Μα συ βλέπω τάχεις ολότελα χαμένα. Του 'μιλείς για δουλειά, κι' αυτός, ποιος διάβολος ξέρει τι κάθεται και ψάλλει! Άκουσε! είμαι έως εδώ, ως το λαιμό· θέλω χρήματα, χρήματα, μ' ακούς; Πήγαινε να μούβρης, όπως 'μπορέσης. Όλον μου το μέλλον, όλη η ζωή μου, όλα, όλα κρέμονται από τρεις χιλιάδες ρούβλια. Πήγαινε να μου φέρης. Ακούς; πώλησε τη ψυχή σου . . . τι λέγω ψυχή . . . κλέψε και φέρε μου!! Πήγαινε στου Μπεκ, στου Συρέγγελ, στου Στάρωφ, 'ς όλους τους εβραίους: δόσε τόκο όσο θέλεις . . . βάλε και για εκατό ακόμη χιλιάδες, φέρε μου όμως χρήματα! και κύτταξε καλά, με αδειανά χέρια να μη φανής εμπρός μου, γιατί θα σε πνίξω σαν τη κόττα . . . Να βρεθούν . . . Ιδού περί τίνος πρόκειται· παντρεύομαι την κόρη του Μούρομσκη . . . ξέρεις! Νύφη πλουσία. Χθες εδόθη ο λόγος και μετά δέκα ημέρας γίνονται οι γάμοι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (έκθαμβος)

Μιχ . . Μιχ . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Καλέ τι λέτε; . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έχω στα χέρια μου χίλιους πεντακόσους δούλους· — και τούτο ισοδυναμεί με ενάμισυ εκατομμύριο, — και διακόσες χιλιάδες καθαρώτατο κεφάλαιο. Μ' αυτό το ποσόν μπορεί να κερδίση κανείς δύο εκατομμύρια! και θα κερδίσω, — θα τα κερδίσω χωρίς άλλο θα κάμω κολοσσαίαν περιουσίαν κ' ετελείωσε· ησυχία, σπίτι, κουτή γυναίκα και ήσυχα και καλά γηρατειά. Εσένα θα σου δώσω διακόσες χιλιάδες . . . περιουσία για πάντα, ζωή χαρισάμενη, γεύματα, τιμαίς, γνωριμίαις, όλα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(υποκλίνεται, τρίβει τας χείρας του και γελά).

Διακόσες χιλιάδες . . . γεύματα . . . Ε-ε-ε . . . Μιχ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αλλά γιαυτά χρειάζονται χρήματα· πρέπει να τραβήξωμε το σχοινί μας καμμιά δεκαριά 'μέραις ακόμη. Χωρίς τας τρεις χιλιάδας εγώ αύριον ρίχνω το κανόνι! Ο Στσέπνιεφ, ο Γαλτ θα μου κοινοποιήσουν αγωγήν, θα το ειπούν στη λέσχη, θα γραφή τώνομά μου στον πίνακα, — και τότε χάνεται το παν! . . . εκατάλαβες; . . . (τον αρπάζει λυσσαλέως εκ του περιλαιμίου) εκατάλαβες τι σφίξι, τι δίψα έχω γι' αυτά τα χρήματα; Σώσε με! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μιχάηλο Βασίλειτς! Μάτια μου! Μ' αυτά σου μοναχά τα λόγια δυνάμωσαν τα κόκκαλά μου . . Πάω, πάω . . άι-άι-άι . . . (Αρπάζει την κεφαλήν του.) Παναγία μου . . . (Φεύγει.)

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(Μόνος, περιπατών εν τω δωματίω).

Αι! νομίζω πως αυτή τη δουλειά θα την τελειώση· εις αυτά, μπορώ να πω, είνε επιτήδειος — μπορεί να φέρη άνω κάτω όλην την πόλιν. Αυτοί οι αλιτήριοι εμένα με ξεύρουν . . Είνε δυνατόν να μην εύρη; αι; . . . Θεέ μου! πόσον είναι αναγκαία καμμιά φορά τα χρήματα! . . . (Κινεί τους δακτύλους του.) Υπάρχουν κάποτε κάτι στιγμαί εις τον βίον, που εντελώς όλα, εννοείς . . . (Σκέπτεται.) Και αν δεν ευρεθούν; αν ο Ρασπλιούγεφ δεν φέρη ούτε λεπτόν; αι; αν αυτό το χορταστικό εκατομύριο μου ξεφύγη από το αγγίστρι για ένα τέτοιο τιποτένιο ποσόν τριών χιλιάδων ρουβλίων, αφού όλα πια είνε καμωμένα, ψημένα, τηγανισμένα . . που δεν μένει άλλο παρά ν' ανοίξης το στόμα να τα χάψης . . Λιγόνει η καρδιά τ' ανθρώπου . . . (Σκέπτεται.) Άσχημα έκαμα, που τώρα τελευταίως έμπλεξα με ένα τέτοιον παληάνθρωπο· απ' αυτόν εκτός από αηδίας και δυσαρεσκείας τίποτε άλλο δεν πρέπει να περιμένη κανείς. Να σου πω όμως άνθρωποι δα κι' αυτοί οι ξιπασμένοι μεγαλοαφεντάδες· άρχησαν να μ' αποφεύγουν χμ, φαίνεται πως το μυρίσθηκαν! . . . Είνε καιρός πλέον να τελειώση ή ν' αλλάξη αυτή η σκηνογραφία . . . Και νά, θαρρείς πως επίτηδες εβγήκε 'μπρός μου αυτή η ευλογημένη οικογένεια του Μούρομσκη. Ένας μωρός γύρος βαλς συνδέει την πλέον αχρειοτέραν ερωτοτροπίαν. Η υπόθεσις διεξήχθη με αρκετήν τόλμην· χθες εδόθη ο λόγος και μετά δέκα ημέρας είμαι παντρεμένος! Κάμνω, καθώς λέγουν, καλό γάμο! Έχω σπίτι, θέσιν εις την κοινωνίαν, φίλους και θαυμαστάς — ένα σωρό . . . (Περιχαρής). Αλλά τι τζόγος έχει να γείνει, τι τζόγος! Με διακόσαις χιλιάδες μπορώ να κερδήσω βουνό χρυσάφι! . . . Τι; δεν ημπορώ; Βέβαια 'μπορώ! Θε να 'γδύσω κυριολεκτικώς όλους αυτούς τους χορτασμένους! Στο σπίτι όμως αυτού του γέρο ξεκουτιάρη δεν έχω σκοπό να κατοικήσω. Ευχαριστώ πολύ! Την Λύδοτσκαν πρέπει να την περιλάβω δυνατώτερα στα χέρια μου, να της κάμω, που λέγουν, καλό δασκάλεμα, να την τυλίξω σαν κουβάρι, που να μη βγάζη άχνη· γιατί αυταίς η άχναις εμένα . . . δεν μ' αρέσουν τόσο . . . Ας είνε, αυτό δεν είνε και δύσκολο πράγμα. Κι' αυτή η Λύδοτσκα, δε ξεύρεις τι διάβολο είνε! μια νερόβραστη γογγύλα, ένα μηδέν! . . . κ' εγώ τραβώ για την Πετρούπολι! Εκεί είνε ο τζόγος! Εδώ τι παίζουν; ευτελή, μηδαμινά πράγματα . . .

ΣΚΗΝΗ Ε'.


ΘΟΔΩΡΟΣ (εισέρχεται).

Μιχάηλο Βασίλειτς! ο έμπορος Στσέμπνιεφ . . . Προστάζετε να τον αφήσω νάμπη μέσα;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Νά και η πραγματικότης! Κουτέ! ας του έλεγες πως δεν είμαι σπίτι.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Δε 'μπορώ, Μιχάηλο Βασίλειτς! Δεν τους ξέρετε τι άνθρωποι είνε αυτοί; — 'μπορεί να καθίση να περιμένη με την ησυχία του στην πόρτα οκτώ ώραις, — γι' αυτόν το ίδιο είνε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Καλά, ας έλθη.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.


Στσέμπνιεφ και Κρετσίνσκης.

(Ο Στσέμπνιεφ είν' ενδεδυμένος κατά τον συρμόν, με παχυτάτην άλυσιν ωρολογίου, με βελούδινον δικτυωτόν γελέκον και πανταλόνι καρέ).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ραθύμως)

Καλημέρα, Τιμοφέη Τυχομίριτς!

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Τα σεβάσματά μου, Μιχαήλο Βασίλειτς; είσθε καλά;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Κάποια μικρά αδιαθεσία . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Κανένα μικρό κρυολογηματάκι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Φαίνεται . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Από το χθεσινό τζόγο έχω ένα μικρό λογαριασμουδάκι· αν έχετε την ευχαρίστησι να μου το πληρώσετε . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα δεν σας είπα χθες πως θα τα φέρω ο ίδιος;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Ναι, έχετε δίκηο, Μιχάηλο Βασίλειτς· αλλά ξεύρετε έχω ανάγκην από χρήματα. Κάμετέ μου τη χάρι να με πληρώσετε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αλήθεια, στην τιμή μου, σας λέγω, τώρα χρήματα δεν έχω. Περιμένω από στιγμής εις στιγμήν και θα σας τα φέρω χωρίς άλλο, μείνατε ήσυχος. (Σιγή). Αι, τι γίνεται στη λέσχη;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Μα . . . τίποτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ποιος έπαιξε ύστερ' από 'μένα;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Μα . . . όλο και οι ίδιοι. Λοιπόν, δεν μου κάμνετε την χάρι, Μιχάηλο Βασίλειτς.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα είσθε περίεργος άνθρωπος· πήτε μου, στο Θεό σας, ημπορώ να σας πληρώσω αφού δεν έχω χρήματα; Σας λέγω, πως δεν έχω. Από τον τοίχο θενά τα κόψω;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Πάει καλά . . όπως αγαπάτε . . . όπως αγαπάτε . . λοιπόν να μη σας κακοφανή, Μιχάηλο Βασίλειτς αν σήμερον . . . δηλαδή . . . στη λέσχη . . καταχωρήσουμε στο βιβλίο . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πώς εις το βιβλίον; δηλαδή εις το βιβλίον θα το καταχωρήσετε;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Μάλιστα . . . Μα αυτό πλέον έτσι γίνεται συνήθως.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πώς συνήθως; Δηλαδή να καταισχύνετε έναν άνθρωπον, να τον εξοντόσετε . . Μα αυτό θα το μάθη σήμερον όλη η λέσχη, και αύριον όλη η πόλις! . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Μα βέβαια. Είνε πράγμα συνηθισμένον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Συνηθισμένον διά σας, όχι όμως και δι' εμέ. Εγώ πάντοτε ήμην τίμιος και ακριβής εις την πληρωμήν των χρεών μου, και από σας, μάλιστα, από σας, κύριε, είχα να λαμβάνω τόσες φοραίς και επερίμενα και τρεις μήνας χρήματα. Ενθυμείσθε;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Δεν λέγω όχι. Εμείς σας είμεθα πάντοτε ευγνώμονες. Τώρα όμως μην ταράττεσθε και κάμετέ μου τη χάρι να με πληρώσετε. Διαφορετικά . . . τι να γείνη; η ανάγκη . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα τι ανάγκη; Σταθήτε . . . μήπως θα χάσετε το δικαίωμα να με γράψετε εις το βιβλίον αύριον ή μεθαύριον; Δεν το χάνετε . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Αυτό βέβαια.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τότε λοιπόν γιατί σώνει και καλά σήμερα;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Αυτό, βλέπετε, απαιτεί η τάξις: όποιος δεν πληρώνει — εγγράφεται εις το βιβλίον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα τι είν' αυτά, βρε αδελφέ; Μήπως αρνούμαι εγώ να πληρώσω; Εγώ σας παρακαλώ μονάχα να μου κάμετε την χάριν να περιμένετε δύο — τρεις ημέραις. Μήπως κ' εγώ δεν σας επερίμενα τρεις μήνες.

ΣΤΣΕΣΜΠΝΙΕΦ

Αυτό είν' αλήθεια . . πράγματι αυτό έτσι είνε, τώρα όμως Μιχάηλο Βασίλειτς, αλήθεια, προστάξετε να σας παρουσιάσω τον λογαριασμόν. Έχω ανάγκην, σας βεβαιώ!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα τι διάβολο λοιπόν — πέτρα είσθε; Ήλθατε επίτηδες να μου κάμετε τον παλαβό και δε μπορώ να σας χώσω στην κεφαλή σας, ότι τώρα, αυτή τη στιγμή, χρήματα δεν έχω και να σας πληρώσω δεν ημπορώ! . . . Είνε αδύνατον! (πλησιάζων προς τον Στσέμπνιεφ) Εκαταλάβατε; . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Γιατί ερεθίζεσθε, Μιχάηλο Βασίλειτς; Αυτά είνε συνηθισμένα πράγματα . . . (υποκλίνεται). Όπως αγαπάτε . . . (σιωπήσας, αποχαιρετίζει και αποσύρεται προς την θύραν). Δούλος σας! . . . Εντούτοις απόψε που θα πηγαίνω στη λέσχη, θα περάσω απ' εδώ, και σεις πια κάμετέ μου τη χάρι να τα ετοιμάσετε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι να ετοιμάσω;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Δηλαδή, λέγω τάχα για τα χρήματα. Δούλος σας. (Θέλει να φύγη).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΛΗΣ (τον λαμβάνει ταχέως εκ της χειρός)

Σταθήτε! Έτσι δα δεν κάνουν. Εγώ εκάθησα να παίξω μαζύ σας, με την ιδέαν πως έχω να κάμω με ένα άνθρωπον καθώς πρέπει. Ο καθώς πρέπει άνθρωπος, κύριέ μου, χωρίς ανάγκη δεν πνίγει τον άλλον, χωρίς μεγάλη ανάγκη δε σκοτώνουν, αδελφέ τον άλλον. Γιατί λοιπόν σεις με πνίγετε; γιατί; Τι σας έκαμα; λέγετε λοιπόν, τι σας έκαμα;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Όπως αγαπάτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γλυκέως) Ακούσατέ μου. Μα αν δεν είχατε και σεις

χρήματα όπως εγώ — αι τότε θα άλλαζε το πράγμα· σεις όμως, σεις είσθε, κεφαλαιούχος, σεις τοκίζετε χρήματα· σεις τώρα δεν έχετε απ' αυτά ανάγκη· μήπως εγώ σας έκαμα ποτέ τίποτε; κ' εγώ είχα να λάβω άλλοτε από σας, τότε που σεις τα ετοκίζατε.

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Καλέ τι λέτε! μπα . . μπα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Δεν πρόκειται τώρα περί αυτού, αλλά γιατί με στενοχωρείτε έτσι αλύπητα! μου κτυπάτε κατακέφαλα . . . γιατί; . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Τα ημέτερα σεβάσματα, Μιχάηλο Βασίλειτς

(Στενάζει, υποκλίνεται και διολισθαίνει ηρέμα).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.


ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (οπίσω του)

Τσιφούτη! (μετά μικρόν). Θα με γράψη! Δεν τώχει τίποτε να με γράψη· θα γράψη με τα τσιφούτικά του χέρια τώνομά μου στο βιβλίο και θα βροντήξη σαν κανονιά μέσα στη Μόσχα η είδησις! και τετέλεσται, το παν τετέλεσται! Ο γάμος μου ματαιόνεται κι' απ' αυτό το καταραμένον εκατομμύριον θα μείνη στάχτη και καπνός, η καρηβαρία της μέθης και η μανία . . ναι, η μανία! . . (σταυρόνων τας χείρας του) Αι, ομολογώ, δεν θα εσυμβούλευα εγώ . . . (κάμνει χειρονομίαν αδιαφορίας) Μωρολογήματα και μικρολογήματα! . . . Να μην ευρεθώ εις θέσιν να πάρω τα μπαγάγια μου στον ώμο και το κόψω λάσπη από 'δώ για να προλάβω την απόχη του δικαστικού κλητήρος . . . (συλλαμβάνει το περιλαίμιόν του, μετά μικράν σιγήν). Αγύρτης, αι; φου! . . . ανυπόφορον!! . . . (εκβάλλει τον κοιτωνίτην του) πνίγομαι! . . . (άρχεται βαδίζων τεταραγμένος). Το παν, εξαρτάται τώρα από τον Ρασπλιούγεφ . . αι; . . (κάθηται εις το γραφείον, λαμβάνει φύλλον χάρτου και γράφει δια μολυβδίδος). Ας λογαριάσω, τι και τι μας χρειάζεται; . . Εκεινού χίλια πεντακόσια, καλά· εκεινού (δεικνύων προς την θύραν) — χίλια διακόσια. Τώρα εκείνου του λύκου — χωρίς άλλο χίλια: να μπουκωθή το πεινασμένο του λαρύγγι, γιατί, βλέπεις, γαυγίζει . . . χα-χα! Να-ά ένα λαρύγγι . . . έπειτα κάτι μικρά — καμμιά πεντακοσαριά . . εξακοσαριά (λογαριάζει). Κ' εδώ, μάτια μου, χρειάζονται χρήματα και χρήματα.

ΘΟΔΩΡΟΣ (εις την θύραν)

Μιχάηλο Βασίλειτς, ο αμαξάς ήλθε! θέλει, λέει, χρήματα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ζβερκιαίς! . . . (εξακολουθεί λογαριάζων) δηλαδή, με άλλους λόγους, τρεις χιλιάδες ρούβλια — σαν να μην είνε τίποτε: σταγών εν τω ωκεανώ . . . Και ο γάμος, ο γάμος! Και πώς θα τον κάμω τον γάμον, που εδώ χρειάζονται έξοδα, αναπόφευκτα έξοδα! . . . Σε κάθε βλάκα να δίνης δώρα· κάθε ζώο τετράποδο σου ζητεί φιλοδώρημα. Έρχονται έπειτα τα μπουκέτα, τα κουφέτα, κάθε λογής κουταμάρες, κάτι ανόητα κάνιστρα . . μια ατελείωτη μωρία . . . και όλο χρήματα, όλο χρήματα! . . . (σκεφθείς) Χρήματα.

ΘΟΔΩΡΟΣ (εισέρχεται)

Μιχάηλο Βααίλειτς, η πλύστρα ήλθε: θέλει χρήματα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λογαριάζων)

Ζβερκιαίς!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μιχάηλο Βασίλειτς, νά κι' ο ξυλάς, στέκει κι' αυτός δύο ώραις

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανεγείρων την κεφαλήν του)

Μα δε μου λες — ετρελλάθης, αι; Δε νοιώθης; Τι έρχεσαι και με ενοχλής για τιποτένια πράγματα;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Όπως αγαπάτε! Μάλιστα, άλλα μέσα δεν υπάρχουν . . Εγώ πια με κάθε τρόπο . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανεγειρόμενος εκ της καθέκλας)

Λοιπόν!

(Ο Θόδωρος εξαφανίζεται. Εις τον προθάλαμον ακούεται θόρυβος φωνών, τα πατήματα ολονέν παύουν. Σιγή).

ΣΚΗΝΗ Η'.


Ρασπλιούγεφ (εισέρχεται, στρέφεται κατ' ευθείαν προς την γωνίαν, αποθέτει τον πίλον του και εξάγει τα χειρόκτιά του).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(Εγείρεται, τον παρατηρεί μετά προσοχής, ακολούθως στρέφεται βραδέως, σταυρόνει τας χείρας του και βλέπει εις την πλατείαν).

Νά! . . . Αμ' εγώ τώξευρα! (Κύπτει την κεφαλήν). Ορίστε! . . . (ανορθεί την κόμην του). Ορίστε! . . .

(Πλησιάζει βραδέως τον Ρασπλιούγεφ με συνεσφιγμένους γρόνθους· εκείνος οπισθοχωρεί προς τα παρασκήνια, ο Κρετσίνσκης τον συλλαμβάνει εκ του περιλαιμίου δι' αμφοτέρων των χειρών).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (δειλιάσας)

Μιχάηλο Βασίλειτς, σταθήτε . . . ζητούν ενέχυρον . . . ενέχυ . . .

(Ο Κρετσίνσκης αρχίζει να τον σείη εμπρός οπίσω).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διακεκομμένως)

Μα . . . δε σου είπα εγώ . . . να μούβρης . . . χρήματα;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ενέχυρο . . . ενέχυρο . . (συστέλλεται η αναπνοή του). Μιχ . . . Μιχ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Δε σου είπα, κακούργε, δε σου είπα να πα να κλέψης . . . (οργίλως) να ληστέψης!!! (τον σφίγγει) και να μου φέρης χρήματα! . . .

(Ο Ρασπλιούγεφ φωνάζει· ο Κρετσίνσκης τον σπρώχνει επί του καναπέ και σταματά με παρηλλαγμένον πρόσωπον εις την γωνίαν της σκηνής). Ακούς εκεί; . . . δεν ηύρε λέγει, χρήματα! ψέματα λέγει! . . . Εις όλα τα σπίτια υπάρχουν χρήματα! χωρίς άλλο υπάρχουν . . . αρκεί να μάθη κανείς πού τάχουν . . πού να ψάξη . . . (διαλογίζεται και κινεί τα δάκτυλα του) χμ! πού τάχουν κρυμμένα . . . πού είνε κρυμμένα . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(εγείρεται βραδέως εις τους πόδας του και εξετάζει τον επενδύτην του).

Ορίστε! . . . (αναζητεί επί του δαπέδου το κομβίον του). Ώστε κατά τα φαινόμενα σε εικοσιτέσσαρες ώραις μέσα — δυο ξυλοφορτώματα. Αυτή δεν είνε ζωή (εγείρει το κομβίον), έτσι δα ούτε σκυλί δε μπορεί να σταθή εδώ μέσα . . . (εγείρει άλλο κομβίον) να τώρα, ο σγουρομάλλης, ας πούμε, είνε πιστό σκυλί, αι, κι' αυτό θα πάρη δρόμο να φύγη. (αναζητεί πάλιν). Αι, εκείνο, πια, ας πούμε ήτανε μποξ, — εγγλέζικο . . . αμ' αυτό, τι λογής είνε; αυτό, πια θαρρώ πως είνε δική του εφεύρεσις.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κτυπών το μέτωπόν του)

Α!!!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ιδών ακόμη έν κομβίον)

Α, α, α!!! (πηγαίνει και το σηκώνει). Για 'δέ το, που κατρακύλισε! (το θέτει εις το θυλάκιόν του). Ακούς εκεί, μωρ' αδερφέ, θυμό! . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι να κάμω . . . τι να κάμω;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Η πρώτη δουλειά που θα κάμης είνε — να μη κτυπάς . . . .

(ο Κρετσίνσκης κάθηται παρά το γραφείον, ο δε Ρασπλιούγεφ εις το άλλο άκρον της σκηνής ανερευνά δια τα κομβία. Σιωπή).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Θεέ μου! υπάρχουν άνθρωποι, που γεννώνται μέσα στην ευτυχία, μέσα στην αφθονία, μέσα εις όλα τα αγαθά της ζωής, και ζουν, ειμπορώ να πώ, γλεντίζοντας. Γεννιώνται όμως και κάμποσα τούμπανα, που τα χτυπούν από την αυγή του Θεού ως τη μαύρη νύκτα! . . Καλή ώρα! (ίσταται ενώπιον του κοινού) Αν ετύχαινε να γεννηθώ κανένας αδύνατος, ψιλοκαμωμένος, ντελικάτος . . . πού θα μπορούσα να βαστάξω; . . . μπα! μπα! δε θα βαστούσα! . . . Ξέρω και λέω, πως αν ήτον άλλος στη θέσι μου, από το ξυλοφόρτωμα που μούδωσαν χθες — ο διάβολος να με πάρη — αν θα μπορούσε να βαστάξη· αμ' από την ενοχλητική εκείνη ιστορία, δεν μου λέτε παρακαλώ, ποιος ειμπορούσε να κρατήση; Αμ' εδώ και τρία χρόνια στο Κουρσκ, ύστερ' από το μεθύσι εκείνο που τραβούσα — μπορούσε κανείς να κρατήση; μπα,- μπα! αδύνατον . . και όμως νά, ζω και βασιλεύω και να σας πω, φθάνει μονάχα να την τυλώσω καλά, και να πάρω ένα ηρωικό ύπνο από κείνους που λέγει ο λόγος . . . και είμαι πάλι φρέσκος φρέσκος . . . (σταματά και παρατηρεί τον Κρετσίνσκην, ο οποίος ανοίγει έν συρτάριον του γραφείου). Και όμως, χρήματα δεν υπάρχουν . . . (ο Κρετσίνσκης ανοίγει άλλο) κ' εδώ δεν υπάρχουν . . (ανοίγει τρίτον συρτάριον) μα δεν υπάρχουν . . και όμως κτυπάς! . . τι εκέρδισες; (ο Κρετσίνσκης ανερευνά εν αυτώ). Τι κάθεται και ψάχνει; τι ψάχνει μέσα στα σκουπίδια; χρήματα ναύρη; τον καϋμένο! εγώ ξέρω τι έχει εκεί μέσα· εκεί μέσα δεν έχει τίποτε· παλαιά χρεωστικά, απλήρωτοι λογαριασμοί. (Ο Κρετσίνσκης εξάγει καρφίδα ικανού μεγέθους). Να, τωύρε το ψεύτικο μπιχλιμπίδι . . . δεν θα αξίζει παραπάνω από πενήντα λεπτά . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αναφωνεί αίφνης)

Μπα-α! Εύρηκα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ωω! (συσπειρούται προς τον τοίχον) τον έπιασε . . φαίνεται· φοβούμαι . . . (στενάζει) η ανάγκη τι δεν κάνει;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κρατών εις χείρας του την καρφίδα). Εύρηκα! . . .

εύρηκα! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Χριστέ και Παναγία μου! αυτός τάχασε! . . . μα το ναι, τάχει χαμένα . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(αίφνης σκέπτεται και ομιλεί βραδέως)

Εύρηκα . . . ελληνικά, θα ειπή — βρήκα! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ελληνικά;! . . . φυ-ού (κινεί την κεφαλήν του). Τώρα πια εδέσαμε το γάιδαρό μας . . . Τον καϋμένο! Τον έχω που τον έχω για το φρενοκομείο (σείει και πάλιν την κεφαλήν του). Κ' έτσι που λες, εδέσαμε το γάιδαρό μας. (ο Κρετσίνσκης είνε βαθέως συλλογισμένος, κάμνει χειρονομίας, φέρει τον δάκτυλον εδώ κ' εκεί και ομιλεί ακαταλήπτως. Ο Ρασπλιούγεφ τον παρακολουθεί). Άσχημαις . . . άσχημαις δουλειαίς . . . κι' αυτός έτσι δα που κάνει το δάκτυλό του, μπορεί να μου πετάξη το μάτι . . . εγώ πια την είδα την τύχη μου. Ας κάμω πως τραβιέμαι απ' εδώ . . . ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια (λαμβάνει τον πίλον του και χωρεί προς την θύραν ακροποδητί . . . Βόηθα, Παναγία μου! . . . (φεύγει).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έτσι είνε; . . . είνε σωστό; . . . (τρίβει το μέτωπόν του) Δεν έχω τάχα λάθος; (πάλιν σκέπτεται).

(Ο Ρασπλιούγεφ μετά του Θοδώρου εμφανίζονται εις την θύραν)

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Κύτταξε να ιδής τι δουλειαίς σκαρόνει.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έτσι, έτσι κ' έτσι . . . (αναπηδά) μπράβο!. ουρά! το βρήκα τελείως το βρήκα! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κρυφθείς όπισθεν της θύρας).

Μωρε-ε-έ! . . . Μωρέ δουλειά! . . Μα δε σου τώλεγα εγώ; — πάει, τάχασε τα μυαλά του, όλως διόλου τάχασε! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (πλησιάζει δειλώς και τεταραγμένος)

Αφέντη, Μιχάηλο Βασίλειτς! τι έχετε; Πιήτε ένα ποτήρι νερό. Τι επάθατε, αφέντη; Μη θέλετε να σας φέρω λοδεκολόν; Αφέντη! εμάς μας έτυχαν χειρότερα απ' αυτά . . . θα περάσουν και τούτα . . . Ένα λόγο 'πήτε, και πέρνω απάνω μου το βάρος . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ακούσας, θωπευτικώς)

Τι είνε, Θόδωρε, τι είνε; εγώ δεν έχω τίποτε . . . (δυνατά) Αι, Ρασπλιούγεφ! (ο Ρασπλιούγεφ αναπηδά σύσωμος)· Πήγαινε, ξέρεις, σ' εκείνον . . . πώς τόνε λένε; . . τον Θώμην, — που είνε εις την οδόν Πέτρου, και παράγγειλέ του αμέσως μίαν ανθοδέσμην χορού, την καλείτερη, να είνε όλη από άσπρες καμέλιες . . καταλαμβάνεις; μόνον από άσπρες. Πήγαινε και να μου τήνε φέρης στη στιγμή.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(λυπητερά δεικνύων εις τον Θόδωρον τον Κρετσίνσκην).

Δε σου τάλεγα, Θόδωρε; αι; δεν έχει παρά τσακιστό και παραγγέλλει μπουκέτο πενήντα ρουβλιών! (περιπατεί εμπρός οπίσω). Ωχ, ωχ, ωχ! Μάνα μου μανούλα μου! Τι θα κάμουμε, Θόδωρε μου; τι θα γίνομε οι ορφανεμένοι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (περιπατών σταματά)

Αι, λοιπόν; ακόμη εδώ είσαι; Μήπως εστούπωσαν τ' αυτιά σου; Να σου τα ξεφτυλίσω! Άκουσες; . . . (προχωρεί κατ' αυτού) άκουσες τι σου είπα;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (οπισθοχωρών προς τον τοίχον)

Μ . . Μ . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Περίεργο πράγμα! μα με τι χρήματα; Εγώ δεν έχω λεπτό. Με τι θα σας αγοράσω το μπουκέτο;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πηγαίνετε, Ιβάν Αντώνιτς, πηγαίνετε! ακούσατε τι σας επρόσταξε ο αφέντης; πηγαίνετε.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα με τι να τ' αγοράσω; πού είνε τα χρήματα; εγώ δεν έχω λεπτό.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(λαμβάνει εκ της τραπέζης το ωρολόγιόν του μετά της αλύσσου).

Νά χρήματα . . . Κύτταξε καλά, μετά μισή ώρα να βρεθή επάνω εδώ στο τραπέζι. Άκουσες; Λοιπόν; . . . (ο Ρασπλιούγεφ φεύγει).

ΣΚΗΝΗ Θ'.


Οι άνω εκτός του Ρασπλιούγεφ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τώρα, τώρα, ναι, τώρα πρέπει να κάμω ένα γράμμα της Λύδοτσκας, να το έχω έτοιμον. Ο καιρός επείγει· εις έργον! (κάθηται και άρχεται γράφων παρά το γραφείον).

ΘΟΔΩΡΟΣ

(κατ' ιδίαν, παρατηρών λοξώς τον Κρετσίνσκην).

Ψέματα λέγει ο Ιβάν Αντώνιτς· δεν τάχει χαμένα ο αφέντης κάθεται γερός και δυνατός ο αφέντης, όχι ετρελλάθη (φεύγει).

ΣΚΗΝΗ Ι'.


Κρετσίνσκης μόνος.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γράφει επιστολήν σταματά).

Όχι! (Σχίζει το χαρτίον και γράφει πάλιν). Δεν είναι εκείνο που πρέπει να 'πώ. (σχίζει ακόμη, γράφει πάλιν). Άει στο διάβολο! πρέπει να γραφή ένα τέτοιο γράμμα, που να κάμη και νεκρά ν' ανατριχιάση· Με πάθος. Άλλως τε, το πάθος προκαλεί πάθος. Αχ, πάθος, πάθος! πού είσαι; (μειδιά) Το πάθος μου, ο έρως μου . . . ψύλους στάχυρα γυρεύω . . . αι, αι, αι! Και πρέπει, χωρίς άλλο, πρέπει . . . (συντάσσει την επιστολήν, την αναγινώσκει, απαλείφει και πάλιν γράφει). Νά δουλειά· ίδρως μ' έκοψε, (απομάσσει το πρόσωπόν του και διατρέχει την επιστολήν). Μμ . . μ . μ . . μ . . Γλυκέ μου άγγελε . . . προσφιλεστάτη της οικογενείας εστία . . μ . . μ . . μ . . αβρέ μου αστερισμέ . . ανοησίαις του διαβόλου! αέρας κοπανιστός . . . κολοκύθια με τη ρήγανη, και τα λοιπά (σφραγίζει και επιγράφει την επιστολήν). Ιδού λοιπόν. Γλυκέ μου άγγελε! Πέμψατέ μου μίαν εκ των πτερύγων σας, την καρφίδα σας με τον μονόπετρον αδάμαντα (παρωδών), εις τον οποίον κατοπρίζεται η στιλβηδών της ουρανίας πατρίδος σας. Πρέπει να εξοπλήσωμεν ακάτιον, το οποίον, βοηθούμενον υπό τεσσάρων ανέμων, του καρώ, του σπαθιού, του πίκα και του κούπα, θα μας φέρη εις το τρικυμιώδες πέλαγος του βίου. Εγώ θα κρατώ το τιμόνι, ο Ρασπλιούγεφ θα είνε εις τα πανιά και σεις θα μας χρησιμεύσετε ως σαβούρα! . . . Κι' αυτός ο Ρασπλιούγεφ δεν έρχεται . . . α — διάβολε . . .

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.


Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ (εισέρχεται).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α . . . νάτον! . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(με την ανθοδέσμην ανά χείρας. Την κομίζει μετά προφυλάξεως· προς τους θεατάς, δεικνύων την ανθοδέσμην).

Εικοσιπέντε ρούβλια αργυρά, για μια σκούπα! φτου!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, εδώ, δείξε μου το. (την παρατηρεί) Καλό είνε, λαμπρά! Πόσα ρέστα έφερες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά κατανύξεως)

Ρέστα; πενήντα ρούβλια (τω δίδει τα χρήματα).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τώρα άκουσε και κάμε, καϋμένε, μάτια τέσσαρα! πρόκειται περί λεπτής υποθέσεως. Κύτταξε λοιπόν, αυτό το γράμμα θα το πας της μνηστής μου, της Λυδίας Πετρόβνας Μούρομσκη, νά, εδώ κοντά στη δενδροστοιχία . . . ξέρεις; . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αναζωογονούμενος)

Ξέρω, Μιχάηλο Βασίλειτς, ξέρω. Άμα στρέψης τη γωνιά, μια μεγάλη, άσπρη σπιτάρα με εξώθυρα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ναι, ναι. Τώρα θα είνε μία η ώρα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(πηδά και παρατηρεί το ωρολόγιον)

Μία παρά τέταρτον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Λοιπόν· τώρα ο γέρος δεν είνε στο σπίτι· αυτή την ώρα πάντοτε γυρίζει μέσα στην πόλιν, καλπάζων με τα ψοφίμια που έφερε από το κτήμα του. Πήγαινε και δόσε το μπουκέτο αυτό εις τα χέρια της Λυδίας Πετρόβνας. Χαιρέτισέ την εκ μέρους μου, έτσι με περισσοτέραν επιδεξιότητα, με περισσοτέραν σοβαρότητα, συστήσου μόνος σου . . καταλαμβάνεις; Και συγυρίσου καλείτερα. Φόρεσε το σουρτούκο μου . . Θόδωρε! (εισέρχεται ο Θόδωρος) Δόσε του το σουρτούκο μου! . . . Αν ο γέρος είνε στο σπίτι, το μπουκέτο το δίνεις, το γράμμα όμως, κύτταξε καλά μην το δώσης. Της γράφω, μέσα στ' άλλα να μου στείλη το μονόπετρο διαμάντι της, που το μετεσχημάτισα εις καρφίτσαν . . το θυμάσαι; (ο Θόδωρος εγχειρίζει εις τον Ρασπλιούγεφ το σουρτούκον).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (το φορεί και απέρχεται).

Ξέρω, θυμούμαι είκοσι καρατιώ — αξίζει 30 χιλιάδες.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Της γράφω, πως χθες εσυζητούσαμεν περί αυτού με τον πρίγκηπα Βέλσκην, και εβάλαμεν δι' αυτό μεγάλο στοίχημα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τς-τς-τς. τς . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πάρε το και να μου το φέρης με μεγάλην προφύλαξιν (τον απειλεί). Γι' αυτό το στοίχημα μπορείς και συ να πης κανένα ψέμα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ακούς εκεί, ό,τι θέλεις μπορώ να πω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ή όχι, μην 'πής τίποτε. Εσύ πάντα στα ψέματα τα μπερδεύεις. Τρέξε κι' άμα το πάρης πέταξε! Φυλάξου από το γέρο· τα επίλοιπα θα έλθουν βολικά . . Εκατάλαβες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ημιφώνως)

Εκατάλαβα, Μιχάηλο Βασίλειτς, (ανασπών τας οφρύς και υψών τον δάκτυλον εμφαντικώς) εκατάλαβα! πετώ! . . . (φεύγει).

ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.


Κρετσίνσκης (μόνος).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εκατάλαβα, εκατάλαβα . . . τίποτε ο βλάκας δεν εκατάλαβε. Αυτός νομίζει, πως εγώ θέλω να κλέψω, ότι είμαι κλέπτης. Όχι αδελφέ· την τιμή μας την φυλάττομεν ακόμη· μέσα εις αυτό εδώ το θυλάκιον (δεικνύει την κεφαλήν του) έχομεν ακόμη πόρους. Τώρα εις έργον! (κραυγάζει) Θόδωρε! αι Θόδωρε! (ο Θόδωρος εισορμά). Τι κάνεις; κοιμάσαι;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Τώρα μόλις, αφέντη . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Λοιπόν. Τα δυο σου πόδια είνε λίγα, βάλε και τρίτο! . . Νά, πάρε χρήματα. Πρώτα πρώτα ν' ανάψης να ζεσταθή το δωμάτιον. Κύτταξε όμως να μη το κάμης καμίνι από τη χαρά σου· αλλ' αυτό ακόμη είνε νωρίς. Δεύτερον, θα δώσωμε απόψε το τσάι εις έξ πρόσωπα· η νύμφη με τους συγγενείς της, ο κ. Νέλκην και ίσως ακόμη κανένας άλλος. Να είνε όλα πρώτης . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πολύ καλά. Να πάρω γλυκά;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Να είνε όλα καθώς πρέπει. Άναψε τους λύχνους, τα μεγάλα κανδυλέρια να μην αναφθούν· να συγυρισθούν τα δωμάτια· να καπνίσης μυρωδιές. Τρανσπαράν παντού· υποδοχή στας επτά. . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Θα φορέσω στολή;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Στολή δεν χρειάζεται. Η υπηρεσία — με μαύρα φράκα· λαιμοδέταις και γελέκια άσπρα· να κατεβασθούν η κουρτίνες, — η κουρτίνες να κατεβασθούν. Γιατί εσείς ή καθώς πρέπει άνθρωπος δίνει εσπερίδα ή πραγματευτής παντρεύεται — το ίδιο τώχετε.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πολύ καλά. (απέρχεται σπεύδων).

ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.


Κρετσίνσκης (μόνος)

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τώρα μου χρειάζονται δύο τέτοια χαρτάκια που να είνε απαράλλακτα. Στάσου, στάσου! (αναζητεί εντός του γραφείου του), Τα, τα, τα. Χρεωστικαί αποδείξεις! Καλείτερα δεν ειμπορεί να γείνη! (θέτει αυτάς την μίαν επί της άλλης και δια ψαλλίδος τας κόπτει καταμεσής). Περίφημα! (τραγουδεί εκ του Μαγευμένου Βέλους).

    Αν δεν ήταν το κρασί, η ζωή γεμάτη λύπαις και με θλίψι θα περνούσε

Ωραίο τραγουδάκι αυτό, μα το δικό μου είνε καλείτερο:

    αν δεν είχαμε μυαλό η ζωή γεμάτη λύπαις και με γύμνια θα περνούσε.

Με αυτό (δηλαδή με το μυαλό) η δυστυχία

    είναι ψέμα φοβερό! αν η τσέπη είν' άδεια τώρα αύριον πλουτούμεν. (δις)

(τελειώνει με ένα απίστευτον λαρυγγισμόν).

Κι' όταν φθάσωμεν να γενούμεν πλούσιοι, τότε ό,τι τραγούδι θέλεις λέγε, όσαις ανοησίαις θέλεις 'πέ· όλα θα είνε καλά, όλα άξια . . . όλο νους, παντού νους! Στον κόσμο νους, στον έρωτα νους, στο παιγνίδι νους, στην κλεψιά — νους! . . . Ναι, ναι! αυτό είνε, νά που εφάνη και η φιλοσοφία, Όταν όμως έσυρα τον Ρασπλιούγεφ τότε φιλοσοφία δεν υπήρχε· φαίνεται πως και αυτή η κόρη του Σωκράτους, αγαπά να στηρίζεται καλά . . . Αλλά . . να μη μου τα μπερδέψη αυτός ο Ρασπλιούγεφ; 'πέρασε πια μισή ώρα, αν όχι περισσότερο . . . τώρα, αυτή τη στιγμή, αυτή την μεγάλη στιγμή διερχόμεθα τον Ρουβίκωνα, και ή διαπερεούμεθα εις την αντίπεραν όχθην ή βουλιάζομε! . . . Ναι, αυτή είνε, αυτή είνε η αποφασιστική, η κρίσιμος στιγμή!

(Ακούεται θόρυβος, ο Ρασπλιούγεφ εισορμά με την γούναν, ασθμαίνων. Ο Κρεντσίνσκης αναπηδά και τρέχει να τον υποδεχθή).

ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.


Ρασπλιούγεφ ακολουθούμενος υπό του Θεοδώρου, όστις του εκβάλλει την γούναν. ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, Ρασπλιούγεφ, νίκη;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Νίκη, Μιχάηλο Βασίλειτς, νίκη! Νάτηνε, επιάσθηκε στ' αγγίστρι!

(κρατεί υψηλά την καρφίδα και του την εγχειρίζει).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φαιδρώς)

Αι, Ρασπλιούγεφ, τον επεράσαμε τον Ρουβίκωνα! ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τον επεράσαμε!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τον Ρουβίκωνα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τον Ρουβίκωνα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Γελοίε!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Γελ . . . γελοίε; εγώ γελοίος; με συγχωρείς, Μιχάηλο Βασίλειτς! Τα εκατάφερα που λέτε μια χαρά. Φθάνω . . . φθάνω κ' ερωτώ: είνε μέσα ο κύριος; όχι, μου λένε, δεν είν' εδώ· η δεσποσύνη είνε στο σπίτι; στο σπίτι μου λένε, πού είνε, λέγω; Στην κάμαρή της, μου λένε, του λέγω, ανάγγειλέ με· μου λέ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, αυτό πια φαίνεται· μεγαλοφυέστατον! . . . (Βαίνει προς το γραφείον. Ο Ρασπλιούγεφ πλησιάζει τον Θόδωρον και του ομιλεί χειρονομών. Ο Κρετσίνσκης εξετάζει αμφοτέρας τας καρφίδας). Απαράλλακτες! (Τας περιτιλύσσει κάθε μίαν χωριστά εντός χαρτίων). Δε μου ξεγλυστρά! (Τας θέτει εις το πορτοφόλι του. Προς τον Ρασπλιούγεφ). Αι, Ρασπλιούγεφ! Τώρα δρόμο . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (στρεφόμενος ταχέως προς αυτόν).

Δρόμο;!! τι τάχα; Εγώ είμ' έτοιμος για δρόμο . . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πάρε άρπαξε ό,τι μπορείς. Γρήγορα ζβέλτα — (Προς τον Θεόδωρον) Δόσε μου να ντυθώ!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τρέχει εντός του δωματίου)

Θόδωρε! πάρε, άρπαξε, φίλε μου, ό,τι μπορείς. Ζβέλτα. (αρπάζει πράγματά τινα, τρέχει παρά τον Κρετσίνσκην και πίπτει)

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ενδύεται) Γλήγορα, γλήγορα, φίλε μου! Τη βαλίζα δόσε

μου δω, τη βαλίζα! (Ο Ρασπλιούγεφ τρέχει εις το άλλο δωμάτιον και φέρει την βαλίζαν). Στάσου! Δε γίνεται! (Ρασπλιούγεφ σταματά ως απολιθωμένος). Αν στείλουν να μας καταδιώξουν θα μας προφθάσουν.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ποιος; Να μας καταδιώξουν; Αμ τότε μας πιάνουν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μας τσακώνουν κ' ύστερα — Σιβηρία.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αμ' αν μας τσακώσουν — βέβαια Σιβηρία.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τότε τι να την κάμωμε λοιπόν;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ναι, Μιχάηλο — Βασίλειτς, τι να τήνε κάμωμε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Θόδωρε!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Θόδωρε!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Δόσε μου τη γούνα μου!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Δόσε μας τις γούνες μας.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φορών ταχέως την γούναν του)

Αι, φίλε μου, συ, δίκαιον είνε να φορέσης όχι γούνα, αλλά τον μανδύαν των καταδίκων με τον άσσο καρρώ στην πλάτη! (Φεύγει εκ της θύρας προς τον Θόδωρον) Να μην τον αφήσης να βγη από 'δώ μέσα, ακούς;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πολύ καλά, αφέντη! (Στέκεται παρά την θύραν και την κλείει κατά πρόσωπον του Ρασπλιούγεφ).

ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.


ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ίσταται ως απολιθωθείς).

Σταθήτε! τι κάνετε σεις; Μιχάηλο Βασίλειτς! . . (Με όλην του την φωνήν) Μιχάηλο Βασίλειτς! . . Μα πού επήγε; Στάσου! Άφησε, άφησε σου λένε! Μα τι είν' αυτό; (ωθεί τον Θόδωρον εκ της θύρας). Τι κάνεις εσύ;!

ΘΟΔΩΡΟΣ (απομακρύνων αυτόν διά της χειρός).

Παρακαλώ, Κύριε, να μείνετε στη θέσι σας. Δεν ακούσατε; έτσι με διέταξαν.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αλλόφρων).

Πώς;! Μα αυτό είνε . . . αυτό θα πη, ληστεία! . . . προδοσία! άι, προδοσία!!! (προχωρεί πάλιν εις την θύραν και τον σπρώχνει). Άφησέ με, άφησέ με, κακούργε! άφησέ με σου λέγω! . . (Ο Θόδωρος κλειδόνει την θύραν). Αχ, Χριστέ μου και Παναγία μου! Φονικό! ωχ, φονικό! Βοήθεια! Βοή . . . (κατευνάζεται). Σ-σ . . . τι κάνω 'γώ; Είμαι στα λογικά μου; τώρα μας κουβαλιούνται οι αστυφύλακες . . . (Πραΰνεται). Άφησέ με, Θοδωράκη μου! Άφησέ με, ψυχή μου! Για σένα, βλέπεις, το ίδιο είνε· τι θα καταλάβης να με πάρης στο λαιμό σου; Θάρθη, βλέπεις, αμέσως η αστυνομία, αμέσως θα πιαστούμε! Άμα έρθη ο γέρος, ευθύς θα πιαστούμε. Ποιος ήρθε θα ειπούνε; ήρθε θα ειπούνε ο Ιβάν Αντώνιτς. Τσακόσετέ τον, θα ειπούνε τον μπιρμπάντε. Ο κύριος είνε μεγάλος και πλούσιος· και νά σου τον τον καλό σου από 'δώ . . (συλλαμβάνει ο ίδιος το περιλαίμιόν του) και τράβηγμα ίσια στο Γενικό διοικητή, και στο δικαστήριο κι' απ' εκεί εις την οδόν Σιβηρίας! ωχ, ωχ, ωχ, ωχ! (Κάθηται επί του μαρσίπου και κλαίει). Θοδωράκη . . Θοδωράκη! Δε μου λες, τι θα καταλάβης, τι θα κερδίσης, αν εμένα με μαστιγώσουν εκεί που ξέρεις; . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Έλα Χριστέ και Παναγία ευπατρίδην σαν και λόγου σας θα μαστιγώσουν; Καλέ τι λέτε;! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ποιος; Εγώ ευπατρίδης; Κουρουφέξαλα . . ψευτιαίς! Κ' η κοσκινού τον άνδρα της! . . . σε μένα πάει. Θόδωρε, αι Θόδωρε! άφησέ με, αδελφέ! Γι' αγάπη του Χριστού κάμε το κι' άφησέ με! Έχω βλέπεις κ' εγώ τη φωλίτσα μου· από μένα περιμένουν να τους πάγω να φάνε.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Καλέ τι λέτε, Ιβάν Αντώνιτς; Τι φωλίτσα είν' αυτή;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Δηλαδή, να, πουλάκια· μικρά παιδάκια· τα κακόμοιρα θ' αποθάνουν από το κρύο κι' από την πείνα· θα τα ρίξουν μες στο δρόμο σαν τα ψωρόσκυλα· τα παιδάκια τα καϋμένα — το αίμα μας!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μα τι είν' αυτά, Ιβάν Αντώνιτς, γιατί ανησυχήτε έτσι; πού μπορεί να πάη ο αφέντης;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Πώς πού; Ξέρω κ' εγώ; στους τέσσερους ανέμους.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Και είν' εκείνος τέτοιος άνθρωπος που να φύγη; Δε φεύγει κι' έννοια σου. Για κάποια δουλειά θα πήγε — όχι έφυγε.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Όχι, έφυγε, χωρίς άλλο έφυγε. Νά η ώρα τώρα να συλλογισθή εμάς. Λένε, πως αυτό το πράγμα αξίζει σαράντα χιλιάδες — νά πράγμα μια φορά! Και τι νομίζεις. Κ' εμένα τον ίδιο, όταν εμπήκα στ' αμάξι με το κατηραμένο αυτό κόσμημα κ' εμύρισα καθαρό αέρα, έτσι και μ' ετραβούσε! Και το μόνο που μ' έκαμε να κρατηθώ είνε που εσκέφθηκα: βρε τι θέλω τι γυρεύω εγώ από τέτοια πράγματα; αυτός είνε θηρίο και αν πέση κατ' επάνω μου — εχάθηκα! . . . Τι τόνε μέλει αυτόν τώρα; Γι' αυτόν τώρα παντού ο δρόμος είν' ανοικτός, παντού είνε ζεστά. Πάει — δουλειά του . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μα τι συμφέρον έχει να φύγη, και μάλιστα με κλεμμένο πράγμα. Αν ήταν κανένας ανόητος, μάλιστα, μα αυτός . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ώστε κατά τη γνώμη σου, είνε καλείτερα να τώχει μαζύ του και να γυρίζη μέσα στην πόλι;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μα τι, μήπως είνε κλεμμένο;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα δεν απατήσαμε τους Μούρομσκη και τους το 'πήραμε; Τι άλλο ήθελες να κάμη; τώκοψε λάσπη και πάει λέοντας!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Αι . . . θα 'πήγε να το βάλη ενέχυρο.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ενέχυρο; Αμέ που πρέπει να το επιστρέψη απόψε; διαφορετικά θα το ζητήσουν μέσον της Αστυνομίας και σε καθίζουν στο φρέσκο. Κι' αυτό εκεινού δεν του αρέσει καθόλου. Όχι, αδελφέ, έφυγε, ναι, είνε φευγάτος! Θόδωρε, πάμε να φύγωμε κ' εμείς.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Εμένα τι με μέλει; Εγώ καλά κάθουμ' εδώ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Θ' αποθάνης στη φυλακή, κακομοίρη!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Και γιατί; εγώ τίποτε δεν ξεύρω· σκουπίζω το δωμάτιο, καθαρίζω τα ποδήματα, ούτε είδα ούτε άκουσα τίποτε· νά τι θα πω. Κ' έπειτα, αυτή είνε δουλειά σκοτεινή· 'μπορεί ο Μιχάηλο Βασίλειτς να πήγε και πουθενά. Ποιος το ξέρει;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Να πήγε πουθενά;, ώστε θα 'πή, έφυγε;!! (Αρπάζει την κεφαλήν του και τρέχει εις τα δωμάτιον). Ωχ, ωχ, ωχ! (Σταματά και αναπνέει). Να το 'δής, Θόδωρε, που θα σε ανακρίνουν κ' εσένα: μήπως δεν είδες και συ που του τώδωσα;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Τι πράμα, λέι; . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (φωνάζει)

Λέγω, πως είδες πως εδώ, σ' αυτή τη θέσι, έδωσα την καρφίτσα σ' εκείνον τον κακούργο, τον αφέντη σου.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Α! Ιβάν Αντώνιτς, μου κάνετε τη χάρι, σ' αυτή την υπόθεσι εμένα να μη μ' ανακατεύετε. Εγώ, κύριέ μου, δε ξέρω τίποτε· εγώ καθαρίζω ποδήματα, σκουπίζω την κάμαρα, και από τις δουλειαίς τις δικές σας τίποτε δε ξέρω.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά φρίκης)

Ιούδα! . . Πώς δε ξέρεις; Βρε τώρα, αυτή τη στιγμή, εμπρός στα μάτια σου δεν του την έδωσα;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Καλέ τι λέτε; Πώς μπορώ να ξέρω εγώ τι του εδώσατε σεις; Μήπως μου είπατε τι του εδώσατε;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αχ κακούργε! φονιά! (Κτυπά τα μέτωπόν του). Μ' εσκότωσες!! Άαα! Διαβόλου συμμορία! βλέπω, βλέπω . . . θέλετε να με τσουβαλιάσετε . . . Α, όχι, στάσου! (Επιτίθεται κατ' αυτού μεθ' ορμής). Άφησέ με, σου λέγω, άφησέ με, ασυνείδητε! (επιτίθεται) Ακούς τι σου λέω; άφησέ με! (Ρίπτεται εναντίον του· συμπλέκονται σιγώντες και πνευστιώσι. Ο Θόδωρος καταβάλλει τον Ρασπλιούγεφ).

ΘΟΔΩΡΟΣ

Αι, Ιβάν Αντώνιτς, αυτά δεν περνούνε, τ' αδέρφι, σε μένα! Μη στριφογυρίζεις, στάσου, στάσου . . (τον πιέζει).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ασθμαίνων βαρέως)

Ωχ, ωχ, ωχ! Άφησέ με! πεθαίνω . . . πεθαίνω! . . . άφησέ με . . . βοήθεια . . . μάνα μου! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (πιέζων τον Ρασπλιούγεφ)

Αφού έχω τέτοια διαταγή, κάθου λοιπόν ήσυχα . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(αποσπάται, αποσύρεται προς την σκηνήν και διορθώνεται).

Τφου, να πάρ' ο διάβολος! α! (προς το κοινόν). Τι θαρρείτε, πως τώχει τίποτε ο βλάκας αυτός να με πνίξη; (σκέπτεται). Κ' είνε τρίτο ξύλο αυτό, μάλιστα τρίτο! (δένει τας χείρας του) Τύχη! (δυνατά) Τύχη! Γιατί με κατατρέχεις; Γιατί με καταδ . . . (παρατηρήσας τον Θόδωρον). Όχι, είδες ο καλικάντζαρος! Δες μούτρα, κύτταξε μούτρα! Στάθηκε πάλι στην πόρτα σαν κανένας στύλος· τι ανάγκη έχει; (ο Θόδωρος τον κυττάζει με αδιαφορίαν, ο Ρασπλιούγεφ παρατηρεί δεξιά αριστερά). Ωχ, ωχ, ωχ! και ο καιρός περνά! Και μπορεί πια νάρχονται. Κ' εγώ έπεσα στην παγίδα! είμαι υποχρεωμένος να μη μιλώ και να περιμένω τη συμφορά! τη φυλακή!! Να περιμένω την τιμωρία και να μη 'μιλώ!! Χριστέ μου! πώς μου σφίγγεται η καρδιά! . . . πώς λιγόνω! Νά, εδώ έχω πόνο, με πνίγει!!! Παιδάκια μου! γυμνά, νηστικά . . . θα σας ιδώ τάχα; . . . Γιαννάκι μου, παιδί μου! (Κλαίει. Κτυπά ο κώδων). Άι! . . . Νά τους! . . . Νά τους! Η αστυνομία ήρθε, η αστυνομία!! (τρέχει εντός του δωματίου. Ο κώδων και πάλιν κτυπά. Ο Θόδωρος πηγαίνει ν' ανοίξη). Έρχονται!! ωχ, ωχ!

(Ρίπτεται άπελπις επί του μαρσίπου).

ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.


Οι άνω, και Κρετσίνσκης.

(εισέρχεται ταχέως· ο Θόδωρος τον ακολουθεί και τω ομιλεί χαμηλοφώνως).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εύθυμος)

Χα, χα, χα! Πολύ καλά έκαμες, (τω Ρασπλιούγεφ). Αι, λοιπόν; θαρρώ, πως εζεσταθήκατε με το Θόδωρο. Δεν πειράζει, παρά να κάθεστε χωρίς δουλειά . . . Το κακό μοναχά είνε, που βιάζεσαι πολύ, Ιβάν Αντώνιτς· όλα, φίλε μου, θα έλθουν με τον καιρό τους· αυτοί είνε οι νόμοι της φύσεως· και η αστυνομία θα έλθη και τη Σιβηρία δεν θα την αποφύγης, όλα θα γείνουν με τον καιρό· μην ανησυχής γι' αυτό. (Πλησιάζει προς το γραφείον και εκτυλίσσει δέμα). Τώρα πάρε αυτά και προς το παρόν πιάσε τη δουλειά σου (τω δίδει δέσμην χρημάτων). Μέτρησε αυτά τα χρήματα και χώρισέ τα εις σωρούς. Πρέπει να τα δώσωμεν, αυτό είνε υποχρέωσίς μου, ιερόν καθήκον. Και την καρφίτσα (την θέτει επί της τραπέζης), πρέπει να την επιστρέψωμεν απόψε εις εκείνον που ανήκει. Έτσι κάμνουν οι τίμιοι άνθρωποι. Τα είδες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(εντελώς αλλόφρων πλησιάζει προς την τράπεζαν).