Ο δήμαρχος ενθουσιασθείς εκ της ιδέας ησπάσθη την συζυγόν του, επαινών μεγαλοφώνως την ευφυίαν της, έπεμψεν οριστικώς τον Φώτην να παραγγείλη τα μουλάρια και προσκαλέσας τον κουμπάρον κ. Μανώλην ανέθεσεν εις αυτόν την λεπτήν και σοβαράν άμα εντολήν, ήν εκείνος μετά τινας ενδοιασμούς, απεδέχθη.

 — Ιδές καλά! είπεν αυτώ ο κ. Σωτήριος· θέλω να τα καταφέρης καλά!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Την εσπέραν, ενώ δύο γοργοί ημίονοι μετέφερον τον δήμαρχον και τον κλητήρα του εις την παραλίαν, ο κουμπάρος κρυφίως ελάμβανε κατοχήν επί πάντων των δικαιωμάτων του κ. Σωτηρίου, ως του υπεσχέθη.

Εν τούτοις καθ' οδόν εξ ενός τιναγμού του ζώου είχε πέσει το φέσιον από της κεφαλής του δημάρχου, με όσας δε προσπαθείας και αν κατέβαλεν υπήρξεν αδύνατον πλέον να σταθή επί της κεφαλής του.

 — Τι διάβολο έπαθε το φέσι μου κ' εστένευσε δεν ηξεύρω! έλεγεν ο κ. Σωτήριος, αλλά δεν πειράζει· θα πάρω ένα καινούργιο στην Αθήνα.

Και απέκτησε τω όντι έν φέσιον καινουργές και ευρύχωρον, μετά εννέα μήνας δε και ένα υιόν επίσης καινουργή, όστις ενεγράφη μετά πομπής εις το μητρώον του δήμου ως γόνος αυτού γνήσιος και διάδοχος της ισχύος του παρά τω λαώ των Φασκομηλίων.


διακοσμητικό

ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ


ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΚΛΟΓΙΚΟΝ

ΚΕΦΑΔΑΙΟΝ Α'
(και μόνον)

Τίνι τρόπω επείσθη να ψηφίση ο κύριος Λουκάς.

Η θύρα μου ηνεώχθη εξαίφνης και ως λαίλαψ εισώρμησεν εις το δωμάτων μου ο φίλος μου Λουκάς. Ευρισκόμην ακόμη εν τη κλίνη, διό περιβλέψας κύκλω είδεν ότι το μόνον αντικείμενον, όπερ ηδύνατο να χρησιμοποιήση κάπως ως κάθισμα, ήτο το παρά την κλίνην κιβώτιόν μου, έπιπλον σαθρόν, υποστάν πολλάς πραγματικάς και όχι μεταφορικάς τρικυμίας κατά τον βίον του, προωρισμένον δε υπό της θείας προνοίας να χρησιμεύη και ως κάθισμα και ως τράπεζα και ως γραφείον και ως ιματιοθήκη και ως νιπτήρ και ως βιβλιοθήκη· μόνον ως κάτοπτρον δεν ηδύνατο να χρησιμεύση, διότι είχε χάσει προ καιρού την στιλπνότητά του.

Ενόησα αμέσως ότι ο Λουκάς διετέλει υπό το κράτος σφοδράς ηθικής συγκινήσεως. Και το ενόησα όχι μόνον εκ του τρόπου καθ' όν εισήλθεν εις το δωμάτιόν μου και εκ της εκφράσεως της μορφής του, αλλά και εκ της ακινησίας των σιαγόνων του. Διότι πρέπει να ηξεύρετε ότι ο φίλτατός μου Λουκάς είνε το τρωκτικώτερον πλάσμα του βασιλείου της φύσεως. Οι τριάκοντα δύο, πιθανώς δε και περισσότεροι, οδόντες με τους οποίους τον επροίκισεν ο Ύψιστος διά να συντρίβη την υπερήφανον στερεότητα παντός σκληροτραχήλου καρύου ή αμυγδάλου, είνε καθ' όλας τας ώρας της ημέρας αεικίνητοι. Οσάκις δεν θραύει καρύδια ή λεπτοκάρυα, τρώγει χαλβάν· οσάκις δεν έχει χαλβάν, ροκανίζει παξιμάδιον ή αναμασσά στραγάλια· οσάκις και αυτά λείπουν, τρώγει τους όνυχάς του και οσάκις και αυτό το εφόδιον του λείψη και οι οδόντες του φαγωθούν μέχρι ρίζης ομού με την άκραν των δακτύλων, τότε τρώγει . . . ξύλον, διότι αναμιγνυόμενος εις τα πολιτικά και λαλών απερισκέπτως, ως έχων το στόμα ελεύθερον, προκαλεί έριδας και επιθέσεις εναντίον του.

 — Τι συμβαίνει, Λουκά; τον ηρώτησα· τι τρέχει;

 — Δεν τρέχει τίποτε, μου απήντησεν· εγώ τρέχω.

 — Και διατί τρέχεις;

 — Τρέχω να σ' εύρω. Η ημέρα της εκλογής εσίμωσε. Με παρεκίνησες ως φίλος να λάβω μέρος ενεργόν εις αυτήν, διότι, ως μου είπες, αι περιστάσεις της πατρίδος είνε κρίσιμοι και το πιστεύω. Και απεφάσισα πράγματι να ριφθώ εις τον αγώνα με όλην την ζέσιν. Αλλά . . .

 — Αλλά τι; . . .

 — Λείπουν τα σύμβολα, φίλε μου! τα σύμβολα, εννοείς; Αυτή είνε η υλική παράστασις πάσης αΰλου ιδέας, προκειμένου δε περί παραστάσεως, καταλαμβάνεις ότι το φιλοθεάμον κοινόν των εκλογέων δεν δύναται να στερηθή αυτής! Το σύμβολον είνε η πίστις και διά τούτο, καθώς γνωρίζεις, η εν Νικαία σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων εφρόντισε προ παντός άλλου να συντάξη το σύμβολον της πίστεως.

 — Και μήπως δεν υπάρχουν σύμβολα;

 — Ποία; αι κόκκιναι σημαίαι; Μη ομιλής, σε παρακαλώ, περί σημαιών, διότι αυταί είνε πράγμα ανακόλουθον. Φαντάσου ότι ο ιστός, επί του οποίου αναρτώνται αι σημαίαι, όστις ανάγκην πρέπει να είνε υψηλός, λέγεται κοντός!

Ενόμισα ότι εδικαιούμην να γελάσω, πλην ο φίλος μου με διέκοψεν αυστηρώς.

 — Μη γελάς! μου είπεν· εμέ μου συμβαίνουν πράγματα όλο τραγικά· σήμερα πρωί πρωί είδα τη γειτόνισσά μου τη μαμμή, την 'ξεύρεις δα! με κόκκινο φουστάνι και ηθέλησα ν' αστειευθώ: «Είσαι συ μαία κόκκινη!» της εφώναξα· αλλ' ο σύζυγός της, όστις είνε αστυνομικός κλητήρ, προσεβλήθη νομίζων ότι τον είπα αντιπολιτευόμενον και μου επετέθη!

 — Τότε λοιπόν να ψηφίσης την ελαίαν!

 — Αστεΐζεσαι; Η ελαία το σύμβολον της Ειρήνης! Της Ειρήνης, ακούεις; της φρικαλέας εκείνης υπηρετρίας, ήτις πέρυσιν, ενθυμείσαι, με κατεδίωξε διά του σαρώθρου μέχρι της πλατείας της Ομονοίας σχεδόν, διότι ετόλμησα να της αποτείνω ένα ερωτικόν χαιρετισμόν! Όχι, φίλε μου, ας χαρούν την ελαίαν των, εγώ δεν είμαι βέβαια φιλελαιήμων.

Ήρχισα ν' ανησυχώ, όχι διά τ' αποτρόπαια λογοπαίγνια του Λουκά, αλλά διά την έκβασιν, ήν ηδύνατο να λάβη το πράγμα. Σημειωτέον ότι την προτεραίαν είχον παρουσιασθή εις ένα των ισχυρών υποψηφίων ως κομματάρχης μέγα σημαίνων και του υπεσχέθην την συνδρομήν μου, αφού μου υπεσχέθη και αυτός την προστασίαν του όπως επιτύχω δημοσίαν θέσιν ήν προ καιρού ζηλεύω. Επειδή δεν έχω ψήφον, ως ετεροεπαρχιώτης, ήλπιζον τουλάχιστον επί την ψήφον του Λουκά, βασιζόμενος εις την παλαιάν φιλίαν και οικειότητά μας. Αυτή η ψήφος ήτο το μόνον μου εκλογικόν κεφάλαιον ως ισχυρού κομματάρχου, είχα δε προσπαθήσει πάση δυνάμει να την εξασφαλίσω. Αλλοίμονον αν την έχανον και αυτήν!

 — Μα σαν τι σύμβολα ήθελες; τον ηρώτησα.

 — Πλέον ζωντανά, φίλε μου, πλέον πραγματικά, να εμπνέουν! Τι ωραίον πράγμα θα ήτο έξαφνα αν αντί των γελοίων αυτών και ασημάντων συμβόλων των σημαιών και της ελαίας εξέλεγαν αντικείμενα έχοντα πολύ στενωτέραν και επωφελεστέραν σχέσιν με την ζωήν· π. χ. αν ετίθετο άνωθεν της κάλπης ένας άρτος λευκότατος, ροδοκόκκινος, καλοψημένος, ο συνδυασμός θα εφαίνετο άρτιος και ακμαίος· έν τεμάχιον εκλεκτού τυρού θα εδήλου ευγλώττως ότι ο συνδυασμός εμφορείται υπό αρχών συν-τυριτικών· έν καλόν ροδόχρον μήλον θα εσήμαινεν ότι η εκλογή των διά του σημείου τούτου διακρινομένων ήθελεν αποφέρει καρπούς αισίους . . .

Και ενώ έλεγε ταύτα οι ανησύχως περιστρεφόμενοι οφθαλμοί του διέκριναν εις μίαν άκραν ξηρότατον τεμάχιον άρτου, λείψανον δείπνου παρελθουσών ημερών· ώρμησεν ως ιέραξ επ' αυτού, το ήρπασε, το εκαθάρισεν από τους επ' αυτού μύρμηκας και ήρχισε να το τρώγη μετ' άκρας ορέξεως, μετ' ευδαιμονίας εμφαινούσης ότι οι τριάκοντα δύο και πλείονες οδόντες του προ πολλού δεν είχον ασχοληθή εις την αδιάκοπον και προσφιλή των άσκησιν.

Φαεινή ιδέα επήλθεν εις τον νουν μου. Επήδησα αμέσως εκ της κλίνης μου, ενεδύθην εν τάχει και εξήλθον κράζων εις τον αναμηρυκώμενον φίλον μου:

 — Περίμενέ με! έφθασα.

Μετέβην εις το άντικρυ παντοπωλείον και επέστρεψα μετ' ολίγας στιγμάς φέρων εις χείρας τύλιγμα εκ χάρτου, εμπεριέχον βαρέα τινά οπωσούν αντικείμενα επιμήκη, τα οποία ενεχείρισα εις αυτόν.

 — Τι είν' αυτό, ηρώτησεν απορών;

Είνε το σύμβολόν σου! απήντησα με φωνήν επίσημον.

Ανδρίζου και ύπαγε να μετάσχης του αγώνος: ΕΝ ΤΟΥΤΩ, ΛΟΥΚΑ, ΝΙΚΑ!

Ο Λουκάς μη δυνηθείς ν' αντιστή εις την περιέργειαν ήνοιξε το τύλιγμα και εύρεν εντός αυτού τέσσαρα εξαίρετα Λουκάνικα.

Οι οφθαλμοί του εξήστραψαν υπό αίγλης απεριγράπτου. Έθλιψε την χείρα μου μετ' ευγνωμοσύνης, επέθηκε την άλλην χείρα επί της καρδίας του και μετά την περιπαθή ταύτην χειρονομίαν εξήλθε μετά της αυτής ταχύτητος μεθ' ής είχεν εισέλθει εις το δωμάτιόν μου.

Και ιδού τίνι τρόπω νομίζω ότι εξησφάλισα την ψήφον του φίλου μου Λουκά, ενταυτώ δε, αν το αποτέλεσμα των εκλογών αποβή κατά τας προσδοκίας μου, και την θέσιν ήν από καιρού επιδιώκω και ήτις είνε — σας το λέγω εμπιστευτικώς — επιτηρητής της εισπράξεως των διοδίων εις τας οδούς αίτινες θα χαραχθούν επί της εκτάσεως ήν κατέχει η Κωπαΐς . . . μετά την αποξήρανσίν της!


εικόνα

ΤΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΩΣ


Ονομάζομαι Θεοφύλακτος Τζερεμές, άρρην, ετών 26, εκ Καππαδοκίας. Ήλπιζα ότι μίαν ημέραν θ' απέθνησκα εις την πατρίδα μου σχολάρχης και τίμιος άνθρωπος· η ελπίς μου διεψεύσθη και ως μόνον αίτιον της συμφοράς μου καταγγέλλω εις άπαντα τον χριστιανικόν κόσμον την γραμματικήν της Ελληνικής γλώσσης.

Ελθών εις Αθήνας όπως σπουδάσω υπό την υψηλήν προστασίαν του θείου μου Χατζή Σαράντη, μετερχομένου τον έμπορον χαλβά και στραγαλίων, ενεγράφην εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου και συνήθισα να τρέφω απεριόριστον σεβασμόν προς τας ιεράς σκιάς των προγόνων, τους αστυνομικούς κλητήρας και την γενειάδα του καθηγητού μου.

Την ηρεμίαν των σπουδών μου ήλθε να ταράξη δυστυχώς ο ανίκατος μάχαν έρως, ο εννυχεύων και εις αυτάς τας μαλακάς, φευ! πολύ μαλακάς παρειάς της Αγγέλως, υπηρετρίας εν τη οικία πολιτικού συνταξιούχου, κειμένη αντικρύ της του θείου μου. Κρίνω περιττόν να επιμείνω εις τας λεπτομερείας περί του πώς συνελήφθη ο έρως αυτός, όστις, είμαρτο να έχη τοιαύτην επίδρασιν επί του βίου μου. Θεωρώ όμως επάναγκες να δηλώσω ότι, αν με απέτρεπον του πάθους μου δύο λόγοι, ήτοι η υπερβολική ευσαρκία και η υπερβολική ελευθερία, μεθ' ής συνήπτε τας σχέσεις της η Αγγέλω, συνηγόρουν όμως υπέρ αυτού έτεροι λόγοι πεντακισχίλιοι, ήτοι αι ισάριθμοι δραχμαί, ας είχε κατορθώσει να συνάξη εξ οικονομιών και τας οποίας είχε κατατεθειμένας εις την Εθνικήν Τράπεζαν. Αι πέντε αύται χιλιάδες δραχμαί, ομού με την εύσαρκον περίσσειαν του ευρυχώρου κόλπου της και με τον Θησαυρόν του Ερρίκου Στεφάνου, έμελλον ν' αποτελέσωσι τους μόνους θησαυρούς του βίου, εάν η Τύχη ήθελε το επιτρέψει.

Αι μετά της Αγγέλως σχέσεις μου ήσαν ομαλαί, αλλ' αι σχέσεις της Αγγέλως μετά της Γραμματικής ήσαν όλως ανώμαλοι. Η κλίσις υπήρχεν εκατέρωθεν και η συζυγία δεν θα εβράδυνε να επακολουθήση, αν η κατάρατος προς τους ιερούς κανόνας της Γραμματικής απέχθειά της δεν παρενέβαλλον προσκόμματα και δεν εματαίωνον επί τέλους τον ποθητόν σύνδεσμον.

Η πρώτη μάχη μεταξύ μας εγένετο εξ αιτίας του ονόματος της τρυφεράς μου φίλης.

 — Αγγέλω, της είπα ημέραν τινά, το όνομά σου είνε πολύ ανώμαλον· ενώ είνε όνομα κύριον, φαίνεται ρήμα βαρύτονον. Είνε αληθές ότι δεν μεταβάλλεται ευκόλως, διότι ο χαρακτήρ του είνε αμετάβολος, αλλ' όμως πρέπει οπωσδήποτε να το διορθώσης.

 — Τι κάθεσαι και μου ψάλλεις, βρε χαλδούπη; (Σημειωτέον ότι η αβροέπεια και η κυριολεξία ήσαν τα χαρακτηριστικά προσόντα της γλώσσης της Αγγέλως). Δεν κυττάζεις να διορθώσης τα μούτρα σου; . . .

Είδα ότι δυσηρεστήθη και ηθέλησα να την εξευμενίσω. Έχουσα τας χειρίδας ανασηκωμένας μέχρι των ώμων, κατεγίνετο να πλύνη τα πινάκια εις τον νεροχύτην διά στάκτης. Επλησίασα και της είπα μειδιών:

 — Μη — παροξύνεσαι, αγάπη μου. Θ' απέλθω να σε αφίσω ήσυχον, διότι περισπάσαι περί πολλήν διακονίαν. Επίτρεψέ μου μόνον ν' ασπασθώ την ωλένην σου.

 — Ποιάν Ελένην μου; . . .

 — Την ωλένην σου! επανέλαβα δεικνύων τους ευτόρνους βραχίονάς της.

 — Κάνε μου τη χάρι μη με σκοτίζης με την Ελένη και τη Μαρία, γιατί θα σε περιχύσω . . .


εικόνα

Ηθέλησα να επιμείνω, αλλ' η Μέγαιρα επραγματοποίησε την απειλήν. Εκμανείς επέπεσα κατ' αυτής διά των ονύχων και ολίγον έλειψεν από ρήμα βαρύτονον να την καταστήσω απρόσωπον.

Μετά ένα μήνα συνεφιλιώθημεν. Μ' έκραξεν ενώ διηρχόμην υπερηφάνως, χωρίς να την κυττάξω, και με παρεκάλεσε να την συγχωρήσω. Το έπραξα προθύμως και διότι ηδυνάτουν να θυσιάσω τον προς αυτήν έρωτα και διότι είχα ανάγκην της συνδρομής της όπως αποκτήσω χρησιμώτατον διά την μελέτην μου βιβλίον.

Αγγέλω, είπα, σε συγχωρώ, αλλά μου χρειάζεται ένα συντακτικόν.

 — Τι είν' αυτό πάλι;

 — Ένα βιβλίον . . . θα το έχη βέβαια ο αφεντικός σου.

 — Πώς το ξεύρεις ότι θα το έχη; . . .

 — Μα . . . δεν παίρνει σύνταξιν από την κυβέρνησιν;

 — Α! . . . εκατάλαβα! . . . Το βιβλίον εκείνο για την σύνταξι! . . . Τώρα αμέσως! . . .

Και ανελθούσα εις τον κοιτώνα του κυρίου της κατήλθε μετ' ολίγον θριαμβευτικώς κομίζουσα . . . το φυλλάδιον της συντάξεώς του.

 — Αγγέλω, της είπα, είσαι αγράμματος, είσαι κεχηναία [18] και αγελαία [19] , αλλά σε συγχωρώ, διότι δεν πταίεις, αν δεν σ' εδίδαξαν γράμματα· δώσε μου δέκα φράγκα και αγοράζω εγώ το συντακτικόν.

 — Σου τα δίνω, αλλά με μια συμφωνία. Έχω αρκετόν καιρόν να ιδώ τον ξάδελφόν μου. (Σημειωτέον δα η Αγγέλω, ως πάσα καλώς ανατεθραμμένη και καλώς γινώσκουσα τα καθήκοντά της υπηρέτρια, είχεν αποκτήσει ένα ιδικόν της εξάδελφον, ούτινος εκάστοτε εδέχετο τας όλως συγγενικάς επισκέψεις). Σύρε να τον εύρης και να του 'πης πως τον θέλω.

 — Και πώς τον λέγουν τον εξάδελφόν σου;

 — Μανώλη.

 — Τι δουλειά κάνει;

 — Γυρολόγος.

 — Αγγέλω, ανεφώνησα, Αγγέλω . . . πρόσεχε!

 — Τι έπαθες, καλέ;

 — Ο εξάδελφός σου δεν είνε γυρολόγος.

 — Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! δεν ξεύρω τώρα τι δουλειά κάνει ο ξάδελφός μου;

 — Αγγέλω, είνε αδύνατον να είνε γυρολόγος! είπα με φωνήν εντονωτέραν.

 — Μα τι θέλεις νάνε;

 — Είνε γυρολόγος. Κατά Κόντον, πρέπει να λέγωμεν φιλόλογος, ψυχολόγος, γυρολόγος . . .

Η μορφή της Αγγέλως εγένετο στρυφνή, ως ν' ανεκάλυπτεν αίφνης το περιεχόμενον του τενεκέ των σκουπιδιών εντός της χύτρας, όπου έβραζεν η σάλτσα του καπαμά.

 — Έλα, έλα! . . . άφησε, βρε βλάκα, αυτές τες κουταμάρες, μου είπε, και κύτταξε να κάμης τη δουλειά που σου είπα . . .

Υπήκουσα εις το πρόσταγμα της, κατώρθωσα να εύρω τον Μανώλην και του ανεκοίνωσα την επιθυμίαν της εξαδέλφης του, την οποίαν πιστεύω ότι έσπευσε μετά προθυμίας να ικανοποιήση. Είχα εκπληρώσει απλούν ερωτικόν καθήκον, απλούν καθήκον αβροφροσύνης μάλιστα. Και όμως . . . τόσην ανησυχίαν μου ενεποίει η νυκτερινή αύτη επίσκεψις του εξαδέλφου, ώστε την νύκτα εκείνην, όπως εύρη κάποιαν ησυχίαν το πνεύμα μου, δεν εμελέτησα τίποτε άλλο ειμή Ησύχιον.


εικόνα

Την πρωίαν η Αγγέλω φιλομειδής ευρίσκετο εις το παράθυρον του μαγειρείου καθαρίζουσα πίσα. Ακριβώς η λέξις αύτη με είχε τυραννήσει αφ' εσπέρας· ηγνόουν αν η πόλις Πίσα ωξύνετο ή περιεσπάτο. Ανήλθον εν τάχει όπως συμβουλευθώ τας γραμματικάς γνώσεις της φίλης μου, αν και εγνώριζα εκ πείρας πόσον αύται ήσαν περιωρισμέναι. Αλλ' ως με είδε συνωφρυώθη· ήτο φανερόν ότι η νυκτερινή επίσκεψις του Μανώλη είχεν επιδράσει εις το πνεύμα της επί ζημία μου.

 — Ήλθεν ο Μανώλης απόψε, μου είπεν άμα με είδε.

 — Και τι σου είπεν; ηρώτησα αδιαφόρως.

 — Μου είπε εκείνο οπού δεν έκοψε το 'δικό σου το κεφάλι. Ο μισθός που παίρνω εδώ είνε πολύ 'λίγος· θα πω του αφεντικού μου να τον αυξήση, ειδεμή θα φύγω.

Ανεσκίρτησα ακούσας την τελευταίαν λέξιν. Να φύγη η Αγγέλω! . . . να φύγη! . . . αλλά τότε τα όνειρά μου ανετρέποντο άρδην! τότε τι θα εγίνοντο αι ηδοναί του ενεστώτος και τα σχέδια περί του μέλλοντος και αι έντιμοι προθέσεις μου και αι μετοχαί άς εσκόπουν ν' αγοράσω διά της προικός; . . . Ήτο καταστροφή οριστική· ήτο θλίψις φρικτή.

 — Και τι αύξησιν θα ζητήσης, την ηρώτησα, συλλαβικήν ή χρονικήν;

Οι οφθαλμοί της Αγγέλως εξήστραψαν ως οι άνθρακες του πυραύνου [20] .

 — Για να σου 'πω, βρε κορόιδο, μου είπε, εβαρέθηκα ν' ακούω τες σαχλαμάρες σου. Κάνε μου τη χάρι ξεκουμπίσου απ' εδώ . . . ου να χαθής, λιμοκοντόρε, διαβασμένε!

Η θέσις ήτο κρίσιμος και πάσα αντίρρησις θα εξώθει τα πράγματα μέχρις ατοπήματος. Εξήλθον αφού εκίνησα τον δάκτυλον ποιήσας σχήμα κατά το νοούμενον και την ημέραν εκείνην ούτε καν εις το φροντιστήριον δεν είχα διάθεσιν να μεταβώ. Εσυλλογιζόμην τον Μανώλην, τον κακοήθη ραδιούργον και διαβολέα, όστις προδήλως ήτο ο παραίτιος της συμφοράς μου. Αλλ' αφού περιεπλανήθην ασκόπως όλην την ημέραν δεν ηδυνήθην να κρατηθώ, και την εσπέραν ευρών ανοικτήν την θύραν ανήλθα εις το μαγειρείον· και ευρέθην προ της ασπλάγχνου Αγγέλως.

 — Πάλι μου κόπιασες; ανέκραξε μετά θυμού ευθύς ως με είδε· δεν σου είπα να με ξεφορτωθής;

 — Λοιπόν επιμένεις; . . . ηρώτησα δειλώς.

 — Σου το είπα και σου το ξαναλέγω παστρικά, ξεφορτώσου με! . . . Δεν σε θέλω πια για ερωμένο! . . .

 — Έχεις δίκαιον, Αγγέλω· ερωμένος σου ουδέποτε υπήρξα. Υπήρξα ερώμενός σου.

 — Μη με σκοτίζης!

 — Μα λοιπόν είσαι άκαμπτος; . . . Είσαι Μέγαιρα, είσαι Ερινύς, είσαι Αληκτώ! . . .

 — Αλύκτα όσον θέλεις.

 — Επιμένεις να με αφίσης; . . .

 — Ναι!

 — Τουλάχιστον όμως, άσπλαγχνε, ανεβόησα να με αφίσης με ι, μη με αφίσης με η, διότι είνε πολύ σκληρόν.

 — Α! μα 'ξεύρεις πού μ' επαραφορτώθηκες! ανέκραξε μανιώδης η Αγγέλω. Έξ' από 'δω! . . .


εικόνα

Και αρπάσασα το τηγάνιον επέπεσε κατ' εμού. Ημύνθην όσον ηδυνάμην διά μιας πυράγρας [21] , αλλ' η αχρεία ήρχισεν ενταυτώ να βάλλη τοιαύτας κραυγάς, ώστε ώρμησαν οι γείτονες, ανήλθε δε και είς τυχαίως διαβαίνων αστυνομικός κλητήρ, όστις με ωδήγησεν εις το κρατητήριον.

 — Κύριε, είπα προς τον αστυνόμον απολογούμενος, δεν πταίω εγώ. Εκείνος ο αχρείος ο Μανώλης είνε ο αίτιος του δυστυχήματός μου. Είνε άνθρωπος ελεεινός, φαύλος, είνε άνθρωπος της τρίτης κλίσεως, ο Μανώλης του Μανώλους, κατά το η πανώλης, της πανώλους . . .

 — Εκατάλαβα, είπεν ο αστυνόμος μειδιών, θα είνε φοιτητής της φιλολογίας.

 — Και θα πάσχη από υποκοντίαν, προσέθηκεν έτερός τις υπάλληλος παριστάμενος.

Διέταξαν να με απολύσουν· αλλ' ο λόγος αυτός του αστυνόμου μ' έκαμε να συνετισθώ. Σκεφθείς ωριμώτερον επείσθην πράγματι ότι ο αίτιος της δυστυχίας μου δεν ήτο ο Μανώλης, αλλ' η προσήλωσίς μου προς τους τύπους της Γραμματικής. Αυτή ήτο η αφορμή της διαρρήξεως των μετά της Αγγέλως σχέσεών μου. Διά τούτο έκτοτε παρήτησα την φιλολογίαν και τα όνειρά μου, έσχισα τον Ησύχιον και τον Πολυδεύκη, έρριψα εις το πυρ τα Συντακτικά, ώμοσα μίσος ακάθεκτον κατά των διδασκάλων μου και διά να τους εκδικηθώ θα διαπράττω τας φρικτοτέρας των ανορθογραφιών.


Βάζο


διακοσμητικό

ΑΛΛΟΦΡΟΣΥΝΗ ΑΙΜΑΤΗΡΑ
(Εκ των απομνημονευμάτων φοιτητού)


Επικατάρατοι αι εφημερίδες! επικατάρατος ο τύπος! επικατάρατος ο Γουτεμβέργιος, όστις τον εφεύρε! Κατήντησα μανιακός τας ημέρας ταύτας. Δεν ημπορώ ν' αναγνώσω εφημερίδα, χωρίς ν' ανεύρω καρατομήσεις καταδίκων, εικόνας καταδίκων, συνεντεύξεις μετά δημίων, περιγραφάς κεφαλών αποτετμημένων, ιστορίας της λαιμητόμου και άλλα πράγματα φρικώδη και αποτρόπαια. Το λογικόν μου εταράχθη εις τοιούτον βαθμόν, ώστε βλέπω αιωνίως εμπρός μου πτώματα ακέφαλα. Νομίζω ότι βλέπω πανταχού αίμα· όλα τα βλέπω κόκκινα. Απήντησα καθ' οδόν ένα ικτερικόν και μου εφάνη και αυτός κόκκινος!

Χθες την νύκτα η αλλοφροσύνη μου δεν είχεν όρια. Περιηρχόμην έξω φρενών εντός του δωματίου μου και εφώναζα:

 — Αίμα! αίμα! θέλω να πίω αίμα!

 — Αμέσως! ηκούσθη φωνή τις γλυκεία.

Εσταμάτησα εμβρόντητος, ότε μετ' ολίγον είδα προσερχομένην παιδίσκην φέρουσαν ποτήριον, όπερ κατ' ευτυχίαν περιείχεν όχι αίμα αλλά διαυγές και ψυχρότατον ύδωρ εκ της κρήνης. Η παιδίσκη, υπηρέτρια ξένης οικογενείας κατοικούσης εις το άνω πάτωμα, εκαλείτο Έμμα.

Το νερό κατηύνασεν οπωσούν την έξαψίν μου και τούτο με ωφέλησεν επαισθητώς. Είχα φιλονεικήσει από πρωίας με τον οικοδεσπότην μου περί του κατηραμένου ενοικίου, το οποίον είχα την γενναιότητα να καθυστερώ προς αυτόν από μιας όλης εξαμηνίας. Η νευρική μου έξαψις με είχε κάμει να αυθαδιάσω προς αυτόν, εκείνος δε οργισθείς με ηπείλησεν ότι «θα φέρη κανένα κλητήρα να μου κόψη τον βήχα!»

Και είχα τω όντι βήχα και έπασχα από πόνον του λαιμού, αλλ' επροτίμων να υφίσταμαι τας ενοχλήσεις ταύτας παρά να υποβληθώ εις θεραπείαν. Φαντασθήτε, αν επήρχετο εις τον νουν του κλητήρος ή του ιατρού η ιδέα να μου κόψουν τον βήχα . . . με την λαιμητόμον!

Θα μ' ερωτήσετε: Φοβείσαι τόσον την λαιμητόμον;

Έχω το θάρρος ν' απαντήσω εν πάση ειλικρινεία: Ναι!

Προ τριακονταετίας ο μακαρίτης θείος μου, όστις ήτο αξιόλογος άνθρωπος και επί πλέον φίλος στενός του επίσης αξιολόγου κ. Ζαχαρία Παραδαρμένου, συνήθιζε να μου λέγη τακτικώς οσάκις εμάνθανε κανέν μου κατόρθωμα εξόχου αταξίας:

 — Μωρέ παιδί μου, δεν έχεις καθόλου κεφάλι!

Και προσέθετε με μελαγχολικήν φιλοσοφίαν:

 — Και το χειρότερον είνε ότι όσοι δεν έχουν κεφάλι ημπορεί να καταντήσουν μίαν ημέραν εις την λαιμητόμον!

Την αλήθειαν ταύτην του σεβαστού θείου μου πολλάκις ανελογίσθην μετά φρίκης εις τον κατόπιν βίον· και σήμερον ακόμη, ότε η φοβερά μηχανή περιοδεύει, την αναλογίζομαι· Τω όντι συλλογισθήτε τι θα εγινόμην άν ποτε κατεδικαζόμην να καρατομηθώ ενώ δεν έχω κεφάλι! . . . Τι θα μου έκοπτον τότε; . .

* *
*

Καθ' όλην την νύκτα κοιμώμενος είδα όνειρα φρικτά. Έβλεπα ότι εκάπνιζα διαρκώς με την καπνοσύριγγα του Αρτόζη την εκτεθειμένην εις το γραφείον της Καθημερινής, ότι η κεφαλή ενός παχυσάρκου ρεπόρτερ της Ακροπόλεως απεκόπτετο ομού με την του Κοτρώνη, μεθ' ού διήλθε θαρραλέως και φιλοσοφικώς την τελευταίαν νύκτα ως ο Φαίδων με τον Σωκράτη, εξοδεύσας γενναιοφρόνως εις λεμονάδας μέγα μέρος των οικονομιών του, και εξύπνησα ακριβώς ενώ ωνειρευόμην ότι συνεταξίδευα με τον Γαλατάν, μεταβαίνων χάριν διασκεδάσεως εις Γαλατάν . . . της Κωνσταντινουπόλεως. Αφυπνίσθην, διότι κάποιος έκρουε σφοδρώς το παράθυρόν μου.

 — Ποίος είνε; ηρώτησα δυσθύμως.

 — Ο γαλατάς.

Ανεπήδησα έντρομος επί της κλίνης.

 — Ο Γαλατάς! . . . μα δεν τον έκοψαν σήμερα εις τα Φέρσαλα;

 — Αφεντικό! ηκούσθη φωνή τραχεία έξωθεν, ή πάρε γάλα, ή δώσε μου εκείνα τα λίγα ψιλά.

 — Φύγε, κακούργε! ανεβόησα έσωθεν· φύγε μη ειδοποιήσω την αρχήν . . . εάν δεν υπάρχουν εδώ δήμιοι, υπάρχει όμως ο σπιτονοικοκύρης μου!

Ο γαλατάς φοβηθείς απήλθεν, αφού όμως μου εδήλωσεν αγρίως ότι μου κόβει εις το εξής την πίστωσιν.

Η δήλωσις μου προυξένησε ρίγος· ήρχισαν λοιπόν να κόπτουν και εμέ!

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη βρυχηθμός φοβερός. Ήτο η οικοδέσποινά μου, ήτις εφώναζεν:

 — Έκοψε! έκοψε! πάει! . . . κρίμας!

Εξήλθα πελιδνός εκ του φόβου εις την αυλήν και την ηρώτησα:

 — Τι συμβαίνει, κυρά Μιχάλαινα; ποίος τον έκοψε;

 — Τίποτε καλέ, μου απήντησε· λέω για το γάλα που ηγόρασα από τα χθες το βράδυ.

Εξήλθα και μετέβην εις τας εξετάσεις σχολείου, εις τας οποίας ήμην προσκεκλημένος. Ο διδάσκαλος με παρεκάλεσε ν' αποτείνω καμμίαν ερώτησιν προς μαθητήν εξεταζόμενον εν τη γεωγραφία.

 — Γνωρίζετε, ηρώτησα το παιδίον, να μου ειπήτε πού κείται ο ισθμός του Παλαμά της Θεσσαλίας, όπου ο Λεσσέψ πρόκειται να κόψη διά της λαιμητόμου τας πέντε κεφαλάς των κακούργων; . . .

Το παιδίον έμεινεν εμβρόντητον ως και πάντες οι παρευρισκόμενοι· και κατ' αρχάς μεν το πράγμα εφάνη αστεϊσμός άκαιρος, αλλ' εν τούτοις επωφελούμενος της ευκαιρίας απηύθυνα και δευτέραν ερώτησιν εις έτερον μαθητήν εξεταζόμενον εις την αριθμητικήν.

 — Το τετράγωνον του 52 ποίον είνε; του είπον.

Ο μαθητής έστη διαλογιζόμενος, αλλά χωρίς να τον αφήσω ν' απαντήση προσέθηκα:

 — Το 52 είνε ο αριθμός ο παριστών το βάρος της μαχαίρας της λαιμητόμου, ήτις έχει σχήμα Ζ, το τετράγωνον δε το σχηματίζει η στρατιωτική δύναμις.

Τοιαύτη θύελλα αγανακτήσεως εξερράγη μετά την εξήγησιν ταύτην εναντίον μου εν τω ακροατηρίω, ώστε εδέησε να δραπετεύσω, νομίζων δε ότι κατεδιωκόμην ανήλθα μετά σπουδής εις το δωμάτιον φίλου μου, τον οποίον ηύρα πρηνή επί της κλίνης του και γοερώς βοώντα.

 — Τι έχεις; τον ηρώτησα απορών.

 — Πάσχω! απήντησε, με κόβει . . .

 — Σε κόβει! . . . εξαίρετα!

 — Πώς! . . . εξαίρετα;

 — Βέβαια· ας υποθέσωμεν ότι σε κόβει . . . η λαιμητόμος. Έχω απόλυτον ανάγκην να λάβω μίαν συνέντευξιν μετ' ανθρώπου καταδικασμένου εις θάνατον. Μετ' ολίγας στιγμάς δεν θα υπάρχης πλέον . . .

Ο φίλος μου λησμονήσας τας αλγηδόνας του είχεν ήδη εγερθή και με παρετήρει με οφθαλμούς εκθάμβους.

 — Σε παρακαλώ, σε ικετεύω να υποβληθής εις έν πείραμα χάριν της επιστήμης. Εάν ραπισθή η κεφαλή μετά την αποτομήν, δύναται να ερυθριάση; ιδού το ζήτημα. Γνωρίζω πολλάς κεφαλάς, αίτινες, καίτοι στερεώς επί των ώμων των προσκεκολλημέναι, δεν ηρυθρίασαν μετά τα ισχυρότερα ραπίσματα. Έχομεν όμως αφ' ετέρου το παράδειγμα της Καρλόττας Κορδαί. Δέξου να γίνη το πείραμα επί της ιδικής σου κεφαλής· αφού αποκοπή, την ραπίζω εγώ· αν αισθανθής το ράπισμα μου, κλείεις το ένα μάτι, έπειτα την κολλώ πάλιν επί του τραχήλου σου καλά. Δεν έχεις να πάθης τίποτε.

Ο φίλος μου παρακολουθών με διά του βλέμματος εκινήθη προς την άκραν του δωματίου, όπου ευρίσκετο έν σχοινίον δι' ού είχε δέσει το κιβώτιόν του. Εννόησα τον φιλάνθρωπον σκοπόν του.

 — Οφείλεις να λύσης πρώτον την απορίαν μου και έπειτα να με δέσης, του είπον.

 — Μα επί τέλους τι θέλεις; μ' ηρώτησε παραιτηθείς του σκοπού του.

 — Θέλω να ιδώ να κόβουν.

 — Τίποτε ευκολώτερον· έλα μαζί μου να πάμε εις το χαρτοπαίγνιον.

 — Και τι κάνουν εκεί;

 — Κόβουν.

 — Τι κόβουν;

 — Την πασσέτα!

Μετέβημεν τω όντι και το αποτέλεσμα υπήρξεν οδυνηρόν· είχα τριάκοντα φράγκα να πληρώσω Έν χρέος μου και τα έχασα. Σημειωτέον ότι την επαύριον, ως είχα μάθει, έμελλε να μ' εύρη είς δικαστικός κλητήρ να εκτελέση εναντίον μου μίαν δικαστικήν απόφασιν.

 — Δεν πάμε να δειπνήσωμεν; μου είπεν ο φίλος μου, αφού εξήλθομεν του χαρτοπαικτείου.

Ηρεύνησα τα θυλάκιά μου μετά πόνου και απήντησα θλιβερώς:

 — Ευχαριστώ· μου εκόπηκε η όρεξις.

Και χωρίς να προφέρω λέξιν άλλην ώδευσα αποφασιστικώς προς την εναντίαν διεύθυνσιν. Υψίστη απόφασις είχεν επέλθει εις το πνεύμα μου.

Ο φίλος μου δεινά υποπτεύων έτρεξε κατόπιν μου.

 — Πού πηγαίνεις; με ηρώτησεν.

 — Εις το τελωνείον.

 — Τι να κάμης;

 — Να εύρω τον Τελώνην.

 — Διατί;

 — Θέλω να μάθω τον χειρισμόν της λαιμητόμου.

 — Δυστυχή! ανεβόησεν ο φίλος μου φρικιών, τοιούτο κατάρατον επάγγελμα θέλεις ν' ασπασθής;

 — Φίλε μου, απήντησα σοβαρώς και αξιοπρεπώς, είνε σκληρά η απόφασίς μου, το ομολογώ· αλλ' εις αυτήν με εξωθούν δύο πράγματα, άτινα έχουσι σχεδόν πάντοτε στενήν προς άλληλα σχέσιν, η ανάγκη και αι εφημερίδες. Ότι και αν συμβή, έχε υπ' όψιν σου ότι θα είμαι πάντοτε . . . δήμιος άνθρωπος!

Αλλ' εις το Τελωνείον δεν ηύρα κανένα, έμαθα δε ότι όλοι οι τελώναι ευρίσκοντο εις την φυλακήν. Φοβηθείς να τους αναζητήσω εκεί απήλθα εις την οικίαν μου και κατεκλίθην. Ευτυχώς το πρωί μετέβαλα γνώμην.

        (1887)


διακοσμητικό

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΕΩΣ


Ερώτ. — Τι είνε ψήφος;

Απ. — Ψήφος είνε έν τεμάχιον μολύβδου, το οποίον κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα εν καιρώ εκλογής να ρίψη εις την κάλπην του υποψηφίου διά της χειρός του, ή εις την κοιλίαν του αντιθέτου διά του πυροβόλου όπλου του.

Ερώτ. — Πού κατασκευάζονται αι ψήφοι;

Απ. — Εις το Οπλοστάσιον, διότι και η ψήφος είνε το όπλον των πολιτών. Εκεί επομένως κατασκευάζονται και εκεί φυλάσσονται ομού με τα παλαιά όπλα Σασσεπώ και με την λαιμητόμον.

Ερώτ. — Διατί η ψήφος είνε στρογγύλη;

Απ. — Διά να γυρίζη εύκολα.

Ερώτ. — Όλοι οι πολίται έχουν δικαίωμα ψήφου;

Απ. — Όλοι· διότι η λέξις ψήφος και η λέξις πολίται είνε πάντοτε αρρήκτως συνδεδεμένοι.

Ερώτ. — Πώς τούτο;

Απ. — Διότι η ψήφος πωλείται.

Ερώτ. — Ευρίσκεται εις κανένα συγγραφέα η τοιαύτη ετυμολογία;

Απ. — Ευρίσκεται εις τα συγγράμματα και τα κατάστιχα των περισσοτέρων εκ των πολιτευομένων.

Ερώτ. — Έως πότε δύναται να εξασκή το δικαίωμά του ο εκλογεύς;

Απ. — Έως ότου ζη και μετά θάνατον ακόμη.

Ερώτ. — Τίνι τρόπω;

Απ. — Και αφού ο εκλογεύς αποθάνη, ψηφίζει άλλος υπό το όνομά του.

Ερώτ. — Τι είνε κάλπη;

Απ. — Κάλπη είνε δοχείον εκ τενεκέ, όμοιον περίπου μ' εκείνο εις το οποίον αποθέτονται αι ακαθαρσίαι και τα σκουπίδια, με μόνην την διαφοράν ότι εις αυτήν αποθέτονται αι ελπίδες περί της ευημερίας και του μεγαλείου της πατρίδος.

Ερώτ. — Τι ήτο η κάλπη εις την αρχαιότητα;

Απ. — Αγγείον, εις το οποίον εναπετίθετο η κόνις των νεκρών.

Ερώτ. — Και εις τους νεωτέρους χρόνους;

Απ. — Εις τους νεωτέρους χρόνους η κάλπη χρησιμεύει προς εναπόθεσιν της κόνεως της δημοτικότητος των αποτυχόντων υποψηφίων.

Ερώτ. — Τις ήτο εφευρέτης της κάλπης;

Απ. — Ο απόστολος Παύλος, όστις ωνομάσθη διά τούτο σκεύος εκλογής.

Ερώτ. — Εις τι χρησιμεύει η κάλπη;

Απ. — Άνθρωποι, τέως άγνωστοι, γίνονται δι' αυτής γνωστοί ως κάλπικοι παράδες.

Ερώτ. — Έχει αναλογίαν η κάλπη με τον υποψήφιον;

Απ. — Έχει· διότι και η κάλπη, ως ο υποψήφιος, λέγει από το έν μέρος ναι και από το άλλο όχι.

Ερώτ. — Τις είνε ο πρώτος εκλογικός συγγραφεύς;

Απ. — Ο Βιργίλιος, όστις, εκτός της Αινειάδος, έγραψε και Γεωργικά και Εκλογάς.

Ερώτ. — Τι είνε ο εκλογεύς;

Απ. — Άνθρωπος, όστις, αφού ενηλικιωθή και αποκτήση δικαίωμα ψήφου, χάνει αμέσως την ανθρωπίνην του ιδιότητα και γίνεται απλούς αριθμός εις τον εκλογικόν κατάλογον.

Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος εν γένει;

Απ. — Άνθρωπος πιστοποιών την ύπαρξίν του διά πολυχρόων προγραμμάτων τοιχοκολλωμένων εις τους δρόμους,

Ερώτ. — Τίνα τα προσόντα του υποψηφίου;

Απ. — Να γνωρίζη γράμματα διά να αναγινώσκη τον εκλογικόν κατάλογον, να έχη πολλούς κουμπάρους και να διατηρή ανοικτόν σαλόνι κατά τας ημέρας των εκλογών.

Ερώτ. — Διατί πρέπει να έχη σαλόνι ο υποψήφιος;

Απ. — Διότι ο εκλογικός σάλος απαιτεί να υπάρχη και εκλογική σάλα.

Ερώτ. — Τι πρέπει απαραιτήτως να πράξη ο υποψήφιος;

Απ. — Προ της εκλογής να κάμη μίαν διαδήλωσιν, μετά την εκλογήν να κάμη μίαν δήλωσιν δι' ής να ευχαριστή τους συμπολίτας του, είτε επιτύχη είτε όχι.

Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος δήμαρχος;

Απ. — Άνθρωπος ομοιάζων με την Εκκλησίαν.

Ερώτ. — Διατί;

Απ. — Διότι, επειδή συνήθως εις τα προγράμματά του αποκαλεί εαυτόν τέκνον του λαού, έχει, όπως και η Εκκλησία, πολλάς χιλιάδας πατέρων.

Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος πάρεδρος;

Απ. — Άνθρωπος όστις συνήθως δεν κάμνει τίποτε και όστις δεν επιθυμεί να μεταβάλη το επάγγελμά του.

Ερώτ. — Και υποψήφιος σύμβουλος;

Απ. — Άνθρωπος διατελών ενίοτε εις κατάστασιν απαγορεύσεως και όστις επιθυμεί να συμβουλεύη τον δήμον.

Ερώτ. — Ποίον είνε το συμπέρασμα;

Απ. — Το συμπέρασμα είνε ότι, αφού αλλάζομεν υποκάμισον τουλάχιστον καθ' εβδομάδα, πρέπει ν' αλλάζωμεν δήμαρχον τουλάχιστον κατ' έτος. Επί μίαν τετραετίαν είνε αδύνατον να υπάρχη δήμαρχος αμέμπτου καθαριότητος.

        (1887)


διακοσμητικό

ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΝ ΚΑΙ ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
(Προκαταρκτικαί εικόνες).


Δεν εννοώ ποσώς να ψέξω το μέτρον, περί ού εγένετο κατ' αυτάς σκέψις, την εισαγωγήν δηλαδή των γυναικών εις την ταχυδρομικήν υπηρεσίαν του Κράτους. Το μέτρον τούτο από πολλού εισήχθη εν Ευρώπη και κατεδείχθη αποφέρον εξαίρετα αποτελέσματα· το θεωρώ δε συντελεστικώτατον αφ' ετέρου εις την βελτίωσιν της τύχης του παρ' ημίν γυναικείου φύλου, ούτινος ευρύνεται ούτως ο κύκλος του βιοποριστικού σταδίου, ενώ εναμίλλως οφείλει μετά του ανδρός ν' αγωνίζεται τον αγώνα του βίου. Άλλως τε, αφού προ καιρού είνε παραδεδεγμένον, ότι αι γυναίκες είνε δυνατόν να διαπρέψουν εις τα γράμματα, δεν βλέπω τον λόγον τον αποκλείοντα αυτάς από το κατ' εξοχήν βασίλειον των γραμμάτων. Λαμβάνων όμως υπ' όψιν αφ' ετέρου τα ήθη, τα έθιμα, τας ιδέας μας, τας επικρατούσας εν κοινωνία και εν τη πολιτική συνθήκας, φαντάζομαι από τούδε μερικάς σκηνάς δυναμένας κάλλιστα, να συμβούν.

ΣΚΗΝΗ Α'.

Κατ' οίκον ο πατήρ συλλαμβάνει την θυγατέρα εγχειρίζουσαν από του παραθύρου επιστολήν εις τον εραστήν.

Ο ΠΑΤΗΡ (οργίλως).

Τι κάνεις εκεί;

Η ΘΥΓΑΤΗΡ (φοβισμένη).

Μπαμπά! . . . τίποτε! . . .

Ο ΠΑΤΗΡ

Πώς τίποτε! . . . Αφού σε είδα που έδιδες γράμμα εις εκείνον τον φαυλόβιον . . . Ραβασάκι, έ; . . .

Η ΜΗΤΗΡ (παρεμβαίνουσα).

Μα, άνδρα μου . . . το κορίτσι μας γυμνάζεται διά την ταχυδρομικήν υπηρεσίαν . . . Δεν είπαμεν, ότι θα διορισθή εκεί; . . .

Ο ΠΑΤΗΡ (κατευναζόμενος).

Α! . . . έτσι; . . . αλλάζει τότε! . . .

ΣΚΗΝΗ Β'.

Εις το ταχυδρομείον· πλησιάζει κομψός τις νέος και ερωτά.

Ο ΝΕΟΣ

Έχω γράμμα;

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (έσωθεν).

Έχεις, ναι! . . . κακούργε!.. άθλιε! . . . προδότα! . . .

Ο ΝΕΟΣ (έκπληκτος).

Καλλιόπη! . . .

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Φύγε, τέρας! . . . Έχεις την αναίδειαν να το ζητής από εμέ; . . .

Ο ΝΕΟΣ

Μα τι συμβαίνει λοιπόν;

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Κρημνίσου απ' εδώ! . . . Δεν σου το δίδω το γράμμα.

Ο ΝΕΟΣ

Καλλιόπη! . . . θα με φέρης εις απελπισίαν! . . . θα σε καταγγείλω!

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Θα με καταγγείλης; . . . Νά, θηρίον! . . . πάρε το γράμμα σου!

Ο ΝΕΟΣ (αποσφραγίζων την επιστολήν και δεικνύων αυτήν προς την υπάλληλον).

Κύτταξε την υπογραφήν «Παΐσιος ιερομόναχος»· είνε του θείου μου, όστις μου στέλνει κάλτσες μάλλινες . . . Έχεις ακόμη υποψίας;

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (συγκεκινημένη).

Παύλε! . . . συγχώρησέ με! Είμαι ζηλότυπος!

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Εις το δωμάτιον του Υπουργού, είς Βουλευτής συνομιλεί μετ' αυτού

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Λοιπόν θα την διορίσωμεν, κύριε Υπουργέ;

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Ποίαν;

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Την κυρίαν Κλεοπάτραν . . .

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Εις την πρωτεύουσαν, αδύνατον! Είνε θέσις πολύ ενδιαφέρουσα . . .

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Μα ίσα ίσα, αυτή είνε καταλληλοτέρα πάσης άλλης . .

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Διατί;

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Διότι ακριβώς ευρίσκεται εις κατάστασιν ενδιαφέρουσαν!

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Εν τω γραφείω της γενικής διευθύνσεως, ο Διευθυντής προσκαλεί παρ' αυτώ την υπάλληλον δεσποινίδα Ασπασίαν.

Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ (σοβαρός)

Δεσποινίς, υπεπέσετε εις παράπτωμα βαρύ . . . Αυτός ο φάκελος, τον οποίον μου έστειλαν ανωνύμως, περιείχεν επιστολάς . . .

Η ΑΣΠΑΣΙΑ (ερυθριώσα).

Κύριε Διευθυντά . . . απετείνοντο προς τον αρραβωνιαστικόν μου . . .

Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Πολύ καλά, δεσποινίς . . . είσθε κυρία να γράφετε εις όποιον θέλετε· αλλά κυττάξατε . . . δεν φέρουν γραμματόσημον.

ΑΣΠΑΣΙΑ (συνεσταλμένη).

Αλλ' αφού δεν τα έστειλα με το ταχυδρομείον;

Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Και αυτό ακριβώς είνε το παράπτωμά σας . . . Η κυβέρνησις, ήτις προέβη εις το μέτρον του διορισμού γυναικών εις τον ταχυδρομικόν κλάδον, απέβλεπε διά τούτου εις την ζωηροτέραν ανάπτυξιν της αλληλογραφίας και την αύξησιν των ταχυδρομικών τελών. Πηγαίνετε και εις το εξής να είσθε προσεκτικωτέρα!

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Έξωθεν της θυρίδος του ταχυδρομείου· πλησιάζει δι' εικοστήν φοράν είς λιμοκοντόρος σταθμεύων διαρκώς εις την στοάν.

Ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ

Έχω κανένα γράμμα;

Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (έσωθεν).

Μα, κύριε, μ' εσκοτίσατε επί τέλους. Από πού περιμένετε γράμμα; . . . Από ποίον! . . .

Ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ (στενάζων φλογερώς).

Από ποίον; . . . Και μ' ερωτάς, άσπλαγχνε;

Η υπάλληλος προσκαλεί τους κλητήρας εις βοήθειαν και ο λιμοκοντόρος αποδιώκεται διά λακτισμών.


Χοίρος σε σκαμνί, συνομιλεί με άνθρωπο

Ο ΣΟΦΟΣ ΧΟΙΡΟΣ


Ότε έμαθα, ότι μεταξύ των διαφόρων ησκημένων ζώων, τα οποία επιδεικνύουν καθ' εσπέραν την μάθησίν των εις το παρά τον σταθμόν του σιδηροδρόμου Λαυρείου ιπποδρόμιον υπήρχε και είς χοίρος εξόχου νοημοσύνης και ευφυίας, καταθέλγων το δημόσιον με τα διάφορα γυμνάσιά του, ανεπέτασα τας χείρας προς τον ουρανόν και ηυλόγησα τον θρίαμβον του ανθρωπίνου πνεύματος.

 — Ιδού, είπα, τιθασεύονται τα μάλλον άγρια των θηρίων, εκπαιδεύονται και τα μάλλον δύσνοα των ζώων. Γυμνάζονται οι ίπποι, οι πίθηκοι, αι αίγες· εξημερούνται αι άρκτοι και αι παρδάλεις. Ο ατρόμητος Μπουν, ο αμερικανός συνταγματάρχης, εισέρχεται καθ' εσπέραν εις τον κλωβόν των λεόντων, περιέρχεται την Ευρώπην και πάει λέοντας! Ιδού ότι δεικνύουν ευφυίαν οι όνοι και επιδεξιότητα οι χοίροι. Θεέ μου! υπάρχει λοιπόν ελπίς να ίδωμεν μίαν ημέραν και τιθασευμένους βουλευτάς;

Και η πρώτη μου σκέψις υπήρξε να ίδω εκ του πλησίον το αξιοπερίεργον αυτό τετράποδον, να λάβω, ει δυνατόν, παρ' αυτού εξηγήσεις τινάς και πληροφορίας περί της ικανότητός του και των εντυπώσεών του εκ της ενταύθα διαμονής του.

Το έργον δεν ήτο ευχερές, αλλ' οφείλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνην μου προς τον αξιόλογον λαοφιλή παλιάτσον Αντώνιον, τον προγυμναστήν και αχώριστον σύντροφον του σοφού χοίρου, προς όν έσχον την ιδέαν ν' αποταθώ και όστις λίαν ευγενώς ανεδέχθη να διευκολύνη την ποθητήν συνέντευξιν.

 — Έρχομαι θαρρών, του είπα, διότι είμαι και εγώ χοιρώναξ των γραμμάτων. Μέχρι τούδε εγνώρισα μόνον χοροδιδασκάλους, οίτινες ομολογώ ότι δεν ήσαν πολύ ευφυείς· χαίρω, διότι μου παρέχεται η ευκαιρία να γνωρίσω ένα τόσον νοήμονα και επιτήδειον χοιροδιδάσκαλον.

 — Και εις ποίαν γλώσσαν θα εξηγηθήτε; με ηρώτησεν ευχαριστηθείς εκ της προσαγορεύσεως.

 — Επειδή δεν έτυχέ ποτε να σπουδάσω την γλώσσαν των κοινοβουλευτικών συνδιαλέξεων και των προσωπικών διατριβών, η συνεννόησις κατ' ανάγκην θα γίνη διά χοιρονομιών.

Ο Αντώνιος παρεδέχθη, αναδεχόμενος μάλιστα να χρησιμεύση και ως διερμηνεύς.

 — Έξοχον και προνομιούχον τετράποδον, είπα μόλις ενεφανίσθην προ του ζώου, σε χαιρετίζω μετά του προσήκοντος θαυμασμού. Είδα μέχρι τούδε σοφούς, οίτινες πιθανόν να ήσαν και χοίροι· τα ανώτερα ημών διδακτήρια κάτι γνωρίζουν περί τούτου. Είδα σοφούς εκδίδοντας εγχοιρίδια, αλλά χοίρον σοφόν ομολογώ ότι δεν είδα ακόμη.

Ο σοφός χοίρος εθέλχθη εκ της προσφωνήσεώς μου και απήντησε διά παρατεταμένου γρυλλισμού ευχαριστηρίου.

Η πρώτη μου ερώτησις ήτο περί των εκ της πόλεώς μας εντυπώσεών του. Η εις εμέ διαβιβασθείσα διά του Αντωνίου απάντησις είχεν ως εξής:

 — Τόσον μου ήρεσεν η πόλις σας και ιδίως η κατάστασις των οδών σας, ώστε, αν ήτο εις την εξουσίαν μου, θα ενεγραφόμην δημότης διά να διαμένω διαρκώς εδώ.

 — Η επιθυμία σας μας κολακεύει πολύ, απήντησα, και θα φροντίσω να την διαβιβάσω καταλλήλως εις το δημοτικόν μας συμβούλιον· αλλ' επειδή ευρισκόμεθα εις το θέμα αυτό, επιθυμώ να σας ερωτήσω περί ενός αντικειμένου της ειδικής αρμοδιότητός σας. Τι φρονείτε περί των κατασκευαζομένων αποχωρητηρίων;

 — Το κατ' εμέ δεν τα εγκρίνω, είπεν ο τετράπους μαθητής του Αντωνίου· προτιμώμεν τα πράγματα να μένουν εις την φυσικήν των κατάστασιν. Αλλά βεβαίως θα είνε λόγος πολιτικός.

 — Πολιτικός! . . . διατί;

 — Διότι, ως ήκουσα, η αντιπολίτευσίς σας έχει το ιδίωμα ν' αποχωρή συχνά και ο πολλαπλασιασμός των αποχωρητηρίων έγινεν επίτηδες, όπως διευκολύνη την συνταγματικήν της ταύτην λειτουργίαν.

Το επιχοίρημα ήτο τόσον ακαταμάχητον, ώστε εδέησε να το παραδεχθώ.

 — Και περί του ύδατος της πόλεως ποίαν γνώμην έχετε; εξηκολούθησα.

 — Φανερόν είνε, απήντησεν ο ευφυής χοίρος, ότι το ύδωρ κλέπτεται από τα υδραγωγεία, εις τα οποία ανοίγουν τρύπας. Και αύται είνε αι μόναι τρύπαι εις το νερόν, αι οποίαι έχουν σημασίαν.