— Και περί της λιθοστρώσεως τι λέγετε;
— Βλέπω εις τας εφημερίδας..; à propos, σας συγχαίρω και διά μερικάς εξ αυτών, διότι οι συντάκται των χοιρίζονται τον κάλαμον με πολλήν χάριν και ευρίσκω εις αυτάς άφθονον τροφήν . . . βλέπω λοιπόν, ότι ο δήμαρχός σας λιθοβολείται καθ' εκάστην παρά διαφόρων εταιρειών. Ανέγνωσα όμως και όσα έγραψε περί τούτου είς καθηγητής του Πανεπιστημίου και έχω την τιμήν να συμμερίζωμαι πληρέστατα την γνώμην του κυρίου καθηγητού.
— Επιθυμείτε να συνομιλήσωμεν και περί της πολιτικής; ηρώτησα μετά τινος δισταγμού.
Ο χοίρος εποίησε κίνημα απαρεσκείας.
— Διότι ανακατεύομαι εις τον βόρβορον ενίοτε, απήντησε, δεν έπεται ότι ανακατεύομαι και εις την πολιτικήν.
— Θα ηκούσατε βεβαίως περί της πολυκρότου υποθέσεως των ανακαλυφθεισών τελωνειακών και ταμειακών καταχρήσεων; Μου επιτρέπετε να σας ερωτήσω ποίαν ιδέαν έχετε περί αυτών;
— Η ιδέα μου, κύριε, είπε μετ' αξιοπρεπείας ο χοίρος, είνε πολύ παρήγορος και κολακευτική διά το γένος μας. Μέχρι τούδε ενόμιζα, ότι ημείς είμεθα τα μάλλον λαίμαργα και μάλλον παμφάγα των ζώων, ότε όμως επληροφορήθην τι έπραττον οι τελώναι και οι ταμίαι, απέβαλα την πεπλανημένην ταύτην ιδέαν.
Εξαντληθέντων των θεμάτων, η συνέντευξις έληγε κατ' ανάγκην. Ηγέρθην όπως αναχωρήσω και ηυχαρίστησα το ευγενές ζώον.
— Διά της ευμενείας σας κατεστήσατε υποχοίριον την ευγνωμοσύνην μου, τω είπα. Εύχομαι να παραταθή όσον το δυνατόν περισσότερον ο βίος σας, μολονότι αυτός είνε εξησφαλισμένος ένεκα της σοφίας και της ικανότητός σας, και το ανθρώπινον γένος ν' αργήση επί πολύ να φάγη τα χοιρομήριά σας.
Ο χοίρος με ηυχαρίστησεν επί τη ευχή και προσέθηκε:
— Σκοπεύω να διατρίψω επί τινας εισέτι ημέρας ενταύθα· θέλω να επισκεφθώ το Βουλευτήριόν σας, το Χρηματιστήριον, το Δημαρχείον και το παλαιόν θέατρον του Μπούκουρη, το οποίον μου λέγουν ότι είνε πολύ εύμορφον και εις το οποίον απορώ διατί δεν με έφερεν ο εργολάβος μου να δίδω παραστάσεις. Τας περαιτέρω εντυπώσεις μου, εάν δεν σας ίδω και δευτέραν φοράν, θα σας τας στείλω εγγράφως διά του Αντωνίου.
Εξήλθα καταγοητευμένος και θαυμάζων την διανοητικήν περιωπήν εις την οποίαν έφθασε το γένος των χοίρων. Εσκεπτόμην ότι τα δαιμόνια, άτινα έπεμψεν άλλοτε ο Χριστός εις την αγέλην αυτών εν τη χώρα των Γεργεσηνών, επενήργησαν εις την μόρφωσιν αυτών. Υπό τοιούτων κατειχόμην συλλογισμών, όταν συνήντησα ένα φίλον μου περίλυπον και πενθηφορούντα.
— Τι σου συνέβη; τον ηρώτησα.
— Δεν τα έμαθες; απήντησε κατηφής· απέθανεν η σύζυγός μου!
Ήρπασα την χείρα του και την έθλιψα εγκαρδίως.
— Σε συγχαίρω! του είπα μετά παραφοράς.
Ο φίλος μου έμεινεν εμβρόντητος διά τα συγχαρητήριά μου και με προσέβλεπεν άφωνος και μη δυνάμενος να εννοήση.
— Ναι, σε συγχαίρω, επανέλαβα. Πρωτύτερο δεν ηξεύρω τι ήσο, αλλά τώρα είσαι βεβαίως κάτι, αφού έγινες χήρος!
(1888)
Η πύλη του Αδριανού
Στρατιώτης τρέχει
Ο στρατιώτης του 3 λόχου του 2 τάγματος του 1 συντάγματος Σταμάτης Λόρδας εισέρχεται εις το μαγειρείον, ένθα η ποθητή της καρδίας του Θοδώρα κόπτει αυγολέμονον διά τους παρασκευασθέντας ντολμάδες, προχωρεί ωχρός και βαρύθυμος, και με φωνήν πένθιμον ανακράζει:
— Θοδώρα! σε κατήργησαν.
Η Θοδώρα χωρίς ν' αφήση την εργασίαν της:
Τι λες, βρε χάχα;
Λόρδας ισχυρότερον: — Σου λέγω, ότι σε κατήργησαν, ότι μας αφάνισαν, μας κατέστρεψαν! . . .
Και ενταυτώ χώνει τας χείρας εις την λοπάδα [22] και αρπάζει δύο ντολμάδες, τους οποίους καταβροχθίζει.
Η Θοδώρα μανιώδης:
— Βγάλ' τα κούτσουρά σου απ' εκεί! . . . Μίλα, βρε κορόιδο της φανταρίας, τι έπαθες;
— Μα δεν ακούς λοιπόν; σε κατήργησαν, σου λέγω!
— Ποίος με κατήργησε;
— Ο υπουργός των Στρατιωτικών!
— Ο υπουργός; . . . Και τι έχω να κάνω μαζί του;
— Ξέρω κ' εγώ! . . . νά, από ζηλοτυπία φυσικά! . . .
— Μα τι έκαμα;
— Πάλι! . . . Σου λέγω πως κατήργησε τη Θοδώρα! . . .
— Τη σάλπιγγα;
— Ναι, τη σάλπιγγα, το αποχωρητήριον και μαζί με την σάλπιγγα και εσέ και τας συνεντεύξεις μας και τον έρωτά μας! . . . Πώς θα πηγαίνω εγώ τώρα από το Μεταξουργείον εις τα Παραπήγματα χωρίς σάλπιγγα; . . . Σου λέγω πως μας αφάνισε!
— Και γι' αυτό χάνεσαι, βρε βλάκα; . . . Δεν 'μπορείς να ξέρης την ώρα και να γυρίσης εις τον στρατώνα;
— Και πού να την ιδώ την ώρα;
— Εις το ρολόγι;
— Και πού να ιδώ το ρολόγι;
— Σε κανένα μπακάλικο . . . σε κανένα καφενείο . . .
— Και αν πηγαίνη οπίσω το ρολόγι του καφενείου; . . . Δεν μ' αφήνεις, καλέ!. . . . Αχ! να είχα τουλάχιστον ένα ρολόγι δικό μου! . . .
Η Θοδώρα μετά σκέψιν:
— Ε! . . . ας είνε! Τυχερός ήσουν και σούφεξε. Μου έκαμε σήμερα χάρισμα η κυρά μου 25 δραχμάς να πάρω φουστάνι. (Ερευνά εις τα θυλάκιά της και του εγχειρίζει τας 25 δραχμάς). Νά! πάρε εσύ ένα ρολόγι!
Ο Λόρδας μετά συγκινήσεως:
— Θοδώρα! με σώζεις! . . . με γλυτώνεις! . . . Είχα απόφασι ν' αυτοχειριασθώ και θα επήγαινα από άωρον θάνατον!
Εις το αυτό μαγειρείον την επομένην εσπέραν. Ο Λόρδας μετ' ανησυχίας ερωτά:
— Τι ώρα είνε;
Η Θοδώρα απορούσα:
— Μα δεν επήρες το ρολόγι;
— Πού ρολόγι! . . . σήμερα όλη μέρα ήμουν αγγαρεία εις την υπηρεσίαν. Τώρα το βράδυ άρπαξα μια στιγμή να έλθω να σε ιδώ! . . . Κύτταξε το ρολόγι του αφεντικού σου . . .
Η Θοδώρα επιστρέφουσα:
— Είνε έξι και είκοσι.
— Πίσω θα πηγαίνη . . . Κύτταξε και το ρολόγι που είνε στην κάμερα της κυράς σου . . .
Η Θοδώρα μεταβαίνει και επιστρέφει:
— Αυτό λέει επτά και δέκα! Δεν μπορεί να είνε τόσο! Ας ρωτήσουμε και τον μπακάλη από το παράθυρον.
Ερωτάται ο μπακάλης και απαντά: — Επτά παρά τέταρτον.
Ο Λόρδας εν αμηχανία:
— Τώρα ποιο να πιστεύσουμε από τα τρία;
Επαναλαμβάνεται η τρυφερά διένεξις της σκηνής του κήπου μεταξύ Ρωμαίου και Ιουλιέττας περί της ώρας, κατά την οποίαν το άσμα του κορυδαλού αντικαθίσταται υπό των ύβρεων του αφεντικού της Θοδώρας, δυσανασχετούντος διά την βραδύτητα της υπηρετρίας του. Μεθ' ό ο Λόρδας απέρχεται εσπευσμένως.
Εις το οινοπωλείον και ξενοδοχείον ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ. Διάφοροι στρατιώται του συντάγματος συνδειπνούν ευθύμως.
Ο Σταμάτης Λόρδας ψάλλει φαιδρώς το άσμα: Στο ένα χέρι την Μανιώ και στ' άλλο την κανάτα· έπειτα μεγαλοφώνως:
— Κάπελα! . . . μια οκά ακόμη και τον λογαριασμό.
Ο ξενοδόχος φέρει τον λογαριασμόν: Είκοσι και τριάντα πέντε.
Ο Λόρδας μεγαλοπρεπώς:
— Παιδιά: κερνώ εγώ απόψε! . . .
Δίδει το χαρτονόμισμα των 25 δραχμών, επευφημούντων μετ' εκπλήξεως των συνδαιτυμόνων. Οι στρατιώται συγκρούουν τα ποτήρια:
— Η ώρα η καλή! . . .
Ο Λόρδας μελαγχολικώς κατ' ιδίαν:
— Η ώρα η καλή! . . . αλλά! . . . χωρίς ρολόγι!
Εις την λεωφόρον Πανεπιστημίου. Ο Σταμάτης σπεύδων το βήμα και αποτεινόμενος προς ένα διαβάτην:
— Κύριε . . . παρακαλώ, τι ώρα έχετε;
Ο διαβάτης φέρων τας χείρας εις τα θυλάκια και κραυγάζων:
— Λωποδύται! . . . βοήθεια!
Ο Λόρδας τρέχων βιαίως και κρυπτόμενος εις το προ του Πανεπιστημίου άλσος;
— Να σε πάρ' η οργή, μαγκούφη! . . . έβαλε τον κόσμο άνω κάτω με τες φωνές του! . . . Τι σκοτάδι εδώ πέρα . . . πίσσα! . . . Να ημπορούσα να ιδώ το ρολόγι! . . . να είχα φως! . . . Έχω ένα κερί επάνω μου, αλλά σπίρτο; . . . (Προχωρεί και διακρίνει εν τω σκότει σκιάν ανθρώπου καθημένου). Πατριώτη, έχεις κανένα σπίρτο; . . . Δεν μιλεί αυτός! . . . τουλάχιστον δεν μ' επήρε για λωποδύτη! . . . Δεν ακούς, πατριώτη; (Πλησιάζει έτι μάλλον) . . . Μπα, διάβολε! . . . στον Κοραή μιλούσα! . . .
Εις τον στρατώνα αναγινώσκεται ο κατάλογος της εσπερινής προσκλήσεως.
— Λόρδας Σταμάτης . . .
— Απών!
Ο επιλοχίας:
— Απών, έ; Κ' έμαθα πως είχε τσιμπούσι ο λιμοκοντόρος! . . . Σημείωσέ τον. Καλό γλέντι τον περιμένει.
Εις το μαγειρείον. Η Θοδώρα σύννους παρασκευάζουσα το δείπνον.
— Τι να έγινε αυτός ο παραλυμένος; Πέντε μέρες έχει να φανή!
Ο Σταμάτης εμφανιζόμενος:
— Θοδώρα μου! . . . δεν σου τάλεγα; Την έφαγα την πεντάρα! . . . Μ' έχωσαν στη φυλακή γιατί επήγα αργά στην πρόσκλησι . . .
— Καλά! . . . μα δεν είχες ρολόγι να ιδής την ώρα;
— Ρολόγι πού να στα λέγω! . . . Επήρα ένα ρολόγι, μα αυτό το καταραμένο επήγαινε τόσο εμπρός . . . μα τόσο πολύ εμπρός . . . ώστε . . .
— Ώστε; . . .
— Ώστε . . . δεν ημπορούσα να το ακολουθήσω . . . το έχασα απ' εμπρός μου . . .
— Έτσι ε . . . . το έχασες; . . . Και δεν μου χανόσουνε και συ μαζί μ' αυτό; . . .
— Θοδώρα! . . .
— Να χαθής, σου λέω! . . .
— Θοδώρα! . . . (προσπαθεί να την εξευμενίση διά τρυφερού εναγκαλισμού).
— Γκρεμίσου απ' εδώ! . . . (αρπάζουσα μίαν σιδηράν εσχάραν και αμυνομένη).
— Θοδώρα, είσαι άσπλαγχνη, είσαι θηρίον! . . .
Εξακολουθεί δεινή σύγκρουσις, κατά την οποίαν ο Λόρδας δεχόμενος κατά κεφαλής μίαν πληγήν εσχάρας και κατά πρόσωπον μίαν πατσαβούραν με στάχτην τρέπεται εις φυγήν.
Εις την αυλήν του στρατώνος. Ο Σταμάτης Λόρδας αναγινώσκων κατά μόνας βιβλίον και μονολογών.
— Ωρκίσθην να πάρω ένα ρολόγι . . . Ιδού! . . . έως ν' αποκτήσω το απαιτούμενον χρηματικόν ποσόν, ηγόρασα ωστόσον Ωρολόγιον το Μέγα! Διαβάζω με ευσέβειαν τους παρακλητικούς κανόνας και παρακαλώ να φωτίση ο Θεός το υπουργείον ή να βάλουν πάλιν σ' ενέργεια την Θοδώρα, ή να τοποθετήσουν πέντ' έξι ρολόγια εις την πόλι!
(1889)
διακοσμητικό
Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι.
Εννοώ κάλλιστα την ανυπομονησίαν και την αγανάκτησίν σας· συναισθάνομαι το καθήκον, όπερ η προνοητική φύσις έταξεν εις εμέ, όπως έταξεν εις τους αστυνομικούς κλητήρας το καθήκον της χαρτοπαιξίας και εις τους επιδόξους υπουργούς της δημοσίας εκπαιδεύσεως το καθήκον της ανορθογραφίας. Δεν υπήρξε προσωπικότης οπωσούν έξοχος πατήσασα επί της κλασικής ταύτης γης και αλευρωθείσα εκ της κόνεώς της, δεν υπήρξε δίπουν ή τετράπουν, λογικόν ως αγόρευσις συνηγόρου εις το Πλημμελειοδικείον, ή άλογον ως εκείνα τα οποία ηγόραζον και μετεπώλουν αενάως κατά το παρελθόν αι κυβερνήσεις της πατρίδος μας, το οποίον να μη υπεβλήθη εις καταναγκαστικήν συνέντευξιν μετά του υποφαινομένου εις αυτάς ταύτας τας στήλας και υπό τον τυραννικόν ζυγόν του λογοπαιγνίου. Όπου και αν κατώκει, εις ξενοδοχείον ή εις ιδιωτικήν οικίαν, εις ανάκτορον ή εις χάνι, τον εύρισκα αμέσως και αι θύραι της κατοικίας του, απρόσιτοι δι' άλλους, ηνοίγοντο ευχερώς δι' εμέ, ως να ήσαν θύραι νομισματικού μουσείου.
Είχετε δίκαιον επομένως να λέγετε απορούντες περί εμού:
— Ακούς εκεί! . . . να είνε εδώ ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης και αυτός να μη τζακισθή ακόμη να υπάγη να τον ιδή! . . .
Είχετε δίκαιον, αλλά . . . έχετε άδικον!
Νομίζετε, ότι δεν το εσκέφθην εγώ; νομίζετε, ότι δεν με συνεκίνησαν μέχρι δακρύων τα δεινοπαθήματα της κυρά-Γιάνναινας, τα τόσον τραγικώς περιγραφέντα εις τας εφημερίδας, και το μαρτύριον εις το οποίον υπεβλήθη ο φοβερός υπαστυνόμος του Πειραιώς, ηναγκασμένος να διατελή επί ποδός, ένεκα των διαδόσεων περί της αφίξεως του απαισίου Αντεροβγάλτη; Νομίζετε, ότι δεν με επτόησε το θάρρος με το οποίον παρέβαινε τας περί γραμματοσήμου διατάξεις, κολλών εις τα παράθυρα τας επιστολάς του, αντί να τας στέλλη διά του ταχυδρομείου, και δεν με εξέπληξεν η ικανότης μετά της οποίας έμαθε την γλώσσαν μας εντός δύο ή τριών ημερών, ώστε να την γράφη καλύτερον από μερικούς δημοσιογράφους;
Ή νομίζετε ότι δεν αντελήφθην και εγώ τον φόβον, όστις διεσπάρη εις τας τάξεις του λαού μας και δεν ήκουσα τας τερατώδεις διαδόσεις περί του μυστηριώδους αυτού επισκέπτου; Ολίγον έλειψε μάλιστα να γίνω αφορμή δυστυχήματος και ιδού πώς.
Ειργαζόμην προχθές εντός του δωματίου μου, ενώ έξω εις την αυλήν εκάθητο εις τον ήλιον η οικοδέσποινά μου κυρά-Πανώρηα πλέκουσα κάλτσαν και συνδιαλεγομένη μετά της γειτονίσσης της κυρά-Βασίλαινας και του μπαρμπα- Θεοδόση αποστράτου ενωμοτάρχου και νοικάρη της. Το θέμα της συνομιλίας των ήτο ο απαίσιος Αντεροβγάλτης· η κυρά-Πανώρηα διετείνετο, ότι τον είδαν τες περασμένες εις το νταμάρι του Στρέφη να ροκανίζη τα κόκκαλα τριών γυναικών οπού είχε σφάξει· η κυρά-Βασίλαινα, η οποία είχε πλύσιν, έτρεμεν εις την ιδέαν, ότι έμελλε ν' αφήση έξω εις την αυλήν τα απλωμένα ρούχα και ο μπαρμπα- Θεοδόσης αρειμανίως στρέφων τον ψαρόν μύστακα έλεγεν, ότι εις το εξής κάθε βράδυ οπού επήγαινε και «επέρναγε την ώραν του» εις έν μπακάλικον της συνοικίας, θα έπαιρνε μαζί του και ένα τουφέκι παλαιόν της Εθνοφυλακής, οπού είχεν εις το δωμάτιόν του. Διά μιας ήνοιξεν η θύρα του δωματίου μου και εισήλθε κάποιος.
Ήτο ο φίλος μου Ησαΐας, φοιτητής εκ Παμφυλίας, όστις, αφού διήκουσεν επί έν έτος τα μαθήματα της Θεολογικής σχολής, ενεγράφη το επόμενον εις την Φαρμακευτικήν. Εφόρει πρότερον ασιατικήν ενδυμασίαν και επειδή κατ' εκείνην την στιγμήν διά πρώτην φοράν τον έβλεπα ενδεδυμένον ευρωπαϊκά δεν τον ανεγνώρισα αμέσως.
— Εσύ είσαι, καλέ;
— Εγώ, δεν με ανεγνώρισες;
— Μα τι τα έκαμες τα αντεριά; [23]
— Τα αντεριά; τα έβγαλα!
— Τα έβγαλες! ανεβόησα μετά φρίκης, μα τότε λοιπόν είσαι και συ Αντεριοβγάλτης!
Μόλις επρόφερα τον κακόν αυτόν αστεϊσμόν και παρευθύς εις την αυλήν, ένθα οι συνδιαλεγόμενοι ήκουσαν τον ανωτέρω διάλογον, εξερράγη φοβερός πάταγος. Η κυρά-Βασίλαινα ώρμησε μετά κραυγών και εκρύφθη υπό τον κάλαθον της αλυσίβας. Ο μπαρμπα-Θεοδόσης έτρεξε να πάρη το τουφέκι της Εθνοφυλακής· η κυρά-Πανώρηα ωπλίσθη γενναίως με έν από τα τσόκαρά της· η Φουντούκω, το κυνάριον της οικοδεσποίνης, υλάκτει μανιωδώς και αι όρνιθες έτρεχον πτήσσουσαι μετά ισχυρού κακαβισμού εντός της αυλής, ενώ από τα γειτονικά παράθυρα ηκούοντο έντρομοι φωναί γυναικών και παίδων:
«Ο Αντεροβγάλτης! ο Αντεροβγάλτης!»
Μετά κόπου ηδυνήθην να σώσω τον εμβρόντητον απομείναντα Ησαΐαν από της μανίας του πλήθους, αναγκασθείς να δημηγορήσω και να διαβεβαιώσω το ακροατήριον — ότι ο ατυχής φίλος μου όχι μόνον δεν έτρωγε κρέας ανθρώπινον, αλλ' ουδ' αυτό το βωδινόν, ειμή κατά τας επισήμους ημέρας, περιοριζόμενος ολιγαρχικώς εις την καθημερινήν κατανάλωσιν των φυτικών ουσιών, εις την οποίαν τον είχεν αρχικώς προορίσει η φύσις, πριν ή μεταμεληθείσα στερήση αυτόν ασπλάγχνως των άλλων δυο ποδών, ούς εσκόπει πρότερον να του δώση.
Όλα ταύτα τα γνωρίζω· αλλά τι τα θέλετε! ανέκαθεν εσχημάτισα την βαθυτάτην πεποίθησιν, ότι ο απαίσιος αυτός Τζακ δεν ευρίσκετο εις την Ελλάδα, διότι δεν ηδύνατο να έλθη.
Ο άνθρωπος αυτός απέκτησε μίαν φήμην παγκόσμιον διά των κατορθωμάτων του, την οποίαν υποθέτω ότι επιθυμεί να διατηρήση. Αλλ' ίσα ίσα η μόνη χώρα όπου η φήμη του θα κατεστρέφετο είνε η ιδική μας. Η Ελλάς είνε η καθαυτό χώρα του ξεκοιλιάσματος. Το να βγάλη τις τα έντερα του άλλου παρ' ημίν είνε το φυσικώτερον πράγμα του κόσμου. Η συνηθεστέρα σκηνή εξ όσων αναγινώσκεις εις τας εφημερίδας μας είνε η εξής περίπου:
Ο Γιάννης και ο Κώστας είνε στενοί φίλοι και πηγαίνουν το βράδυ μαζί να πιούν ένα κρασί. Εις την συνομιλίαν επάνω φιλονεικούν.
— Εκείνο το ρετσινάτο που έπιαμε στην ταβέρνα του Θανάση ήτο καλύτερο, λέγει ο Κώστας,
— Α, μπα! καλύτερο είν' αυτό, απαντά ο Γιάννης.
— Μάλιστα! . . . αγκαλά . . . που ξέρεις εσύ από κρασί!
— Εγώ δεν ξεύρω; . . . εσύ δεν ξεύρεις τι σου γίνεται,
— Είσαι βλάκας!
— Είσαι μασκαράς! . . .
Εις απάντησιν εξάγει ο Κώστας το μαχαίρι και ξεκοιλιάζει τον αγαπητόν του φίλον.
Ύστερα υπό αυτά τα καθημερινά και συνήθη, τι θα ήτο ο Τζακ εδώ; είς κοινότατος ήρως του αστυνομικού δελτίου, αναφερόμενος εκάστοτε μεταξύ του αξιοτίμου κυρίου Βη και του αξιοτίμου κυρίου Ποντική, όστις μίαν ημέραν ήθελε παραπεμφθή εις το Κακουργιοδικείον, όπου θα είχε συνήγορον ένα πολιτευόμενον, θα κατεδικάζετο, και . . . θα ελάμβανε χάριν μετά έξ μήνας από τον υπουργόν της Δικαιοσύνης.
Ο Αντεροβγάλτης! Και νομίζετε, ότι δεν έχομεν ημείς εδώ αντεροβγάλτας; Πόσον απατάσθε!
Προσμείνατε πάλιν να επανέλθη καμμία εμφρακτική υποτροπή εις την Βουλήν μας, και υπάγετε τότε εις το Βουλευτήριον και λάβετε τον ηρωισμόν να καθίσετε έως το πρωί διά ν' ακούσετε την φάλαγγα των διαφόρων ρητόρων ν' αγορεύουν εκ περιτροπής διά τον έντιμον φυγόδικον κ. Παπααναγνωστοθεοχριστοδουλοφιλόπουλον και τότε δύνασθε ν’ αντιμετωπίσετε θαρραλέως ολοζώντανον τον πραγματικόν Τζακ τον Αντεροβγάλτην, όστις δεν θα ηδύνατο πλέον να σας βλάψη, διότι τίποτε δεν εύρισκεν εις την γαστέρα σας.
Δι' όλους αυτούς τους λόγους φρονώ εν πεποιθήσει, ότι ο Τζακ δεν θα απεφάσιζέ ποτε να έλθη εδώ, διά να υποβάλη εις επικίνδυνον συναγωνισμόν το έργον και την φήμην του.
Θα μου παρατηρήσετε ότι, καθά [24] υποτίθεται, ο Τζακ εκτελεί το αποτρόπαιον έργον του χάριν ανατομικών μελετών, διότι αφαιρεί τας μήτρας των θυμάτων του και τας παραλαμβάνει προς σπουδήν.
Αλλ' εις την παρατήρησίν σας απαντώ, ότι εις τον τόπον μας αυτή η αφαίρεσις είνε πράγμα δυσκολώτατον.
Και απόδειξις η Ιερά Σύνοδος, ήτις καίτοι έχει υπ' όψιν της τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας, τον Ποινικόν Νόμον και το Καταστατικόν του Δρομοκαϊτείου φρενοκομείου, ακόμη δεν απεφάσισε ν' αφαιρέση την μίτραν πολλών επισκόπων.
διακοσμητικό
Ότε αφυπνίσθην προχθές την πρωίαν, ήτο η γλυκεία ώρα της χαραυγής, κατά την
οποίαν δεν ηξεύρω τι βαλσαμώνει η φύσις, καθά διαβεβαιοί ο Ζαλοκώστας, αλλά
κατά την οποίαν βεβαίως αναπέμπονται προς τον ουρανόν ομού με τους ήχους του
Εωθινού και τα κελαδήματα των πτηνών — επί τη υποθέσει ότι έχουν όρεξιν τα
πτηνά να κελαδούν αυτήν την εποχήν — αι φοβερώτεραι των βλασφημιών υπ'
εκείνων των ταλαιπώρων, των οποίων τον νήδυμον
[25]
ύπνον και το παρήγορον όνειρον διακόπτει η αγρία ωρυγή του
σαλεπτσή.
Δεν το λέγω διά να καυχηθώ, αλλά και εγώ ανήκω εις την τάξιν των ατυχών αυτών μαρτύρων. Παραδόξως όμως την ημέραν εκείνην δεν με αφύπνιζεν η θηριωδία των περιπλανωμένων αυτών τεράτων, δεν ήκουον τας λιγυράς [26] φωνάς των κουλουροπωλών, δεν ήκουον βήματα διαβατών εις την πολυσύχναστον οδόν.
Εννόησα ότι κάτι έκτακτον συνέβαινε και προσεκάλεσα τον υπηρέτην μου Αναξίμανδρον, όστις σπουδάζων άμα και υπηρετών, προώρισται να κλείση μίαν ημέραν την γενέθλιόν του νήσον Ωλίαρον, αναρριχώμενος μέχρι του αξιώματος του υπογραμματέως ειρηνοδικείου και μέχρι της περιωπής βοηθού αριστερού ψάλτου. Ήθελα να βεβαιωθώ αν είχε χιονίσει.
— Πήγαινε να ιδής, του είπον, αν μας ήλθεν η Λευκή κόρη του Βορρά . . .
Ο Αναξίμανδρος μεταβάς επέστρεψε μετ' ολίγον λίγων:
— Μας ήλθεν η κυρά-Γιάνναινα.
— Ποία;
— Η πλύστρα μας.
— Μα πώς λοιπόν; η κόρη του Βορρά δεν ετίναξε τα λευκά και αβρά ως φύλλα ιάσμου πέταλα; . . .
— Τα πέταλα τα ετίναξεν από το κρύον η κυρά Σταμάτα, η συντρόφισσα της πλύστρας μας, η οποία ήλθε να της δώσετε τα λεπτά, οπού της χρεωστείτε, διότι της χρειάζονται διά την κηδείαν.
Ερρίγησα τόσον πολύ, ώστε αμέσως εχώθην υπό το εφάπλωμα.
*
* *
Διότι πρέπει να γνωρίζετε, ότι, οσάκις εμφανίζεται η Λευκή κόρη του Βορρά εις την πόλιν μας, δύο κυρίως πράγματα πολλαπλασιάζονται καταπληκτικώς, τα ποιητικά επίθετα εις τας περιγραφάς των εφημερίδων και αι περιπνευμονίαι.
Η Λευκή αύτη κόρη του Βορρά έχει έν αποτέλεσμα ιδιαίτερον επί του οργανισμού μου. Οσάκις παρουσιάζεται αυτή, με όλην την ποιητικήν λευκότητά της, τα μέλη μου μελανιάζουν από το κρύον.
Προσεκάλεσα ένα φίλον μου Ασκληπιάδην και τον ηρώτησα να μου εξηγήση το φαινόμενον.
— Δεν είνε τίποτε, μου απήντησε μειδιών, αυτά είνε αποτελέσματα του ψύχους . . . Είνε και αυτό . . . ψύχωσις!
Ορίστε αι νέαι ιδέαι εις την επιστήμην!
*
* *
« — Δεν ηξεύρεις τι έκαμα!» μου έλεγε θριαμβευτικώς χθες ο αξιοτίμος φίλος μου κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος. «Αφού επήρα την σύνταξίν μου, έτρεξα και την ηγόρασα όλην κάρβουνα και εγέμισα την αποθήκην, εις στιγμήν κατά την οποίαν η αξιότιμος συμβία και σύνευνός μου έλειπεν από την οικίαν, ένεκα επισκέψεων. Όταν επανήλθε και μου εζήτησε τα χρήματα — ξεύρετε δα, ότι η κυρία Θεοδώρα είνε κομμάτι ευερέθιστος! — την επήρα από το χέρι και της είπα μυστηριωδώς:
— Σώπα, καλέ, σώπα και έχομεν θησαυρόν! . . .
Η αξιοτίμος και αγαπητή συμβία με παρηκολούθησε περίεργος μέχρι της αποθήκης.
— Ιδού, είπα, δεικνύων εις αυτήν τον ογκώδη σωρόν, άνθρακες ο θησαυρός!
Δεν ηξεύρω ποίαν απάντησιν έδωκεν η κυρία Θεοδώρα, αλλά μου φαίνεται, ότι είδα ζωηράν και εύγλωττον την απάντησιν εις το πλήρες αμυχών πρόσωπον του αξιοτίμου κ. Ζαχαρία.
*
* *
Δεν ακολουθώ ακριβώς το σύστημα του αξιοτίμου φίλου μου κ. Παραδαρμένου κατά τας ημέρας ταύτας του υπερβολικού ψύχους, εφαρμόζω όμως έν άλλο ανάλογον.
Κλείομαι εντός της κατοικίας μου και φροντίζω ν' αφαιρέσω ή ν' απομακρύνω εξ αυτής παν ό,τι έχει σχέσιν με το ψύχος.
Οσάκις κρούεται η θύρα, ο Αναξίμανδρος ίσταται εκεί άγρυπνος φρουρός.
— Ποίος είνε;
— Κάποιος εκ μέρους του κ. Ψύχα, όστις θέλει κάτι να αναγγείλη διά την υπόθεσιν του υπογείου σιδηροδρόμου.
— Ο κύριος δεν δέχεται.
— Μπουμ! . . . μπουμ! . . .
— Ποίος είνε;
— Ο κ. Παγώνης . . .
— Μακρυά δι' όνομα Θεού!
Κτυπούν πάλιν. Είνε ο κ. Θερμογιαννόπουλος.
— Η ευγενεία σας ημπορείτε να εισέλθετε.
Έπειτα εκτελείται γενική εκκαθάρισις εις την βιβλιοθήκην.
Τα βιβλία εξετάζονται έν προς έν.
— Τα δράματα ενός βραβευμένου ποιητού . . .
— Μακράν! . . .
— Η νομολογία του Αρείου Πάγου . . .
— Πέταξέ την!
Τα μόνα τα οποία διασώζονται εκ της αυστηράς απογραφής είνε μερικά φύλλα του Ηλίου του κ. Πύρλα καί τινες τόμοι της Εστίας.
Τα θέτω κατά σειράν και τοποθετούμαι εν τω μέσω αυτών. Αν και αυτή η μέθοδος δεν ισχύση, τότε καταφεύγω εις το τελευταίον μέσον· τα αντικαθιστώ όλα διά μιας φιάλης καλού ρωμίου της Ιαμαϊκής.
Εν ελλείψει, καταφεύγω εις το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . . .
*
* *
Το εξής είνε το τελευταίον κατόρθωμα του Αναξιμάνδρου· το παραδίδω εις την αθανασίαν.
Γράφων μια των ημερών τούτων ελησμόνησα το πραγματικόν γένος της λέξεως ο Πάρνης, του γνωστού όρους της Αττικής, διότι είνε γνωστόν, ότι ο κ. Κόντος έχει προ πολλού επιφέρει αληθή αναστάτωσιν εις τα γένη των ονομάτων.
Έκραξα τον αγαθόν όσον και ευφυά νέον και του είπα:
— Κάμε μου την χάριν, σε παρακαλώ, κύτταξε ποίου γένους είνε το όρος Πάρνης.
Ο Αναξίμανδρος εξήλθε και μετά επισταμένην παρατήρησιν μου απήντησε:
— Δεν ημπόρεσα να διακρίνω, επειδή είνε σκεπασμένο από χιόνι.
(1889)
Σκυλί και σελήνη
«Λάσπη, σκυλιά, χαμάληδες, αυτά τα τρία όντα
«Της Κωνσταντινουπόλεως τα μόνα προϊόντα».
Αύτη ήτο η αφόρητος επί τέλους καταστάσα επωδός, το αναπόφευκτον πάσης συνδιαλέξεως τέρμα, οσάκις κατά την βραχείαν εν Κωνσταντινουπόλει διαμονήν μου ετύχαινε να παραπονούμαι διά τον παχύν βόρβορον, τον κατακλύζοντα τας στενάς και σκολιάς οδούς της μεγαλοπόλεως εκείνης, κατά τας απαισίως πληκτικάς ημέρας των φθινοπωρινών βροχών, ή εκινδύνευα να καταπλακωθώ από τους ατελευτήτους καλπάζοντας ουλαμούς των αχθοφόρων, κλιμακηδόν τεταγμένων και μετακομιζόντων εν βοή δυσκίνητα βάρη εξαρτώμενα εκ μακρών ξύλων, ή τανάπαλιν εκινδύνευα να καταπλακώσω εγώ ολόκληρον οικογένειαν κυνικήν κατέχουσαν αυθαιρέτως μέγα μέρος της δυσβάτου οδού ή του στενού πεζοδρομίου. Εις τα παράπονά μου, εις τας παρατηρήσεις μου, εις τα επιφωνήματα της εκπλήξεώς μου ήκουα στερεοτύπως προς απάντησιν τους δύο ανωτέρω στίχους με έμφασιν απαγγελλομένους και μέ τινα δόσιν χαιρεκάκου φιλοσκωμμοσύνης. Σημειωτέον ότι οι δύο αυτοί εξαμβλωματικοί στίχοι φέρονται επ' ονόματι του Αλεξάνδρου Σούτσου και εις αυτόν τους αποδίδουν πάντες αδιστάκτως, είτε λόγιοι είνε, είτε χειρώνακτες, είτε επιστήμονες, είτε παντοπώλαι οι απαγγέλλοντες αυτούς. Ο ποιητής του Περιπλανωμένου και της Τουρκομάχου Ελλάδος έχει βεβαίως πολλάς ποιητικάς αμαρτίας εις την ράχιν του, αλλά δεν είνε δίκαιον, νομίζω, να επιβαρύνεται η μνήμη του και με αυτήν την έμμετρον χυδαιότητα. Αν δε μερικά εκ των ποιητικών του έργων δεν ανταποκρίνονται εις τας σημερινάς καλαισθητικάς αξιώσεις, ήτο όμως αναντιρρήτως αρκετά δεξιός στιχουργός ώστε να συνθέτη στίχους αρτιωτέρους του ραιβού αυτού ζεύγους και αρκετά λογικός ώστε να γινώσκη ότι η λάσπη δεν ανήκει εις τας τάξεις των όντων. Και εν τούτοις η ποιητική του φήμη παρά τω ελληνικώ λαώ του Βυζαντίου επί αυτού του επιγράμματος και μόνου θεμελιούται, όπως παρά τω αμαθεί λαώ της ελευθέρας Ελλάδος διαιωνίζεται το όνομά του χάρις εις έν έμμετρον αισχρολόγημα· και ενώ πολλοί ολίγοι γνωρίζουν τας ενθουσιώδεις αποστροφάς του προς το «άγιον και παντοκράτορ πνεύμα της Ελευθερίας», όλοι τον ενθυμούνται χάρις εις έν στιχουργικόν βαναυσοτέχνημα, το οποίον πιθανώτατα δεν είνε ιδικόν του! Αυτάς τας αλλοκότους περιπετείας έχει ενίοτε η υστεροφημία· και όμως υπάρχουν άνθρωποι ταλαιπωρούμενοι εν τη ζωή χάριν αυτού και μόνου του προβληματικού αγαθού!
Οπωσδήποτε, διά ν' αποδειχθή ότι κανέν πράγμα εις τον κόσμον τούτον δεν είνε ανωφελές, το ατυχές αυτό δίστιχον μου εχρησίμευσεν ως αφετηρία εις την παρούσαν διατριβήν, εν τη οποία θα διαλάβω περί ενός εκ των τριών εν αυτώ μνημονευομένων όντων. Την λάσπην αφήνω κατά μέρος· δεν θα εξετάσω κατά πόσον τα συστατικά της ομοιάζουν με τα της κασιγνήτου [27] των αθηναϊκών οδών, διότι το θέμα, ως αρκετά γλοιώδες και ολισθηρόν, ενδέχεται να με παρασύρη πολύ μακράν. Τους αχθοφόρους παραδίδω εις τους ιεροκήρυκας, διότι ουδαμού θα εύρουν συνομοταξίαν τόσον εμπράκτως εφαρμόζουσαν το ευαγγελικόν παράγγελμα του αίρειν μετ' αυταπαρνησίας και αντί ελαχίστης αμοιβής όλα τα βάρη του πλησίον. Εκλέγω τους κύνας και επιχειρώ εκ του προχείρου να εκθέσω τας εντυπώσεις, τας οποίας μου επροξένησαν ο ιδιόρρυθμος οργανισμός και τα περίεργα ήθη και έθιμα της πολυπληθούς παρά τον Βόσπορον κοινότητος των τετραπόδων τούτων, κολακεύομαι δε πιστεύων ότι το φιλόμουσον ακροατήριον θα μου φανή επιεικές αν υπολειφθώ των προσδοκιών του, αναλογιζόμενον ότι χάριν της παροδικής αυτού τέρψεως αποπειρώμαι την εσπέραν ταύτην να βάλω, κατά το κοινώς λεγόμενον, τα σκυλιά εις την αγγάρεια.
Μη τις νομίση δε ότι θέλω διά της εκλογής του θέματος τούτου να φανώ νεωτερίζων· διότι πάντες οι επισκεφθέντες την βασιλίδα των πόλεων και θελήσαντες να εκθέσουν τας εαυτών εντυπώσεις ησχολήθησαν ο μεν εκτενέστερον, ο δ' επιτροχάδην και περί των κυνών. Άλλως τε το θέμα είνε τοιούτο εκ φύσεως, ώστε δεν δύναταί τις να το αποφύγη. Διότι, όσον τις και αν θαμβωθή από το εξαίσιον θέαμα του Βοσπόρου, όσον και αν μαγευθή από το κάλλος της εκ του Κερατίου θέας, όσον, και αν συγκινηθή εκ της μεγαλοπρεπείας του ναού της Αγίας Σοφίας και των υπό τους θεσπεσίους θόλους αυτής φωλευουσών ιστορικών και ποιητικών αναμνήσεων, όσον και αν καταθελχθή εκ της ατέρμονος παρελάσεως των περικαλλών σουλτανικών ανακτόρων και αισθανθή εν εαυτώ αναζωογονουμένας τας εκ των παραμυθιών εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας, όσον και αν ιλιγγιάση εκ της αενάου τύρβης και του φαντασμαγορικού φυρμού [28] ποικίλων φύλων, ποικίλων φθόγγων, ποικίλων χρωμάτων, αδύνατον είνε επί τέλους το βλέμμα του να μη σταματήση επί της πολυπληθούς στρατιάς των αδεσπότων τετραπόδων, τα οποία νέμονται ως κατακτηταί τας αγυιάς, τας οδούς, την παραλίαν, τας γεφύρας, αυτόν τον ουδόν των οίκων, μόλις επιτρέποντα την διάβασιν εις τα δίποδα, όντα σκελετωδη, φασματώδη, ρυπαρά, ψωραλέα, κοιμώμενα, υλακτούντα, χαριεντιζόμενα, αλληλομαχούντα, ασχημονούντα. Και επί τη υποθέσει δε ότι ο ποιητικός οίστρος του ξένου επισκέπτου είνε τοιούτος, ώστε εν τη προσηλώσει του προς τα ινδάλματα, όσα γεννούν εν τη φαντασία τα απαράμιλλα εκείνα θεάματα, αναισθητεί προς πάντα τα κύκλω του συμβαίνοντα, πολύ ταχέως θ' αναγκασθή να επανέλθη εις την πραγματικότητα εκ του γοερού ολολυγμού ή του απειλητικού γρυλλισμού μανδροσκύλου, του οποίου επάτησεν απροσέκτως την ουράν ή άλλο τι μέλος, καθ' ήν στιγμήν ωνειροπόλει τους θησαυρούς των Καλιφών ή παρετήρει μετά θαυμασμού διά μέσου του διαφανούς πέπλου τους γόητας οφθαλμούς Οθωμανίδος, ή το επίχαρι και προκλητικόν βάδισμα Αρμενίας.
Η πρώτη σκέψις η επερχομένη εις το πνεύμα του ξένου επί τη θέα της αναριθμήτου πληθύος των εν λόγω τετραπόδων είνε πώς κατώρθωσε να πολλαπλασιασθή επί τοσούτον το γένος αυτών. Ο Βυζάντιος εν τη Κωνσταντινουπόλει αυτού (29) αναβιβάζει τον αριθμόν αυτών εις 50 χιλιάδας· αλλ' η ακρίβεια του υπολογισμού του είνε προβληματική, πρώτον διότι η απαρίθμησις δεν είνε εύκολος και δεύτερον διότι βεβαίως ο αριθμός αυτός ηυξήθη κατά πολύ ένεκα της επεκτάσεως και της συμπυκνώσεως των κατωκημένων μερών της πόλεως. Έπειτα αμέσως προβάλλεται το ερώτημα: είνε άρα γε επήλυδες ή αυτόχθονες; Ο ειρημένος συγγραφεύς της Κωνσταντινουπόλεως φρονεί ότι τα ζώα ταύτα, ιερά της Εκάτης, ήσαν επί των αρχαίων Βυζαντίων εις μέγα πλήθος εντός του άστεος και εις τας ωρυγάς [30] αυτών έμεινεν οφειλέτις η πόλις, σωθείσα εκ του πολιορκούντος αυτήν Φιλίππου, ετοίμου ήδη να εισχωρήση εις αυτήν δι' υπονόμου. Δεν είνε λοιπόν απίθανον, επιλέγει, να έλαβον έκτοτε προς αμοιβήν το δικαίωμα τούτο της ασυλίας. Πλην και ούτως αν έχη το πράγμα, επί των βυζαντινών αυτοκρατόρων βεβαίως δεν υπήρχε τοιαύτη πληθώρα κυνών εις την βασιλεύουσαν πόλιν, διότι άλλως οι χρονογράφοι της εποχής θα την ανέφερον. Ουδέ πάλιν μνημονεύεται επιδρομή αγέλης κυνών, ορμηθείσης εκ των στεππών της κεντρώας Ασίας και αναζητησάσης βίον ανετότερον παρά τας ευκραείς [31] ακτάς του Βοσπόρου κατ' απομίμησιν των Ούννων, των Αβάρων και των παντοίων άλλων βαρβάρων φύλων, των οποίων αι ατίθασοι ορδαί ως χείμαρροι κατέκλυζαν το σαθρόν κράτος των Καισάρων της Ανατολής και ών η ακατάσχετος φορά μόλις ανεκόπτετο από τα οχυρά της πρωτευούσης τείχη. Κατ' ανάγκην άρα πρέπει να παραδεχθώμεν ότι ο υπερβολικός πλεονασμός αυτών ήρξατο από της τουρκικής κατακτήσεως· η εικασία δε αύτη καθίσταται βασιμωτέρα, αν αληθεύη το λεγόμενον, ότι εις το στρατόπεδον Μωάμεθ του Πορθητού υπήρχε μέγας αριθμός τοιούτων ζώων, τα οποία εισήλασαν εις την πόλιν μετά των νικητών κατά την αποφράδα ημέραν της αλώσεως διά της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι κύνες του Βυζαντίου είνε κατά μέγα μέρος απόγονοι κατακτητών και ως τοιούτοι κέκτηνται επί του εδάφους, το οποίον κατέχουν δικαιώματα πολύ βασιμώτερα τουλάχιστον από τα των Βουλγάρων. Έκτοτε παρέμειναν ευρίσκοντες προστασίαν και περίθαλψιν παρά τοις Οθωμανοίς, οίτινες, ως γνωστόν, καίτοι η θρησκεία των θεωρεί τους κύνας ακαθάρτους, ιδιαιτέρως αγαπούν και περιθάλπουν εξ αισθήματος ευσπλαγχνίας τα ζώα ταύτα. Αλλά και πάλιν η τεραστία αύξησις του αριθμού των δεν εξηγείται διά τούτου και μόνου, καθότι και εις άλλας πόλεις καθαρώς τουρκικάς, τας οποίας επεσκέφθην, δεν έτυχε να παρατηρήσω τοσαύτην καταπληκτικήν περίσσειαν κυνών. Άλλως τε και εις αυτήν την Κωνσταντινούπολιν το εξαιρετικόν πλήθος των κυνών παρατηρείται όχι μόνον εις τας καθαρώς οθωμανικάς συνοικίας, αλλά και εις εκείνας εις τας οποίας υπερτερεί ή κυριαρχεί αποκλειστικώς ο χριστιανικός πληθυσμός, και εις τας παρά τη διπλή όχθη του Βοσπόρου κώμας και εις αυτάς τας νήσους της Προποντίδος. Ώστε πρέπει να παραδεχθώμεν ότι παρεκτός της ιδιαιτέρας περιθάλψεως οι κύνες ευρίσκουν και κλιματολογικάς και άλλης φύσεως συνθήκας ευνοούσας την εν Κωνσταντινουπόλει καταπληκτικήν ανάπτυξιν του γένους των.
Το γένος τούτο των κυνών της Κωνσταντινουπόλεως είνε όλως ιδιάζον. Το ανάστημά των είνε μέτριον, η κεφαλή των απολήγει εις οξύ ρύγχος, τα ώτα των είνε βραχέα και ηνωρθωμένα· είνε δασύμαλλοι, ομοιάζουν πολύ προς τους ημετέρους ποιμενικούς κύνας, έχουν δε όλοι τρίχωμα μονόχρουν, φαιόν ή κιτρινόφαιον, ουδέποτε στικτόν, ως να ηρνείτο προνοητικώς η φύσις την πολυτέλειαν αυτήν εις δέρμα προωρισμένον να κυλίεται εντός του βορβόρου και ν' αποκτά εξ αυτού ρυπαράν ομοιομορφίαν. Ο ιδιαιτέρως σπουδάσας τα ήθη και έθιμα αυτών και γράψας περιεργοτάτην μονογραφίαν πολυμαθής ομογενής και αρχίατρος του Σουλτάνου Μαυρογένης πασάς (32) λέγει ότι το είδος αυτών αποτελεί ιδιαιτέραν απόχρωσιν μεταξύ του θωός [33] και του λύκου· ο δε διάσημος ζωολόγος Brehme τους κατατάσσει εις το είδος των chiens marrons. Το κύριόν των γνώρισμα είνε η οκνηρία· ότε ήκουα άλλοτε τους ναυτικούς συμπολίτας μου ν' αποκαλούν τους οκνηρούς και αναλγήτους «σκυλιά του Καράκιοϊ», ηπόρουν διά την παρομοίωσιν· πλην ότε αποβιβασθείς εις Γαλατάν ίδα το απερίγραπτον θέαμα της ραθυμίας των ζώων αυτών, επείσθην ότι η παραβολή ήτο ευστοχωτάτη. Εξηπλωμένοι νωχελώς εις το μέσον συνήθως του δρόμου, ανά είς, ανά δύο, ανά πέντε, ανά δέκα, με το ρύγχος χωσμένον μεταξύ των οπισθίων σκελών, κοιμώνται επί ώρας ολοκλήρους, αποτελούντες συμπλέγματα ποικίλα, ιδιότροπα, σωρούς νεκροζώους, οίτινες αγνοεί τις αν αποτελούνται εκ σωμάτων ζώντων ή εκ θνησιμαίων. Η ζωή τυρβάζει ποικιλόμορφος, σφριγηλή εν εκκωφαντική βοή πέριξ αυτών· διέρχονται διαβάται πεζοί και έφιπποι, Οθωμανοί σοβαροί με τον ποδήρη χιτώνα και με την κίδαριν [34] , χανούμισσαι με εσθήτας ευρείας μεταξίνας, θροούσας ανά παν βήμα, και με το αλεξιβρόχιον πάντοτε ανοικτόν. Αρμένιοι και Έλληνες έμποροι πολυφρόντιδες και βιαστικοί, πλανόδιοι πωληταί Ιουδαίοι με κάνιστρα αβαθή και ευρύχωρα επί κεφαλής, στρατιωτικοί, ευνούχοι, κυρίαι κομψαί της ευρωπαϊκής συνοικίας του Πέραν, κλητήρες χρυσοστόλιστοι των πρεσβειών και των προξενείων, Πέρσαι με κωνοειδείς τριχωτούς πίλους, δερβίσαι, ξένοι περιηγηταί, λόχοι αχθοφόρων ωρυομένων, και εν τούτοις αυτοί μένουν ακίνητοι και τα κύματα του πλήθους αναγκάζονται να παρακάμπτουν ένθεν και ένθεν της οδού διά να μη προσκρούσουν επί των αδρανών εκείνων όγκων. Διότι πάντες φαίνονται σεβόμενοι την ανάπαυσιν των ακηδών [35] αυτών ζώων, ιδιαίτατα δε οι Οθωμανοί, και το σέβας τούτο προέρχεται ως λέγεται, εκ παραδόσεως, καθ' ήν ο Μωάμεθ προκληθείς ποτε ν' απαντήση εις θεολογικόν πρόβλημα και θέλων να εγερθή επροτίμησε ν' αποκόψη την ευρείαν χειρίδα [36] του ιματίου του, επί της οποίας εκοιμάτο ο αίλουρός του, παρά να ταράξη την ησυχίαν του προσφιλούς του ζώου. Μόνον όταν διέρχεται άμαξα ελαύνουσα από ρυτήρος ή αμάξιον ογκώδες φορτηγόν, γοερώς τρίζον και στένον εκ του βάρους, μόνον τότε αποφασίζουν να μετακινηθούν, αλλά κατά τόσους μόνον δακτύλους όσοι απαιτούνται όπως αποφύγουν τους επικειμένους να διέλθουν εκ του σώματός των τροχούς. Ενίοτε το κίνημά των αυτό δεν εκτελείται εγκαίρως· ακούεται τότε θρηνώδης ολολυγμός, ο παθών εγείρεται σύρων το τραυματισμένον σκέλος του διά να κατακλιθή ολίγα βήματα απωτέρω και να συνεχίση τον ύπνον του, ενώ οι άλλοι μόλις αρκούνται ν' ανοίξουν τους νυσταλέους οφθαλμούς διά να ίδουν μετ' απαθείας την συμφοράν του συντρόφου των.
Οι κύριοι της οδού εν Κωνσταντινουπόλει είνε οι κύνες έχοντες δικαιώματα μονίμου κατοχής. Καταλαμβάνουν το πεζοδρόμιον και το δάπεδον των οδών και μένουν ακηδείς, είτε βροχή τους λούει, είτε ο ήλιος τους πυρακτώνει, είτε ο άνεμος τους μαστίζει, είτε η χιών τους περικαλύπτει με παγερόν στρώμα. Οι μάλλον προβλεπτικοί εκλέγουν εν ώρα χειμώνος ως μέρος διαμονής το έδαφος της οδού το κείμενον υπό τους προέχοντας υελοφράκτους εξώστας των οικιών, τους λεγομένους εν Κωνσταντινουπόλει σαχνισί· άλλοι, όταν η χιών είνε παχεία, ορύσσουν διά των ονύχων μικρούς λάκκους και συσπειρούνται εντός αυτών· την πρόνοιαν δε ταύτην ιδίως δεικνύουν αι θήλειαι, εγκυμονούσαι ή αρτίτοκοι, αι έχουσαι να περιθάλψουν πολυμελή και απροστάτευτον οικογένειαν. Οι λοιποί εντελώς αδιαφορούν περί των ατμοσφαιρικών επηρειών, εκ των οποίων μένουν απρόσβλητοι· το πολύ πολύ κατά τας χιονώδεις νύκτας εκλέγουν ως κοίτην το μέσον ακριβώς της οδού, όπου η χιών, ένθεν και ένθεν παρά τους τοίχους συνήθως στοιβαζομένη, είνε ολιγωτέρα. Επειδή δε αυτήν την οιονεί φάραγγα προτιμούν και οι πεζοί διαβάται, όχι σπανίως πατούν τους κοιμωμένους κύνας, μη διακρινομένους εν τω σκότει, και η περίπτωσις αύτη δεν είνε ακίνδυνος, διότι τότε οι την ημέραν συνήθως χειροήθεις [37] και άκακοι τετράποδες την ώραν εκείνην εν τη μοναξία εξαγριούνται και επιτίθενται κατά των απροσέκτων. Αφού κορεσθούν ύπνου, εγείρονται, αποτινάσσουν ομού με την νάρκην των και τον παχύν βόρβορον ή την κόνιν, εκ της οποίας περιβάλλονται, και αρχίζουν την ανά την οδόν περιπολίαν των. Ερευνούν όλας τας γωνίας· ίστανται προ των θυρών αναμένοντες να ριφθούν εις την οδόν αι ακαθαρσίαι, επί τον οποίων ορμούν βουλιμιώντες, ανασκάπτοντες αυτάς μανιωδώς προς ανεύρεσιν των αποφαγίων· σχηματίζουν κύκλον, ερωτικώς προσβλέποντες τα σφάγια, τα οποία εκθέτει προς πώλησιν ο κρεοπώλης, της συνοικίας, λείχοντες το αίμα ή ελλοχώντες τα απορριπτόμενα άχρηστα τεμάχια των εντοσθίων. Σταθμεύουν προ των εδωδιμοπωλείων επί τη ελπίδι μικράς ελεημοσύνης. Συνάπτουν κρατερούς αγώνας περί της κατοχής ενός απογυμνωμένου οστού, ή περί της ερωτικής προτιμήσεως φιλαρέσκου θηλείας, παίζουν μεταξύ των — διότι έχουν ενίοτε όρεξιν να παίζουν οι ταλαίπωροι! Έπειτα πάλιν συσπειρούνται καθ' ομίλους και κοιμώνται, ο μεν με κενόν τον στόμαχον, ο δε μόλις κατορθώσας να φάγη τόσον, ώστε να μη αποθάνη της πείνης. Την νύκτα ηχούν αδιάκοποι αι υλακαί των, παρακολουθούσαι τα βήματα υπόπτου διαβάτου. Αι υλακαί αύται καθίστανται άγριαι και λυσσώδεις, οσάκις φανή ανατέλλουσα εις την οδόν η αμυδρά λάμψις του φανού του ρακοσυλλέκτου. Ωπλισμένος δι' ακοντίου φέροντος εις το άκρον αρπάγιον ο ρακοσυλλέκτης περιέρχεται τας οδούς, όταν ο θόρυβος και η κίνησις κοπάζουν, και διά της ράβδου του ερευνά και αναμοχλεύει τους σωρούς των σαρωμάτων. Οι κύνες, οίτινες έχουν ήδη ενεργήσει ανασκαφάς και εξαντλήσει παν το φαγώσιμον, εφορμούν κατ' αυτού και τον υλακτούν εμμανώς, διότι τρέφουν ακατανίκητον έχθραν προς αυτόν, υποπτευόμενοι ότι υπεξαιρεί την πενιχράν και ελλιπεστάτην τροφήν των. Ενίοτε η οργή των είνε τοιαύτη, ώστε συνάπτεται πεισματώδης μάχη μεταξύ του δίποδος επιδρομέως και των τετραπόδων, κατά την οποίαν εξέρχεται μεν νικητής ο πρώτος χάρις εις το αρπάγιόν του, αποκομίζων όμως ουκ ολίγα ίχνη των πειναλέων οδόντων των εχθρών του. Άλλην έκφρασιν όλως ιδιάζουσαν έχουν αι υλακαί των τας νύκτας κατά τας οποίας συμβαίνει πυρκαϊά. Από του ύψους του ενετικού πύργου του Γαλατά ο κατοπτεύων φρουρός δίδει το σύνθημα, οι δε μπεκτσήδες, οι νυχτοφύλακες της συνοικίας, οι περιερχόμενοι τας οδούς και διά βαρείας ράβδου κρουομένης ερρύθμως επί του λιθοστρώτου απαριθμούντες τας ώρας, εκφέρουν την κραυγήν γιαγκίν βαρ, αναγγέλλοντες και την συνοικίαν και την οδόν εν τη οποία εξερράγη η πυρκαϊά με φωνήν θρηνητικήν, τρομώδη, παρατεταμένην. Εις την φωνήν ταύτην απαντούν αμέσως οι κύνες της οδού με ωρυγάς θρηνώδεις και οξείας· η γοερά δε αύτη συναυλία, της οποίας οι εναλλάσσοντες ήχοι δονούνται παλμώδεις εν τη σιγή της νυκτός, έχει τι το απαισίως πένθιμον.
Πώς τρέφονται όλαι αύται αι λεγεώνες των ενδεών τετραπόδων είνε αληθώς μυστήριον. Φευ! Εκ της ισχνότητός των είνε κατάδηλον ότι δι' αυτούς τουλάχιστον ουδέποτε υπήρξεν η φημιζομένη ευδαίμων εποχή του χρυσού αιώνος, κατά την οποίαν έδενον τους σκύλους με τα λουκάνικα! Τρέφονται με όλα και με τίποτε, πρέπει δε να παραδεχθώμεν ότι ο αήρ της Κωνσταντινουπόλεως περιέχει ιδιαίτερα στοιχεία ικανά προς θρέψιν των σκύλων, διότι άλλως έπρεπε κατά εκατοντάδας να αποθνήσκουν την ημέραν εξ ασιτίας. Παν ό,τι ρίπτεται εις την οδόν είνε κτήμα των. Αποφάγια, λείψανα κρέατος, κόκκαλα ιχθύων, εντόσθια οδωδότα [38] , καρποί σαπροί, τεμάχια άρτου απολιθωμένου, φύλλα λαχάνων, όλα καταβροχθίζονται. Βλέπετε συναπτομένους αγώνας φονικούς περί της κατοχής οστού, εκ του οποίου παν μόριον σαρκός έχει προ πολλού αφαιρεθή και το οποίον μολαταύτα περιλείχει ο δι' αγώνος και αίματος αποκτήσας αυτό μετά τρυφής ίσης προς εκείνην την οποίαν δοκιμάζει γαστρίμαργος καταβροχθίζων εκλεκτόν κατασκεύασμα πεφημισμένου πλακουντοποιού [39] . Ο φοβερός αγών περί του βίου παρέχει κατά πάσαν στιγμήν θεάματα φρικτά εις τας οδούς της Κωνσταντινουπόλεως. Το ρητόν του Βίσμαρκ beati possidentes δεν ισχύει παρά τον Βόσπορον, τουλάχιστον ως προς τον κυνικόν πληθυσμόν, παρά τω οποίω ο κανών ο ρυθμίζων τας σχέσεις συνοψίζεται εις το φοβερόν λόγιον: ουαί τοις ασθενεστέροις! Ο κύων εν Κωνσταντινουπόλει δεν είνε ζώον σαρκοβόρον, αλλά παμφάγον. Παν αντικείμενον δυνάμενον να περιέχη έστω και εις αδιόρατον ποσότητα μερικά θρεπτικά στοιχεία καθίσταται βορά αυτών. Το επ' εμοί δεν ήθελον συγκατατεθή ποτέ ν' αφήσω ούτε καν τα υποδήματά μου εις την οδόν επί μίαν ώραν, διότι ήθελα αναγκασθή κατόπιν ν' αναζητώ τα τεμάχιά των εις τον στόμαχον είκοσι κυνών. Μόνον τας πέτρας δεν τρώγουν και τούτο είνε ευτύχημα, καθόσον άλλως το λιθόστρωτον των οδών της πόλεως έπρεπε ν' ανανεούται κατά πάσαν εβδομάδα.