. Πλήρης διάσπασις της οικογενείας Παραδαρμένου. Το σφαιρικόν σώμα της κυρίας Θεοδώρας κυλινδείται ως θωρηκτόν εν ώρα τρικυμίας, κατά την στιγμήν δε κατά την οποίαν ο κ. Ζαχαρίας πειράται να της δείξη τον ανδριάντα του Σίνα, αποσπάται εκ του συνωστισμού είς των φαλμπαλάδων της εσθήτος της και η κυρία Παραδαρμένου αναφωνεί μετά μανίας προς τον σύζυγόν της: — Τύφλες νάχης κ' εσύ κι ο Σινανάς! . . . Ο Ζαχαρίας ευρίσκεται στηριζόμενος επί του κατεσκληκότος κόλπου πρεσβύτιδος, ήτις του μειδιά φιλαρέσκως, ενώ εκείνος διαμαρτύρεται μεγαλοφώνως περί της αγνότητος των προθέσεών του. Την στιγμήν εκείνην ακούεται φωνή στεντορεία κλητήρος: Κύριοι, προσέξατε εις τα 'ρολόγια σας! Ο κ. Ζαχαρίας εξάγει παραχρήμα το ιδικόν του, νομίζων ότι έφθασεν η στιγμή του θεάματος, αλλά το ωρολόγιον γίνεται αυθωρεί ανάρπαστον υπό επιτηδείου λωποδύτου, Η δεσποινίς Ουρανία λεπτυνθείσα εκ της πιέσεως και μηκυνθείσα ρίπτει χαμαί διά μιας στροφής της ρινός τον πίλον κλητήρος, όστις βλασφημεί μανιωδώς. Ο Μιμίκος υφίσταται το πάθημα του Προμηθέως θέλων να κλέψη το πυρ, δηλαδή έν κουτίον φωσφορίων κηρίνων έκ τινος θυλακίου, και εισαγαγών την χείρα δεν δύναται πλέον να την αποσύρη και μένει δέσμιος ως εις παγίδα φερόμενος εν αγνοία υπό του κυρίου εντός του πλήθους και αναβοών: Μπαμπά! μπαμπά! έως ότου ο κ. Ζαχαρίας ως Ηρακλής μαινόμενος τρέχει και τον ελευθερώνει.
*
* *
Εικών ε' και τελευταία Οικτρά συνάντησις της οικογενείας Παραδαρμένου μετά πολύωρον αναζήτησιν εις τον Τάρταρον του κήπου της Ακαδημίας, όπου ευτυχώς λείπουν οι Κέρβεροι, οι Ακαδημαϊκοί μανδρόσκυλοι.
— Μη μου ματαπής, μωρέ κασίδη, λέγει η κυρία Θεοδώρα προς τον σύζυγόν της, να ξαναπάμε σε Ακαδημίες και τέτοια καραγκιοζλίκια, γιατί θα σου βγάλω τα μάτια!
Ο κ. Ζαχαρίας απέρχεται κεκυφώς περιστρέφων μεταξύ των δακτύλων του το εισιτήριον και εις την ερώτησιν του Μιμίκου τι είνε εισιτήριον απήντησε σοβαρώς και αποφθεγματικώς:
— Το εισιτήριον είνε εκείνο το πράγμα με το οποίον εισέρχεσαι εις τας τελετάς και όταν το έχης . . . και όταν δεν το έχης.
διακοσμητικό
Ότε ο σωματικός όγκος της κυρίας Θεοδώρας εισήλθε κυλινδούμενος εις έν των βαγονίων της Β' θέσεως, η ατμάμαξα αφήκεν οξύν συριγμόν οδύνης, οι δε συνθλιβόμενοι επιβάται ωχρίασαν, ως ν' ανεσπάσθη τμήμα τι του πλησιοχώρου βράχου και να κατέπεσεν εντός του διαμερίσματος.
Ήδη ο κώδων της αναχωρήσεως αντήχει και μόλις το τέταρτον της αξιαγάστου οικογενείας Παραδαρμένου ευρίσκεται εντός του βαγονίου. Μετά πολλούς αγώνας κατορθούν να εισέλθουν η δεσποινίς Ουρανία και ο κ. Ζαχαρίας, αλλ' ο Μιμίκος πλανάται ακόμη επί του πεζοδρομίου, περιτριγυρίζων μικρόν πωλητήν φιστικίων.
— Μωρέ μαγκούφη, δεν μπάζεις το παιδί μέσα; . . . φωνεί αγρίως η κυρία Θεοδώρα.
Και ο κ. Ζαχαρίας εκτείνει τας χείρας, αλλ' επειδή ήδη η αμαξοστοιχία εκκινά, κινδυνεύει να χάση την ισορροπίαν· διά τούτο σπεύδει να τον κρατήση η Ουρανία, την οποίαν σπεύδει να συγκρατήση η κυρία Θεοδώρα. Διά της ανθρωπίνης ταύτης αλύσεως αναρπάζεται ο Μιμίκος κρατών μίαν δράκα [56] φιστικιών, την οποίαν ήρπασεν από το κάνιστρον του πωλητού, εξερευγομένου φρικτάς αράς και βλασφημίας και σύρεται εντός του βαγονίου, προς απελπισμόν των επιβατών.
— Κουνήσου ντε, να μας εύρης καμμίαν θέσιν! βοά η κυρία Θεοδώρα. Καλά που δεν κατορθώνεις να σου δώσουν μία θέσι στην υπηρεσία τώρα τόσα χρόνια, δεν βρίσκεις τουλάχιστον εδώ μία να καθίσωμε;
Το ανάρμοστον λογοπαίγνιον της παχείας συνεύνου ταράσσει όχι ολίγον τα νεύρα του υπομονητικού Ζαχαρία, αλλ' εννοεί ότι δεν είνε κατάλληλον το μέρος δι' οικογενειακάς έριδας. Εις μάτην όμως κινείται προς ανεύρεσιν θέσεως, εις μάτην κινείται ισταμένη ορθία όλη η οικογένεια και μάλιστα η κυρία Θεοδώρα, ήτις σείεται ως βάρις [57] κλυδωνιζομένη υπό σφοδρού σάλου. Οι επιβάται ούτε κινούνται ούτε συγκινούνται και συνομολογήσαντες αφώνως συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν περισφίγγουν εντός αδιεξόδου κύκλου χειρών, ποδών και γονάτων την οικογένειαν, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της αΰλου Ουρανίας, κατά της οποίας κυρίως θα διηυθύνετο η πολιορκία, αν δεν ανεχαίτιζον τους πολιορκητάς αι απειλητικαί διαθέσεις της ρινός της ρομαντικής δεσποινίδος, εχούσης μήκος μακεδονικής σαρίσσης.
Ο κ. Ζαχαρίας πάσχει εκτός τούτου τα πάνδεινα και υπό της φιλομαθείας του Μιμίκου, όστις εξάγων εκάστοτε τον κατάλογον των λαχνών αποτείνει παντοίας ερωτήσεις εις τον γεννήτορα:
— Μπαμπά, θα έχη και κουραμπιέδες το λαχείον;
— Θα έχη.
— Μπαμπά, τι είνε η εκριζοντυλίνη;
— Η εκριζοντυλίνη είνε μία νέα οπού μοιράζει τα κέρδη του λαχείου.
— Μπαμπά, τι θα πη φιλανθρωπία;
— Φιλανθρωπία είνε ν' αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν . . . και να μη πετάς τα τσώφλοια των φιστικιών εις τα μούτρα των άλλων, γιατί θα σου σπάσω τα χέρια.
Η περιέργεια του Μιμίκου κατευνάζεται τοσούτο μάλλον καθόσον από της θυρίδος του βαγονίου βλέπει ήδη τας οικίας του Φαλήρου προσπελαζούσας προς αυτόν μετά καταπληκτικής ταχύτητος. Διότι το ζήτημα αυτό της καθόδου εις Φάληρον χάριν του λαχείου είχε λάβει εις τους κόλπους της οικογενείας Παραδαρμένου διαστάσεις σοβαράς και σχεδόν διεθνείς, ως επεκταθέν και εκτός της οικογενειακής εστίας.
— Βρε, ρεζίλη, δεν θα μας πάρης κ' εμάς κάμποσα απ' αυτά τα λαχεία για τους σκοτωμένους, να κατεβούν και τα παιδιά ν' αναπνεύσουν λιγάκι εις το Φάληρον; είπεν η κυρία Θεοδώρα προς τον σύζυγόν της.
Και ο κ. Ζαχαρίας υπείκων εις την αβράν πρόσκλησιν της αξιεράστου συμβίας ηγόρασε τέσσαρα γραμμάτια του λαχείου, έν δι' έκαστον μέλος της οικογενείας. Η κυρία Θεοδώρα το διελάλησε κατά το σύνηθες εις τα τέσσαρα σημεία της συνοικίας, ο δε Μιμίκος είχεν εκμάθει σχεδόν από στήθους όλον τον κατάλογον των αντικειμένων του λαχείου. Αι μετά τον δείπνον αθώαι εσπεριναί ομηγύρεις της οικογενείας εταράσσοντο επί ημέρας πολλάς υπό αδιακόπων συζητήσεων περί του ενδεχομένου εκ του λαχείου κέρδους. Ο Μιμίκος ήθελεν όλοι οι αριθμοί να κερδίσουν γλυκύσματα και παγωτά, η Ουρανία καμμίαν ομπρέλλαν ή τουλάχιστον κανέν μυθιστόρημα, ο μετριόφρων Ζαχαρίας έν ζεύγος εμβάδων, διότι το μόνον ζεύγος το οποίον είχε διατελούν εν ενεργεία από της εποχής της Μεταπολιτεύσεως είχεν αρκετά φθαρή, η δε κυρία Θεοδώρα εδήλωσεν ότι επεθύμει να κερδίσουν «τίποτε κεντήματα για τη ρημαδιακή τη σάλα και δεν θέλει ν' ακούση άλλα λόγια». Αι συζητήσεις αύται τόσον σφοδράς διαστάσεις έλαβον εσπέραν τινά, ώστε η άχολος Ουρανία απεκάλεσε τον πείσμονα Μιμίκον μυξιάρην ούτος δε ανταποδίδων τα ίσα την απεκάλεσε ταβανόσκουπαν και η έρις θ' απέληγεν εις σοβαρώτερα, αν δεν παρενετίθετο εις το μέσον η πατρική χειρ φιλοδωρήσασα ένα κόλαφον επί του αυχένος του μικρού αυθάδους.
*
* *
Τέλος η αμαξοστοιχία απεβίβασεν ασθμαίνουσα το εκ συμπαγούς σαρκός φορτίον της εις την αποβάθραν του Φαλήρου. Ηγουμένου του Μιμίκου, ευκινήτου ως σκιούρου, η οικογένεια Παραδαρμένου ανέρχεται διά της μιας κλίμακος της σιδηράς γεφύρας και κατέρχεται διά της άντικρυ ευρισκομένης εις το αυτό πεζοδρόμιον. Το πείραμα επαναλαμβάνεται δις και τρις μετά του αυτού αποτελέσματος, ενώ το άσθμα της κυρίας Θεοδώρας αντηχεί ηχηρότερον και των ήδη αντιθέτως βαινουσών δυο ατμομηχανών. Τέλος ανακαλύπτουν τον τρόπον της διόδου και διαπεραιούνται εις το άντικρυ πεζοδρόμιον, μετά κόπου δε εισδύοντες και διαγκωνιζόμενοι συμφύρονται μετά της εκ σαρκός πυκνής μάζης, ήτις κατέχει τον στενόν της φαληρικής παραλίας χώρον.
Η εκκύβευσις [58] του λαχείου έχει ήδη αρχίσει, αλλ' οι εκκυβευόμενοι αριθμοί δεν περιέρχονται εις γνώσιν της απώτατα ευρισκομένης οικογενείας, ένεκα του πολλού θορύβου και της συγχύσεως. Η κυρία αρχίζει μεγαλοφώνως να εκφέρη τας υπονοίας της ότι συμβαίνουν μπιρμπαντοδουλειές. Ο Μιμίκος αναγινώσκει μεγάλη τη φωνή τον κατάλογον των αντικειμένων του λαχείου προς μεγίστην αγανάκτησιν των παρεστώτων, εκφράζων εν τούτω και τας γαστριμάργους επιθυμίας του.
Αλλ' ενόσω προχωρεί η εκκύβευσις άνευ αποτελέσματος, και ενόσω μάλιστα τυχηροί τινες των παρεστώτων ανακοινούν εις τους άλλους ότι εκέρδισαν, η αδημονία της οικογενείας κορυφούται. Ο Μιμίκος, θέλων οπωσδήποτε να θέση τέρμα εις την ανησυχίαν, αποσπάται εκ του ομίλου της οικογενείας, κρυφίως συναποφέρων και τον θησαυρόν των δύο γραμματίων του λαχείου, τα οποία ζηλοτύπως φρουρεί από τινων ημερών, και προχωρεί προσπαθών να προσεγγίση εις τον τόπον της εκκυβεύσεως. Αλλ' ότε μετ' ολίγον η κυρία Θεοδώρα στρεφομένη δεν βλέπει τον γόνον της αναβοά μετ' άλγους:
— Το παιδί μου, το παιδί μου! . . .
Ο Ζαχαρίας ταράσσεται, συστρέφεται, ερωτά τους πέριξ απορών, ενώ η σύζυγος του βαθμηδόν οργιζομένη δίδει εις αυτόν βίαιον ωθισμόν κράζουσα:
— Τι στριφογυρίζεις σα σβούρα, μωρέ ζευζέκη; . . . πήγαινε ναύρης το παιδί γρήγορα.
Ο ταλαίπωρος πατήρ, υπείκων μάλλον εις την παλάμην της συζύγου ή εις το πατρικόν φίλτρον, προχωρεί αναμέσον του πλήθους ωθών και ωθούμενος, αποτείνων ερωτήσεις και αποδεχόμενος χλευασμούς και λοιδορίας [59] . Μετά ενός τετάρτου της ώρας οδυνηράν αλλ' άσκοπον έρευναν επιστρέφει εις το σημείον από του οποίου εξεκίνησε και θωρακίζεται δι' υπομονής όπως δεχθή το άγριον βλέμμα και τας εμμανείς αποστροφάς της φρυαττούσης συζύγου, ότε κατ' εκείνην ακριβώς την στιγμήν αντηχούν θρηνώδεις φωναί του Μιμίκου επιστρέφοντος.
— Μπαμπά! . . . μαμμά! . . . μου έπεσαν! . . . φωνεί ο μικρός δακρύων.
Η οικογένεια νομίζει ότι του έπεσαν τα λαχεία και ότι τα δάκρυά του προέρχονται εκ συγκινήσεως.
— Τι σου έπεσαν; τον ερωτούν μετά σπουδής.
— Μου έπεσαν . . . τα λαχεία εις τη θάλασσα!
Ιδού τι είχε συμβή. Ο Μιμίκος αποσπασθείς όπως προσεγγίση εις το μέρος της εκκυβεύσεως απεπλανήθη εκ της λαιμαργίας του, παρακολουθήσας πωλητήν μικρών πλακούντων μέχρι της όχθης της θαλάσσης. Εκεί, ενώ συνήπτε συμφωνίας και εξήγεν εκ του θυλακίου του τα κέρματα να πληρώση τον πωλητήν, ισχυρά ριπή ανέμου πνεύσασα αιφνιδίως αφήρπασεν εκ της χειρός του τα γραμμάτια και τα παρέσυρεν εις την θάλασσαν.
Η οικογένεια Παραδαρμένου οδηγηθείσα υπό του Μιμίκου είδε τωόντι εις μακράν από της ακτής απόστασιν τα χαρτία πλέοντα ακόμη ως λευκά νησσάρια, έκαστον δε των μελών της οικογενείας με δακρυβρέκτους οφθαλμούς εν τη αλλοφροσύνη του έβλεπεν αυτά αλλάσσοντα διαρκώς είδος και σχήμα και μεταβαλλόμενα άλλοτε μεν εις πολυτελή κεντήματα, άλλοτε δε εις ερυθρά και διανθή αλεξήλια, εις φιάλας ροσολίων [60] , εις στίλβοντα σκεύη, εις παν ό,τι τέλος είχε ποθήσει και ονειρευθή η φαντασία των.
* *
*
Η εσπέρα ήτο προκεχωρημένη, ότε η οικογένεια έφθασεν πεζή προ της κατοικίας της, τα αυτά και χείρονα δεινοπαθήματα υποστάσα κατά την επάνοδον. Ο σφαιρικός όγκος της κυρίας Θεοδώρας εφαίνετο κυλιόμενος μετά βοής ως οβούζιον έτοιμον να εκραγή, ενώ ο Ζαχαρίας έβαινε σιγών και κεκυφώς.
— Λοιπόν τι σας έπεσεν; ηρώτησεν αυτούς μια γειτόνισσα, αφού τους εκαλησπέρισε.
— Τι μας έπεσε; . . . μας έπεσαν τα νεφρά έως να έλθωμεν, απήντησε με γρυλλισμόν οργής η κυρία. Εγώ του τα είπα αυτουνού του μαγκούφη, εξηκολούθησε στρεφομένη και δεικνύουσα τον ατυχή Ζαχαρίαν, οπού μου ήθελε λαχεία. Επίτηδες τα κάνει η ψωροκυβέρνησις διά να ληστεύη τον κόσμον και τον μαζεύει μες στον αέρα να χάνη τα λαχεία του! . . .
Την θύραν της οικίας ήνοιξεν η υπηρέτρια Βασίλω, κατηφής και σχεδόν ένδακρυς.
— Τι τρέχει, μωρή; . . . ηρώτησεν η κυρία, είνε έτοιμο το φαγί; . . .
— Κυρία, απαντά με φωνήν θρηνώδη η Βασίλω, έπεσε μες στον τέντζερη . . . η λάμπα με το πετρέλαιον.
Το όνομα μόνον του ευφλέκτου υγρού αρκεί όπως επιφέρη την έκρηξιν.
— Α! . . . αναβοά αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, έπεσε και η λάμπα . . . !
Όλα πέφτουν λοιπόν σήμερον! . . . Τώρα θα ιδής τι άλλο θα πέση . . .
Και έδραμε προς μίαν γωνίαν του μαγειρείου, οπλοθήκην αφανή των σαρώθρων
και των κοντοξύλων.
Αν μετά ημίσειαν ώραν ήθελε διέλθει από της οδού εκείνης η περιπολία των ευζώνων, οι ατρόμητοι ορεινοί θα ετρέποντο εις φυγήν σταυροκοπούμενοι· τόσον σατανικός ήτο ο θόρυβος των φωνών, των ιαχών, των ολολυγμών, οι οποίοι εξήρχοντο εκ της οικίας Παραδαρμένου!
Σχήμα
διακοσμητικό
— Ζαχαρία! . . . ε, Ζαχαρία! . . . μωρέ που είσαι: . . .
Ούτως εβόα η αξιότιμος κυρία Θεοδώρα περιερχομένη την οικίαν προς ανεύρεσιν του συζύγου της, αλλ' ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις.
— Μα τι έγινες, αναθεματισμένε . . . μαγκούφη! εξηκολούθει βοώσα η σύνευνος του κ. Παραδαρμένου ερυθρά εξ οργής, εξετάζουσα εις τα δωμάτια, έως ότου εύρε τον κ. Ζαχαρίαν, δειλόν, συνεσπειρωμένον, ωχριώντα, προ του γραφείου του καθήμενον και αναγινώσκοντα εφημερίδα.
— Μα γυναίκα! . . . ε, γυναίκα! . . . είπε μόλις την είδε· τι κάθεσαι και φωνάζεις «Ζαχαρία, Ζαχαρία! . . . »; Θέλεις λοιπόν να με καταστρέψης;
Η κυρία Θεοδώρα προσέβλεψεν έκπληκτος τον σύζυγόν της και παρετήρησε μετά προσοχής αυτόν επί στιγμήν διά να πεισθή αν είχε σώας τας φρένας.
— Καλέ, δεν μου λες, στα σωστά σου είσαι, Ζαχαρία, σήμερα; του είπεν επί τέλους,
— Πάλιν! ανεβόησεν ο κύριος Παραδαρμένος θρηνωδώς πάλιν! λοιπόν εβάλθηκες χωρίς άλλο να με αφανίσης
Και η φωνή του ήρχισε να τρέμη.
— Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! είπε σταυροκοπουμένη η κυρία Θεοδώρα, ή μέθυσε πρωί πρωί ο άνδρας μου ή τούστριψε η βίδα χωρίς άλλο!
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις την κλίμακα· ήτο μία των γειτονισσών, ήτις ανήρχετο εις την οικίαν της οικογενείας Παραδαρμένου και η οποία ακούσασα τους λόγους της οικοδεσποίνης εσταμάτησεν αμηχανούσα.
— Ορίστε μέσα, ορίστε μέσα, κυρά-Ζαχαρούλα! εφώνησεν η κυρία Παραδαρμένου ιδούσα αυτήν.
Ο κ. Παραδαρμένος κατελήφθη υπό σπασμών ακούσας το όνομα τούτο.