ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα, βρε αδελφέ, εσύ το πέρνης τόσο ζεστά το πράγμα, που θαρρείς πως ευθύς πια κι' ο γάμος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και γιατί όχι; Γιατί ν' αναβάλωμεν; μήπως δεν είσαι σύμφωνος;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ποιος εγώ; όχι δα, εγώ καλά-καλά ακόμη δεν είμαι σύμφωνος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Νά τα μας! Και καλά, τώρα ακόμη δε εδήλωσες πως θέλεις;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Εγώ είπα μοναχά πως δεν θα ήτον άσχημα!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τι λες, βρε αδελφέ; Μα εμείς δεν τα είχαμε τώρα τελειωμένα όλως διόλου; . . . Μα τι — μήπως δεν σ' αρέσει τάχα η συζυγική ζωή;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Όχι, μου αρέσει.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, λοιπόν, γιατί έμεινεν η δουλειά;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Η δουλειά, ας πούμε, δεν έμεινε, αλλά νά, ξεύρω κ' εγώ, μου φαίνεται σαν παράξενο . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και τι σου φαίνεται παράξενο;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Πώς να μην μου φανή, αδελφέ, παράξενον, ίσα με τώρα να είμαι ανύπανδρος και να βρεθώ έξαφνα παντρεμένος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Έλα, έλα, σαν δεν εντρέπεσαι να τα λέγης! Όχι, εγώ βλέπω ότι πρέπει να σου μιλήσω σοβαρά. Θα σου ομιλήσω λοιπόν ειλικρινώς ως πατέρας προς το παιδί του. Παρατήρησε, παρατήρησε τον εαυτό σου με προσοχήν. Νά, παραδείγματος χάριν, έτσι, όπως κυττάζεις εμένα τώρα. Τι νομίζεις πως είσαι; ένα κούτσουρο εκεί, χωρίς καμμία σημασία. Και δε μου λες, γιατί, γιατί ζης σ' τον κόσμο. Κύτταξε σ' τον καθρέπτη να ιδής τα μούτρα σου — τι βλέπεις εκεί μέσα; ένα βλάκικο μούτρο και τίποτε περισσότερο. Φαντάσου τώρα να κάμης παιδάκια και όχι δύο και τρία αλλά πέντε και έξη και να είνε απαράλλακτα με σένα όλα· είσαι τώρα μόνος και είσαι αυλικός σύμβουλος διεκπεραιωτής ή τμηματάρχης ποιος ξεύρει τελοσπάντων τι διάβολο είσαι; Τότε όμως φαντάσου, θα έχης τόσα διεκπεραιωτάκια, τόσα, μικρά τμηματαρχάκια και κανένας μάλιστα απ' αυτά μπερμπαντάκος θ' απλώνη τα χεράκια του και θα σου τραβά τις φαβορίταις σου και συ θα κάμνης μονάχα σαν το σκυλί: γαβ, γαβ, γαβ! Αι, υπάρχει άλλο ωραιότερο απ' αυτό; Πε και συ ο ίδιος.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι άτακτα όμως, τα βρώμικα που θα είνε: όλα τα πράγματα θα μου τα χαλούν, θα μου σκορπίζουν τα χαρτιά . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ας ατακτούν όσο θέλουν, αλλά έλα δα πάλιν που θα σου 'μοιάζουν όλα! αυτό να ιδής.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Πράγματι, είνε αστείο να πάρη ο διάβολος, μια πομπή εκεί, ένα κουταβάκι — και να σου 'μοιάζη!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πώς δεν είν' αστείο, βέβαια είνε αστείο· πάμε λοιπόν!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ας πάμε.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, Στεπάν! βοήθησε γλήγορα τον αφέντη σου να φορέση τα ρούχα του.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
(Ενδυόμενος προ του καθρέπτου). Εγώ νομίζω, ότι δεν δα ήτον άσχημα να φορέσω το άσπρο μου γελέκο.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν βαρύνεσαι . . . το ίδιον είνε!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
(Φορών την τραχηλιάν). Η αναθεματισμένη η πλύστρα άσχημα μου εσιδέρωσε το κολάρο και δεν στέκει καλά. Να της ειπής, Στεπάν, της ανόητης, πως άλλοτε αν μου τα σιδερώση έτσι άσχημα, θα την αλλάξω. Φαίνεται πως της επήραν τα μυαλά οι αγαπητικοί και δεν έχει τον νουν της εις το σιδέρωμα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, κάμε δα, αδελφέ, πειο γρήγορα. Πώς αγαπάς να πασπατεύης!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τώρα αμέσως! (φορεί το φράκο και κάθηται) Άκουσε, Κοτσκαριώφ, ξεύρεις τι; δεν πηγαίνεις καλλίτερα μοναχός σου;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Άλλο τούτο πάλιν! Μήπως ετρελλάθης; εγώ να πάγω; Και ποιος θα παντρευθή συ ή εγώ;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Να σου πω την αλήθεια, σαν να μην έχω διάθεσιν. Δεν αφίνομε καλλίτερα αύριον;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Κ' έχεις ένα σπυρί μυαλό σ' το κεφάλι σου; Τι χωριάτης άνθρωπος είσαι συ! ετοιμάσθη καλά, — καλά κ' έξαφνα, λέει, δεν έχω διάθεσιν! Πε μου σ' το Θεό σου, ύστερ' απ' αυτά δεν είσαι ένας χοίρος, ένας μασκαράς;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα τι με 'βρίζεις βρε αδελφέ; Γιατί; Τι σου έκαμα;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ηλίθιε, κουτέντιε, ανόητε, ανοητότατε, ας είσαι και διεκπεραιωτής. Και για ποιόν εγώ φροντίζω; Για σένα! Για το συμφέρον σου! Από το στόμα σου θα σου το πάρουν το καμμάτι. Όλο και ξάπλα, κακοχρονονάχη! Μα 'πέ μου σε παρακαλώ σαν τι 'μοιάζεις; Ου να μου χαθής, τιποτένιε, γομάρι· θα σου λεγα εγώ ακόμη ένα λόγο, αλλά είνε ντροπή να τον ειπώ. Μια μπαμπόγρηα εκεί, χειρότερος κι' από γρηά!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (χαμηλοφώνως).
Έννοια σου και συ δεν είσαι καλλίτερος! (δυνατά). Δεν είσαι με τα καλά σου! Κάθεται κ' 'βρίζει εμπρός εις τον υπηρέτην και ακόμη με συχαμένα λόγια. Δεν ηύρες άλλο μέρος; . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πώς θέλεις να μη σε 'βρίσω: Πε μου, σ' τον Θεό σου — ποιος αντέχει να μη σε βρίση; Απεφάσισε να παντρευτή σαν καθώς πρέπει άνθρωπος, ηκολούθησε την φωνήν της φρονήσεως, κ' έξαφνα, το κούτσουρο, θαρρείς πως τον εκαβαλλίκεψε ο διάβολος . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, καλά, βρε αδελφέ, πηγαίνω, που μ' εξεκούφανες με τις φωναίς σου!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πηγαίνω! Και βέβαια, τι άλλο 'μπορείς να κάμης παρά να πας! (τω Σεπτάν) Δος του το καπέλλο και το επανοφόρι του.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (παρά την θύραν).
Τι περίεργος άνθρωπος. Δύσκολα ξεμπερδεύεις μαζύ του· σε 'βρίζει εκεί διά το τίποτε και κανένα καλό τρόπο δεν ηξεύρει.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τώρα ετελείωσε: δε 'βρίζω πια (αμφότεροι εξέρχονται).
Θάλαμος εν τη οικία της Αγάφιας Τύχωνοβνας.
Η Αγάφια Τύχωνοβνα απλώνει παιγνιόχαρτα επί της τραπέζης· όπισθεν αυτής βλέπει η θεία Αρήνα Παντελεημόνοβνα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και πάλιν δρόμος θεία! Ενδιαφέρεται κάποιος ρήγας καρρό, δάκρυα, ερωτική επιστολή. Αριστερά ο ρήγας σπαθί ενδιαφέρεται πολύ, αλλά κάποια κακούργα τον εμποδίζει.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και σαν ποιος να ήνε, λέει, ο ρήγας σπαθί;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ποιος ξεύρει.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Εγώ όμως τόνε ξεύρω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ποίος είνε;
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Εκείνος ο καλός πραματευτής, που είνε στα τσοχαντζίδικα, ο Αλεξέι Δμήτριεβιτζ Σταρηκώφ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Είμαι βεβαία, πως δεν είν' αυτός. Στοιχηματίζω, πως δεν είν' αυτός!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Μη φιλονικείς, Αγάφια Τύχωνοβνα, είν' εκείνος με τα ξανθά μαλλιά, άλλος από τον ρήγα σπαθί δεν είνε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και μολαταύτα δεν είνε· ο ρήγας σπαθί εδώ, εννοεί ευγενή. Του εμπόρου δεν του τεριάζει ο ρήγας σπαθί.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Αι, Αγάφια Τύχωνοβνα, αν εζούσεν ο μακαρίτης ο πατέρας σου, ο Τύχων Παντελεημόνοβιτζ δεν θα τάλεγες αυτά. Καμμιά φορά σαν εκτυπούσε με το γρόθο του το τραπέζι κ' έκοβε την φωνή: «να φτύσω» λέει «εκείνον που 'ντρέπεται να είνε πραματευτής, και δεν θα δώσω» λέει «την κόρη μου και σε συνταγματάρχη. Ας τους κάμουν γαμπρούς οι άλλοι! Και τον γυό μου, λέει, δεν θέλω να τον κάμω στρατιωτικό. Τι; λέει, μήπως ο πραματευτής δεν δουλεύει τον βασιλέα όπως κάθε ένας;» Και δος του, να κτυπά με το γρόθο του το τραπέζι. Κ' είχε κ' ένα γρόθο ο μακαρίτης σαν ένα κουβά μεγάλο — φόβος και τρόμος! Να πούμε όμως και τη μαύρη αλήθεια, εκείνος έστειλε και τη μητέρα σου σ' τον άλλο κόσμο· διαφορετικά θα εζούσε περισσότερο!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Νά η ώρα να πάρω κ' εγώ ένα τέτοιον άνδρα! Να ξεύρω και τι, δεν πέρνω έμπορον!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Ο Αλεξέι Δμήτριεβιτζ όμως δεν είνε τέτοιος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε θέλω! έχει γένεια ό,τι τρώγει θα πέφτει απάνω, όχι, όχι, δεν τόνε θέλω!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και πού θα εύρης ευγενή καλό; Μες στο δρόμο δε θα τον εύρης.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Η Φέκλα Ιβάνοβνα θα τον εύρη. Αυτή μου υπεσχέθη πως θ' αύρη τον καλλίτερο.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Μη την πιστεύεις μμάτια μου, αυτή είνε ψεύτρα.
Αι άνω και Φέκλα Ιβάνοβνα.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Όχι, Αρήνα Παντελεημόνοβνα, κρίμα είνε να με συκοφαντής άδικα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Α! Η Φέκλα Ιβάνοβνα! Αι, για λέγε: αι, βρήκες;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Βρήκα, βρήκα· στάσου πρώτα να πάρω την αναπνοή μου — έκαμα τόσον κόπο! Κατά την παραγγελία που μου 'δωσες, δεν άφησα ούτε γραφείο, ούτε υπουργείο, ούτε φυλακείο . . . Ξεύρεις, παιδί μου, κόντεψα να φάγω και ξύλο, μα τον Θεό! Με ηύρε εκείνη η γρηά, που έκαμε τον γάμο του Αφέρωφ και τόσο με φορτώθηκε που και τι δεν μου 'ψαλλε: Πείσα-δείξα, μου λέγει, μόνο για να μου κόβης το ψωμί είσαι. Να πας στη γειτονιά σου λέει. Μα εγώ της είπα ορθά κοφτά πως εγώ για την κυρία μου, και μη προς βάρος σου, είμαι έτοιμη να θυσιασθώ. Για τούτο δα και σου επρομήθεψα τους πειο διαλεκτούς γαμπρούς. Δηλαδή στη γη στην οικουμένη ούτε βρεθήκανε ποτέ τέτοιοι ούτε θα γείνουν. Σήμερα θα έλθουν μερικοί. Επέρασα απ' εδώ επίτηδες να σε προειδοποιήσω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς, σήμερα; Φέκλα Ιβάνοβνα, ψυχή μου, εγώ φοβούμαι.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Μην τρομάζεις μάνα μου; πράματα του κόσμου! θα έρθουν, θα ιδούν, και τίποτε άλλο, θα τους ιδής και συ· αν δεν σου αρέσουν, — φεύγουν.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και θα ηύρες καλούς, βέβαια!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και πόσοι είνε, — πολλοί;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Έξ τους έχω πια!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (αναφωνεί).
Α!
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Γιατί παιδί μου ξαφνίστηκες έτσι; Καλλίτερα να διαλέξης· αν δεν σ' αρέση ο ένας θα σ' αρέση ο άλλος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και τι είνε — ευγενείς;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Όλοι διαλεκτοί — ένας κ' ένας· τέτοιοι ευγενείς, δεν εμεταγίνηκαν.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώς είνε λοιπόν, πώς;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Καλοί, ώμορφοι, όλοι καθώς πρέπει. Ο πρώτος, ο Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτζ Ζεβάκην: είνε τόσο καλός, . . . υπηρετεί στο ναυτικό — σου τεροιάζει μια χαρά! λέγει πως θέλει τη νύφη να είνε σαρκωμένη, η ξηρακινές, λέει, δεν του αρέσουν. Ο Ιβάν Παύλοβιτς πάλι είνε πρωτοκολλητής και τόσο σοβαρός άνθρωπος που δεν ημπορείς να τον πλησιάσης. Παρουσιαστικός, παχύς, και σαν μου βάλη τη φωνή «Μη μου λέγεις άρες-μάρες, πως η νύφη είνε τέτοια και τέτοια· να μου πης καθαρά και ξάστερα, πόσα είνε τα κινητά και τα ακίνητά της;» — τόσα και τόσα αφέντη μου! «Ψέμματα λες, διαβόλου κόρη!» Κι' ακόμη, μάνα μου, μου ξεφούρνησε μια τέτοια λογάρα, που είνε ντροπή και να σου την ξεστομίσω· εγώ αμέσως εκατάλαβα πως αυτός πρέπει νάνε σπουδαίος άνθρωπος!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Άλλος ποιος είν' ακόμη;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Είνε ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς Ανούτσκην, ένας ευγενέστατος άνθρωπος, να ιδής τα χείλη του, μάτια μου, βύσινο, καθ' εαυτό βύσινο — λαμπρός άνθρωπος! «εγώ», λέει, «θέλω τη νύφη να ήνε ωραία, να ήνε μορφωμένη και να ξεύρη να μιλή και γαλλικά». Ναι, λεπτής ανατροφής άνθρωπος, γερμανομαθημένος, κ' έχει κάτι ποδαράκια λεπτά — λεπτά!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Α! όχι, να σου ειπώ, αυτοί οι λεπτοκαμωμένοι κάπως δεν μου έρχονται δεν ηξεύρω, αλλά δεν τους βρίσκω τίποτε.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Αν θέλης δυνατώτερο, τότε πάρε τον Ιβάν Παύλοβιτς. Καλλίτερο από αυτόν δεν θα βρης· εκείνος, δεν μπορείς να πης τίποτε, είνε καθ' εαυτό αφεντάνθρωπος: χωρεί δεν χωρεί απ' αυτήν εδώ την πόρτα! λαμπρός άνθρωπος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και ποίας ηλικίας είνε;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Νέος είν' ακόμη: τα πενήντα τάχει δεν τάχει.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και πώς είνε το επίθετόν του;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Το παράνομά του; Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Αυτό είνε το επίθετόν του;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Το επίθετό του!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ω, Θεέ μου, τι επίθετον! άκουσε, Φέκλα μου, δε μου λες, σε παρακαλώ, αν τύχη και πάρω άνδρα αυτόν θα με λέγουν: Κυρίαν Σφογγάτου; Τι πράγμα είνε αυτό! . . .
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Αι μάννα μου, ακούει κανείς εδώ τέτοια παρανόματα, που να τ' ακούσης — σου έρχεται να φτύσης και να σταυροκοπηθής! Αφού όμως δεν σου αρέσει το παράνομα, πάρε τότε τον Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτς Ζεβάκην — περίφημος γαμβρός!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Και τι μαλλιά έχει αυτός;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Ωραία μαλλιά!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Αμ' η μύτη του;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Αι . . . . . . και η μύτη του καλή είνε· — όλα τάχει στη θέσι τους, και είνε και καλός άνθρωπος. Αλλά μη προς βάρος σου, στο σπίτι του άλλο πράγμα δεν έχει από την πίπα του· ούτε το παραμικρό έπιπλο.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Άλλος ποιος είνε;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Είνε ο Ακίνφ Στεπάνοβιτς Παντελέγεφ, υπάλληλος, επίτιμος σύμβουλος· ψευδίζει λιγάκι αλλά είνε πολύ σεμνός άνθρωπος.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Εβαρέθηκα πια ν' ακούω όλο υπαλλήλους και υπαλλήλους. Δεν μας είπες όμως και το ουσιωδέστερο. Τάχα αυτός ο υπάλληλος δεν αγαπά νά το τσούζη; αυτό να μας ειπής!
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Το τσούζει, δεν σου λέγω, το τσούζει, αλλά τι να κάμης που είνε βλέπεις, επίτιμος σύμβουλος! Είνε όμως μαλακός άνθρωπος και τον κάνεις όπως τον θες.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Α, όχι, εγώ δεν θέλω να είνε ο άνδρας μου μέθυσος.
ΦΕΚΛΑ
Όπως θέλεις, μάννα μου! Δεν θέλεις τον ένα — πάρε τον άλλον. Έπειτα τι πειράζει αν καμμιά φορά πιή κανένα παραπάνω; Όλη δα την εβδομάδα δεν θα ήνε μεθυσμένος, θα βρεθή και καμμιά μέρα να είνε νηστικός.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Άλλος ποιος είνε;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Είνε ακόμη ένας, αλλά αυτός . . . ας πάη στο καλό· αυτοί είνε οι καλλίτεροι.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ποίος είνε αυτός;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Δεν ήθελα να σου τον αναφέρω· είνε να 'πώ την αλήθεια αυλικός σύμβουλος, κ' έχει και παράσημο, αλλά είνε πολύ βαρύς άνθρωπος· με δυσκολία τον εβγάζεις από το σπίτι.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Ακόμη ποίος είνε; είνε άλλος; συ μόνον πέντε μου ανέφερες, ενώ είπες ότι είνε έξ.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Μήπως είνε λίγοι αυτοί; είδες πώς εξεθάρρεψες; Και στην αρχή, μολαταύτα, είχες τρομάξει.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και τι είνε αυτοί οι ευγενείς σου; Όλοι τους και οι έξ δεν αξίζουν όσον αξίζει ένας πραματευτής.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Α, όχι, Αρήνα Παντελεημόνοβνα, ο ευγενής είνε ποιο σεβάσμιος.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Τι να τον κάμης το σεβασμό; Να ο Αλεξέι Δμήτριεβιτς μ' εκείνο το καλπάκι από γούνα, που σαν βγη με το έλκυθρο . . .
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Και ο ευγενής με τες σπαλέταις του θα περάση και θα του ειπή: «Αι, συ πραματευτάκο, παραμέρισε να περάσω!» ή «δείξε μου, πραματευτάκο το καλλίτερό σου βελούδο!» και ο πραματευτής: «ορίστε, αφέντη!» «Βγάλε το καπέλλο σου, χωριάτη!» Να τι θα του ειπή ο ευγενής.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και ο πραματευτής, σαν δεν θέλει πάλι, δεν του δίνει τσόχα, και ο ευγενής σου θα μείνη γυμνός και δεν θα έχη τι να φορέση.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Και ο ευγενής θα κόψη με το σπαθί του τον πραγματευτήν.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και ο πραματευτής θ' αναφερθή σ' την αστυνομία.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Κι' ο ευγενής θ' αναφερθή σ' τον Άρειο Πάγο.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και ο πραγματευτής στο Νομάρχη.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Κι' ο ευγενής . . .
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Έχεις λάθος, έχεις λάθος! Ο Νομάρχης, είνε ανώτερος από τον Αρειοπαγίτην. Εδαιμονίστηκες με τον ευγενή σου! Κι' ο ευγενής εις άλλη περίστασι βγάζει το καπέλλο του . . . (ακούεται ο κώδων της θύρας) Κάποιος κτυπά.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Αχ, θαρρώ πως είν' εκείνοι!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Ποιοι;
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Εκείνοι, καλέ . . . κανένας από τους γαμπρούς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (αναφωνεί).
Α!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Άγιοι μάρτυρες, ελεήσατέ μας τους αμαρτωλούς! Η κάμαρα είνε ασυγύριστη (αρπάζει ό,τι υπάρχει επί της τραπέζης και τρέχει εντός του θαλάμου). Η πετσέτα, η πετσέτα απάνω στο τραπέζι καταλερωμένη. Δουνιάσκα, Δουνιάσκα! (εισέρχεται η Δουνιάσκα). Γλήγορα καθαρή πετσέτα (Σύρει το χειρόμακτρον και περιτρέχει το δωμάτιον).
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Αχ, θεία μου, πώς να κάμω; είμαι σχεδόν γυμνή!
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Αχ, μάννα μου, τρέξε να ενδυθής ογλήγορα (τρέχει ωσαύτως εντός του θαλάμου. Η Δουνιάσκα φέρει χειρόμακτρον· αντηχεί εκ νέου ο κώδων) πήγαινε, τρέξε, φώναξε «αμέσως» (η Δουνιάσκα κραυγάζει μακρόθεν «αμέσως»).
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Θεία, το φόρεμά μου δεν είνε σιδερωμένο.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Αχ, θεέ μου μεγαλοδύναμε, σώσε μας! Βάλε άλλο!
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ (προσπεύδουσα).
Τι βλέπετε; Αγάφια Τύχωνοβνα, κάνε ποιο γρήγορα, κυρά μου! (ακούεται ο κώδων) Βοή μου! Κ' εκείνος κάθεται και περιμένει!
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Δουνιάσκα, φέρε τον εδώ και παρακάλεσέ τον να περιμένη. (η Δουνιάσκα τρέχει εις τον προθάλαμον και ανοίγει την θύραν· ακούονται φωναί· «εδώ είνε; — εδώ, ορίστε μέσα». (άπασαι μετά περιεργείας προσπαθούσι να παρατηρήσωσι διά της οπής του κλείθρου).
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Πώ, πω! Τι χονδρός!
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Έρχεται· έρχεται! (άπασαι τρέχουσιν εν αταξία).
Ιβάν Παύλοβιτς, Σφογγάτος και Δουνιάσκα.
ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ
Περιμείνετε εδώ (φεύγει).
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Να περιμείνωμεν, έστω, ας περιμείνωμεν αρκεί να μην αργήσω μόνον. Απουσίασα, άλλως τε, διά μίαν στιγμήν από το Υπουργείον. Και αν έξαφνα ερωτήση ο προϊστάμενος: «Και πού υπήγεν ο πρωτοκολλητής;» Επήγε να ιδή την νύφη. . . . Να μην ψάλλει το αναβαλλόμενον της νύφης . . . . Και όμως, ας παρατηρήσω μια φορά ακόμη την σημείωσιν. (αναγινώσκει) λιθίνη διώροφος οικία (ανατείνει τους οφθαλμούς και περιεργάζεται τον θάλαμον). Μάλιστα! (εξακολουθεί αναγινώσκων).
«Δύο οικίσκοι — παραρτήματα: οικίσκος με πέτρινα θεμέλια, οικίσκος ξύλινος . . . Ο ξύλινος δεν είνε και τίποτε ξεχωριστόν· άμαξα, έλκυθρον με γλυφάς, διά δύο άλογα· με δύο καλλύματα — μικρό και μεγάλο· θα είνε τέτοια, που μόνο για τη φωτιά θ' αξίζουν. Η γρηά μόλα ταύτα βεβαιοί, ότι είνε πρώτης ποιότητος· καλά, ας είνε και πρώτης ποιότητος. «Δύο δωδεκάδες αργυρά χουλιάρια . . . .» Βέβαια τα ασημένια κουτάλια χρειάζονται στο σπίτι «δύο γούνες από αλουπόδερμα . .» Χμ! «τέσσαρα στρώματα μεγάλα με πούπουλο και δύο μικρά» (σφίγγει εμφαντικώς τα χείλη). «Έξ φορέματα μεταξωτά και έξ τσιτένια, δύο νυκτικά καπότα, δύο . .» Αυτά είνε τιποτένια πράγματα! «ασπρόρρουχα, πετσέταις . .» απ' αυτά ας έχει όσα θέλει! αυτά όμως πρέπει και να τα επαληθεύσωμεν. Τώρα που υπόσχονται πολλά, και σπίτι και αμάξια, όταν όμως πανδρευθής, δεν βρίσκεις άλλο από στρώμματα και μαξιλάρια (ακούεται ο κώδων. Η Δουνιάσκα τρέχει ακροποδητί διά του θαλάμου και ανοίγει την θύραν ακούονται φωναί: εδώ είνε; — εδώ;)
Ο άνω και Ανούτσκην.
ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ
Περιμείνετε εδώ, τώρα έρχονται (εξέρχεται. Ο Ανούτσκην χαιρετίζει τον Σφογγάτον και αντιχαιρετίζεται).
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Τα σεβάσματά μου!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Έχω ίσως την τιμήν να ομιλώ μετά του πατρός της ωραίας οικοδεσποίνης;
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Καθόλου, κύριε! εγώ δεν είμαι πατέρας. Εγώ μάλιστα δεν απέκτησα ακόμη τέκνα
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Α! Συγγνώμην, συγγνώμην!
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (Κατ' ιδίαν).
Η μούρη του ανθρώπου αυτού μου φαίνεται κάπως ύποπτος. Δεν είνε παράδοξον να ήλθε κι' αυτός διά την ιδίαν ως κι' εγώ υπόθεσιν! (Δυνατά) έχετε ίσως καμμίαν υπόθεσιν με την οικοδέσποιναν;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Όχι . . καμμίαν υπόθεσιν· ήμην εις τον περίπατον κι' επέρασα απ' εδώ έτσι . . .
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν). Ψέμματα, ψέμματα λέγει! . . . στον
περίπατον! παντρειά θέλει ο μασκαράς! (ακούεται ο κώδων· η Δουνιάσκα τρέχει πάλιν ν' ανοίγη την θύραν. Εις τον προθάλαμον ακούονται αι λέξεις: εδώ είνε; — εδώ).
Οι άνω και Ζεβάκην συνοδευόμενος υπό της Δουνιάσκας.
ΖΕΒΑΚΗΝ (προς την Δουνιάσκαν).
Σε παρακαλώ, μικρά μου, καθάρισέ με· έξω έχει σκόνη που είνε φρίκη! Βγάλε, σε παρακαλώ, εκείνην εκεί την αράχνην. (Στρέφεται) Αξιόλογα! ευχαριστώ, ψυχίτσα μου. Κύτταξε ακόμη εκεί, περιπατεί, νομίζω μία αράχνη. Τα τακούνιά μου, κύτταξε, δεν έχουν τίποτε; ευχαριστώ, παιδί μου! Να εδώ, νομίζω, έχει ακόμη κάτι τι. (Καθαρίζει διά της χειρός την περιχειρίδα του φράκου του και προσβλέπει τον Ανούτσκην και Σφογγάτον). Τσόχα αγγλική, βλέπεις! την αγόρασα εις τα 95, όταν η ναυτική μοίρα μας ήτον εις Σικελίαν τότε ήμην ακόμη δόκιμος και την έρραψα στολήν· Εις τα 801 επί αυτοκράτορος Παύλου Πετρόβιτς, επροβιβάσθην εις υποπλοίαρχον· η τσόχα ήτον όλως διόλου καινούργια. Κατά το 814 έκαμα την περιήγησιν της γης, και μόνον αι ραφαί ετρίφθησαν ολίγον. Εις τα 815 επήρα την αποστρατείαν μου, αλλά την εγύρισα μέσα έξω· από τότε επέρασαν δέκα χρόνια, που την φορώ κι' είνε ακόμη σχεδόν καινούργια. Ευχαριστώ, κορίτσι μου . . . (την χαιρετά διά της χειρός και πλησιάζων προς τον καθρέπτην αναμοχλεύει ελαφρώς την κόμην του).
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Πώς είπατε; επιτρέψατε να μάθωμεν . . . Σικελία . . . είπατε, νομίζω περί Σικελίας; είνε ωραίος τόπος η Σικελία;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Ω, ωραιότατος! εμείναμεν εκεί τριαντατέσσαρας ημέρας. Θέα, να σας ορίσω θαυμασία! εκείνα τα βουνά, εκείναις η ροδιαίς με τα ρόδα (1) . Και παντού ιταλίδες σαν τα κρύα νερά 'που σου έρχεται να τας φιλήσης.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Και είνε μορφωμέναι;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Εξαίρετα! τέτοιαν μόρφωσιν μόνον αι ιδικαί μας κόμησσαι την έχουν. Ετύχαινε στο δρόμο, αι, ρώσσος υποπλοίαρχος! φυσικά, εδώ επωμίδες (δεικνύει επί των ώμων) χρυσά κεντήματα, και βλέπεις πλέον ταις ωραίαις μαυρομάταις. — Σε κάθε σπίτι έχουν, βλέπετε, και εξώστην και τα πατώματα είνε νά, σαν αυτό εδώ — χαμηλά, — κυττάζεις να ιδής λοιπόν και εις κάθε εξώστη βλέπεις και ένα τριανταφυλλάκι . . λοιπόν, φυσικά, διά να μη θεωρηθής αγροίκος . . . (χαιρετά και κινεί την χείρα) κι' εκείναις κάμνουν όλο έτσι . . . (κάμνει κίνησιν διά της χειρός) φυσικά, φορεί εδώ κανένα μεταξωτό μανδύλι, κανένα κορδόνι, διάφορα γυναικεία κοσμήματα . . με ένα λόγον, ορεκτικό κομματάκι.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Και εις ποίαν, επιτρέψατε να σας κάμωμεν μίαν ερώτησιν, εις ποίαν διάλεκτον συνεννοούνται εις Σικελίαν;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Ω, φυσικά — όλοι εις την γαλλικήν.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Εν γένει όλαι αι δεσποινίδες ομιλούσι την γαλλικήν;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Όλαι γενικώς. Ίσως μάλιστα δεν θα πιστεύσετε, ό,τι θα σας ορίσω: εμείναμεν εκεί τριαντατέσσαρας ημέρας, και καθ' όλον αυτό το διάστημα, δεν ήκουσα από το στόμα των ούτε μίαν λέξιν ρωσσικήν.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Ούτε μίαν λέξιν;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Ούτε μίαν! Δεν λέγω πλέον περί των ευγενών και λοιπών σινιόρων, δηλαδή περί των διαφόρων αξιωματικών των· λάβετε όμως ως παράδειγμα ένα από τους εντοπίους απλούς χωρικούς, ο οποίος σηκόνει εις την ράχην του κάθε είδους ακαθαρσίας, δοκιμάσατε και ειπέτε του: Δόσε μου, αδελφέ, ψωμί — δεν θα σε εννοήση, μα τον Θεόν, δεν θα σ' εννοήση, είπε του γαλλικά: «Dateci del pane» ή «portate vino» — αμέσως σ' εννοεί και τρέχει πράγματι να σου φέρη!
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Περίεργος τόπος μολαταύτα, ως βλέπω, θα είνε αυτή η Σικελία. Είπατε νομίζω περί χωρικών; πώς είνε εκεί οι χωρικοί; ομοιάζουν με τους ρώσσους χωρικούς, είνε εύρωστοι; καλλιεργούν ή όχι την γην;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Δεν ειμπορώ να σας ειπώ: δεν παρετήρησα αν καλλιεργούν την γην ή όχι· να σας ειπώ όμως όσον αφορά τον ταμβάκον, και σας ορίζω, πως εκεί, όχι μόνον όλοι τον τραβούν, αλλά και τον μασούν. Ή μεταφορά εντός της πόλεως επίσης είνε πολύ ευθυνής εκεί σχεδόν είνε παντού νερά και γόνδολαι . . . φυσικά, κάθεται μέσα και μία τέτοια ιταλίς, σαν το τριαντάφυλλο, και φορεί καμμιά τραχηλιά ή κανένα μανδυλάκι! . . Ήσαν μαζύ μας και άγγλοι αξιωματικοί, αλλά και αυτοί, ως και οι ιδικοί μας, — του ναυτικού . . . . Και κατ' αρχάς ήτον πολύ περίεργον, δεν ημπορούσαμε να συνεννοηθούμεν· ύστερα όμως, όταν εγνωρίσθημεν καλά, αρχίσαμεν να εννοούμεν ελεύθερα. Του έδειχνες, παραδείγματος χάριν, μποτίλια ή ποτήρι, κ' εννοούσε παρευθύς, ότι τούτο θα ειπή να πιούμεν· έφερες έτσι τον γρόνθον σου εις το στόμα κ' έκαμνες μόνον με τα χείλη σου: παφ, παφ κ' εννοούσε την πίπαν. Εν γένει να σας ορίσω, γλώσσα πολύ εύκολος, οι ναύται μας, εις ένα διάστημα όχι περισσότερον των τριών ημερών ήρχησαν πλέον να καταλαμβάνουν ο ένας τον άλλον.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Πολύ ενδιαφέρουσα θα είνε η ζωή, ως βλέπω εις τα ξένα μέρη. Μεγάλως θα ηυχαριστούμην αν είχον σχέσεις με άνθρωπον κσσμογυρισμένον. Επιτρέψατέ μοι να μάθω: με ποίον έχω την τιμήν να ομιλώ.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Ζεβάκην — απόστρατος υποπλοίαρχος. Επιτρέψατέ μοι ωσαύτως να ερωτήσω: προς ποίον έχω την τιμήν να συνομιλώ;
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Ανώτερος υπάλληλος, Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος!
ΖΕΡΒΑΚΗΝ (Μη ακούσας καλώς)
Σφογγάτο; Ναι, κ' εγώ έφαγα κάτι τι! τους δρόμους βλέπετε τους ξεύρω, έχω να κάμω ακόμη πολύ δρόμο, κάμνει και ολίγον ψύχος, λοιπόν επήρα ένα μεζεδάκι μίαν σαρδέλαν με ψωμάκι . . .
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Όχι, νομίζω δεν εννοήσατε καλά: το επίθετόν μου είνε Σφογγάτος!
ΖΕΒΑΚΗΝ (υποκλινόμενος)
Α, με συγχωρείται, βαρυακούω ολίγον! εγώ αληθινά ενόμισα ότι είπατε πως εφάγατε σφογγάτο.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Τι να κάμης! εγώ ήθελα να παρακαλέσω τον προϊστάμενον, να μου επιτρέψη να μετονομασθώ Σφογγύλης, αλλά δεν με άφισαν οι φίλοι· λέγουν ότι τότε θα μοιάζω με γογγύλην!
ΖΕΒΑΚΗΝ
Αυτό συμβαίνει· εις την Μοίραν μας, όλοι οι αξιωματικοί και ναύται, όλοι είχον παραδοξότατα επίθετα: ήκουες λόγου χάριν επίθετα: Νεροπλυματάς, Αφρισμένος, και Πυρωμένος υποπλοίαρχος. Ενός δε δοκίμου, και καλού δοκίμου, το επίθετον είναι απλώς, Τρύπα. Και ο πλοίαρχος καμμιά φορά: «Τρύπα, έλα εδώ!» και πολλαίς φοραίς εχοράτευε μαζύ του, «μα είσαι μία Τρύπα!» του έλεγε (ακούεται εις τον προθάλαμον ο κώδων. Η Φέκλα διά του Θαλάμου τρέχει ν' ανοίξη)
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Α! καλημέρα κυρά.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Καλημέρα, τι κάμνεις είσαι καλά, ψυχή μου;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Καλημέρα, κυρά Φέκλα Ιβάνοβνα!
ΦΕΚΛΑ (τρέχουσα ακροποδητεί)
Σας ευχαριστώ, αφεντάδες, καλά είμαι (ανοίγει την θύραν· εις τον προθάλαμον ακούονται φωναί: «Εδώ είναι; — εδώ» είτα λέξεις τινές μόλις ακουόμεναι; εις ας η Φέκλα αποκρίνεται μετ' αγανακτήσεως; Καλέ τον είδες εκεί!)
Οι άνω, Κοτσκαριώφ, Ποτκαλιόσην και Φέκλα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Τω Ποτκαλιόσην)
Ενθυμού τους λόγους μου, θάρρος, θάρρος, και τίποτε περισσότερον. (Παρατηρεί και χαιρετίζων με έκπληξίν τινά κατ' ιδίαν). Τι θέλει εδώ τόσος κόσμος! τι σημαίνει τούτο; μήπως είναι γαμβροί; (ωθεί την Φέκλαν και λέγει αυτή ταπεινοφώνως). Από ποιο κονάκι ήρθαν οι κοράκοι; πού τους βρήκες; αι;
ΦΕΚΛΑ (χαμηλοφώνως)
Δεν είναι κοράκοι είναι όλοι τίμιοι άνθρωποι.
ΚΟΤΣΑΡΙΩΦ (Τη Φέκλα)
Είναι πολλοί οι ξένοι, μα είνε μαδημένοι.
ΦΕΚΛΑ
Να κυττάξης τα δικά σου και να μην παινεύεσαι που δεν έχεις τι να φας κι' όλο κοκορεύεσαι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Έννοια σου κ' οι δικοί σου οι πλούσιοι έχουν τσέπαις τρυπυμέναις. (δυνατά) Τι κάμνει λοιπόν τώρα μέσα; Η πόρτα αυτή, βέβαια δα πηγαίνη στην κάμμαρή της; (Πλησιάζει προς την θύραν).
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ
Αδιάντροπε! σου λένε ντύνεται ακόμη!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μωρέ δουλειά! Και τι πειράζει εγώ μονάχα δα κυττάξω, και τίποτε άλλο. (Παρατηρεί διά της οπής του κλείθρου).
ΖΕΒΑΚΗΝ
Επιτρέψατε, παρακαλώ, να παρατηρήσω κ' εγώ
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Επιτρέψατε και εις εμέ να παρατηρήσω μόνο μια φορά.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εξακολουθεί παρατηρών).
Μα τίποτε δεν φαίνεται, κύριοι! Κάτι ασπρίζει — μα γυναίκα είνε, δεν διακρίνεται (πάντες μολαταύτα συνωστίζονται προς την θύραν και προσπαθούν να παρατηρήσωσι).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, αι, . . κάποιος έρχεται (πάντες αποσκιρτώσι).
Οι άνω Αρήνα Παντελεημόνοβιτς και Αγάφια Τύχωνοβνα
(πάντες υποκλίνονται).
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και ποία αφορμή σας έκαμε να μας τιμήσητε με την παρουσίαν σας.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Εγώ, κυρία, έμαθον από τας εφημερίδας, ότι επιθυμείτε ν' αναλάβητε την εργολαβίαν της προμηθείας καυσοξύλων, και επειδή είμαι υπάλληλος εις το υπουργείον, ήλθα να μάθω το είδος των ξύλων, το ποσόν και την εποχήν που ειμπορείτε να τα παραδώσητε.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Αν και δεν κάμνομεν ποτέ εργολαβίαις χαίρομεν όμως διά τον ερχομόν σας. Το επίθετό σας παρακαλώ;
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Κολλεγιακός πάρεδρος (2), Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Καθίσατε παρακαλώ (αποτείνεται προς τον Ζεβάκην και παρατηρεί αυτόν) επιτρέψατε παρακαλώ . . .
ΖΕΒΑΚΗΝ
Κ' εγώ επίσης ξεύρετε βλέπω μίαν ειδοποίησιν διά κάτι; Ας υπάγω, είπα· ο καιρός μου εφάνη ωραίος εις τους δρόμους χορταράκι . . .
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και το επίθετόν σας;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Απόστρατος υποπλοίαρχος Βαλταζάρ-Βαλταζάροβιτς Ζεβάκην, δεύτερος. Είχομεν κ' ένα άλλον Ζεβάκην, αλλ' εκείνος ετέθη πριν από εμέ εις αποστρατείαν. Είχε πληγωθεί, κυρά μου, κάτω από το γόνατον και με ένα τέτοιον παράδοξον τρόπον· η σφαίρα του ετρύπησε το πόδι πέρα πέρα, έτσι που το γόνατον μεν δεν το έβλαψε, αλλά του ετρύπησε το νεύρο σαν βελόνα και συμβαίνει τώρα όταν στέκεσαι κοντά του να νομίζης πως θέλει να σε κτυπήση από πίσω με το γόνατο.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Σας παρακαλώ πολύ καθίσατε, (αποτείνεται προς τον Ανούτσην). Επιτρέψατε, παρακαλώ, να μάθωμεν την αφορμήν της επισκέψεώς σας;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Από γειτωνικόν χρέος κυρία . . . . . Κατοικώ τόσον πλησίον . . . .
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Δεν κατοικείτε, νομίζω, εις το σπίτι εκείνης της γυναικός του εμπόρου Τουλούμπωφ εδώ αντικρύ;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Όχι, προς το παρόν κατοικώ ακόμη εις την συνοικίαν Πεσκή, σκοπεύω όμως και αυτάς να περάσω εδώ κοντά εις αυτήν την γειτονιά.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Καθίσατε παρακαλώ (αποτείνεται προς τον Κοτσκαριώφ). Επιτρέψατε να μάθω.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Είνε δυνατόν να μη με γνωρίζετε; (Προς την Αγάφιαν). Και σεις επίσης κυρία;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Αν δεν απατώμαι, μου φαίνεται, ότι ποτέ δεν σας είδα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και όμως προσπαθήσατε να ενθυμηθήτε κάπου με έχετε ιδεί.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Αληθινά, δεν ηξεύρω. Μήπως εκ της Βεριούσκην;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ακριβώς εκεί.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Αχ, δεν ηξεύρετε τι έπαθεν η καϋμένη . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Το γνωρίζω, — υπανδρεύθη.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Όχι, τούτο δα δεν είνε και άσχημον πράγμα, αλλά έπεσε κ' έσπασε το πόδι της.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και το έσπασε πολύ άσχημα: επέστρεφε πολύ αργά εις το σπίτι ο αμαξάς ήτον μεθυσμένος, και την αναποδογύρισε από το αμάξι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μάλιστα, νομίζω ότι ενθυμούμαι ένα τέτοιο πράγμα, ή πως έσπασε το πόδι της.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και το επίθετόν σας; . . . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πώς;. . . . Ηλίας Φωμίτζ Κοτσκαριώφ, έχομεν μάλιστα και κάποια συγγένειαν, η σύζυγός μου δεν παύει να μου λέγη ότι . . . . παρακαλώ, παρακαλώ, (λαμβάνει της χειρός τον Ποτκαλιόσην και τον παρουσιάζει) ο φίλος μου Ποτκαλιόσην Ιβάν Κουσμίτζ, αυλικός σύμβουλος, διεκπεραιωτής, μόνος του εκτελεί όλην την υπηρεσίαν, και ετελειοποίησεν αξιόλογα το τμήμα του.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Και το επίθετόν του . . . . ,
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ποτκαλιόσην Ιβάν Κουσμίτζ, Ποτκαλιόσην, ο τμηματάρχης είνε μόνον διά τ' όνομα, αλλά όλας τας υπηρεσίας τας εκτελεί αυτός ο Ιβάν Κουσμίτζ Ποτκαλιόσην.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Μάλιστα, λοιπόν καθίσατε, παρακαλώ.
Οι άνω και Σταρηκώφ.
ΣΤΑΡΗΚΩΦ
(υποκλίνων μετά ταχύτητος και ζωηρότητος).
Καλημέρα κυρά Αρήνα Παντελεημόνοβνα! άκουσα από τα παιδιά στα πραματευτάδικα πως πουλείτε μαλλιά!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
(αποστρέφει το πρόσωπον μετά περιφρονήσεως και λέγει χαμηλοφώνως μεν αλλ' ούτως ώστε ν' ακουσθή παρ' αυτού).
Εδώ δεν είνε πραματευτάδικο.
ΣΤΑΡΗΚΩΦ
Νάτην! θαρρώ πως δεν ήρθαμε στην ώρα και χωρίς εμάς ταχουν πια ψημένα.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ
Παρακαλώ, παρακαλώ, Αλεξέι Δμήτριεβιτς· αν και δεν πωλούμεν μαλλιά, χαίρομεν όμως διά τον ερχομόν σας. Καθίσατε σας παρακαλώ
(Κάθηνται πάντες. Σιωπή).
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Τι αλλόκοτος καιρός σήμερα: Το πρωί ενόμιζε κανείς πως θα βρέξη και τώρα σαν να εκαθάρισε ο ουρανός.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Μάλιστα, αλλόκοτος καιρός: πότε καθαρός ουρανός και πότε όλως διόλου βροχερός. Πολύ δυσάρεστον πράγμα.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Εις την Σικελίαν, κυρία, είμεθα με την Μοίραν εν καιρώ ανοίξεως, σαν να ειπούμεν τον Φεβρουάριον καθ' ημάς. Βγαίνεις λοιπόν, καμμιά φορά από το σπίτι με λιακάδα, έπειτα βλέπεις πως αρχίζει να βρέχη και είνε πραγματικώς βροχή.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Το μάλλον δυσάρεστον — να είνε κανείς μόνος με αυτόν τον καιρόν. Διά τους παντρεμένους όμως αλλάζει τα πράγμα· αυτοί δεν στενοχωρούνται . . . όταν όμως είνε κανείς μόνος είνε φοβερόν! . . .
ΖΕΒΑΚΗΝ
Ω, είνε φοβερόν, φοβερόν!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Μάλιστα ειμπορεί κάνεις να . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τι λέγεις, αδελφέ! Φρίκη! Βαρύνεται κάνεις την ζωήν του. Ο Θεός να με φυλάξη από τέτοιο κακό.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Δεν μου λέγετε, δεσποσύνη, άν ποτε εσκέπτεσθε να εκλέξετε συζύγον, — επιτρέψατε να μάθωμεν το γούστο σας. Συγγνώμην, διότι σας ερωτώ χωρίς περιστροφάς: ποία υπηρεσία θα ενομίζατε ότι θα ήτον ευπρεπεστέρα διά τον σύζυγόν σας;
ΖΕΒΑΚΗΝ
Θέλετε, δεσποσύνη να λάβετε σύζυγον άνδρα δοκιμασμένον εις τας τρικυμίας του πελάγους;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Όχι, όχι ο καλλίτερος κατά την γνώμην μου σύζυγος είνε . . . ιδού ανήρ ο όποιος μόνος διευθύνει ολόκληρον τμήμα του υπουργείου.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Διατί προλαμβάνεται; διατί θέλετε να δείξετε περιφρόνησιν προς άνδρα, ο οποίος γνωρίζει επίσης τους τρόπους της ανωτέρας κοινωνίας;
ΣΦΟΓΓΤΑΟΣ
Δεσποσύνη, αποφασίσατε σεις.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (Σιωπά)
ΦΕΚΛΑ
Αποκρίσου, μάννα μου, ειπέ τους κάτι τι.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Λοιπόν, δεσποσύνη;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ποίας γνώμης είσθε, Αγάφια Τύχωνοβνα;
ΦΕΚΛΑ (ταπεινοφώνως προς αυτήν)
Μίλησε λοιπόν, μίλησε, 'πέ τους «ευχαριστώ» τάχα, «με μεγάλη ευχαρίστησι» . . δεν είνε καλό να κάθεσαι έτσι δα!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
Εντρέπομαι αληθινά, εντρέπομαι· θα φύγω αλήθεια θα φύγω, θεία, μείνατε σεις, εγώ θα φύγω.
ΦΕΚΛΑ
Αχ μη κάμης αυτή την 'ντροπή μη φύγης, θα ντροπιασθής όλως διόλου. Ποιος ηξεύρει τι θα υποθέσουν;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ταπεινοφώνως)
Όχι, αληθινά, θα φύγω, θα φύγω. θα φύγω! (φεύγει, η Φέκλα και η Αρήνα Παντελεημόνοβνα την ακολουθούν).
Οι άνω εκτός των απελθόντων.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Νά τα! έφυγαν όλαις! . . . Τι θα ειπή αυτό;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Κάτι θα συνέβη, χωρίς άλλο.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Ίσως επήγε να συμπληρώση τον καλλωπισμόν της . . . Να επιδιορθώση την τραχηλιάν της . . . ή κάτι να καρφώση . . . (εισέρχεται η Φέκλα. Πάντες τρέχουν εις προϋπάντησίν της, ερωτώντες): «τι, τι συνέβη;»
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Συνέβη τίποτε;
ΦΕΚΛΑ
Καλέ τι θα συμβή; Μα τον Θεό, τίποτε δεν συνέβη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Τότε λοιπόν γιατί έφυγε;
ΦΕΚΛΑ
Να, γιατί την εντροπιάσατε· για τούτο έφυγε· τόσο πολύ την εντροπιάσατε, που δεν μπορούσε πια να καθήση στη θέσι της. Παρακαλεί να τήνε συχωρέσετε, και το βράδυ, τάχατες, να κοπιάσετε στο τσάι (φεύγει).
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (Κατ' ιδίαν)
Ω, να μην βλαστημήσω τώρα και το τσάι και την ώρα του! Να γιατί δεν αγαπώ εγώ αυταίς της προξενειαίς· γιατί μπαίνει κανείς σε σκοτούρες· σήμερα δεν γίνεται και κοπιάστε αύριον, και ακόμη ορίστε μεθαύριον 'στο τσάι, και ακόμη πρέπει να σκεφθούμεν. Και είναι μια τιποτένια δουλειά αυτή, δεν θέλει και πολλή σκέψι! Στο διάβολο! εγώ είμαι άνθρωπος της υπηρεσίας, δεν έχω καιρό!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (τω Ποτκαλιόσην)
Δεν σου φαίνεται νοστιμούλα η νοικοκυρά, αι;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Δεν είνε άσχημη.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Ωραία είνε η οικοδέσποινα!
ΚΟΤΣΚΑΛΙΩΦ (κατ' ιδίαν)
Αι, το πήρε ο διάβολος! αυτός ο βλάκας ερωτεύθηκε πια. Δεν είνε παράξενο να μας κάμη χαλάστραις. (δυνατά) Εγώ να σας πω δεν την ευρίσκω εύμορφη, άσχημη είνε.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ
Η μύτη της είνε μεγάλη.
ΖΕΒΑΚΗΝ
Α! όχι δα! εγώ δεν παρετήρησα την μύτην της. Καλέ τέτοιο τριανταφυλλάκι!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ
Κ' εγώ είμαι της ιδίας γνώμης. Όχι, δεν είν' αυτό, δεν είνε αυτό . . . εγώ μάλιστα είμαι της ιδέας πως δεν γνωρίζει τους τρόπους της ανωτέρας κοινωνίας. Και να ιδούμεν ακόμη — ομιλεί άρα γε γαλικά;