Και αποτεινόμενος προς τον Ρούφον του λέγει γελών.

 — Άλλη φορά πρέπει να εγκαθιστάς και φρουρόν εις το σπήτι σου, οσάκις θα έρχωμαι.


ΜΙΑ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ.

 Όταν ετελούτο οι γάμοι του Διαδόχου και του Βασιλέως μας Κωνσταντίνου μετά της πριγκηπίσσης Σοφίας, εδόθη εις τα ανάκτορα γεύμα εις το οποίον παρεκάθησαν όλοι οι αντιπρόσωποι των διαφόρων δήμων και κοινοτήτων.

Ο Βασιλεύς ήγειρε τότε πρόποσιν καθ' ήν ηυχήθη την απελευθέρωσιν των δούλων επαρχιών.

Και εις το τέλος με φωνήν πάλλουσαν από συγκίνησιν έκαμε την εξής ωραίαν αποστροφήν.

 — Είπατε εις τα δούλα τέκνα της Ελλάδος ότι ο Βασιλεύς των Ελλήνων μίαν έχει σκέψιν· πώς να εορτάσουν μίαν ημέραν την ένωσίν των υπό το σκήπτρόν του. Είπατε ότι η ημέρα αυτή δεν θα βραδύνη να έλθη.

Όλοι εδάκρυσαν διά την πατριωτικωτάτην εκείνην ευχήν, η οποία εξεπληρώθη είκοσι πέντε έτη μετά ταύτα.


ΣΩΣΤΑ ΛΑΓΩΝΙΚΑ.

 Ο Βασιλεύς εξετίμα τους Έλληνας δημοσιογράφους διά την ενημερότητά των, καίτοι πολλάκις εξέφραζε την δυσφορίαν του, διά την απηνή καταδίωξιν την οποίαν υφίστατο εκ μέρος των.

 — Όπου και αν υπάγω μπροστά μου βρίσκονται.

Ότε μίαν φοράν απεχείρησε περιοδείαν ανά τας επαρχίας και απεβιβάσθη εις ένα σταθμόν, παρετήρησε με έκπληξίν του ότι αι δημοσιογράφοι είχον προηγηθή αυτού. Ο Βασιλεύς γελών τους επλησίασε και τους είπε.

 — Και εδώ ακόμη; Σωστά λαγωνικά τέλος πάντων.


Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΝ.

 Ότε εδίδετο το γεύμα επ' ευκαιρία, των γάμων του Διαδόχου ο κ. Γ. Θεοτόκης υπουργός ων τότε του αειμνήστου Τρικούπη του παρουσίασε και του συνέστησεν ένα δημοσιογράφον, ο οποίος είχε γράψει άρθρα επιβλαβή διά τον Βασιλέα.

Ο Βασιλεύς ακούσας το όνομα του δημοσιογράφου εκείνου έτεινε προς αυτόν την χείρα και του είπε.

 — Χαίρω πολύ διότι κάμνω την γνωριμίαν σας.

Και ευθύς κατόπιν προσέθηκε με ύφος δυσφορίας.

 — Οι δημοσιογράφοι κάμνουν πολύ καλό εις την κοινωνίαν, όταν πρωτίστως σέβονται τον εαυτόν των!

Και αμέσως πάλιν έτεινε φιλομειδής την χείρα του και έθλιψε την χείρα του δημοσιογράφου προσθέσας.

 — Χαίρω πολύ διότι σας εγνώρισα.


ΤΡΑΓΙΚΑΣ ΗΜΕΡΑΣ.

 Ημέρας αληθούς συντριβής διήλθεν ο Βασιλεύς Γεώργιος κατά την περίοδον της επαναστάσεως του Στρατιωτικού συνδέσμου. Είχε συμβή τότε και πυρκαϊά των ανακτόρων και το προεδρείον της βουλής ανέβη εις τα ανάκτορα ίνα υποβάλη τα συλλυπητήρια του Σώματος επί τω ατυχεί γεγονότι.

Κατά την ημέραν εκείνην θα συνεζητείτο το νομοσχέδιον της απομακρύνσεως των πριγκήπων εκ του στρατεύματος·

Παρουσιάσθησαν λοιπόν ενώπιον του άνακτος ο πρόεδρος της Βουλής Αλ. Ρώμας, ο αντιπρόεδρος κ. Τσιτσάρας και ο κοσμήτωρ κ. Λ. Ρούφος.

Ο Βασιλεύς μετά την ανταλλαγήν των σηνήθων χαιρετισμών λέγει προς τους τρεις παρουσιασθέντας.

 — Το απόγευμα λοιπόν συζητείται εις την βουλήν το νομοσχέδιον των πριγκήπων; οι τρεις έμειναν άναυδοι συμμεριζόμενοι την συντριβήν του άνακτος.

Και μετ' ολίγον προσέθηκε πάλιν.

 — Φρονείτε ότι η Βουλή ημπορεί να κάμη εις τα παιδιά μου αυτήν την αδικίαν;

Και λέγων ταύτα αφήκε δύο πικρότατα δάκρυα να ρεύσουν εκ των οφθαλμών του.

Μετά τινων στιγμών πένθιμον σιωπήν ο κ. Τσιτσάρας λαμβάνων τον λόγον λέγει.

 — Μη αμφιβάλλετε, Μεγαλειότατε, ότι ολόκληρος η Βουλή συμπονεί και συμπάσχει μαζύ σας. Αλλά γνωρίζετε καλλίτερον ημών, ότι πάσα αντίστασις εις τον Σύνδεσμον είνε ματαία και ίσως απειληθούν ανυπολόγιστα κακά και διά τον θρόνον και διά τον τόπον.

Και οι τρεις αντιπρόσωποι του Κοινοβουλίου απεχώρησαν με βαρυτάτην εις την ψυχήν αλγηδόνα, ο δε Βασιλεύς κατέπνιξε την λύπην του, χάριν της ησυχίας του τόπου.

Ευτυχώς όμως η δύσκολος εκείνη διά τον θρόνον περίοδος παρήλθε και ο Βασιλεύς ηυτύχησε να ίδη ημέρας δόξης και χαράς και να αποθάνη ευχαριστημένος.


Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΜΕ ΤΑ ΨΩΝΙΑ

 Κάποτε εις τον περίπατoν συνήντησε στρατιώτην φέροντα οψώνια.

Ο Βασιλεύς τον εσταμάτησεν αμέσως και τον ηρώτησε.

 — Πού πηγαίνεις αυτά τα ψώνια;

 — Εις το σπήτι Μεγαλειότατε.

 — Εις ποίον σπήτι το ιδικό σου;

 — Όχι εις του κ. αξιωματικού.

 — Να είπης εις τον κύριον αξιωματικόν ότι η πατρίς δεν σας καλεί διά να γίνεσθε υπηρέται, αλλά διά να γυμνάζεσθε.

Και έφυγε πλήρης οργής.

Το γεγονός εσχολιάσθη την επομένην εις τον τύπον, αλλά το κακόν δυστυχώς δεν εξέλιπε.


ΠΑΛΙΝ ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΗΣ.

 Ότε παρουσιάσθη εις Αυτόν ο βουλευτής Ηλείας κ. Ανδρέας Στεφανόπουλος, όστις ήτο υπουργός της Κυβερνήσεως Θεοτόκη προ μικρού εγκαταλειψάσης την αρχήν, ο Βασιλεύς τον ηρώτησε.

 — Λυπείσαι, κ. Στεφανόπουλε, που δεν είσαι τώρα υπουργός;

 — Όπως και αν είνε, μεγαλειότατε, πάντοτε δυσάρεστον είνε.

 — Ε! δεν πειράζει, δεν πειράζει. Πάλιν θα ξαναγίνης.


Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ.

 Η «Σημαία» του Λονδίνου διηγείται το εξής ανέκδοτον.

Όταν ο Βασιλεύς εταξείδευσεν από Φραγκφούρτης εις Παρισίους είδεν εις μίαν σιδηροδρομικήν άμαξαν ένα καναρίνι να πετάη ανάμεσα από τα διαμερίσματα του βαγονίου.

Το καναρίνι ανήκεν εις μίαν γηραιάν Γαλλίδα που συνεταξείδευεν, η οποία μόλις το είδεν ότι έφυγεν από το κλουβί ήρχισε να φωνάζη από απελπισίαν.

Ο Βασιλεύς τότε ήρχισε να καταδιώκη το καναρίνι, έως ότου κατώρθωσε τέλος να το πιάση και να το παραδώση εις την Γαλλίδα.

Η Γαλλίς τότε του λέγει.

 — Κύριε, είσθε πράγματι ευγενέστατος. Ένας άλλος όμως επιβάτης διακόπτων λέγει.

 — Κυρία μου, είνε Βασιλεύς.


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΜΕ ΕΝΑ ΦΡΟΥΡΟΝ

Άγγλος Αγγλικής εφημερίδος ανέγραψε κάποτε το εξής ανέκδοτον.

Μίαν νύκτα που επέστρεφεν αργά εκ του περιπάτου του ακούει τον σκοπόν των ανακτόρων να του φωνάζη.

 — Τις ει;

Ο Βασιλεύς δεν απήντησε και επροχώρησε, δευτέραν όμως φοράν ο σκοπός επαναλαμβάνει τις ει.

Ο Βασιλεύς εξηκολούθησε να σιωπά, ενώ ο σκοπός ητοίμαζε το όπλον του. Μία σφαίρα ολισθήσασα διήλθε πλησίον της χειρός του.

Ο Βασιλεύς δεν εταράχθη παντάπασιν αλλ' επλησίασε τον στρατιώτην και του εδήλωσε την ταυτότητά του.

Την επομένην τον εκάλεσε και αφού τον συνεχάρη του απένειμεν έν τιμητικόν μετάλλιον.


ΠΩΣ ΥΠΕΔΕΧΕΤΟ.

 Ο αείμνηστος Βασιλεύς ήτο αξιοπρεπέστατος εις τας υποδοχάς των πολιτών.

Διά να αποφεύγη τας πολλάς υποκλίσεις και τους προσκυνησμούς, τους οποίους τόσον επιζήτουν οι δεσπόται της Ανατολής, ετοποθετείτο τοιουτοτρόπως εις το γραφείον του κατά τας ημέρας των ακροάσεων, ώστε ο εισερχόμενος μόλις παρήρχετο διά της θύρας και επροχώρει δύο βήματα ευρίσκετο αμέσως προ του Βασιλέως, όστις έσπευδεν ευθύς να του δώση την χείρα. Εξαιρετική λεπτότης Βασιλέως.


ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ.

 Ο Βασιλεύς ότε εξερράγη η επανάστασις του Γουδιού {3}, απέστειλεν όλους τους οικείους του εις την Ευρώπην και έμεινε μόνος εις τα ανάκτορα.

Το τοιούτον το έκαμε διά να μη παρασύρεται από τας γνώμας των οικείων του.

 — Είνε αληθές, έλεγεν, ότι ευρίσκομαι μακράν από τους ιδικούς μου, μακράν από τους αγαπητούς μου. Αλλ' είμαι εντελώς ήσυχος. Έτσι ημπορώ να προσέξω τα ζητήματα και να τα κανονίσω με όλην την προσοχήν που χρειάζεται εις την εξαιρετικήν αυτήν περίστασιν.


ΕΝΑΣ ΧΟΡΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΙΝ.

 Ότε μετέβη μίαν φοράν εις την Τρίπολιν διωργανώθη προς τιμήν του χορός και λαμπαδηφορία.

Ο χορός διεξήχθη εις την πλατείαν της πόλεως αργά την νύκτα, μετά το δοθέν γεύμα.

Ο Βασιλεύς έμεινεν εις τον οίκον του προύχοντος Νώτη Πανοπούλου, όπου και εδόθη το Βασιλικόν γεύμα.

Μετά το γεύμα ο Βασιλεύς εξήλθε διά να μεταβή εις την πλατείαν και παρακολουθήση τον χορόν.

Εκεί εζήτησε και του έδωκαν μίαν λαμπάδα, την οποίαν κρατών ο Βασιλεύς εφώτιζε τα βήματα των χορευτών και έσυρε τον χορόν.

Το επεισόδιον τούτο έμεινεν ανεξάλειπτον εις την μνήμην όλων των Τριπολιτών.


ΔΕΝΔΡΟ ΚΑΙ ΔΟΝΤΙ.

 Η αγάπη του προς τα δένδρα ήτο πολύ μεγάλη, μεγάλην δε ησθάνετο λύπην οσάκις έβλεπε να κόπτουν δένδρα.

Μίαν ημέραν εις την οδόν του Τατοΐου είδε κομμένα πλείστα δένδρα, ο δε συνοδεύων αυτόν υπασπιστής βλέπων ότι διά της κοπής των δένδρων ηνοίγετο το θέαμα του λεκανοπεδίου της Αττικής στρέφεται και του λέγει.

 — Μεγαλειότατε, μου φαίνεται σαν καλλίτερα τώρα που έκοψαν τα δένδρα, διότι ήνοιξε το μέρος και βλέπει κανείς αυτό το ωραίον θέαμα.

Και ο Βασιλεύς.

 — Δένδρο και δόντι, απήντησε.

 — Δηλαδή αν τολμήση κανείς να κόψη δένδρα και θα του βγάλω ισάριθμα δόντια.


ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΗΣ

 Όταν ήλθεν εις τας Αθήνας ο Βασιλεύς της Ιταλίας, ο βασιλεύς Γεώργιος τον υπεδέχθη με χαράν, τον εφιλοξένησε δε αρκετάς ημέρας εις τα ανάκτορα.

Μίαν από τας ημέρας εκείνας δύο ξένοι μετέβησαν εις το κουρείον του κ. Μυτιληναίου του κουρέως του Βασιλέως και ο μεν είς εξ αυτών εξυρίσθη ο άλλος όμως ανέμενεν εντός του κουρείου.

Οι δύο ξένοι συνωμίλουν με τον κ. Μυτιληναίον ζητούντες πληροφορίας περί του Βασιλέως Γεωργίου και περί των ανακτόρων του.

Ο κ. Μυτιληναίος απήντα εις αυτούς ανυπόπτως.

Μετ' ολίγον ο κ. Μυτιληναίος εκλήθη να υπάγη να ξηρίση τον Υπουργόν των Εξωτερικών της Ιταλίας κ. Τιτόνι ευρισκόμενον ενταύθα μετά του Βασιλέως της Ιταλίας.

Ο κ. Μυτιληναίος μετέβη να ξυρίση τον κ. Τιτόνι, ότε εις την είσοδον της κατοικίας του Ιταλού υπουργού συνήντησε τους δύο ξένους που είχε προηγουμένως ξυρίσει εις το κουρείον του.

Δεν ηδύνατο λοιπόν να εννοήση πώς αυτός επροτιμήθη από όλους τους κουρείς των Αθηνών.

Έπειτα όμως επληροφορήθη ότι οι δύο αυτοί ήσαν μυστικοί αστυνόμοι, οι οποίοι εφρόντισαν και ανεκάλυψαν τον κουρέα του βασιλέως ως ασφαλέστερον, διά να ξυρίση τον κύριον Τιτόνι υπάρχοντος πάντοτε του φόβου των αναρχικών.

Το γεγονός τούτο το έμαθε κατόπιν ο Βασιλεύς Γεώργιος και γελών είπεν.

 — Ώστε οι μόνοι ανίκανοι να εκτελέσουν έγκλημα είνε οι άνθρωποί μου. Είμαι πολύ ευτυχής διά τούτο.


Η ΕΚΤΙΜΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΛ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΝ

 Ο Βασιλεύς Γεώργιος εξ όλων των κατά καιρούς πολιτευομένων, εξετίμα περισσότερον τον Αλέξανδρον Κουμουνδούρον.

Κάποτε ερωτήθη δι' αυτήν την εξαιρετικήν εκτίμησίν του προς τον Κουμουνδούρον και είπε.

 — Τον εκτιμούσα και τον ενθυμούμαι πάντοτε, διότι όλαι αι συμβουλαί του προς εμέ υπήρξαν ειλικρινείς. Ήτο πράγματι ο ειλικρινέστερος σύμβουλός μου.


ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ

 Ότε μετέβη μίαν φοράν εις το Αίγιον ωμίλησε σφοδρότατα κατά του κοματισμού όστις ωργίαζε τότε.

Είπε δε τότε προς τον Δήμαρχον.

 — Πρέπει να λείψη πλέον αυτός ο κομματισμός και προς τούτο πρέπει να με ενισχύση ο λαός διά να το επιτύχω.

Όταν δε ο δήμαρχος του είπεν ότι πρέπει να κτυπήση το πόδι του εις τους πολιτικούς, ο Βασιλεύς απήντησε με οργήν.

 — Δεν είδατε πως εζήτουν να επανέλθουν εις την εξουσίαν διά να αρχίσουν πάλιν την συναλλαγήν.

Έπειτα προσέθηκε.

 — Μη πιστεύετε εις ό,τι σας λέγουν. Κανένας άλλος δεν αγαπά την Ελλάδα περισσότερον από τον Βασιλέα της.


Η ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ

 Μέγιστον ήτο το ενδιαφέρον του άνακτος διά τας σωματικάς ασκήσεις και την γυμναστικήν εν γένει.

Εις τας Πάτρας το 1898 έλεγεν εις τον πρόεδρον του εκεί Παναχαϊκού Γυμναστικού Συλλόγου.

 — Παρετήρησα ότι μόνον οι εργάται ασχολούνται με την γυμναστικήν, αι δε αριστοκρατικαί τάξεις απέχουν, ενώ αύται προ παντός έχουν ανάγκην των ασκήσεων, διά να αποβάλουν ολίγην πλαδαρότητα


ΤΟ ΜΠΙΛΙΕΤΟ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ

 Ένας δήμαρχος ενός χωρίου της Πελοποννήσου κατά την περιοδείαν του Βασιλέως ανά την Πελοπόννησον αποχαιρετών αυτόν αναχωρούντα του λέγει.

 — Μεγαλειότατε, να με συγχωρήτε διότι δεν έχω μπιλιέτα να σας δώσω.

Και ο Βασιλεύς προσποιούμενος ότι δεν επρόσεξε την απλοϊκότητα του δημάρχου απήντησε.

 — Δεν πειράζει, κύριε δήμαρχε, μου το στέλλετε στο παλάτι.


Ο ΑΛΛΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

 Εις τας Πάτρας εις έν χωρίον ολίγον έξω της πόλεως έπαιζε μία ελεεινή μουσική κάτωθι της οικίας που διέμεινεν ο Βασιλεύς.

Αίφνης ένας σκύλλος ήρχισε να γαυγίζη δαιμονιωδώς.

Ο Βασιλεύς αντιληφθείς τον σκύλλον λέγει γελών εις την βασίλισσαν Όλγαν.

 — Προσετέθη τώρα και άλλος μουσικός.

Μετ' ολίγον επιστρέψας εκ της περιοδείας του και εξελθών εις τον εξώστην δεν είδε πλέον τον σκύλλον.

 — Α ο καϋμένος ο αρχιμουσικός, λέγει, εκουράσθη πλέον και έφυγε.


Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ

 Ότε μετέβη ποτέ εις την Κόρινθον, ηρώτησε τον βουλευτήν Νοταράν τι φρονεί περί συναλλαγής.

Ο Νοταράς του απήντησεν.

 — Είμαι υπέρ αυτής, Μεγαλειότατε, διότι τα συνιστάμενα παρά του βουλευτού πρόσωπα είνε ηθικά και έχει ο βουλευτής την ευθύνην επ' αυτών. Πρέπει να φροντίζωμεν διά την εκπαίδευσιν και την ηθικήν του λαού.

 — Ναι, αλλά να φροντίζη και η οικογένεια διά την ανατροφήν, είπεν ο Βασιλεύς.


Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ

 Είνε γνωστή η ιδιαιτέρα εκτίμησις την οποίαν έτρεφεν η Βασίλισσα προς τον διαπρεπή και αείμνηστον Ιεράρχην Κορίνθου Σωκράτην Κολιάτσον.

Οσάκις μετέβαινεν εις την Κόρινθον, δεν έφευγεν απ' εκεί. εάν δεν έβλεπε τον ιεράρχην του οποίου ησπάζετο την χείρα.

Κάποτε η Βασιλική οικογένεια διήρχετο εις Κόρινθον, όλως εκτάκτως ηπείγετο δε να εισέλθη εις το εκεί ναυλοχούν πολεμικόν και να αναχωρήση διά θαλάσσης.

Η έκτακτος άφιξις της Β. οικογενείας δεν έδωκε καιρόν εις τον Σ. Σωκράτην να σπεύση εγκαίρως εις τον σταθμόν διά να υποδεχθή τας Α. Μεγαλειότητας.

Ο Βασιλεύς γνωρίζων την συνήθειαν της Βασιλίσσης, η οποία δεν έφευγεν εκ Κορίνθου αν δεν συνήντα τον Επίσκοπον, διέταξε να αναμείνωσιν, έως ότου ειδοποιηθείς ο Σ. Κολιάτσος έσπευσεν επί τόπου.


Ο ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟΣ ΦΙΛΟΣ

 Ότε απέθανεν η μητέρα του, ο Βασιλεύς έλεγεν εις τον τότε Δήμαρχον Πειραιώς Μητσόπουλον.

 — Η απώλεια της μητρός μου αποτελεί δι' εμέ μεγάλην απώλειαν. Ήτο ο μεγαλείτερος και ο ισχυρότερος φίλος της χώρας μας.

Είχεν εξαιρετικόν ενδιαφέρον διά την Ελλάδα και πάντοτε εφρόντιζε διά των ενεργειών της να παράσχη ωφέλειαν εις την χώραν όπου εβασίλευεν ο υιός της. Και δύναμαι να είπω ότι αι ενέργειαί της αύται πολλάκις εστέφθησαν υπό επιτυχίας.


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙ

 Ο Παλαμάς {4} διηγείται εις τα απομνημονεύματά του τα του πρώτου ταξειδίου το οποίον επεχείρησεν εις τας επαρχίας ο Βασιλεύς.

Πρώτον λέγει μετέβη εις Σύρον, κατόπιν εις Ύδραν, εις Ναύπλιον.

Όταν μετέβη εις την Τρίπολιν, οι Τριπολίται του έλεγαν.

 — Βασιληά μου μείνε λιγουλάκι ακόμη. Θέλουμε να σε ιδούμε όλοι και να σε χορτάσουμε.

Τότε δε ακριβώς εξεδήλωσε την επιθυμίαν να οικοδομήση ανάκτορον εις την Τρίπολιν. Εκ Τριπόλεως μετέβη εις την Σπάρτην και εκείθεν εις τα Λαγκάδια.

Ότε εγένετο η Ένωσις της Επτανήσου επέβη του ατμοπλοίου «Ελλάς» και εξετέλεσε την περιοδείαν του εις αυτάς γενόμενος δεκτός εν φρενίτιδι ενθουσιασμού.

Εις το Μεσσολόγκι παρέμεινεν εις τον οίκον του Βουλπιώτη, εκεί δε μετέβη και επεσκέφθη τους τάφους των Ηρώων.

Πρωθυπουργός ήτο τότε ο Βάλβης, Μεσολογγίτης την καταγωγήν, ο δε Βασιλεύς έσπευσε να επισκεφθή την σύζυγόν του και να ομολογήση την εκτίμησιν την οποίαν είχε προς τον σύζυγόν της.


ΕΝΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ

 Ο καθηγητής της αρχαιολογίας Γονήλερ του Πανεπιστημίου της Κολομβίας, έγραψε περί του Βασιλέως ότι η σύνεσις και η πολιτική οξυδέρκεια αναγνωρίζεται υπό πάντων.

Ιδίως αι γεωργικαί του γνώσεις ήσαν από τας ολίγας.

Ο δε καθηγητής Πέρι διατελέσας τοιούτος εις το Πανεπιστήμιον της Κολομβίας και εις την Αμερικανικήν σχολήν των Αθηνών έλεγεν ότι πάντοτε διετέλει από το γόητρον των ωραίων τρόπων του Βασιλέως Γεωργίου.


ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΕ ΚΡΑΤΕΙΤΑΙ.

 Τον Μάρτιον του 1898 μετέβη εις τα Καλάβρυτα και επεσκέφθη την μονήν της Αγίας Λαύρας.

Οι καλόγηροι τον υπεδέχθησαν ενθουσιωδώς.

Την μεσημβρίαν της 26ης Μαρτίου εγευμάτισεν εις το σπήτι του ηγουμένου της μονής.

Εκείνος διελέχθη με ένα χωρικόν και του είπεν.

 — Από που είσαι;

 — Από την Βάλτσα Βασιλειά μου.

 — Τι δουλειά κάνεις;

 — Γεωργός.

 — Σου αρέσει η παρακράτησις της σταφίδος;

 — Μ' αρέσει δεν μ' αρέσει, μεγαλειότατε, κρατιέται.


ΕΚΟΨΑΝ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ.

 Και αλλαχού εγράψαμεν οπόσην είχεν αγάπην προς τα δένδρα ο αείμνηστος Βασιλεύς.

Μεταβάς κάποτε εις ένα δάσος παρά τα Καλάβρυτα παρετήρησε με μεγάλην του λύπην ότι είχον κόψει τα δένδρα.

 — Ήλθα εδώ να ίδω αν διατηρούνται ακόμη τα δένδρα τα οποία είδα προ 30 ετών. Παρατηρώ όμως ότι τα έκοψαν και αυτό με λυπεί πολύ πάρα πολύ.


ΜΕΤΑΞΥ ΚΑΛΟΓΗΡΩΝ.

 Όταν ο Βασιλεύς είδε τα τεράστια βαρέλια της Μονής του μεγάλου Σπηλαίου τα ονομαζόμενα Σταμάτης και Αγγελής τα οποία περιελάμβανον χιλιάδες οκάδες κρασί, είπεν εις τους καλογήρους.

 — Όλο το κρασί αυτό το πίνετε;

 — Δεν μας φθάνει, μεγαλειότατε, απαντά ένας καλόγηρος.

 — Μπράβο, καλόγηροι, ανέκραξεν ο Βασιλεύς αναλυόμενος εις πλατύτατον γέλωτα.


ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ.

 Εις την μονήν του μεγάλου Σπηλαίου έσχε μακράς συνομιλίας με τους μοναχούς.

Εις ένα μοναχόν είπε.

 — Πρέπει να κάμετε δρόμον εδώ. Τι κάθεσθε;

 — Δεν ευπορούμεν, μεγαλειότατε, απήντησεν ο καλόγηρος.

 — Δεν ευπορείτε; απήντησεν ο Βασιλεύς μειδιών.

 — Πληρώνομεν φόρους.

 — Μα φόρους πληρώνουν όλοι.

Ο Βασιλεύς ήθελε να κτυπήση την καλογερικήν ντεπελιάν, πράγμα το οποίον δεν ηννόησεν ο καλόγηρος.

Κατόπιν ο Βασιλεύς ηρώτησεν αν έχουν ιστορίαν της μονής.

 — Όχι, μεγαλειότατε.

 — Μα διατί; Έπρεπε να έχετε.

 — Έχομεν ιστορικόν μεγαλειότατε, τώρα θα γράψωμεν και ιστορίαν.

 — Τώρα είνε πλέον κατόπιν εορτής, απήντησεν ο Βασιλεύς.


ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΝ

 Ότε μετά την δολοφονικήν απόπειραν την εκτελεσθείσαν ανεπιτυχώς από τον Καρδίτση, ο Βασιλεύς μετέβη εις το Αίγιον, ο δε δήμαρχος της πόλεως ταύτης, εξέφρασε την λύπην όλης της πόλεως και διερμήνευσε τους φόβους του περί των κινδύνων τους οποίους διέτρεχεν η Ελλάς, εάν η απόπειρα επετύγχανε.

 — Δεν γνωρίζω τι θα εγίνετο, λέγει ο Βασιλεύς. Τούτο μόνον γνωρίζω ότι ο Ετέμ {5} δεν θα έφευγε ποτέ από την Θεσσαλίαν.


Ο ΟΘΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Ότε ανήλθεν εις τον θρόνον ο Βασιλεύς Γεώργιος, ο εξόριστος τότε Βασιλεύς Όθων είπε τα εξής.

 — Ο διάδοχός μου εις τον θρόνον της Ελλάδος έχει τούτο το τιμητικόν ότι κατάγεται εξ οικογενείας εντελώς ασπίλου, η οποία ουδέποτε είχε μολυνθή δι' οιουδήποτε σκανδάλου.


Η ΜΠΕΚΑΤΣΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ

 Παροιμιώδης ήτο η ευφυία του Βασιλέως μας. Κάποτε ο Πετσάλης εις μίαν συνομιλίαν του τού έφερε το ζήτημα των μισθών των υπαλλήλων, τους οποίους εχαρακτήρισε γλισχροτάτους.

 — Δεν είνε μισθός αυτός, μεγαλειότατε.

 — Αυτό είνε ζήτημα της Κυβερνήσεως.

 — Να της το επιβάλετε, Μεγαλειότατε.

 — Αλλά δεν μ' ακούουν.

 — Δεν το πιστεύω αυτό, μεγαλειότατε· είπεν ο Πετσάλης.

 — Κτυπώ την μπεκάτσα και μου φεύγει, απήντησε γελών ο Βασιλεύς.


ΔΙΑ ΚΟΥΤΟΝ ΜΕ ΠΕΡΝΑΣ

 Ο Αριστείδης Πετσάλης παρουσιασθείς εις την Κέρκυραν ενώπιον του Βασιλέως μετά την επανάστασιν του Γουδιού και φρονών ότι το κίνημα θα είχεν ολέθρια αποτελέσματα εις την πειθαρχίαν, ετόλμησε να εκφράση την απορίαν του διά την ανοχήν του Βασιλέως.

 — Διατί, μεγαλειότατε, ηνέχθητε αυτό το κίνημα και δεν εφαρμόζετε την πειθαρχίαν;

 — Διά κουτόν με περνάς, του απήντησε. Θα είχα πέντε επαναστάσεις άνευ λόγου. Τα πράγματα θα επανέλθουν μόνα των εις την θέσιν των.


ΔΙΑ ΤΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΤΟΥ

 Άλλο πάλιν αυτό του κ. Πετσάλη.

Όταν η πριγκήπισσα Μαρία του Γεωργίου ήλθεν εκ Γαλλίας ο Βασιλεύς ηρώτησε τον Πετσάλην.

 — Πώς σού εφάνη η νύμφη μου; δεν είνε ωραία;

 — Ωραιοτάτη, μεγαλειότατε.

 — Αι εγγοναί μου θα είνε μίαν ημέραν αι ωραιότεραι πριγκήπισσαι της Ευρώπης.

 — Και έτσι δεν θα έχετε, μεγαλειότατε, ανάγκην προικός, αν και πολλοί σας λογαριάζουν με καμμιά πενηνταριά εκατομμύρια. — Εγέλασε με όλην την δύναμιν των πνευμόνων του και είπε.

 — Μακάρι να τα είχα· δυστυχώς όμως δεν τα έχω. Ηδυνάμην να τα έχω όπως όλοι οι ηγεμόνες· ενόμισα ότι δεν επιτρέπεται εις τον Βασιλέα να αναμιγνύεται εις επιχειρήσεις. Μου είπαν να αγοράσω οικόπεδα επί της οδού Κηφισσιάς όπως άλλοι, αλλ' ενόμισα ότι δεν ήρμοζον εις τον Βασιλέα τοιαύτα πράγματα.


ΘΑ ΕΤΑΞΙΔΕΥΣΑΤΕ ΚΑΙ ΣΕΙΣ

 Ότε μετέβη ποτέ εις την Ζάκυνθον με την «Σφακτηρίαν» η οποία ήτο εμπορικόν ατμόπλοιον και μετέφερε παντός είδους εμπορεύματα έμψυχα και άψυχα.

Ήτο τότε Δήμαρχος Ζακύνθου ο Λούντζης, όστις διεκρίνετο διά την απέραντον αφέλειάν του.

Αφού υπεδέχθη τον Βασιλέα μεταξύ των άλλων του λέγει απερισκέπτως.

 — Μα αυτό το βαπόρι, Μεγαλειότατε, ήτο άλλοτε εμπορικόν και μετέφερε ακόμη και ζώα.

Και ο Βασιλεύς ετοιμότατα απαντά.

 — Τότε ασφαλώς θα έχετε και σεις ταξειδεύσει με αυτό.

Μοναδική ετοιμότης.


ΗΓΑΠΑ ΤΟΝ ΤΟΠΟΝ

 Ο κ. Καστόρχης υφηγητής του Πανεπιστημίου, διωρίσθη Νομάρχης επί της Κυβερνήσεως Δραγούμη κατά την περίοδόν που ίσχυεν ακόμη ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος.

Ο κ. Καστόρχης παρουσιάσθη κατά καθήκον ενώπιον του Βασιλέως.

Η συζήτησις περιεστράφη εις τα του Στρατιωτικού συνδέσμου, ο δε Βασιλεύς μετά θλίψεως απήντησεν.

 — Αν δεν τον αγαπούσα αυτόν τον τόπον, τι θα με εκρατούσε εδώ πλέον;


Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΕΝΑ ΨΑΡΑΝ

 Προ ολίγων ετών παρουσιάσθη ενώπιον του Βασιλέως ο εργατικός Καμπίτης.

Τον Καμπίτην αυτόν τον είχε γνωρίσει εις το Παλ. Φάληρον επάνω εις ένα βράχον, όπου εψάρευε.

Ο Βασιλεύς περιεπάτει μόνος του εις την παραλίαν.

Ο Βασιλεύς επλησίασε τον Καμπίτην ψαρεύοντα τον οποίον ανεγνώρισεν ευθύς διότι τον είχαν και άλλοτε εις τους βασιλικούς σταύλους διά να υποδεικνύη τα καλά άλογα.

Ο Βασιλεύς ηρώτησε τον Καμπίτην τι κάμνει εκεί.

 — Νά τώρα που δεν έχει εργασίαν ο σύλλογός μας, Μεγαλειότατε, ψαρεύω σπάρους.

 — Ποίος σύλλογος; ηρώτησεν ο Βασιλεύς. Τι είδους σύλλογος είνε αυτός; Ειπέ μου λοιπόν.

 — Πού να τα ειπώ τώρα, πρέπει να έχω καιρό να έλθω στο Παλάτι, Μεγαλειότατε.

 — Να έλθης.

 — Έρχομαι και με διώχνουν. Δεν με αφίνουν να 'μπώ μέσα.

 — Έλα και πέστους ότι σε θέλω εγώ.

Μετά είκοσι πέντε ημέρας ο Καμπίτης έσπευσε μίαν ημέραν, να μεταβή εις το παλάτι.

Ο υπασπιστής ειδοποιηθείς, ειδοποίησε τον Βασιλέα, την επομένην δε ο Καμπίτης εκλήθη εις τα ανάκτορα.


ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ

 Κάποτε ο Παλαμάς εις μίαν περιοδείαν της Β. οικογενείας απεσπάσθη εκ του κύκλου των άλλων και ηκολούθησε την Βασίλισσαν.

Η Α. Μ. θέλων να πειράξη την Μεγαλειότητά της εκάλεσε τον Παλαμάν και του λέγει·

 — Άφησε την Βασίλισσαν, ανεκάλυψε κάποιαν εκκλησίαν και πάει να προσκυνήση.


Ο ΝΟΜΑΡΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ

 Ο Παλαμάς διηγείται και το ακόλουθον.

Κάποτε εις τας Πάτρας διετέλεσε Νομάρχης ένας χρηστός και αρχαίος πολιτευτής. Ήτο όμως δούλος του κόμματος και εις τας τελετάς εφαίνετο μάλλον προσοικειούμενος το κόμμα και οιονεί περιφρονών τον Βασιλέα.

Ο Βασιλεύς τον εκάλεσεν ιδιαιτέρως και του έκαμε πικράς παρατηρήσεις και υπομνήσας τας υποχρεώσεις του ως υπαλλήλου.

Ότε δε επέστρεψεν εις Αθήνας εζήτησε την μετάθεσίν του, παρά τας διαμαρτυρίας ομάδος κυβερνητικών βουλευτών.


ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΕΙΣ ΟΛΟΥΣ.

 Διαμένων εις Θεσσαλονίκην, παρετήρησεν ότι οι Εβραίοι της πόλεως εκείνης εδίσταζον να εξέρχωνται εις τας οδούς. Και αν εξήρχοντο το έπραττον μετά τινος φόβου, πράγμα το οποίον απέσπασεν ευθύς εξ αρχής την προσοχήν του οξυδερκούς Βασιλέως.

Επειδή λοιπόν συνέλαβεν υπονοίας ότι οι Εβραίοι εφοβούντο τους Έλληνας απεφάσισε να ζητήση εξηγήσεις.

 — Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό που κάμνουν οι Ισραηλίται, έλεγε. Μας περνούν φαίνεται δι' αγρίους.

Ότε λοιπόν ο Βασιλεύς διά καταλλήλων ενεργειών κατώρθωσε να τους πείση περί της πλάνης των, οι Εβραίοι ήρχισαν να εξέρχωνται τακτικά.

Συνομιλών δε κατόπιν με τον πρόεδρον της Εβραϊκής κοινότητος έλεγε.

 — Τώρα είμαι ευχαριστημένος που βλέπω τους ομοθρήσκους σας εις τους δρόμους. Εγώ θέλω την ελευθερίαν ίσην προς όλους.


ΤΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ.

 Εις την Θεσσαλονίκην διαμένων επληροφορήθη την πτώσιν του Μπιζανίου. Η χαρά του επί τω ευφροσύνω γεγονότι υπήρξεν ανυπέρβλητος.

Ομιλών προς τον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης περί του υιού του του Διαδόχου και Στρατηλάτου έλεγεν.

 — Είνε θαυμάσιον στρατηγικόν πνεύμα. Το στέμμα ανήκει πλέον εις αυτόν. Όταν εκυρίευσε την Θεσσαλονίκην η Πατρίς τον ανήγαγεν εις το αξίωμα του αρχιστρατήγου, τώρα που εξεπόρθησε το Μπιζάνι πρέπει να γείνη Βασιλεύς. Τον Οκτώβριον που θα εορτάσω την πεντηκονταετηρίδα μου, θα του παραχωρήσω τον θρόνον. Του αξίζει το στέμμα.

Ο ατυχής πατήρ δεν επέζησε διά να εκπληρώση την επιθυμίαν του.


ΘΑ ΕΛΘΩ ΜΕ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ.

 Εις την αντιπροσωπείαν των μοναχών του Αγίου Όρους παρουσιασθείσαν προς αυτόν μετά την απελευθέρωσιν του ιερού χώρου και υποβαλούσαν την θερμήν παράκλησιν να επισκεφθή τας μονάς του Αγίου Όρους ο Βασιλεύς απήντησεν.

 — Έχω φλογερόν πόθον να επισκεφθώ το Άγιον Όρος. Θέλω όμως να έλθω με την Βασίλισσαν.

Οι αντιπρόσωποι δεν εδίστασαν να αποδεχθούν την πρότασιν του βασιλέως, καίτοι οι κανόνες δεν επιτρέπουν την παρουσίαν γυναικών εις τα μέρη εκείνα.


ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΠΕΡΙ ΙΣΡΑΗΛΙΤΩΝ.

 Ο Βασιλεύς εξετίμα πολύ τους Ισραηλίτας διά το επιχειρηματικόν πνεύμα των.

Εις τους παρουσιασθέντας προ αυτού εγκρίτους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ο Βασιλεύς έλεγεν.

 — Εγώ αγαπώ πολύ τους Ισραηλίτας. Εις την Δανίαν και εις την Ελλάδα έχω πολλούς καλούς φίλους Ισραηλίτας.

Πράγματι ο Βασιλεύς έλεγε την αλήθειαν διότι και εις την Κέρκυραν και εις την Θεσσαλίαν και εις τας Αθήνας ακόμη είχε πολλούς φίλους Ισραηλίτας.


ΠΩΣ ΩΜΗΛΕΙ ΔΙΑ ΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ ΤΟΥ.

 Ο Βασιλεύς Γεώργιος είχεν αντιληφθή ότι υπήρχε κάποια δυσφορία διά τα συχνά ταξείδιά του εις την Ευρώπην. Εις τους συνοδεύοντας αυτόν έλεγε.

 — Παρατηρώ ότι ο λαός αισθάνεται δυσφορίαν διά τα συχνά μου ταξείδια. Ας μου επιτραπή να ομολογήσω ότι οι δυσφορούντες δεν ευρίσκονται απολύτως εν τω δικαίω.

Αγαπώ την Ελλάδα, αλλά σκεφθήτε ότι έχω συγγενείς εις τα ξένα. Έπειτα είνε φυσικόν κάθε άνθρωπος να νοσταλγή και τον τόπον της γεννήσεώς του.

Έπειτα πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας ότι εγώ ταξειδεύων δεν μένω αργός.

Και μετά μικράν διακοπήν προσέθηκε.

 — Μη κυττάζετε τον Διάδοχον. Ο Διάδοχος εγεννήθη εις την Ελλάδα και συνεπώς όλαι αι αναμνήσεις του περιορίζονται εντός της χώρας ταύτης.


ΕΙΣ ΤΟ ΑΙΞ ΛΕ ΜΠΑΙΝ.

 Πλείστα ανέκδοτα υπάρχουν περί του Βασιλέως κατά την εις Αιξ Λε Μπαιν διαμονήν του.

Μεταξύ άλλων είνε και το ακόλουθον. Ο Βασιλεύς εξήρχετο συνήθως εις περίπατον ανά τα ωραία τοπία του Αιξ Λε Μπαιν. Μίαν φοράν διήρχετο από μίαν θέσιν εις την οποίαν έπλυνον μερικαί πλύστριαι.

Το θέαμα δεν ήτο και τόσον ευπρεπές, καθότι τα ενδύματα των γυναικών αυτών ήσαν και ολίγον σηκωμένα.

Η αστυνομία λοιπόν εφρόντισε να περιφράξη το μέρος εκείνο με σανίδας, εις τρόπον ώστε να μη προσπίπτη το θέαμα αυτό εις τα όμματα του Βασιλέως της Ελλάδος.

Επειδή δε ο Βασιλεύς εννόησεν ότι το πράγμα εγένετο δι' αυτόν, εστενοχωρήθη διότι προς χάριν του αι γυναίκες εκείναι κατεδικάσθησαν να περιορισθούν εις ένα στενόν χώρον.

Έσπευσε λοιπόν ο αγαθός Βασιλεύς να βεβαιώση τας αρχάς ότι το θέαμα των πλυστριών δεν τον στενοχωρεί.

Και η αστυνομία απεφάσισε τότε να άρη την διαταγήν της και να αφήση ελευθέρας τας πλύντριας αι οποίαι πληροφορηθείσαι κατόπιν την επέμβασιν του Βασιλέως έσπευσαν να του εκφράσουν τας ευχαριστίας των.


Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΟΥ

 Ότε εώρτασε την εικοσιπενταετηρίδα του ο Βασιλεύς ένθους διά την ακραιφνή λατρείαν την οποίαν εξεδήλου ο λαός του έλεγε προς τους επισήμους τους ανελθόντας εις τα ανάκτορα.

 — Είμαι ευτυχής ηγεμών διότι βλέπω οπόσην λατρείαν τρέφει προς εμέ ο λαός μου.

Η δυναστεία μου είνε καθαρώς Ελληνική και εγώ δε καθώς και τα τέκνα μου φέρομεν βαθέως κεχαραγμένην εις την καρδίαν μας την λέξιν «Ελλάς».

Και η Δυναστεία και το Έθνος εμοιράσθησαν εξ ίσου και τας χαράς των καλών ημερών, και τας πικρίας των χαλεπών καιρών.


ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΜΙΑΣ ΓΑΛΛΙΔΟΣ ΚΟΡΗΣ

 Χαρακτηριστικόν της μεγάλης δημοτικότητός ήτο και τούτο.

Κάποτε διαμένων εις το Παρίσι έλαβε μίαν επιστολήν Γαλλίδος κόρης εκ μιας γαλλικής επαρχίας εις την οποίαν επιστολήν η Γαλλίς έγραψε τας λέξεις ο «κύριος Βασιλεύς».

Η απλοϊκή Γαλλίς έγραφεν εις το γράμμα της εκείνο πόσον θαυμάζει και αγαπά την Ελλάδα, διά τας αρχαιότητας τας οποίας έχει, διά τα μνημεία της διά τας φυσικάς της καλλονάς, εν τέλει δε παρεκάλει τον Βασιλέα να λάβη την καλωσύνην να της αποστείλη μερικάς εικόνας τοπίων της Ελλάδος.

Ο Βασιλεύς μόλις ανέγνωσε το γράμμα έσπευσε να προμηθευθή μερικάς καλλιτεχνικάς εικόνας μνημείων και τοπίων της Ελλάδος, τας οποίας απέστειλεν αμέσως εις την φιλέλληνα κόρην.


Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΝ

 Ο Βασιλεύς είχε μεγάλην αδυναμίαν και συμπάθειαν προς τα πρόσωπα τα οποία είχε συνηθίσει.

Διά τούτο ουδέποτε απεμάκρυνε πρόσωπόν τι εκ της υπηρεσίας των ανακτόρων και όταν δε εξ ανωτέρων λόγων ηναγκάζετο να προβή εις την απομάκρυνσιν τινός, το έκαμνε μετά πολλής στενοχωρίας.

Συνωμίλει πάντοτε με τους γεωργούς του και τους κηπουρούς του εις την Δεκέλειαν και τούτο ήτο μία από τας τερπνοτέρας του ευχαριστήσεις.


ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΟΝΟΝ

 Μετά τον ατυχή πόλεμον του 1897 και την κατ' αυτού απόπειραν του Καρδίτση, ο Βασιλεύς επεχείρησε ταξείδιον ανά τας επαρχίας.

Ο λαός των επαρχιών τον υπεδέχθη με αληθή ενθουσιασμόν.

Και ομολογουμένως, ο Βασιλεύς έμεινεν ενθουσιασμένος εκ της θερμής δεξιώσεως των επαρχιωτών.

Ότε μετ' ολίγας ημέρας παρεκάθησεν εις γεύμα με τον Νομάρχην Πατρών Παλαμάν ο Βασιλεύς του εξέφρασε τον ενθουσιασμόν του διά την υποδοχήν των επαρχιών.

Και επί τη ευκαιρία ταύτη αφήκε ένα πικρόχολον παράπονον διά την ψυχρότητα του Αθηναϊκού λαού προς αυτόν.

 — Δεν μου αποδίδουν οι Αθηναίοι τον οφειλόμενον σεβασμόν καίτοι έχω τώρα τριανταπέντε χρόνια μαζύ τους. Αν δεν το κάμνουν διά τον Βασιλέα των, έπρεπε τουλάχιστον να το έκαμναν διά τον πατέρα των τέκνων μου, τα οποία εγεννήθησαν και ανετράφησαν εν μέσω του Αθηναϊκού λαού, και είνε αποκλειστικώς ιδικά του παιδιά. !!


ΔΑΚΡΥΑ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΥ

 Την ημέραν που εισήλθεν έφιππος μετά της Βασιλίσσης εις την απελευθερωθείσαν Θεσσαλονίκην, ο λαός του παρεσκεύασε μεγαλοπρεπή θρίαμβον.

Ήτο μία από τας ευτυχεστέρας ημέρας της ζωής του εκείνη.

Ο λαός και ιδίως οι Έλληνες έσπευδον να ασπασθώσι την χείρα του, γύρω του δε ηλάλαζε κυριολεκτικώς αληθινόν πανδαιμόνιον ενθουσιασμού.

Ο αγαθός και ευαίσθητος Άναξ, δεν έμεινεν ανεπηρέαστος από τας εκδηλώσεις εκείνας.

Διηγούνται ότι το μειδίαμα της χαράς εχάνετο μέσον εις μίαν βαθείαν ωχρότητα συγκινήσεως η οποία εξέσπασε τέλος εις άφθονα δάκρυα.


ΔΕΝ ΜΕ ΜΕΛΛΕΙ ΚΑΙ ΑΝ ΑΠΟΘΑΝΩ

 Ότε δε κατέλυσεν εις το ξενοδοχείον και εδέχθη τους διαφόρους επισήμους οι οποίοι του υπέβαλον τα σέβη του, ο Βασιλεύς έσχε μίαν συνδιάλεξίν με ένα απλοϊκόν άνθρωπον Θεσσαλονικέα ευκατάστατον και απολαύοντα εξαιρετικής υπολήψεως μεταξύ του Ελληνικού πληθυσμού.

Ο γέρων εκείνος πλησιάσας τον Βασιλέα μας και θλίβων την χείρα του τού λέγει.

 — Πολυχρονεμένε μου Βασιληά ο Θεός να σε πολυχρονήση και σένα και τα παιδιά σου που μας εφέρατε την ελευθερίαν. Να ζήσης σαν τον Όλυμπο, Βασιληά μου.

Και ο Βασιλεύς γελών και δακρύων συγχρόνως απήντησε.

 — Τώρα που είδα αυτά τα πράγματα και επάτησα το πόδι μου εις την Μακεδονίαν, τώρα δεν με μέλλει και αν αποθάνω.

Και ο ατυχής Βασιλεύς απέθανε μετ' ολίγους μήνας εν μέσω των Εθνικών πανηγύρεων.


ΟΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΔΟΧΟΝ.

 Εις την Θεσσαλονίκην που διέμενε πλείστοι όσοι προσήρχοντο από τα διάφορα ελευθερωθέντα μέρη και του υπέβαλον τα σέβη των και του εζήτουν να τους διευκολύνη εις μερικά ζητήματα.

Ο μετριόφρων Βασιλεύς ενθουσιασμένος εκ των θριάμβων του υιού του έλεγε.

 — Να ζητήτε τα περισσότερα από τον Διάδοχον. Εκείνος είνε νοικοκύρης εδώ, αφού εις εκείνον οφείλετε την ελευθερίαν.


Η ΔΙΚΗ ΔΙΑ ΤΟ ΤΖΑΜΙ.

 Ότε μετέβη κάποτε εις τας Πάτρας, διέμεινεν εις τον οίκον ενός προύχοντος. Μίαν ημέραν ο Βασιλεύς εχάραξεν εις το τζάμι της οικίας με το διαμάντι του δακτυλιδιού του την υπογραφήν του.

Ο φιλοξενών τον Βασιλέα, αφήρεσεν αμέσως το τζάμι και το έθεσεν εις μίαν κορνίζαν, εις την θέσιν δε του τζαμιού ετοποθέτησεν άλλο.

Ο ιδιοκτήτης όμως του σπητιού ήγειρεν αξιώσεις επί του τζαμιού, λέγων ότι κακώς έπραξεν ο ενοικιαστής να το αφαιρέση.

Ο ενοικιαστής όμως έλεγεν ότι ο Βασιλεύς δι' αυτόν εχάραξε το όνομά του επί του τζαμιού.

Η υπόθεσις έφθασεν εις τα δικαστήρια, ακόμη δε εξακολουθεί να απασχολή την δικαιοσύνην.


Η ΑΠΛΟΪΚΗ ΓΥΝΑΙΚΟΥΛΑ.

 Ότε επέστρεφεν από το Αιξ Λε Μπαιν εις το Παρίσι, εις ένα σταθμόν εζήτησε να μείνη μόνος αποστείλας τους συνοδούς του να του αγοράσουν βιβλία και εφημερίδας.

Έξαφνα μία γυναικούλα του λαού ευρισκομένη εις ένα βαγόνι της 3ης θέσεως του εκτύπησε την θύραν του βαγονίου και του λέγει.

 — Ε κύριε, έλα να μου ανοίξης. Αυτή η παλληόπορτα έκλεισε και δεν εννοεί ν' ανοίξη. Κουνήσου γρήγορα γιατί θέλω να αλλάξω τραίνο.

Ο Βασιλεύς έσπευσε και ήνοιξε την θύραν. Η γυναικούλα τότε του λέγει.

 — Βάστηξέ μου σε παρακαλώ μια στιγμή αυτό το πανιέρι και τον μπόγο, και βοήθησέ με να καταβώ.

Ο Βασιλεύς υπήκουσε προθύμως.

Την στιγμήν εκείνην οι συνοδοί του επιστρέψαντες τον ανεζήτουν δεξιά και αριστερά, οπότε τον είδον να κρατή το πανιέρι και τον μπόγο, και να βοηθή την γυναικούλα διά να κατέλθη του τραίνου.

Ο Βασιλεύς όμως δεν περιωρίσθη έως εδώ. Έσπευσεν ευθύς αμέσως να αγοράση διά την απλοϊκήν ταξειδιώτισσαν έν εισιτήριον το οποίον της τω έδωκε μη δεχθείς αντίτιμον.


ΣΥΜΦΩΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ

 Ο Βασιλεύς Γεώργιος ήτο λαϊκώτατος εις τας σχέσεις του προς τους υπηκόους του.

Εξήρχετο εις περίπατον ενδυόμενος απλούστατα.

Εις το παλάτι όμως ήτο τυπικότατος εις όλα.

Εις τα γεύματα εκάθητο πάντοτε με φράκο, έστω και αν δεν είχεν επισήμους συνδαιτυμόνας.

Τον κανόνα αυτόν τον ετήρει απαρεγκλίτως.

Μάλιστα ένα βράδυ ένας των υπουργών μετέβη εις το παλάτι, όλως εκτάκτως. Ο Βασιλεύς έσπευσε να εγερθή της τραπέζης με το φράκο και να σπεύση προς υποδοχήν του υπουργού του.


ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ.

 Εις τας Πάτρας παρά τα υψηλά Αλώνια ο Βασιλεύς είχεν ένα περιβόλι το οποίον του εδώρησεν ο δήμος Πατρέων.

Οσάκις διήρχετο εκ Πατρών, επήγαινε πάντοτε εκεί και έβλεπε τα άνθη του και τα δένδρα του. Συγχρόνως δε ηστεΐζετο και με τον περιβολάρην του ένα ιδιόρρυθμον τύπον Ζακυνθίου.

Κάποτε ο Βασιλεύς παρετήρησεν ότι ο περιβολάρης του είχεν ένα κλουβί γεμάτο πουλιά.

 — Πού τα εύρες αυτά τα πουλιά; τον ηρώτησε.

 — Μου τα έστειλαν από την Ζάκυνθον, μεγαλειότατε.

 — Και τι τα έχεις εκεί μέσα; Δεν τα αφίνεις ελεύθερα;

 — Μα θα φύγουν, μεγαλειότατε.

 — Και πού θα πάνε. Πιστεύεις ότι θα πάνε πουθενά αλλού από την Ζάκυνθον; Εγώ δεν το πιστεύω.


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ

 Τοιούτος εν αγαθότητι ψυχής και εν απλότητι ήθους ο αείμνηστος Βασιλεύς ημών Γεώργιος ο Α'.

Επέπρωτο δυστυχώς να μας εγκαταλείψη κατά τας ωραιοτέρας εθνικάς πανηγύρεις, μη επιζήσας να ίδη τον δεύτερον θρίαμβον, όστις παρέδωκε το όνομα της Ελλάδος του αθάνατον εις τον κόσμον.

Την απογευματινήν της 5ης Μαρτίου 1913 ημέραν Τρίτην ο αγαθώτερος των ηγεμόνων έπιπτεν υπό την σφαίραν απαισίου δολοφόνου, επί της ελευθέρας μητροπόλεως της Θεσσαλονίκης ης ετάχθη φρουρός και χάριν της οποίας έπεσεν ως στρατιώτης επί των επάλξεων.

Η ημέρα εκείνη απέμεινεν ως θλιβερά ανάμνησις εις τας καρδίας των Ελλήνων.

Ο νεκρός του Βασιλέως μετεφέρθη εις Αθήνας, και ετάφη εις το εν Δεκελεία προσφιλές κτήμα του κατ' επιθυμίαν εκφρασθείσαν πολλάκις υπ' αυτού του ιδίου.

Εκηδεύθη την 20 Μαρτίου 1913 ημέραν Τετάρτην.


ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ ΒΑΣΙΛΕΥ.

 Ότε ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος δαφνοστεφής και πλήρης θριάμβων επανήλθεν εις Αθήνας μετά τον Βουλγαρικόν πόλεμον έσπευσεν ευθύς να επισκεφθή τον τάφον του πατρός του.

Αφού δε επί τινας στιγμάς έμεινεν άφωνος και δακρύων κατόπιν ανέκραξε·

 — Νενικήκαμεν και πάλιν, βασιλεύ.


ΤΕΛΟΣ

 ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

 ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ

Η Κυρία με τας Καμελίας.
Η Μοσχομάγκα των Παρισίων.
Βίος του Ιησού Χριστού.
Βίος της Κασιανής.
Μάρκος Βότσαρης.
Ήρωες της Ελληνικής Επαναστάσεως της 25 Μαρτίου.
Βίος του Αθανασίου Διάκου.
Βιογραφία του Κανάρη.
Αθανάσιος Διάκος τραγωδία.
Αρματωλοί και Κλέφται.
Θυσία του Αβραάμ.
Τελευταίαι στιγμαί του Μεγάλου Ναπολέοντος.
Ιστορία Μεγ.
Αλεξάνδρου.
Η Πατρίς μας.
Ιστορία του Ελληνοτουρκικού πολέμου.
Ιστορία του Κολοκοτρώνη.
Κατσαντώνης υπό Ράμφου.
Το Καλόν και το Κακόν.
Τα [;;] νέα Παραμύθια.
Τα 45 Παραμύθια του Λαού.
Τα 50 Παραμύθια.
Τα 52 Παραμύθια.
Βίος του Μπερτόλδου.
Βίος του Μπερτολδίνου.
Βίος του Κακασένου.
Βίος του Αισώπου.
Μύθοι του Αισώπου.
Η Γενοβέφα.
Το Φρικτόν Λάθος.
Μάγκα του Ωρολογιού.
Τα Μυστήρια του Μπόσκου.
Πνευματικός Καθρέπτης.
Βαβυλωνία κωμωδία.
Οδοιπόρος, Π. Σούτσου.
Το Καναρίνι Νικολάρα.
Ο Φιάκας κωμωδία.
Άβαξ πρακτικ. υπολογισμός
Αφροδίτη η φιλομειδής.
Τα Λιανοτράγουδα.
Ο Σεβνταλής Τραγουδιστής.
Ο Νέος Τραγουδιστής.
Τραγούδια του Μαΐου.
Κωνσταντ. Παλαιολόγος.
Μικρός Ονειροκρίτης.
Αγαθαγγέλου χρησμοί.
Διηγήματα του Ποδογύρου.
Διηγήματα υπό Πολυβίου Δημητρακοπούλου.
Οικιακή Μαγειρική.
Βιογραφία του Πετμεζά.
Παιδικοί Διάλογοι.
Ο Ροβινσών.
Ο Κύριος Κρομύδας.
Ναστραδίν Χότζας.
Σεβάχ Θαλασσινός.
Συντίπα μυθολογικόν.
Ο Νέος Κόσμος.
Ερωτική Επιστολογραφία.
Λαϊκή Αστρονομία.