ΖΕΒΑΚΗΝ
Και διατί — αν μου επιτρέπετε να ερωτήσω — δεν εδοκιμάσατε; Διατί δεν ωμιλήσατε μαζύ της γαλλικά; Πιθανόν να γνωρίζη.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Νομίζετε, πως εγώ γνωρίζω γαλλικά; όχι· δυστυχώς δεν έλαβα τοιαύτην μόρφωσιν. Ο πατήρ μου ήτο αλλόκοτος άνθρωπος· με κανένα τρόπον δεν ήθελε να μάθω γαλλικά. Ήμην τότε ακόμη μικρός και ημπορούσα εύκολα να μάθω· ήρκει να μου τις έβρεχαν κάποτε και θα εμάνθανα: χωρίς άλλο θα εμάνθανα . .
ΖΕΒΑΚΗΝ
Και τώρα αφού σεις δεν τα ομιλείτε τι σας ωφελεί αν αυτή . . .
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Α, όχι, δα, διά την γυναίκα διαφέρει το πράγμα· είνε ανάγκη να γνωρίζη· χωρίς αυτό . . . τι να σας 'πώ . . . (χειρονομεί) κάτι της λείπει.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Περί τούτου, ας φροντίσουν άλλοι. Εγώ δε πηγαίνω τώρα να παρατηρήσω το σπίτι και από το μέρος της αυλής. Αν ήνε όλα όπως πρέπει, τότε απόψε έρχομαι και τα διορθώνομε. Αυτά τα γαμβρουδάκια εγώ δεν τα φοβούμαι — μου φαίνονται 'σάν πολύ νερουλιασμένα, και η νύφαις τέτοιους γαμβρούς δεν τους κάμνουν γούστο.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Ας πάω κ' εγώ έξω να καπνίσω . . . (προς τον Ανούτσκην). Και πού κατοικείτε, αν επιτρέπεται η ερώτησις, μήπως έχομεν τον ίδιον δρόμον;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Εγώ κατοικώ εις την συνοικίαν Πεσκή, οδός Πέτρου.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Βέβαια σεις θα πάρετε άλλον δρόμον εγώ κατοικώ εις το νησί, σειρά 18, εν τούτοις ας σας συνοδεύσω.
ΣΤΑΡΗΚΩΦ
Όχι, εδώ κάτι μαγειρεύεται. Να μας θυμηθής ύστερα και μας, Αγάφια Τύχωνοβνα. Τα σεβάσματά μου, Κύριοι! (χαιρετά και φεύγει).
Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και μεις τι περιμένομεν;
ΚΟΤΣΚΑΡΩΙΦ
Λοιπόν, πώς σου φάνηκε η νοικοκυρά — δεν είνε νόστιμη;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Α — μπα! εμένα, σου ομολογώ, δεν μου αρέσει.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Νά τα! τι 'ν' αυτά πάλι; Μα καλά συ ο ίδιος δεν είπες πως είνε ωραία!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα να, έτσι, κάπως δεν είνε . . . και μακρυά μύτη έχει και γαλλικά δεν ομιλεί.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Άλλο τούτο πάλι! Και τι να τα κάμης εσύ τα γαλλικά;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, όπως δήποτε μια κόρη πρέπει να γνωρίζη γαλλικά.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και γιατί;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα νά, γιατί . . . Δεν ξεύρω γιατί, αλλά μου φαίνεται, ότι της λείπει κάτι! . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ορίστε βλάκας, επειδή τώρα το είπε ένας, αυτός τώδεσε σε ψιλό μανδύλι. Είνε καλλονή, μωρέ, καλλονή! Με το κερί να την ζητής τέτοια νύφη πουθενά δεν την ευρίσκεις.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και 'μένα κατ' αρχάς, να σου ειπώ την αλήθεια μου ήρεσε, έπειτα όμως, άμα άρχισαν να λέγουν πως έχει μεγάλη μύτη, μεγάλη μύτη, τότε εκαλοπαρατήρησα κι' εγώ, και είδα, πράγματι, ότι είχε μεγάλη μύτη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τα μυαλά σου και μια λύρα! . . . Εκείνοι σου τα έλεγαν επίτηδες για να σε απομακρύνουν: κι' εγώ — δεν είδες; επίτηδες δεν την επαινούσα: έτσι κάμνει ο κόσμος. Είνε αυτή φίλε μου μια κόρη! . . . Εσύ κύτταξε μονάχα τα μάτιά της: τι μάτια είν' εκείνα; 'μιλούν, τα διαβολεμένα, αναπνέουν· μύτη — ούτ' εγώ ξέρω, τι μύτη είνε· λευκότης — αλάβραστος! και κάτι παραπάνω. Παρατήρησέ την και συ ο ίδιος καλλίτερα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Νά, τώρα πάλιν βλέπω, πως πράγματι είνε ωραία.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Εννοείται, είνε ωραία. Άκουσε! τώρα που έφυγαν όλοι οι άλλοι έλα να πάμε να εξηγηθούμε να τελειώνη.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, όχι δα, αυτό εγώ δεν το κάμνω.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και γιατί;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τούτο δα είνε εκ μέρους μας αδιακρισία! Είμεθα τόσοι· ας εκλέξη η ιδία.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τι σε μέλει εσένα γι' αυτούς; θέλεις εγώ όλους να τους διώξω, στη στιγμή;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και πώς θα τους διώξης;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τούτο είνε ιδική μου δουλειά! Δόσε μου συ το λόγο σου πως ύστερον δεν θ' αρνηθής.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Γιατί να μη σου τον δώσω; ορίστε, εγώ δεν αρνούμαι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Το χέρι σου!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (δίδων την χείρα).
Ορίστε!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αυτό με φθάνει. (απέρχονται).
Αγάφια Τύχωνοβνα μόνη, είτα Κοτσκαριώφ.
Τι δύσκολον πράγμα είνε, αλήθεια, η εκλογή. Και να είνε ακόμη ένας, δύο άνδρες. . . . αλλά τέσσαρες — όπως θέλεις διάλεξε. Ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς, αν και ντελικάτος, όμως δεν είνε άσχημος· ο Ιβάν Κουζμίτς, κι' αυτός δεν είνε άσχημος. Να 'πή όμως κανείς και την αλήθεια και ο Ιβάν Παύλοβιτς, αν και χονδρός, είνε όμως πολύ παρουσιαστικός άνθρωπος. Σας παρακαλώ τώρα τι να κάμω; Ο Βαλταζάρ — Βαλταζάροβιτς είνε άνθρωπος αξιοπρεπής. Αχ, πόσον είνε δύσκολον ν' αποφασίση κανείς, δεν ημπορείτε να φαντασθήτε πόσο δύσκολον πράγμα είνε! Αν κολλήσωμε τα χείλη του Νικανώρ Ιβάνοβιτς στη μύτη του Ιβάν Κουζμίτς, και πάρομε λίγη αφέλεια από τον Βαλταζάρ — Βαλταζάροβιτς, προσθέσωμεν δε έπειτα εις αυτήν και ολίγον πάχος από τον Ιβάν Παύλοβιτς, τότε να ιδής πώς θ' απεφάσιζα αμέσως. Τώρα όμως σπάζε όσον θέλεις το κεφάλι σου. Και άρχισε πια να μου πονεί. Εγώ νομίζω, πως δεν θα κάμω άσχημα να βάλλω κλήρους, και να τ' αφίσω πλέον εις το θέλημα του Θεού. Εκείνος που θαύγη — θα γείνη άνδρας μου· θα τους γράψω όλους σε χαρτάκια, θα τα στρίψω εις κυλίνδρους, και ας γείνη ό,τι γείνη. (πλησιάζει προς την τράπεζαν, εξάγει εκείθεν ψαλλίδα και χάρτην, κόπτει τετράγωνα τεμάχια, γράφει, και συστρέφουσα τους κλήρους εξακολουθεί λέγουσα:) Πόσον δυσάρεστος είνε η θέσις μιας κόρης και μάλιστα ερωτευμένης! Κανείς από τους άνδρας δεν ειμπορεί να υποφέρη αυτά και μάλιστα οι άνδρες ούτε θέλουν νά το εννοήσουν. Ιδού οι κλήροι είνε έτοιμοι. Πρέπει τώρα να τους ρίψω μέσα εις τη σακκουλίτσα να κλείσω τα μάτια και ας γείνη ό,τι γείνη (ρίπτει τους κλήρους εντός σακκιδίου και τους ανακατεύει διά της χειρός) Φοβερόν! . . . . . Αχ, αν έδιδε ο θεός να ήτον ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς! όχι, και γιατί αυτός; Καλλίτερα ο Ιβάν Κουζμίτς. Αλλά μήπως οι άλλοι είνε χειρότεροι; . . . . . όχι, όχι, δεν θέλω. Εκείνον που θα πιάσω, εκείνος θα είνε. (περιστρέφει την χείρα εντός του δοχείου, και εξάγει αντί ενός πάντας). Ω, όλοι, όλοι εβγήκαν! Και η καρδιά μου πόσον κτυπά! όχι, ένα, ένα, χωρίς άλλο ένα! (ρίπτει τους κλήρους εις το σακκίδιον και ταράττει αυτούς. Ταυτοχρόνως εισέρχεται κρυφίως ο Κοτσκαριώφ και ίσταται όπισθέν της) Αν έβγαινε ο Βαλταζάρ . . . . Τι λέγω! ήθελα να ειπώ ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς . . . . όχι, όχι, όχι, δεν θέλω, ας ιδούμεν την τύχην!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πάρετε τον Ιβάν Κουζμίτς, είνε ο καλλίτερος απ' όλους.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
(αναφωνεί και κρύπτει το πρόσωπον διά των παλαμών, φοβουμένη να παρατηρήση όπισθέν της).
Α!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Γιατί ετρομάξατε; Μην τρομάζετε, είμ' εγώ! αληθινά, πάρετε τον Ιβάν Κουζμίτς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Καλέ τι 'ντροπή με ηκούσατε!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν πειράζει, δεν πειράζει! Μήπως εγώ είμαι ξένος; είμαι συγγενής· εμπρός μου δεν υπάρχει λόγος να 'ντρέπεσθε. Έλα ξεσκεπάσατε το προσωπάκι σας.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ημιαποκαλυπτομένη).
Αληθινά! ντρέπομαι . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πάρετε λοιπόν τον Ιβάν Κουζμίτς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Α! (αναφωνεί και καλύπτεται εκ νέου).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αληθινά, αξιόλογος άνθρωπος, ετελειοποίησε το τμήμα του . . σας βεβαιώ αξιολάτρευτος άνθρωπος!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (μικρόν κατά μικρόν αποκαλυπτομένη).
Καλά, μα ο άλλος, ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς, — άσχημος είνε;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Καλέ τι λέτε; αυτός είνε σκύβαλον εμπρός στον Ιβάν Κουζμίτς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και γιατί;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Φως φανερόν ο Ιβάν Κουζμίτς είνε άνθρωπος . . . άνθρωπος σπάνιος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και ο Ιβάν Παύλοβιτς;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και αυτός και όλοι οι άλλο είνε σκύβαλα εμπρός εις εκείνον . . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Είνε δυνατόν όλοι; . . .
ΚΟΤΣΑΡΙΩΦ
Σκεφθήτε μοναχά και συγκρίνατε: πάρετε όποιον θέλετε απ' αυτούς: τον Ιβάν Παύλοβιτς; τον Νικανώρ Ιβάνοβιτς; ένας και ο αυτός διάβολος!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και μολαταύτα φαίνονται τόσον . . . ήσυχοι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αυτοί ήσυχοι; ο Θεός να σας φυλάξη από τα χεράκια τους. Όρεξιν έχετε να φάτε ξύλο την επομένην του γάμου σας!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Θεέ μου! Χειροτέρα δυστυχία από αυτήν δεν ειμπορεί να υπάρξη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και βέβαια! χειρότερο απ' αυτό δεν ειμπορείς να φαντασθής!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Λοιπόν με συμβουλεύετε να προτιμήσω τον Ιβάν Κουζμίτς;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τον Ιβάν Κουζμίτς, φυσικά τον Ιβάν Κουζμίτς (κατ' ιδίαν). Η δουλειά μου φαίνεται πως πηγαίνει καλά. Ο Ποτκαλιόσην, κάθεται εις το ζαχαροπλαστείον, πάγω γλήγορα-γλήγορα να τον φέρω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και λοιπόν, σεις λέγεται, τον Ιβάν Κουζμίτς;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Χωρίς άλλο, τον Ιβάν Κουζμίτς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και ν' αρνηθώ μήπως εις τους άλλους;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Βέβαια ν' αρνηθήτε!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝ
Αλλά πώς να γείνη αυτό το πράγμα; Σαν ντροπή είνε.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Γιατί είνε ντροπή; ειπέτε τους πως είσθε ακόμη νέα και πως δεν θέλετε να 'πανδρευθήτε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Μα αυτοί δεν θα το πιστεύσουν, θα αρχίσουν να ερωτούν: πώς; και διατί;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Λοιπόν αν θέλετε να τελειώσητε άπαξ διά παντός, μ' αυτούς ειπήτε τους ορθά- κοφτά «Γκρεμισθήτε απ' εδώ, βλακέντιοι!»
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς είνε δυνατόν να τα ειπώ αυτά;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μα δοκιμάσατε, και σας βεβαιώ ότι ύστερα απ' αυτό όλοι θα φύγουν.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Μα αυτό είνε σχεδόν ύβρις.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και μήπως σεις θα τους ξαναϊδήτε; δεν είνε το ίδιον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Σαν να μη μου έρχεται . . . θα θυμώσουν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Είδες εκεί καϋμός και αν θυμώσουν! Αν ήτον για να πάθετε τίποτε — αλλάζει το πράγμα. Το πολύ πολύ που ειμπορείτε να πάθετε είνε να σας φτύση κανείς απ' αυτούς 'σ τα μούτρα, άλλο τίποτε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Νά, βλέπετε λοιπόν;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μεγάλη δουλειά! Άλλους κι άλλους, μα τον Θεό τους έχουν φτύσει τόσες φορές! Εγώ ξεύρω έναν πολύ ωραίον κύριον, με κόκκινα μάγουλα, που πόσο πολύ εστενοχώρησε τον προϊστάμενόν του — και καλά και σώνει να του αυξήση τον μισθόν, ώστε εκείνος έχασε πια την υπομονήν του και τον έφτυσε μες στα μούτρα, σας βεβαιώ! «Νά αύξησιν του μισθού σου, του λέγει και ξεφορτώσου με, σατανά!» Κ' μόλα ταύτα του αύξησε τον μισθόν του. Τι τάχα βλάπτει που τον έφτυσε; αν δεν είχε μανδύλι, αι, αλλάζει· αφού όμως το είχε, μαζύ του, το πήρε κ' εσκουπίσθη· (ακούεται κώδων εις τον προθάλαμον) Κτυπούν: κανένας απ' αυτούς θα είνε βέβαια. Καλόν θα ήτον να μη μ' έβλεπαν. Δεν έχετε άλλην έξοδον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς; — τη σκάλα της υπηρεσίας . . . Θεέ μου, πώς τρέμω όλη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν είνε τίποτε· ολίγην μόνον παρουσίαν πνεύματος· χαίρετε! (Κατ' ιδίαν) ας τρέξω να φέρω γλήγορα τον Ποτκαλιόσην.
Αγάφια Τυχώνοβνα και Σφογγάτος
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Ήλθα επίτηδες, δεσποσύνη, ολίγον ενωρίτερα διά να συνομιλήσωμεν κατά μόνας και με την ησυχίαν μας· λοιπόν, δεσποσύνη, όσον αφορά τον βαθμόν μου, συμπεραίνω ήδη ότι τον γνωρίζετε: είμαι κολλεγιακός πάρεδρος, αγαπώμαι από τους ανωτέρους μου, εισακούομαι υπό των υποδεεστέρων μου . . . και μόνον ενός στερούμαι: συντρόφου του βίου μου!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Μάλιστα.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Τώρα ευρίσκω και τον σύντροφον του βίου μου, και ο σύντροφος αυτός είσθε υμείς. Ειπέτε μου λοιπόν καθαρά: ναι ή όχι (παρατηρεί τον ώμον της. Κατ' ιδίαν) Αυτή βλέπω δεν είνε 'σάν κάποιαις αδύναταις γερμανίδες — έχει σάρκα απάνω της . . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Είμαι; κύριε, πολύ νέα . . . και δεν προτίθεμαι να υπανδρευθώ ακόμη.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Περίεργον, τότε διατί λοιπόν χαλά τον κόσμον η προξενήτρια; Αλλ' ίσως θέλετε να ειπήτε τίποτε άλλο; — εξηγηθήτε . . . (ακούεται ο κώδων) Να πάρη ο διάβολος, δεν μας δίδουν ησυχίαν να κυττάξωμεν τη δουλειά μας!
Οι άνω και Ζεβάκην.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Συγγνώμην, δεσποσύνη, διότι ήλθον ίσως πολύ ενωρίς. (Στραφείς βλέπει τον Σφογγάτον) Α! βλέπω κι' άλλος . . . Ιβάν Παύλοβιτς τα σεβάσματά μου.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν)
Στο διάβολο να πας και συ και τα σεβάσματά σου (γεγωνυία τη φωνή) λοιπόν, δεσποσύνη, ειπέτε μίαν μόνην λέξιν: ναι, ή όχι; . . (ακούεται ο κώδων· ο Σφογγάτος εν αγανακτήσει). Πάλιν το κουδούνι!
Οι αυτοί και Ανούτσκην.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Ίσως δεσποσύνη, ήλθον ενωρίτερα του δέοντος παρ' ό,τι απαιτεί και υπαγορεύει η ευπρέπεια . . . (Βλέπων τους παρισταμένους αναφωνεί και υποκλίνεται). Α! Τα σεβάσματά μου.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν)
Έχετα μόνος τα σεβάσματά σου! ο διάβολος σ' έφερε κι' εσένα, που νάχε σπάση το ποδαράκι σου! (γεγωνυία τη φωνή) λοιπόν, αποφασίσατε, δεσποσύνη, είμαι άνθρωπος της υπηρεσίας, και δεν έχω πολύν καιρόν εις την διάθεσιν μου· ναι ή όχι;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Δεν χρειάζεται . . . δεν χρειάζεται! (κατ' ιδίαν) Δεν καταλαμβάνω τι λέγω.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Πώς δεν χρειάζεται; τι εννοείτε με τούτο;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Τίποτε, τίποτε . . . εγώ δεν . . . (συνερχομένη) Γκρεμισθήτε! (κατ' ιδίαν, κροτούσα τας παλάμας) ω Θεέ μου! τι είν' αυτό 'που είπα; . .
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Πώς, «γκρεμισθήτε;» τι σημαίνει τούτο; «γκρεμισθήτε;» επιτρέψατε να μάθωμεν τι εννοείτε με τούτο; (βαίνει προς αυτήν απειλητικώς).
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΟΝΟΒΝΑ
(Παρατηρεί αυτόν εις το πρόσωπον και αναφωνεί)
Ω! θα με δείρη, θα με δείρη! (τρέπεται εις φυγήν. Ο Σφογγάτος ίσταται κεχηνώς· εισέρχεται δρομαίως η Αρήνα Παντελεημόνοβνα, παρατηρεί αυτόν εις το πρόσωπον και αναφωνεί:) Ω! θα με δείρη, θα με δείρη! (και φεύγει δρομαίως).
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Τι τρόπος είν' αυτός; Νά αληθινά μια ιστορία! (εις τον προθάλαμον κρούεται ο κώδων και ακούονται ακολούθως αι φωναί:)
Φωνή Κοτσκαριώφ.
Έμπαινε, έμπαινε, λοιπόν τι εστάθηκες;
Φωνή Ποτκαλιόσην.
Πήγαινε συ εμπρός, μια στιγμή να διορθωθώ, εξεκουμπώθη η στάφα μου.
Φωνή Κοτσκαριώφ.
Θα μου ξεγλυστρήσης πάλι.
Φωνή Ποτκαλιόσκην.
Όχι, δε ξεγλυστρώ, μα το Θεό, δε ξεγλυστρώ!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μεγάλη ανάγκη ήτον να κουμβώσης την στάφαν σου.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (προς τον Κοτσκαριώφ)
Δε μου λέτε, παρακαλώ, τρελλή είναι η νύμφη;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τι τρέχει; μήπως συνέβη τίποτε;
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Ακατανόητα καμώματα· επήρε δρόμο και άρχισε να φωνάζη «θα με δείρη, θα με δείρη!» Ποιος διάβολος ξεύρει τι έχει!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μάλιστα, μάλιστα· αυτό της συμβαίνει· είνε τρελλή.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Δεν μου λέτε, σεις είσθε, νομίζω συγγενής της;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Βέβαια, συγγενής.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Τι συγγένειαν έχετε, δεν μου λέτε;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μα την αλήθεια δεν ηξεύρω, θαρρώ όμως πως η θεία της μητέρας μου είνε κάτι με τον πατέρα της ή ο πατέρας της είνε κάτι με την θεία μου. Αυτά τα πράγματα τα γνωρίζει καλά η γυναίκα μου είνε γυναικείες δουλειαίς.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Και προ πολλού το έχει πάθει αυτό;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ω, από μικρά!
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Βέβαια θα ήτο καλλίτερον αν ήτο πιο γνωστική, αλλά και τρελλή όπως είνε καλή είνε, αν τα συμπληρωματικά άρθρα της περιουσίας της ήσαν εις καλήν κατάστασιν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μα αυτή δεν έχει τίποτε.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Πώς; Και το πέτρινο σπίτι;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μόνον το όνομα. Αν ηξεύρετε όμως πώς είνε κτισμένο· οι τοίχοι είνε καμωμένοι μ' ένα τούβλο και μέσα στη μέση, τι θέλεις και δεν έχει, σκουπίδια ροκανίδια και πελεκούδια.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Στο Θεό σου!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Εννοείται! Σαν να μη ξεύρετε πώς κτίζουν σήμερα τα σπίτια; Τα κτίζουν όπως όπως και τα υποθηκεύουν.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Νομίζω όμως ότι το σπίτι αυτό δεν είναι υποθηκευμένον.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ποιος σας το είπε; Και να ιδήτε ακόμη ότι όχι μόνον υποθηκευμένον είναι, αλλά και δυο ετών τόκοι δεν είνε πληρωμένοι. Έχει μάλιστα η νέα ένα αδελφόν που υπηρετεί εις τον Άρειον Πάγον, ο οποίος έχει το μμάτι του σ' αυτό το σπίτι, ένας στρεψόδικος, φιλόδικος που δεν έκαμεν η φύσις, είνε άξιος να βγάλη το τελευταίο 'ποκάμισο της μάνας του ο αθεόφοβος!
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Μα πώς διάβολο η γρηά αυτή η προξενήτρια. . . . α! το κτήνος, το έκτρωμα της φύσ . . . . (κατ' ιδίαν). Ίσως όμως κι' αυτός να λέγη ψέματα! Υπό αυστηράν ανάκρισιν η γραία, και αν είνε αλήθεια . . . θα την κάμω εγώ να φωνάξη φωτιά!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Επιτρέψατε να σας ανησυχήσω με μίαν ωσαύτως ερώτησιν· ομολογώ, μη γνωρίζων την γαλλικήν ότι είνε πολύ δύσκολον να κρίνω ο ίδιος αν η γυναίκα ομιλή ή δεν ομιλεί την γαλλικήν· λοιπόν ειπέ τε μου, σας παρακαλώ, η οικοδέσποινα γνωρίζει . . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ούτε γρυ!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Καλέ τι λέγετε;!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και βέβαια. Αυτό το γνωρίζω πολύ καλά! Ήτον συμμαθήτρια της γυναικός μου εσωτερική εις το παρθεναγωγείον και ήτο πλέον γνωστή διά την οκνηρίαν της. Αιωνίως τιμωρημένη εφορούσε το σκουφάκι των μωρών. Και μάλιστα έχει φάγει ξύλο από τον διδάσκαλον της γαλλικής . . . .
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Φαντασθήτε, κύριοι, ότι εκ πρώτης όψεως ακόμη είχον την προαίσθησιν, ότι δεν ήξευρε γαλλικά.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Ας τα πάρη ο διάβολος επί τέλους αυτά τα γαλλικά! Μα πώς αυτή η αναθεματισμένη η προξενήτρια . . . α το κτήνος, η στρίγλα. . . . Μα αν την ηκούετε με ποίας λέξεις μου τα περιέγραφε· ζωγράφος, καθ' εαυτό ζωγράφος! «Σπίτι, παράρτημα» λέγει «με θεμέλια», ασημένια κουτάλια, άμαξα, να καθίσης και να πας όπου θες! μ' ένα λόγον και εις μυθιστόρημα σπανίως απαντάς τοιαύτην σελίδα. Αχ παληοπάπουτσο κ' αν μου πέσης 'σ τα χέρια . . . .
Οι άνω και Φέκλα (Πάντες αποτείνονται προς αυτήν ως ακολούθως)
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Α! Νά την! Κόπιασ' εδώ, γρηά ξελογιάστρα! Κόπιασ' εδώ!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Με ηπατήσατε λοιπόν, Φέκλα Ιβάνοβνα;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Έμπα τώρα, κυρά Μαριώρα, στο χορό!
ΦΕΚΛΑ
Ούτε λόγο δεν καταλαβαίνω· σεις μ' εξεκουφάνατε ολότελα!
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Το σπίτι είνε κτισμένο με ένα τούβλο παληοσιόλα και μ' εγέλασες. Και με κουφάλαις κι' ο διάβολος ξεύρει με τι.
ΦΕΚΛΑ
Και τι ηξεύρω εγώ, η κακομοίρα, μήπως εγώ τώχτισα; Ίσως έπρεπε να γίνη μ' ένα τούβλο, για τούτο και το έφκιασαν έτσι.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Και είνε και υποθηκευμένο ακόμη! που να σε πνίξουν οι διαβόλοι, στρίγλα, καταραμένη! (χτυπά διά του ποδός το έδαφος).
ΦΕΚΛΑ
Καλέ κύτταξέ τον εκεί! Με βρίζει ακόμη, αντί να μ' ευχαριστήση που φροντίζω γι' αυτόν.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Ναι, Φέκλα Ιβάνοβνα, και εις εμέ εμέ είπες επίσης ότι γνωρίζει γαλλικά.
ΦΕΚΛΑ
Ξέρει παιδί μου, όλα τα γνωρίζει, και γερμανικά, και κάθε λογής· ό,τι τρόπους θέλεις, όλα τα ξέρει.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Α, όχι μόνον ρωσσικά ομιλεί.
ΦΕΚΛΑ
Και τι άσχημο βρίσκετε σ' αυτό; Τα ρωσσικά καταλαβαίνονται ευκολώτερα για τούτο και τα μιλεί· αν ήξευρε Τούρκικα τόσον το χειρότερο ακόμη, γιατί δεν θα την εννοούσες. Όσο δε για τα ρωσσικά δεν έχει να πης κανείς τίποτε είνε γνωστόν όλοι οι άγιοι ομιλούσαν ρωσσικά.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Έλα εδώ κοντά αναθεματισμένη, έλα κοντά μου!
ΦΕΚΛΑ (βαίνουσα προς την έξοδον)
Ο Θεός φυλάξοι! Σε ξέρω 'γώ τι χονδρός άνθρωπος είσαι! Δεν τώχεις τίποτε να με δείρης.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Έννοια σου και δε θα σου τ' αφίσω εγώ έτσι να περάση· άμα σε καλέσω εις την αστυνομίαν, θα σε μάθω εγώ πώς ν' απατάς τους τιμίους ανθρώπους! θα ιδής! Να ειπής δε και της νύμφης, πως είνε μια χαμένη! ακούεις; χωρίς άλλο να της τα ειπής! (φεύγει).
ΦΕΚΛΑ
Καλέ είδες εσύ θυμό! Πως είνε χονδρός, θαρρεί πως δεν είνε άλλος σάν κι' αυτόν. Και εγώ να σου πω, πως εσύ είσαι ένας χαμένος, νά!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Ομολογώ, φιλτάτη μου, ότι δεν ήλπιζα ποτέ να με απατήσης. Αν ήξευρα πως η μόρφωσις της νύμφης ήτο τέτοια, ω, ούτε θα επατούσα το πόδι μου εδώ . . . . Μάλιστα! (φεύγει).
ΦΕΚΛΑ
Χαμένα τάχουν ή μεθυσμένοι είνε; που τους ηύραμεν τους διαλεχτάδες! Ανάθεμά τα για γράμματα, ξετρελλαίνουν τους ανθρώπους!
Φέκλα Ιβάνοβνα, Κοτσκαριώφ και Ζεβάκην.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
(Γελά ηχηρώς δεικνύων διά του δαχτύλου την Φέκλαν).
ΦΕΚΛΑ (μετ' αγανακτήσεως)
Συ πάλι τι ξεσχίζεις τον λαιμό σου;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
(Εξακολουθεί γελών).
ΦΕΚΛΑ
Επήρε δρόμο!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Προξενήτρα! προξενήτρα! Μαστόρισσα για να παντρεύη. Ξεύρει πως να τα καταφέρη (εξακολουθεί γελών).
ΦΕΚΛΑ
Καλέ κύτταξε γέλοια! Αν τώξευρε η μάνα σου τι κανακάρη θα έκανε, θάχανε το νου της τη στιγμή που σ' εγεννούσε! (φεύγει αγανακτησμένη).
Κοτσκαριώφ και Ζεβάκην
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εξακολουθεί γελών)
Ωχ, δε μπορώ, αληθινά δε μπορώ, αισθάνομαι πως θα σκάσω από τα γέλοια ωχ, δεν κρατιέμαι! (γελά).
ΖΕΒΑΚΗΝ (παρατηρών αυτόν αρχίζει να γελά ωσαύτως).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (απηυδημένος, ρίπτεται επί καθέδρας).
Ωχ, αληθινά παρέλυσα! αισθάνομαι, ότι αν γελάσω ακόμη θα σκάσω!
ΖΕΒΑΚΗΝ
Μου αρέσει το εύθυμον του χαρακτήρος σας. Εις την Μοίραν μας, ξεύρετε, ο πλοίαρχος Βολδιριώφ είχε ένα δόκιμον, τον Πετουχώφ· ήτον κ' εκείνος εύθυμος, όπως και σεις· ενίοτε του έδειχνες μα όχι πολύ τον δάκτυλόν σου — και έξαφνα ήρχιζε να γελά και δεν είχε τελειωμόν, έως το βράδυ· και συ τον έβλεπες και σου ήρχετο να γελάσης και ήρχιζες πράγματι να γελάς και συ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (ασθμαίνων)
Ω θεέ μου, ελέησόν μας τους αμαρτωλούς! Πώς της ήλθε σ' το νου της ανόητης να θέλη να κάμη παντρειαίς. Και είνε αυτή ικανή να κάμη παντρειαίς; Νά εγώ ξέρω και παντρεύω όχι αυτή!
ΖΕΒΑΚΗΝ
Όχι δα! αληθινά ειμπορείτε σεις και παντρεύετε;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και βέβαια! όποιον θέλεις και με όποιαν θέλεις.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Αφού είν' έτσι 'παντρεύσατέ με εμένα με την οικοδέσποιναν αυτήν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Σας; Και τι την θέλετε σεις την παντρειά;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Πώς τι την θέλω; Συγγνώμην να σας παρατηρήσω, ότι η ερώτησίς σας είνε ολίγον παράδοξος· είνε γνωστόν διατί υπανδρεύεται ο κόσμος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ναι, αλλά δεν ηκούσατε πως αυτή δεν έχει καθόλου προίκα;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Αφού δεν έχει τι να γείνη· εν τούτοις με τοιαύτην αξιαγάπητον κόρην, έχουσαν τόσον καλούς τρόπους ειμπορεί κανείς να ζήση και χωρίς προίκα. Ένα μικρόν δωμάτιον, (δεικνύει το μέγεθος διά των χειρών), εδώ ένας μικρός προθάλαμος, ένα μικρόν παραβάν ή ένα είδος κιγκλιδώματος . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μα τι της βρίσκετε και σας αρέσει τόσο;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Να σας ειπώ την αλήθειαν, μου ήρεσε διότι είναι παχουλή γυναίκα. Εμένα μου αρέσουν φοβερά αι εύσαρκοι γυναίκες.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Παρατηρών αυτόν λοξώς λέγει κατ' ιδίαν)
Και να πη κανείς πως αξίζει κι' αυτός ο ίδιος που μοιάζει σαν άδεια καπνοσακούλα! (γεγωνυία τη φωνή)· όχι, σεις διά κανένα λόγον δεν πρέπει να 'πανδρευθήτε!
ΖΕΒΑΚΗΝ
Διατί;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Έτσι. Κύτταξε φιγούρα που την έχει! Μεταξύ μας αυτό που θα πω . . . ένας πετεινοπόδαρος . .
ΖΕΒΑΚΗΝ
Πετεινοπόδαρος;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και βέβαια, τι εξωτερικόν είνε αυτό;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Δηλαδή, πως, τάχα, πετεινοπόδαρος;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Απλούστατα με πόδια πετεινού.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Νομίζω όμως, ότι τούτο είνε προσωπική προσβολή . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μα εγώ σου το λέγω, γιατί γνωρίζω ότι είσαι με κρίσιν άνθρωπος· εγώ εις άλλον δεν θα το έλεγα. Μ' όλα ταύτα αφού το θέλετε μπορώ να σας παντρέψω, αλλά με άλλην.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Όχι, εγώ θα σας παρεκάλουν να μη με παντρέψετε με άλλην αλλά με αυτήν και θα σας ευγνωμονώ διά βίου.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πολύ καλά, σας παντρεύω, αλλά με μίαν συμφωνίαν, δηλαδή σεις να μη ανακατευθήτε εις τίποτε, και ούτε μάλιστα να παρουσιασθήτε εις την νύμφη. Εγώ θα τα τελειώσω χωρίς εσάς.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Και πώς γίνεται χωρίς εμέ; όπως δήποτε πρέπει για τα μάτια να είμαι κι' εγώ παρών.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Διόλου δεν χρειάζεται. Πηγαίνετε τώρα εις το σπίτι σας και περιμένετε· απόψε όλα θα τελειώσουν.
ΖΕΒΑΚΗΝ (τρίβων τας χείρας)
Τι λαμπρά! τι ωραία. Μήπως χρειάζονται τίποτε συστατικά; η άφεσίς μου λόγου χάριν; ίσως έχει την περιέργειαν να τα παρατηρήση. Να τρέξω μίαν στιγμήν εις το σπίτι να τα φέρω;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν χρειάζεται τίποτε· σεις πηγαίνετε σπίτι, κι' εγώ σήμερον θα σας ειδοποιήσω· (Τον συνοδεύει μέχρι της θύρας). Περίμενε και συ! Αλλά πού 'στο διάβολο είνε λοιπόν ο Ποτκαλιόσην και δεν έρχεται; Αυτό είνε παράδοξον! ακόμη δεν εκούμπωσε τη στάφα του; Ας πάγω να τον εύρω.
Κοτσκαριώφ και Αγάφια Τύχωνοβνα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (παρατηρεί).
Τι; έφυγαν; Δεν είνε κανείς;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Έφυγαν, έφυγαν κανείς δεν είνε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ω, αν ηξεύρατε πώς έτρεμα όλη! αυτό το πράγμα ποτέ δεν μου συνέβη. Αλλά τι φοβερός άνθρωπος, καλέ, εκείνος ο Σφογγάτος τι κακός τύραννος θα είνε διά την γυναίκα του. Εγώ, σαν να μου φαίνεται πως θα ξαναγυρίση πάλιν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ω, μη σε μέλει και δεν ξαναέρχεται. Στοιχηματίζω πως κανείς από εκείνους τους δύο δεν θα δείξη την μύτην του εδώ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και ο τρίτος;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ποιος τρίτος;
ΖΕΒΑΚΗΝ
(εκβάλλει την κεφαλήν διά του ανοίγματος της θύρας).
Επιθυμούσα φοβερά ν' ακούσω από το στοματάκι της τι θα ειπή δι' εμένα. Τριανταφυλλάκι μου!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ο Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτς.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Νά το! νά το! (τρίβει τας χείρας του).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Διάβολε! κ' εγώ έλεγα: ποιον εννοεί; . . . Και υπάρχει ανοητότερος άνθρωπος απ' αυτόν 'σ τον κόσμον;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Τούτο τι είνε πάλιν; ομολογώ ότι τίποτε δεν καταλαμβάνω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και εν τούτοις φαίνεται καλός άνθρωπος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ποιος, αυτός; Είνε μέθυσος.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Μα τον Θεόν, τίποτε δεν εννοώ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ω, και μέθυσος ακόμη;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και βέβαια! ένας παληάνθρωπος!
ΖΕΒΑΚΗΝ (γεγωνυία τη φωνή).
Όχι, με συγχωρείτε, κύριε, εγώ δεν σας παρεκάλεσα να ειπήτε τέτοια πράγματα. Αν ελέγετε τίποτε προς όφελός μου ή να με επαινέσετε, αλλάζει το πράγμα, αλλά με αυτόν τον τρόπον και με αυτάς τας λέξεις, ειμπορείτε να τα ειπήτε διά κανένα άλλον! Δούλος σας ταπεινός!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (κατ' ιδίαν).
Τι διάβολο ήθελε κ' εγύρισε πίσω; (τη Αγ. Τύχ. χαμηλοφώνως). Κυττάξετε, κυττάξετε δεν ειμπορεί να βασταχθή στα πόδια του. Τούτο, τι νομίζετε; του συμβαίνει κάθε ημέραν. Διώξετέ τον κ' ετελείωσε! (Κατ' ιδίαν). Και ο Ποτκαλιόσην μ' όλα ταύτα δεν ήλθε. Τον παληάνθρωπο! έννοια του! εγώ τον διορθώνω! (φεύγει).
Αγάφια Τύχωνοβνα και Ζεβάκην.
ΖΕΒΑΚΗΝ (κατ' ιδίαν).
Αντί, ως υπεσχέθη, να με επαινέση, τουναντίον με ύβρισε! Περίεργος άνθρωπος· (γεγωνυία τη φωνή). Δεσποσύνη μη πιστεύετε. . . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Με συγχωρείτε, δεν αισθάνομαι τόσον καλά. . . . μου πονεί η κεφαλή μου. . . . (θέλει να φύγη).
ΖΕΒΑΚΗΝ
Αδύνατον, φαίνεται ότι κάτι τι αφ' ό,τι έχω δεν σας αρέσει (δεικνύων την κεφαλήν του). Μη βλέπετε ότι έχω εδώ ολίγην φαλάκραν: είνε διότι υπέφερα από πυρετούς, αλλά ογλήγορα θα φυτρώσουν και πάλιν τρίχες.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Δεν ενδιαφέρομαι δι' ό,τι και αν έχητε.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Εγώ, δεσποσύνη . . . . αν φορέσω το μαύρον μου φράκον θα ιδήτε ότι το πρόσωπόν μου θα γίνη λευκότερον.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Τόσον το καλλίτερον διά σας. Χαίρετε! (φεύγει).
Ζεβάκην μόνος αποτείνεται προς αυτήν αναχωρούσαν.
Δεσποσύνη, παρακαλώ . . . . ποία είνε η αφορμή; Διατί; Πώς; Ή μήπως έχω καμμίαν ουσιώδη έλλειψιν επάνω μου; . . . . έφυγε! . . . . Περιεργότατον! Είνε η δεκάτη εβδόμη ίσως φορά τώρα που παθαίνω σχεδόν τα αυτά και πάντοτε με τον ίδιον τρόπον: Κατ' αρχάς φαίνεται ότι όλα πηγαίνουν καλά και όταν η υπόθεσις φθάσει εις την λύσιν της, έξαφνα — άρνησις· (περιφέρεται σύννους). Ναι, αυτή, αν δεν απατώμαι, είνε η δεκάτη εβδόμη χυλόπητα. Μα επί τέλους — τι θέλει; δηλαδή τι θέλει (σκέπτεται) ακατανόητον, εντελώς ακατανόητον. Και αν ήμην πια άσχημος — στο διάβολο (περιεργάζεται εαυτόν) αλλά, δόξα σοι ο Θεός, νομίζω τίποτε δεν μου λείπει! Ακατανόητον! Να υπάγω τάχα 'στο σπίτι να ψάξω 'στο σεντούκι μου· έχω εγώ εκεί μέσα κάτι στίχους, που καμμία δεν ειμπορεί ν' ανθέξη στην δύναμίν των . . . . Μα τον Θεόν δεν το χωρεί ο νους μου, Κατ' αρχάς ενόμιζε κανείς πως: ε — ε τελειώνει τώρα . . . . Τι να γείνη πρέπει να ποδίσωμεν. Κρίμα, μα τον Θεόν, κρίμα! (φεύγει).
Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ εισέρχονται παρατηρούντες όπισθεν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν μας παρετήρησε. Είδες πως είχε τα μούτρα κατεβασμένα;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι και εις αυτόν ηρνήθησαν όπως και εις τους άλλους;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ορθά κοφτά!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Διάβολε! μεγάλη προσβολή πρέπει να είνε να σου αρνηθούν!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ακούς εκεί!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Εγώ δεν ειμπορώ ακόμη να πιστεύσω ότι με προτιμά από όλους.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τι λέγεις — προτιμά. Κοντεύει να χάση το νου της για σένα! φοβερός έρως! Τα ονόματα μόνον ν' ακούσης που σου δίνει, θα χάσης τα μυαλά σου! Φωτιά έγινε!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (γελών αυταρέσκως)
Και πράγματι η γυναίκα σαν θέλη σου λέγει τέτοια λόγια που ποτέ δεν ειμπορείς να τα φαντασθής· μουτράκι, κατσαριδάκι, μαυρελάκι . . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και πού είδες ακόμη! όταν θα παντρευτής, θα ιδής τους δύο πρώτους μήνας, τι λόγια θα σου λέγει, που μπορούν να σε κάμνουν, μα τον Θεόν, να λυόσης στα πόδια σου.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (μειδιών)
Αλήθεια· αι;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Λόγον τιμής! Τώρα άκουσε όμως, — εις έργον! εξηγήσου προς αυτήν, άνοιξέ της αμέσως την καρδιά σου και ζήτησέ της το χέρι της.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αλλά πώς — αμέσως; έλα και συ· το παρακάμνεις!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Χωρίς άλλο αμέσως!. . . . να την και η ιδία.
Οι άνω και Αγάφια Τύχωνοβνα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Σας έφερον, δεσποσύνη τον ευτυχή τούτον θνητόν τον οποίον βλέπετε. Ούτε υπήρξε ούτε θα υπάρξη άνθρωπος ερωτευμένος 'σάν αυτόν! ο Θεός ούτε του σκυλιού μου να το δώση! . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (Ωθών αυτόν από την χείρα. Ταπεινοφώνως).
Ω, αδελφέ . . το παράκαμες!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Τω Ποτκαλ.)
Δεν πειράζει! (τη Αγ. Τύχ. ταπεινοφώνως) λάβετε περισσότερον θάρρος προς αυτόν, είνε ήσυχος σαν αρνάκι. Προσπαθήσετε να είσθε πιο ελεύθερη όσον ειμπορείτε. Σηκώσατε έτσι λίγο τα φρύδια σας ή νά, χαμηλώσετε τα μάτια σας κ' έτσι έξαφνα να τον σφάξετε τον κακούργον ή δείξατέ του λιγάκι τον ώμον σας, ας τον ιδή ο αχρείος! Κακά εκάματε όμως που δεν εφορέσατε εκείνο το φόρεμα με τα κοντά μανήκια· αλλ' ας είνε, καλό είνε και τούτο· (γεγωνυία τη φωνή), λοιπόν εγώ σας αφίνω ευχάριστα συντροφευμένους! Εγώ για μία στιγμή θα ρίξω μια ματιά στην τραπεζαρία και στο μαγειρείο· πρέπει να δώσω μερικάς διαταγάς, διότι θα έλθη ο υπάλληλος 'που παρηγγέλθη το δείπνον ίσως έφεραν και τα κρασιά. . . . χαίρετε! (Τω Ποτκαλιόσην) Να είσαι τολμηρότερος! τολμηρότερος! (φεύγει).
Ποτκαλιόσην, Αγάφια Τύχωνοβνα
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Καθίσατε σας παρακαλώ, (κάθηνται και σιωπώσι).
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Σας αρέσει, δεσποσύνη, ο περίπατος;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς ο περίπατος;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Εις την εξοχήν το θέρος είνε πολύ ευχάριστον με την βάρκα . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Μάλιστα κάποτε διασκεδάζομεν με τους φίλους.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Πώς θα είνε άρα γε φέτος το καλοκαίρι· ποιος ξεύρει;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Θα ήτο ευχάριστον αν ήτο καλόν, (αμφότεροι σιωπώσι).
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ποίον άνθος, δεσποσύνη αγαπάτε περισσότερον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Εκείνο που έχει δυνατώτερη μυρωδιά· το γαρύφαλον.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Εις τας κυρίας πηγαίνουν πολύ τα άνθη.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ναι, είνε ευχάριστος ενασχόλησις (σιωπή). Εις ποίαν εκκλησίαν είσθε την περασμένην Κυριακήν;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Εις της Αναλήψεως, προ μιας όμως εβδομάδος ήμην εις την μητρόπολιν του Καζάν. Αλλά είνε το ίδιον, εις όποιαν εκκλησία και αν προσευχηθή κανείς, (Σιωπώσιν· ο Ποτκαλιόσην κτυπά διά των δακτύλων επί της τραπέζης). Μετ' ολίγας ημέρας θα έχωμεν την δημοσίαν, πανήγυριν του Αικατεριγγώφ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Μάλιστα, μετά ένα μήνα, νομίζω.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μάλιστα ούτε τόσον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Φαίνεται που θα είνε πολύ ωραία.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Σήμερον έχομεν οκτώ του μηνός; (μετρεί επί των δακτύλων) εννέα, δέκα, ένδεκα . . . ναι, μετά είκοσι δύο ημέρας.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Φαντασθήτε, πόσον ογλήγορα!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μάλιστα δεν μετρώ και την σημερινήν. (σιωπή) Τι τολμηροί άνθρωποι που είνε οι ρώσσοι!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Διά τους εργάτας λέγω. Στέκονται επάνω επάνω εις την κορυφήν . . Επερνούσα από ένα σπίτι, λοιπόν ο ασβεστωτής ασβέστωνε και δεν εφοβείτο διόλου!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Μάλιστα . . . Και εις ποίον μέρος;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Νά εις τον δρόμον μου, από εκεί όπου πηγαίνω καθημερινώς εις το υπουργείον. Ξεύρετε εγώ κάθε πρωί πηγαίνω εις την υπηρεσίαν μου.
(Σιωπή. Ο Ποτκαλιόσην άρχεται πάλιν τυμπανίζων επί της τραπέζης, επί τέλους λαμβάνει τον πίλον του και υποκλίνεται).
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς θέλετε πλέον να . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μάλιστα, συγγνώμην αν ίσως σας ηνώχλησα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Τι λόγος! απ' εναντίας οφείλω να σας ευχαριστήσω διότι επέρασα την ώραν μου τόσον ευχάριστα μαζύ σας.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Εγώ αληθινά νομίζω ότι σας ηνώχλησα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Σας βεβαιώ καθόλου.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τότε αφού δεν σας ηνώχλησα θα μου επιτρέψετε να σας επισκεφθώ και άλλοτε κανένα βράδυ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Μετά πάσης χαράς (ο Ποτκαλιόσην υποκλίνεται και εξέρχεται).
Αγάφια Τυχώνοβνα μόνη.
Τι αξιοπρεπής άνθρωπος! Μόλις τώρα ακόμη ημπόρεσα να τον γνωρίσω καλά, καλά. Αλήθεια δεν ημπορείς να μην τον αγαπήσης; ταπεινός και με κρίσιν άνθρωπος. Είχε δίκηο προ ολίγου ο φίλος του. Κρίμα μόνον που έφυγε έτσι γρήγορα εγώ επεθύμουν να τον ακούσω. Πόσον είνε ευχάριστον να ομιλή κανείς μαζύ του. Και ακριβώς έχει αυτό το καλό, που δεν λέγει ανοησίαις. Ήθελα κι' εγώ να του ειπώ δύο λογάκια, αλλά ομολογώ εδειλίασα και τόσον άρχισε να κτυπά η καρδιά μου . . . Τι εξαίρετος άνθρωπος! Πηγαίνω να τα ειπώ της θείας, (φεύγει)·
Εισέρχονται ο Ποτκαλιόσην και ο Κοτσκαριώφ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μα τι θα κάμης στο σπίτι; τι ανοησία! Γιατί θα πας 'στο σπίτι;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και τι θα κάμω εδώ; εγώ είπα πλέον ό,τι εχρειάζετο να ειπώ . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ώστε της άνοιξες πλέον την καρδιά σου;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, να, δηλαδή . . . αυτό μονάχα, την καρδιά μου ακόμη δεν της άνοιξα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ακούς εκεί πράγματα! Και γιατί να μην την ανοίξης;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα πώς θέλεις, αδελφέ, απλώς και ως έτυχε, χωρίς να την προδιαθέσω, να της 'πώ έξαφνα ορθά-κοφτά «Κυρία έλα να παντρευθούμεν!»