ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι; Τι;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Είχε βάλει στοίχημα με τον πρίγκηπα Βέλσκην, περί του πόσων καρατιών είνε — δε ξεύρω τι.
ΝΕΛΚΗΝ (τω Μούρομσκη).
Ψέματα!
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Θεέ μου! μα το έχει ο ίδιος· τώρα μου έλεγε, ότι το έχει ο ίδιος . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας).
Λοιπόν;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Λοιπόν τι, μπαμπά; θα μου το δώση.
ΝΕΛΚΗΝ
Χμ . . . δεν το πιστεύω . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (εν εξάψει).
Τι είν' αυτά που λέγετε; Πώς σεις, κύριε, ειμπορείτε . . .
ΝΕΛΚΗΝ
Λυδία Πετρόβνα! Προς Θεού, μη οργίζεσθε εναντίον μου. Τι έπρεπε να κάμω; πταίω εγώ; εγώ είμαι πρόθυμος ναποθάνω προς χάριν σας . . . να υποστώ βασανιστήρια . . . οφείλω όμως, σας ορκίζομαι εις την τιμήν μου, οφείλω! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (έντρομος).
Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Μπαμπάκα μου! εγώ τρομάζω! (Συσπειρούται παρά τω Μούρομσκη). Μπαμπά, μπαμπάκα μου!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Έννοιά σου, παιδί μου, έννοιά σου! Κι' εγώ δε ξεύρω τι συμβαίνει.
Οι άνω, Ατούγεφ, κατόπιν Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι έχεις, παιδάκι μου; τι έχεις; τι τρέχει; (τω Νέλκην). Σεις είσθε κύριε; Τι μπερδέματα έχετε πάλι; Τι εκαταφέρατε; Πάλι μηχανορραφίαις και κακογλωσσιαίς;
(Σιγή. Όλοι ταράσσονται αμηχανούντες. Ο Κρετσίνσκης παρατηρεί όλους μετά προσοχής).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διστακτικώς).
Παρακαλώ, Μιχάηλο Βασίλειτς — δηλαδή . . . θέλομεν να ομιλήσωμεν οικογενειακώς, μίαν στιγμήν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Οικογενειακώς; Τι τάχα; ορίστε: εγώ δεν είμαι ξένος.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αυτό, βέβαια· αλλά εγώ θα σας παρακαλούσα . . .
ΝΕΛΚΗΝ
Μα τι είν' αυτά, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! 'πήτε το καθαρά και ξάστερα: αξιότιμε κύριε! ομιλούμεν διά το μονόπετρον διαμάντι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Διά ποίον μονόπετρον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Καλέ διά το μονόπετρο εκείνο, που μας μετεσχηματίσατε εις καρφίτσαν . . . το επήρατε σήμερα από την κόρην μου;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Το επήρα. Μα δεν σας το είπε, ότι το επήρα;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Λοιπόν το έχετε αυτό τώρα ή όχι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Α! . . . αυτό λοιπόν; . . . (προσβλέπει πάντας και παρατηρεί διαρκώς τον Νέλκην, ακολούθως στρέφεται προς τον Μούρομσκην). Αυτό είνε λοιπόν! Ειπήτε μου, με ποίους είμαι και πού είμαι; . . Ειπήτε μου, ποίος βλαξ, ποιος ψεύστης . . ή ποίος αχρείος . . . (θόρυβος) είχε την τόλμην . . .
(Ο Νέλκην θέλει να ορμήση κατά του Κρετσίνσκη. Η Ατούγεφ τον αναχαιτίζει).
Μακράν, σας λέγω, — θα σας βγάλω το λαρύγγι . . .
ΝΕΛΚΗΝ (κραυγάζων).
Όχι, εγώ θα σου το βγάλω . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(κάμνει ταχείαν κίνησιν προς τον Νέλκην και αίφνης αναχαιτίζεται· τρέμει η φωνή του).
Πιοτρ Κωνσταντίνιτς . . . το μονόπετρον της Λυδίας το έχω εγώ . . . καταλαμβάνετε; το έχω έ-ε-γώ! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μα εγώ ποτέ δεν αμφέβαλλα. Ήλθε όμως αυτός και μου λέγει, ότι πνίγω την κόρη μου, ότι σεις μας απατάτε, ότι το διαμάντι το επήρατε σεις και το εβάλατε ενέχυρον . . . λοιπόν κρίνατε και σεις ο ίδιος . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Α! . . . τώρα καταλαμβάνω . . . Και αν λέγη ψεύματα . . τότε; και αν αυτός σαν αχρ . . . συγγνώμην . . . εψεύσθη αναιδώς;! . . τότε; . . (Ο Μούρομσκης κινεί τας χείρας του, τεταραγμένος) . . . τότε: θέλω . . . ακούετε; θέλω! . . . να τον διώξητε με ταις κλωτσαίς από το σπίτι . . . μου δίδετε τον λόγον σας δι' αυτό; . . αι; . . . Λάβετέ την λοιπόν, (λαμβάνει εκ του γραφείου την καρφίδα) λάβετέ την! (δίδει την καρφίδα εις την Λύδοτσκα και τείνει την άλλην χείρα προς τον Μούρομσκην) Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τώρα τον λόγον σας.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (απωθεί την καρφίδα).
Όχι, . . . όχι εις εμέ . . .
(Την καρφίδα την λαμβάνει η Ατούγεφ. Όλοι πλησιάζουν διά να παρατηρήσουν. Γενικός ψίθυρος, θόρυβος. Πάντες ομιλούν σχεδόν ταυτοχρόνως).
ΝΕΛΚΗΝ
Τι σημαίνει τούτο; είνε αδύνατον! σας λέγω, είν' αδύνατον!
ΑΤΟΥΓΕΦ
(δεικνύουσα την καρφίδα εις τον Νέλκην).
Νά τηνε! Βλέπετε, κύριε; νά την! . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τον λόγον σας είπα· το απαιτώ, το θέλω! . . .
(συγκεχυμένως, ανοίγει τας χείρας του).
Σας τον δίδω! (τω Νέλκην) Να, κύριε, τι κάμουν τα ψεύματα! (παρατηρεί την καρφίδα) δεν υπάρχει αμφιβολία: αυτή είνε!
ΝΕΛΚΗΝ (ως να συνήλθε).
Θεέ μου! πού ευρίσκομαι; Τι μου παίζουν; (πλησιάζει προς την Λύδοτσκαν και την λαμβάνει εκ της περιχειρίδος). Λυδία Πετρόβνα! ακούσατε!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Μη! (τινάζει την εσθήτα της Λύδοτσκας) την λερώνεις! . . .
ΝΕΛΚΗΝ (αρπάζει την κεφαλήν του).
Θεέ μου! τι είνε τούτο; Θεέ μου! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην).
Μα ποιος σας είπε αυτάς τας ανοησίας; πού τας ακούσατε . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τον διακόπτει).
Παρακαλώ, παρακαλώ! Τώρα πλέον αι ερωτήσεις δεν έχουν τον τόπον των. Κάθε ομιλία ετελείωσε. Εδώ, κύριέ μου, δεν πρόκειται περί λόγων αλλά περί έργων . . . είνε ιδικόν σας το κόσμημα αυτό;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς)
Δικό μου.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύει την θύραν εις τον Νέλκην)
Έξω! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην)
Τι δουλειά έχετε πλέον εδώ; Φύγετ' απ' εδώ.
ΝΕΛΚΗΝ
(λαμβάνει τον πίλον του και πλησιάζει τον Κρετσίνσκην).
Είμαι εις τας διαταγάς σας . . .
(ο Κρετσίνσκης δεικνύει την θύραν. Ο Νέλκην πλησιάζει αυτόν εγγύτερον και κραυγάζει)·
«Αμέσως . . . και μέχρι θανάτου! . . .»
(Θόρυβος. Ο Μούρομσκης, η Λύδοτσκα, η Ατούγεφ, ο Ρασπλιούγεφ περιστοιχίζουσι τον Κρετσίνσκην. Ο Νέλκην ίσταται μόνος. Ομιλούσι σχεδόν μαζύ).
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Όχι, όχι, ποτέ! δεν το θέλω. (τω Νέλκη) Πηγαίνετε, πηγαίνετε!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Πηγαίνετε, κύριε, πηγαίνετε, ο Θεός μαζύ σας.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αφήσατε, κύριοι, σας παρακαλώ!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(εξέρχεται του ομίλου) Τι-ι-ί; (σταυρόνων τας χείρας του). Έτσι λοιπόν! . . Ικανοποίησιν . . . Τι ικανοποίησιν; Διά τι; σας ερωτώ . . . θέλετε να κτυπηθήτε μαζύ μου . . . χα-χα-χα-χα . . . Σεις με προσεβάλατε και θέλετε και να με φονεύσετε; . . . αλλ' ας είνε, με μίαν όμως συμφωνίαν εις κάθε σας πυροβολισμόν εγώ θα σας πτύω εις το πρόσωπον. Ιδού οι όροι μου. Αν θέλετε αύριον — έστω· σήμερον όμως . . . έι! ποίος είνε εκεί;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Έι! ποίος είν' εκεί; αυτό είνε το καλείτερο.
(εισέρχεται ο Θόδωρος και είτα δύο υπηρέται)
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πάρετέ τον από τις πλάταις και γρεμήσετέ τον έξω!
ΝΕΛΚΗΝ
Θεέ μου! ονειρεύομαι; είμαι ζωντανός; (ψαύει το σώμα του, μετά πικρίας). Αλήθεια, αλήθεια! πού είνε η δύναμίς σου; (έξαλλος εξέρχεται).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(κλείων όπισθεν του Νέλκην την θύραν).
Αντιέ!! χι-χι-χι! είδες τον τι εγύρεψε (αποσύρεται κατά μέρος). Ακούς εκεί! Αμ' έτσι δα, φίλε μου, ψοφάς της πείνας! Αμέ ναύρης τώρα την αλήθεια· νέος είσαι ακόμη, φίλε μου, ψάξε να την εύρης!
(Σιγή. Ο Μούρομσκης είνε τεθορυβημένος· η Λύδοτσκα ίσταται ακίνητος· η Ατούγεφ παρατηρεί τον Μούρομσκην οργίλως).
Οι άνω εκτός του Νέλκην
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κατόπιν μικράς σιωπής.)
Αι, είσθε ευχαριστημένος, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Καθ' όλα, καθ' όλα ευχαριστημένος. Ακούτ' εκεί, καλέ! 'πήγα να χάσω τον νου μου.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Λοιπόν κι' εγώ είμ' ευχαριστημένος, Αι, τι λέγετε — δεν τελειόνομεν τώρα και 'μείς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διαπορών).
Πώς να τελειόσωμεν;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Όπως τελειόνουν. Μεταξύ μας συνέβησαν αρκετά σκανδαλώδη πράγματα. Εγώ θεωρώ τον εαυτόν μου εκ μέρους σας προσβεβλημμένον. Με αυτήν την κηλίδα τι σύζυγος είμ' εγώ της κόρης σας; Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! εγώ οφείλω να σας δώσ' οπίσω τον λόγον σας, εις σας δε, Λυδία Πετρόβνα — την καρδίαν σας. Λάβετέ την, εστέ ευτυχείς και. . . λησμονήσατέ με.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Τι θέλετε να ειπήτε; . . . Μισσέλ! τι λέγετε; Δεν σας εννοώ. Η καρδία οπίσω δεν δίδεται· η καρδία μου είνε ιδική σας . . . Μπαμπάκα! γιατί σιωπάτε; προς Θεού! γιατί σιωπάτε; πταίομεν ημείς! (εν απελπισία). Μπαμπάκα, ημείς πταίομεν! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς).
Ναι, εγώ . . Μιχάηλο Βασίλειτς, μα τι είν' αυτά; Εγώ ουδέποτε . . αυτός είνε ένας ανόητος· αξίζει να δίνη κανείς προσοχήν εις τα λόγιά του;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Σεις όμως πώς φέρεσθε; αι; Αφού αυτός ο κακόγλωσσος ειμπόρεσε να με προσβάλη, ξεύρετε πόσον και σεις ο ίδιος με προσεβάλατε; Αύριον ειμπορεί να έλθουν να σας 'πούν, πως εγώ είμαι ένας χαρτοπαίκτης, πως είμαι ένας απατεών, και σεις θα τον πιστεύσετε και θ' αρχίσετε να ζητήτε πληροφορίας!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα τι λέγετε τώρα!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τις ξεύρω εγώ αυταίς τις χωριάτικες συνήθειαις. Αλλά μάθετε, ότι η υπερηφάνειά μου αυτά δεν τα επιτρέπει. Εγώ ή έχω πεποίθησιν εις ένα άνθρωπον ή δεν έχω· μέσος όρος δεν χωρεί. Εγώ ούτε το μονόπετρόν σας, ούτε τα χρήματά σας έχω ανάγκην. Τα χρήματά σας εγώ ειμπορώ να τα πετάξω εις τα μούτρα του καθενός.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (τον λαμβάνει της χειρός).
Μισσέλ! Δι όνομα Θεού! σας παρακαλώ, συγχωρήσατέ μου, συγχωρήσατέ μου, σας παρακαλώ . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διαλογίζεται, κατ' ιδίαν).
Αυτός θα έτρεξε τώρα εις του Μπεκ.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Δεν ομιλείτε; προσεβλήθητε; Εγώ ξεύρω, μέσα εις την καρδιά σας δεν υπάρχει ούτε συγγνώμη, ούτε οίκτος . . Τι θέλετε λοιπόν; είμεθα εις όλα πρόθυμοι . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει ζωηρώς την χείρα της).
Τι καρδίαν που την έχετε, Λυδία! τι χρυσή καρδιά! . . . Και είμαι εγώ άξιος αυτής; . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Μισσέλ! Πόσον αμαρτάνετε! . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Έστω, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! δόσετε την χείρα σας.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Έτσι δα βέβαια! (τω θλίβει την χείρα). Έτσι δα λοιπόν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ακούσατε: να γίνη αύριον ο γάμος διά να λείψουν όλα αυτά τα σκάνδαλα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ας είνε κι' αύριον.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Και αμέσως φεύγομεν εις το κτήμα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ναι, τωόντι, εις το κτήμα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τον Νέλκην με κανένα λόγον δεν πρέπει να τον δεχθήτε πλέον.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ας πάη στην ευχήν του Θεού! τι να τον κάμω τώρα;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τον λόγον σας, μου το ορκίζεσθε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Είμαι σύμφωνος εις ό,τι θέλετε. Έγεινε τέτοιο το κεφάλι μου (διαγράφει περί την κεφαλήν του κύκλον). Ένα μονάχα . . . εκείνη . . (με ηλλοιωμένην φωνήν), ήθελα μονάχα . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρήσας το ωρολόγιον)
Εν τούτοις είνε δέκα η ώρα: καιρός να επιστρέψετε εις το σπίτι σας (προς την Λύδοτσκαν). Λυδία, είσθε ταραγμένη!
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Δεν πειράζει (λαμβάνει την χείρα του). Τα ελησμονήσατε όλα . . . αι; 'πήτε μου — ναι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κρατών της χείρα της)
Ναι, εκατό φοράς ναι. Όλα τα ελησμόνησα . . . ένα μόνον ενθυμούμαι — ότι μου ανήκετε· αύριον θα είσθε ιδική μου . . . κτήμα μου! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Ναι, ιδική σας. Μισσέλ ιδική σας! Πήτε μου ακόμη μια φορά ότι με αγαπάτε!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρών αυτήν)
Δεν πιστεύετε;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Δεν πρόκειται περί τούτου· θέλω ν' ακούσω ακόμη μίαν φοράν αυτήν την λέξιν εις την λέξιν αυτήν υπάρχει κάτι τι ιδιαίτερον! . . . δεν ηξεύρω . . . κάποιος πόνος, κάποιος φόβος.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας)
Πόνος! . . . Και διατί;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Μη φοβείσθε . . . αυτόν τον πόνον δεν τον αλλάζω εγώ με όλας τας χαράς του κόσμου. Λοιπόν δεν μου λέτε: μ' αγαπάτε; . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χαμηλοφώνως)
Σας αγαπώ . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
(τον λαμβάνει της χειρός και διά της ετέρας καλύπτει τους οφθαλμούς της).
Ξεύρετε, Μισσέλ έχει παγώσει ολότελα η καρδιά μου . . . δεν κτυπά. Πήτε μου: είνε έρως αυτό;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Όχι, άγγελε μου, είνε το ήμισυ αυτού.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (μειδιώσα)
Το ήμισυ; . . . Τι απατεών που είσθε . . ενώ εγώ τώρα είμαι έτοιμος να δώσω προς χάριν του τα πάντα . . (ο Κρετσίνσκης φιλεί την χείρα της). Ναι, το παν, το παν . . . (χαμηλοφώνως) όλον τον κόσμον.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(αφού φιλήση την χείρα της Λύδοτσκας, τω Μούρομσκη).
Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! καιρός για το σπίτι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ναι, και τώρα μάλιστα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πηγαίνετε, πηγαίνετε, και σας παρακαλώ να βάλετε την Λύδοτσκα να πλαγιάση έχει ανάγκην αναπαύσεως. Λυδία, αύριον θα είσθε δροσερά, κόκκινη, ωραία, σαν νύμφη . . (σκεφθείς) Ή, όχι· καλείτερα να σας συνοδεύσω ο ίδιος διά να επιστατήσω να γίνουν όλα.
(Ο Μούρομσκης η Ατούγεφ και η Λύδοτσκα ετοιμάζονται).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τω Κρετσίνσκη)
Αλήθεια, Μιχάηλο Βασίλειτς, καλείτερα να πάτε ο ίδιος.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(σύρει κατά μέρος τον Ρασπλιούγεφ).
Κύτταξε συ, μείν' εδώ. Κι' αν τύχη και σου κουβαληθή εδώ αυτός ο Νέλκην, δέξου τον και σπάσε του το κεφάλι . . . εννοείς; . . . Και ως να επιστρέψω μην τον αφήσης να φύγη . . . κύτταξε! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μείνατε ήσυχος, μείνατε ήσυχος, εγώ τόνε διορθόνω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τ' άλλα όλα είνε εις το χέρι μου. Εις του Μούρομσκη δεν τον δέχονται. Αυτά θα τα τακτοποιήσω πλέον ο ίδιος· εκεί δεν εισχωρεί.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αι, Μιχάηλο Βασίλειτς, πάμε· έτοιμοι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πηγαίνομεν, πηγαίνομεν. (λαμβάνει ταχέως τον πίλον του. Βίαιος κτύπος του κώδωνος· όλοι σταματούν κατάπληκτοι). Αι; τι είνε; αι; (κραυγάζει) Αι, σεις!
Ποιος είνε; Να μη δεχθήτε κανένα . . . ακούτε;
(Θόρυβος, έτερος κτύπος του κώδωνος. Φωναί).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Αι; . . . (εισέρχεται υπηρέτης) Τι τρέχει; ποίος είνε;
ΘΟΔΩΡΟΣ
Ο κύριος Νέλκην!!! είνε και κάποιος άλλος μαζύ του. Φωνάζει να του ανοίξωμε την πόρτα. (Φωναί «Ανοίξετε την θύραν! ανοίξετε την θύραν! . .» κτύποι τινες ακόμη του κώδωνος).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (με ορμήν)
Θέλει λοιπόν να τον αφήσω στον τόπο; (θραύει μίαν καθέκλαν και λαμβάνει έν τεμάχιον. Ο Μούρομσκης και η Λύδοτσκα του κρατούν τας χείρας).
ΛΥΔΟΣΤΚΑ
Μισσέλ! Μισσέλ!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μιχάηλο Βασίλειτς, δι' όνομα Θεού, ησυχάσατε! Τι είν' αυτά!
(Περιστοιχίζουν τον Κρετσίνσκην).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τω Ρασπλιούγεφ)
Πήγαινε, διώξε τον με τις κλωτσιαίς!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τρέχων προς την θύραν).
Αμέσως! (επιστρέφει εκ της θύρας προς τον Κρετσίνσκην). Μιχάηλο Βασίλειτς! αυτός ίσως έχει κι' άλλους τέσσερις μαζύ του! θα είνε ίσως πέντε νομάτοι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ορμά κατ' αυτού)
Γκρεμήσου! 'πόθανε, αφού σε προστάζουν.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Πόθανε . . 'πόθανε! Μιχάηλο Βασίλειτς! Κύριε ελέησον! εύκολο πράγμα είνε ν' αποθάνη κανείς; (Ο θόρυβος εξακολουθεί. Ακούονται φωναί:) «Ανοίξατε την θύραν! σπάσετέ την!.»
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(αποσπώμενος του Μούρομσκη και της Λύδοτσκας, τρέχει προς την θύραν).
Αφήσατέ με: βλέπω πως χωρίς εμένα αυτό δεν θα τελειώση (σφίγγων τους οδόντας) θα τον σκοτώσω σαν σκύλο!
ΘΟΔΩΡΟΣ
Μιχάηλο Βασίλειτς! ο αστυνόμος μας διατάσσει ν' ανοίξωμε την πόρτα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αφηρημένος)
Στάσου, μην ανοίξετε!! Ο πρώτος που θα κινηθή, θα του ανοίξω το κεφάλι! (Κρατεί εις χείρας το ξύλον, σταματά) Η αστυνομία! (δι' υποκώφου φωνής). Α! (Ρίπτει εις την γωνίαν τον πόδα της καθέκλας). Ετελείωσε!!! (αποσύρεται κατά μέρος). Ανοίξατε . . . (Θόρυβος. Ανοίγουσι την θύραν).
Οι άνω και Νέλκην εισορμά και ρίπτεται προς την Λύδοτσκαν· ο Μπεκ εισορμά
κατόπιν του φορών γούναν, αναζητεί διά των οφθαλμών τον Κρετσίνσκην, τρέχει
προς αυτόν, και σταματά απέναντί του με προτεταμένους τους βραχίονας. Εις την
θύραν εμφανίζεται αστυνομικός υπάλληλος.
ΜΠΕΚ
Νά τος ο κακούργος! ο κακούργος! α, κακούργε! Γιαλί μου έδωκες δι' ενέχυρον! διά το γιαλί μου πήρες τα χρήματα, ληστή! (Τρέχει. Ο Κρετσίνσκης ίσταται μ' εσταυρωμένας χείρας). Συλλάβετέ τον, αυτός είνε! συλλάβετέ τον, συλλάβετέ τον λοιπόν.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (βάλλουσα διάτορον κραυγήν).
Α!!! (Ο Νέλκην, ο Μούρομσκης και η Ατούγεφ ορμώσι προς αυτήν. Ο Κρετσίνσκης πειράται να πλησιάση ωσαύτως).
ΜΠΕΚ
Στάσου στάσου! Πού πας, ληστή; α, κακούργε!
(Ο Ρασπλιούγεφ κρύπτεται όπισθεν του Κρετσίνσκη).
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Κύριε Μπεκ! ησυχάσατε, κάμετε μου την χάριν, ησυχάσατε! (τω Κρετσίνσκη). Επιτρέψατε να μάθω το όνομα και τον επίθετόν σας.
ΚΡΕΤΙΝΣΚΗΣ
Μιχάηλο Βασίλειτς Κρετσίνσκης.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (τω Ρασπλιούγεφ).
Το όνομα και το επίθετόν σας;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εντελώς σαστισμένος). Μ . . . ι . . . χάηλο Βα . . .
τσ . . . αι; Μιχάηλο Βασίλειτς . . . αι; (Ο Κρετσίνσκης τον παρατηρεί εις τους οφθαλμούς). Εγώ . . εγώ . . . εγώ δεν έχω . . . δεν έχω επίθετον . . έτσι . . είμαι . . . χωρίς επίθετον . . .
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Σας ερωτώ: το όνομα και το επίθετόν σας . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μα . . . αφού δεν έχω . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ησύχως)
Ονομάζεται Ιβάν Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ.
(Ο αστυνομικός υπάλληλος αποσύρεται προς τον έτερον όμιλον και ομιλεί ταπεινοφώνως μετά του Μούρομσκη σχεδόν μέχρι τέλους της πράξεως. Ο Κρετσίνσκης κάμνει κίνησιν).
ΜΠΕΚ (κραυγάζει).
Στάσου, στάσου! Πιάσ' τον, πιάσ' τον Άι! Άι! πιάσ' τον!
(ίσταται προ αυτού με ανοικτούς βραχίονας).
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Κύριε Μπεκ! σας παρακαλώ να ησυχάσετε!
ΜΠΕΚ (κραυγάζει).
Μα ξεύρετε τι θηρίον είνε! είνε θηρίον! θα φύγη! Σύλλαβέ τον! Έξη χιλιάδες μου 'πήρε για ένα γυαλί, για μια ψεύτικη καρφίτσα! . . . Αυτό είνε απάτη! . . . Στη φυλακή βάλτε τον, στη φυλακή! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
(αποχωρίζεται του ομίλου, διέρχεται όλην την σκηνήν και πλησιάζει προς τον Μπεκ).
Αξιότιμε κύριε! αφήσατέ τον! . . . ιδού η καρφίτσα, η οποία έπρεπε να ενεχειριασθή! πάρετέ την . . . είχε (ένδακρυς) είχε γείνει λάθος!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ και ΑΤΟΥΓΕΦ
Λύδοτσκα, τι κάμνεις; Λύδοτσκα!
ΜΠΕΚ
Πώς; τι, κυρία; (παρατηρεί την καρφίδα). Αυτή, αυτή είνε! αι; Θεέ μου! Τι κόρη! ουρανία αγαθότης! αγγελική πραότης . .
(Η Λύδοτσκα καλύπτει διά των χειρών το πρόσωπον και θρηνεί).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(κατ' ιδίαν προς το κοινόν).
Αυτό είνε καλόν! (θέτει την χείρα εις το μέτωπόν του). Πάλιν η γυναίκα!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Και τι θα κάμωμε 'μείς τώρα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Δρόμο, κυρά μου, δρόμο! Σε τέτοιαις 'ντροπαίς ο κόσμος πέρνει δρόμο!
(Η Λύδοτσκα εξέρχεται με ορμήν, κατόπιν δ' αυτής ο Νέλκην, ο Μούρομσκης και η Ατούγεφ).
Καταπίπτει η αυλαία.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ, θεία της.
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ, προξενήτρια.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ, αυλικός σύμβουλος, υπάλληλος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ, φίλος του.
ΓΙΑΪΤΣΝΙΤΣΑ (ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ).
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ, απόστρατος αξιωματικός του πεζικού.
ΖΕΒΑΚΗΝ, απόστρατος αξιωματικός του ναυτικού.
ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ, παιδίσκη.
ΣΤΑΡΗΚΩΦ, έμπορος υφασμάτων.
ΣΤΕΠΑΝ, υπηρέτης του Ποτκαλιόσην.
Θάλαμος αγάμου. Ο Ποτκαλιόσην μόνος, κεκλιμένος επί ανακλιντήρος και κρατών
πίπαν.
Νά, όταν αρχίσης έτσι δα με την ησυχία σου να σκέπτεσαι, πείθεσαι επί τέλους, ότι, πράγματι, πρέπει να πανδρευθής. Και τι, μα την αλήθεια· ζη κανείς σ' αυτόν τον κόσμο και επιτέλους αηδιάζει τη ζωή· άφησα πάλι και πέρασαν η αποκρηαίς. Μολαταύτα όλα είναι έτοιμα. Τρεις μήνες πάνε τώρα που η προξενήτρα πάει κ' έρχεται. — Αλήθεια· σαν πως αρχίζω πια να ντρέπομαι κ' εγώ ο ίδιος. Αι, Στεπάν!
Ποτκαλιόσην και Στεπάν.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ήλθε η προξενήτρα;
ΣΤΕΠΑΝ
Όγεσκαι.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ήσουνα στο ράπτη;
ΣΤΕΠΑΝ
Ήμουνα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, το ράπτει το φράκο;
ΣΤΕΠΑΝ
Το ράβει.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Έχει πολύ ραμένο;
ΣΤΕΠΑΝ
Κάμποσο έρραψε. Άρχισε πεια τις κουμπότρυπες.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι λες;
ΣΤΕΠΑΝ
Λέγω, πως ράβει τις κουμπότρυπες.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και δεν σ' ερώτησε, διατί τάχα το θέλει ο αφέντης σου το φράκο;
ΣΤΕΠΑΝ
Όχι, δε μ' ερώτησε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μήπως είπε: δεν σκοπεύει τάχα ο αφέντης σου να παντρευθή;
ΣΤΕΠΑΝ
Όχι, τίποτε δεν είπε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Θα είδες βέβαια εκεί και άλλα φράκα. Θα ράπτει βέβαια και δι' άλλους.
ΣΤΕΠΑΝ
Ναίσκαι, πολλά φράκα είδα εκεί κρεμασμένα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μου φαίνεται όμως, πως εκεινών η τσόχα δεν θα είναι σαν του ιδικού μου.
ΣΤΕΠΑΝ
Ναίσκαι, το 'δικό σας θα είνε πιο φανταχτερό.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι λέγεις;
ΣΤΕΠΑΝ
Λέγω, πως το δικό σας τάχατες είνε πιο φανταχτερό.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Καλά. Μα δεν σ' ερώτησε, γιατί τάχα ο αφέντης κάμνει φράκον από τέτοια λεπτή τσόχα;
ΣΤΕΠΑΝ
Όγεσκαι
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Δεν είπε τίποτε, πως τάχα, μήπως παντρεύεται, 'σάν να 'πούμε, ο αφέντης σου;
ΣΤΕΠΑΝ
Όχι, δεν μου είπε τέτοιο πράγμα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Συ όμως δα του είπες τον βαθμόν μου πού υπηρετώ;
ΣΤΕΠΑΝ
Τα είπα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Καλά, και εκείνος τι σου είπε, απάνω σ' αυτό;
ΣΤΕΠΑΝ
Είπε πως θα βάλη όλα του τα δυνατά.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Καλά, τώρα πήγαινε.
(Ο Στεπάν φεύγει.)
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (μόνος)
Είμαι της ιδέας, ότι το μαύρο φράκο είνε κάπως σοβαρώτερον. Τα χρωματιστά αρμόζουν μάλλον εις υπαλλήλους κατωτέρου βαθμού — είνε κάπως παιδίστικα. Εκείνοι οι οποίοι έχουν ανωτέρους βαθμούς πρέπει να φυλάττουν περισσότερον την . . . . πώς την λέγουν; την . . . διάβολε, ελησμόνησα την λέξιν! Πόσον ωραία λέξις και να την λησμονήσω! Ναι, φίλε μου, αλλά ό,τι και να πης ο τίτλος του αυλικού συμβούλου αντιστοιχεί με βαθμόν συνταγματάρχου, μόνον που η στολή δεν έχει επωμίδας. — Αι, Στεπάν!
Ποτκαλιόσην και Στεπάν
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αγόρασες μπογιά των παπουτσιών;
ΣΤΕΠΑΝ
Αγόρασα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Από πού την αγόρασες; από εκείνο το μαγαζάκι, που σου είπα, που είνε εις την οδόν Βοζνιεσένσκη;
ΣΤΕΠΑΝ
Ναίσκαι, από το ίδιο.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και είνε καλή;
ΣΤΕΠΑΝ
Καλή είνε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Έβαψες με αυτήν τα υποδήματα;
ΣΤΕΠΑΝ
Τα έβαψα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αι, γυαλίζει;
ΣΤΕΠΑΝ
Όσο για να γυαλίζει — καλά γυαλίζει.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και όταν σου έδιδε τη μπογιά δεν σ' ερώτησε, τι την θέλει τάχα ο αφέντης σου τέτοια μπογιά;
ΣΤΕΠΑΝ
Όγεσκαι.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μην τύχη και σ' ερώτησε, μήπως τάχα ο αφέντης σου έχει στο νου του να παντρευτή;
ΣΤΕΠΑΝ
Όγεσκαι, τίποτε δε μου 'πε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Καλά λοιπόν, πήγαινε στο καλό!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ, μόνος.
Τώρα τι είνε τα υποδήματα — τιποτένιο πράγμα, και μολαταύτα, αν είνε κακορραμμένα και η μπογιά κοκκινωπή, μέσα εις μίαν καλήν συναναστροφήν δεν σ' εκτιμά ο άλλος. Όπως και να είνε . . . . . δεν πηγαίνει. Αμέ να έχης και κάλους — αηδέστατον!. Μπορώ να έχω δεν ξεύρω τι, μα όχι κάλους — Αι Στεπάν!
Ποτκαλιόσην και Στεπάν
ΣΤΕΠΑΝ
Τι ορίζετε;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Είπες του Τσαγκάρη να μη μου κάμη κάλους;
ΣΤΕΠΑΝ
Το είπα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Κ' εκείνος τι σου είπε;
ΣΤΕΠΑΝ
Καλά — λέγει.
(Ο Στεπάν φεύγει).
Ποτκαλιόσην, είτα Στεπάν
Διάβολε, ωστόσο πολλαίς φροντίδες έχει η παντρειά! Και τούτο, κ' εκείνο, κι' αυτό, και όλα πρέπει να είνε εν τάξει. Το πήρ' ο διάβολος! δεν είνε τόσο εύκολο πράγμα όπως έχουν να πουν. Αι, Στεπάν! (Ο Στεπάν εισέρχεται): Ήθελα να σου ειπώ ακόμη κάτι τι . . . . .
ΣΤΕΠΑΝ
Η γρηά ήλθε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Α, ήλθε; 'πέ της να έλθη εδώ (Ο Στεπάν φεύγει). Μάλιστα, είνε . . . δύσκολον . . . δύσκολον . . . πολύ δύσκολον πράγμα.
Ποτκαλιόσην και Φέκλα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ω, καλημέρα, Φέκλα Ιβάνοβνα! Αι, λοιπόν, τι; πώς; Πάρε κάθισμα, κάθισε και λέγε. Αι, λοιπόν, πώς; λέγε λοιπόν, τι κάμνει η . . . πώς την λέγουν; η Μελάνια! . . . .
ΦΕΚΛΑ
Η Αγάφια Τύχωνοβνα;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ναι, ναι, η Αγάφια Τύχωνοβνα· χωρίς άλλο θα είνε κανένα σαρανταχρονιάρικο κοριτσάκι, αι;
ΦΕΚΛΑ
Με συγχωρείτε, όχι· δηλαδή, όταν θα τήνε παντρευθήτε θα ιδήτε πως κάθε μέρα δα μ' εγκωμιάζετε και θα μ' ευγνωμονήτε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Θαρρώ πως λέγεις ψεύματα, Φέκλα Ιβάνοβνα!
ΦΕΚΛΑ
Είμαι γρηά γυναίκα και ψέματα δεν λέγω· ο εξαπεδώ μονάχα λέγει τα ψέμματα!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και η προίκα, η προίκα; Για ξαναπέμου τα.
ΦΕΚΛΑ
Η προίκα της είνε: σπίτι πέτρινο με δύο πατώματα με αρκετά στρογγυλό εισόδημα: ένας αλευράς της δίνει επτακόσια ρούβλια για το μαγαζί· η μπυραρία — το υπόγειο, δεν αδειάζει από το πρωί ως το βράδυ: δύο ξύλινα σπίτια μες την αυλή — το ένα όλο από ξύλο, και το άλλο με πέτρινα θεμέλια, και το καθένα της δίνει εισόδημα από τετρακόσια ρούβλια, έχει ακόμη και ένα λαχανόκηπο προς το μέρος του Βύμπορου· τρία τώρα χρόνια είνε που το νοικιάζει σ' ένα μανάβη που το φυτεύει λάχανο, ένας μανάβης και τι μανάβης, το κρασί ποτέ στο στόμα δεν το βάζει· έχει και τρεις γιους — τους δύο τους επάντρεψε, ο τρίτος, — είνε νέος, λέει, ακόμη, ας καθίση στο μαγαζί, για να βοηθή τον πατέρα του σ' το εμπόριο· είμαι ποια γέρος, λέει, και ας καθίση ο γιος μου να με ξελαφρόνη λιγάκι.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και πώς είνε; εύμορφη είνε;
ΦΕΚΛΑ
Άγγελος! Άσπρη, κόκκινη, σαν το αίμα με το γάλα. . . . Γλυκειά, — που δεν 'μπορώ να σας πω! θα ευχαριστηθήτε ως εδώ. . . . (δεικνύει τον λαιμόν της), δηλαδή θα μου 'πής: «Μωρέ μπράβο σου, Φέκλα Ιβάνοβνα»!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ναι, αλλά βλέπεις αυτή δεν είνε κόρη ανωτέρου αξιωματικού.
ΦΕΚΛΑ
Είνε κόρη εμπόρου τρίτης τάξεως. Αλλά αυτή ειμπορεί να κάμη τιμή και σε στρατηγό ακόμη. Πραματευτή δεν θέλει ούτε να τον ακούση· εγώ, λέγει, θέλω να πάρω άνδρα ευγενή, και ας μην είνε και τόσο ώμορφος. Είδες λεπτότη που σου την έχει! Και σαν φορέση την Κυριακή το μεταξωτό της φουστάνι, να, μα το Χριστό, φέξε ήλιε! Μια πριγκηπέσσα!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα για τούτο εγώ σ' ερώτησα — γιατί εγώ είμαι, ξέρεις, αυλικός σύμβουλος, λοιπόν . . . καταλαμβάνεις;
ΦΕΚΛΑ
Αμ' και βέβαια, καταλαβαίνω. Μας την εζήτησε και ένας αυλικός σύμβουλος αλλά δεν εδεχθήκαμε· δεν της άρεσε· είχε κι' αυτός, ο ευλογημένος ένα παράξενο φυσικό, που δεν έλεγε ποτέ αλήθεια· και ήτανε τι παρουσιαστικός άνθρωπος. Τι να σου κάμη κι' αυτός, έτσι τον έκαμε η φύσις· κι' αυτός δεν το ήθελε, αλλά δεν ημπορούσε να πη αλήθεια· ήτον από Θεού.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Και καμμία άλλη εκτός αυτής δεν υπάρχει;
ΦΕΚΛΑ
Και τι να την κάμετε την άλλην; αυτή είνε η ποιο καλλίτερη.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Να είνε τάχα, λες, καλλίτερη;
ΦΕΚΛΑ
Στη γη στην οικουμένη 'σάν αυτήν δεν βρίσκεται.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Θα σκεφθούμεν, θα σκεφθούμεν, κυρά μου. Έλα μεθαύριον και πάλιν τα ξαναλέμε, εγώ έτσι δα πλαγιαστός και συ θα μου τα διηγήσαι . .
ΦΕΚΛΑ
Καλέ τι κάθεσαι και λες; πάνε τώρα τρεις μήνες που πάγω κι' έρχομαι, κι' ακόμη τίποτε βέβαιο δεν άκουσα από το στόμα σου! Κάθετ' εκεί τυλιγμένος μες τη ρόμπα του και δος του και καπνίζει με την πίπα του!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αμ' πως, ενόμισες, ότι ο γάμος είνε το ίδιο, σαν να φωνάξης «Αι Στεπάν, δόσε μου τα παπούτσια», να τα περάσης εις τα πόδια σου και να πάρης δρόμο; Αυτό, κυρά μου, πρέπει να το καλοσκεφθής, πρέπει να το καλομελετήσης . . . να το παρατηρήσης . .
ΦΕΚΛΑ
Και τι τάχα; αφού θες να παρατηρήσης γιατί δεν πηγαίνης να την ιδής; Το πράμα που θα πάρη κανείς, βέβαια, πρέπει και να το ιδή. Πρόσταξε να σου δώσουν το ρούχο σου και πήγαινε τώρα. Η καλή δουλειά γίνεται το πρωί.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τώρα; Δεν βλέπεις που συννέφιασε; Πάω, κ' έξαφνα με πειάνει η βροχή . . . . .
ΦΕΚΛΑ
Τόσο το χειρότερο για σένα. Νά, άρχισαν πια ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου, και γλήγορα δεν θ' αξίζεις πια για παντρειά! Μεγάλο πράμα τάχατες αυλικός σύμβουλος! Μπορούμε 'μείς να διαλέξωμε τέτοιους γαμβρούς, που εσένα ούτε γυρίζουμε να σε ιδούμε.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Τι κουταμάρες κάθεσαι και λες; Πού τα είδες τα άσπρα μαλλιά;
(ψηλαφεί την κόμην του).
ΦΕΚΛΑ
Ένας άνθρωπος που ζη σ' τον κόσμο δε μπορεί παρά ν' ασπρίσουν και τα μαλλιά του. Άκουσε που σου λέγω· αν αυτή δεν σου αρέση, καμμία δεν θα σ' αρέση. Έχω εγώ στο μάτι ένα κάποιο πλοίαρχο, που συ ούτε σ' τον ώμο του δεν τόνε φθάνεις· κ' έχει μια φωνή σαν μιλή, που νομίζεις πως είνε σάλπιγγα· έχει θέσι σ' το ναυαρχείο.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ψεύτρα! θα κυττάξω σ' τον καθρέπτη, — που σ' το διάβολο τα ηύρε τα άσπρα μαλλιά! Αι, Στεπάν, φέρε τον καθρέπτη! Ή όχι, στάσου, πηγαίνω ο ίδιος. Ακούς εκεί! Ο Θεός να φυλάξη! τούτο είνε χειρότερο από 'βλογιά (απέρχεται εις το παρακείμενον δωμάτιον).
Φέκλα και Κοτσκαριώφ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, Ποτκαλιόσην! . . . (βλέπων την Φέκλαν). Συ, εδώ; Μπα, που να σε . . . Γιατί διάβολο μ' επάντρεψες; αι;
ΦΕΚΛΑ
Και τι κακό βρίσκεις σ' αυτό; Νόμιμο πράμα!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Νόμιμο, πράγμα! τάχα, πήρα γυναίκα! Μήπως και χωρίς αυτήν δεν ημπορούσα να κάμω!
ΦΕΚΛΑ
Και καλά, συ ο ίδιος δεν μ' εφορτονόσουσα: πάντρεψέ με, κυρά, πάντρεψέ με κυρά!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Α, γρηά ποντίκα! . . . Καλά, αμ' εδώ τι θέλεις; Μήπως ο Ποτκαλιόσην σκοπεύει να . . .
ΦΕΚΛΑ
Και τι τάχα; η ώρα η καλή.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Όχι δα! Βρε τον παληάνθρωπο, και να μη μου ειπή τίποτε. Τι άνθρωπος! είδες τον, μυστικά τάχει!
Οι αυτοί και ο Ποτκαλιόσην, κρατών καθρέπτην εν ώ κατοπτρίζεται μετά πολλής
προσοχής.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
(Κρύπτεται όπισθεν αυτού και τον τρομάζει)
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
(Αναφωνεί και ρίπτει τον καθρέπτην) Δαιμονισμένε! τι είνε αυτά. γιατί . . . τι ανοησίαι είν' αυταί! Μ' ετρόμαξες αλήθεια, έσπασε η χολή μου!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν πειράζει, εχωράτεψα.
ΠΟΤΑΚΛΙΟΣΗΝ
Τι αστεία είνε αυτά! ακόμη δεν ειμπορώ να συνέλθω από τον τρόμον. Νά, έσπασα και τον καθρέπτη! εγώ χάρισμα δεν τον επήρα: τον αγόρασα από το Αγγλικό μαγαζί.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ.
Έλα τώρα, μεγάλη δουλειά! εγώ σου πέρνω άλλον καθρέπτη.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Ναι, θα μου πάρης· τέτοιον καθρέπτην δεν τον βρίσκεις. Ξεύρω εγώ αυτούς τους άλλους καθρέπτας, που σε κάνουν δέκα ολόκληρα χρόνια πιο γέρο και με μια μούρη τόση δα, σαν καλαπόδι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Άκουσ' εδώ, εγώ πρέπει να είμαι περισσότερο θυμωμένος εναντίον σου: συ, από εμένα, τον φίλον σου κρύπτεις τα πάντα. Σκοπεύεις να παντρευθής.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Κουταμάραις! ούτε το εσκέφθηκα!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Νά και η απόδειξις (Δεικνύει την Φέκλαν) Νά την, που στέκετ' εκεί, γνωστή — σαν κάλπικος παράς. Ας είνε, δεν πειράζει: εδώ ας πούμε δεν είνε και τίποτε κακό — πράξις χριστιανική και μάλιστα αναγκαία διά την πατρίδα. Ορίστε λοιπόν, ορίστε, εγώ τα πέρνω επάνω μου όλα. (τη Φέκλα) Λοιπόν, λέγε, συ, πως και τι και τα λοιπά — είνε κόρη ευγενούς, υπαλλήλου, ή ανήκει εις την τάξιν των εμπόρων και πώς είνε τώνομά της;
ΦΕΚΛΑ
Αγάφια Τύχωνοβνα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αγάφια Τύχωνοβνα Βρανδαχλίστοφ;
ΦΕΚΛΑ
Όχι, όχι — Κουπεργγιάγην.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πού κατοικεί — στα προάστεια;
ΦΕΚΛΑ
Με συγχωρείς, κάθεται εδώ κοντά, στα σαπουνάδικα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Ναι, στα σαπουνάδικα, δίπλα στο μαγαζάκι, ένα ξύλινο σπίτι;
ΦΕΚΛΑ
Με συγχωρείς, δεν είνε δίπλα στο μαγαζάκι, αλλά στην μπυραρία.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πώς δίπλα σ' τη μπυραρία, αυτό δεν το ξεύρω.
ΦΕΚΛΑ
Ναι, άμα γυρίσης το δρόμο, θα ιδής αντίκρυ μια παράγκα και άμα περάσης την παράγκα γυρίζεις ζερβά, και θα ιδής 'μπρός στα μάτια σου, δηλαδή νά, έτσι, μπρος στα 'μμάτια σου ένα ξύλινο σπίτι που κάθεται μια ράφτρα, αμέσως όμως θα ιδής δεύτερο σπίτι πέτρινο και αυτό το σπίτι είνε το δικό της, δηλαδή εις αυτό το οποίον κάθεται η Αγάφια Τύχωνοβνα, η νύφη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Καλά, καλά, τώρα εγώ όλα αυτά τα διορθώνω· συ τώρα πήγαινε, περισσότερο δε σ' έχομε ανάγκη.
ΦΕΚΛΑ
Πώς; Μήπως μόνος σου θέλεις να κάμης το γάμο;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Μόνος μου, μόνος μου, συ μοναχά μην ανακατεύεσαι.
ΦΕΚΛΑ
Αχ, αδιάντροπε! Και είνε δουλειά των αντρών αυτή; Μην ανακατευθής, αφέντη, αλήθεια.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Πήγαινε, πήγαινε! σε δουλειά που δεν καταλαβαίνεις, μη ανακατεύεσαι. Κάθε κατεργάρης στο μπάγκο του. Μαρς!
ΦΕΚΛΑ
Μόνο για να κόβετε το ψωμί των ανθρώπωνε, αθεόφοβε! εγώ φταίω που ανακατεύθηκα με τέτοιαις βρώμαις. Αν ηύξευρα, δεν θα έλεγα τίποτε! (Φεύγει αγανακτισμένη).
Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Αι, φίλε μου, αυτή η δουλειά δεν επιδέχεται αναβολήν, πηγαίνομεν.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Μα εγώ τίποτε ακόμη δεν απεφάσισα· εσκέφθηκα μοναχά πως . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Δεν πειράζει, δεν πειράζει! Μόνο να μη σου κακοφανή! εγώ θα σε παντρέψω έτσι, που ούτε είδησι θα το πάρης. Θα πάμε τώρα αμέσως εις της νύμφης, και θα ιδής τι έξαφνα . . Το γοργό και χάριν έχει!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αυτό μας έλειπε . . . να πάμε και αμέσως.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Και γιατί τάχα, όχι αμέσως. Δεν βλέπω τι σ' εμποδίζει . . Κύτταξε και συ ο ίδιος· τι κερδίζεις που δεν είσαι παντρευμένος; Κύτταξε την κάμαρά σου: Κατάστασις είνε αυτή; Νά, εκεί στέκει ένα ακαθάριστο υπόδημα, νά η λεκάνη του νυπτήρος, νά ένας ολόκληρος σωρός καπνού επάνω στο τραπέζι. Και συ πλαγιασμένος εκεί 'σάν φασκιωμένο μωρό, όλη μέρα δίπλα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Αυτό είν' αλήθεια . . . το ξέρω κ' εγώ πως δεν έχω καμμία τάξι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Λοιπόν, όταν πάρης γυναίκα θα ιδής, πως ούτε τον εαυτό σου ούτε τίποτε θα αναγνωρίζης· εδώ θα τεθή ένας καναπές, θα έχετε ένα σκυλάκι, κανένα καναράκι σ' το κλωβί, εργόχειρα . . Και φαντάσου, να κάθεσαι σ' τον καναπέ και έξαφνα να έρχεται να καθίζει κοντά σου η γυναικούλα σου, μία ομορφούλα . . . και με το χεράκι της . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Διάβολε, αλήθεια να φαντασθή κανείς, πως υπάρχουν πράγματι, κάτι χεράκια, μα βρε αδελφέ, σαν το γάλα!
ΚΟΤΣΚΑΡΩΦ
Και που να ιδής ακόμη! Μήπως μονάχα τα χεράκια τους είνε; . έχουν φίλε μου, αυταίς . . . και πού να σου τα λέγω; . . έχουν . . . και τι δεν έχουν! . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
Να σου 'πώ την αλήθεια, πολύ, μ' αρέσει όταν έχω σιμά μου έμορφη γυναίκα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
Το βλέπεις λοιπόν, πως επιάσθηκες μοναχός; Τώρα δεν μένει άλλο παρά να τα καταφέρωμεν . . Εσένα μη σε μέλει διά τίποτε. Το γεύμα του γάμου και τα λοιπά άφησε τα επάνω μου . . Σαμπάνια, βέβαια, όχι ολιγώτερον από μία ντουζίνα, φίλε μου, σ' αρέσει δεν σ' αρέσει! Μαδέρα — μισή ντουζίνα χωρίς άλλο. Η νύμφη θα έχει βέβαια ένα σωρό θειαίς και κουμπάραις, και ξεύρεις αυταίς δεν χορατεύουν! Αμέ άσπρο του Ρήνου; σ' το διάβολο, δεν χρειάζεται, αι, τι λες; Όσο δε διά το γεύμα, έχω εγώ, φίλε μου. ένα εργολάβο, που είνε ικανός, — το σκυλί να σε κάμη να μη 'μπορής να σηκωθής από το τραπέζι.