ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Φίλτατέ μου Μιχάηλο Βασίλειτς! (τον λαμβάνει εκ της χειρός). Ευχαριστώ, ευχαριστώ! Μα . . . . να σας πω, με φέρνετε εις δύσκολον θέσιν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Παρακαλώ . . . παρακαλώ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αλήθεια, είνε ντροπή . . . Τι θαπή . . . Λύδα, Λύδοτσκα! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Τι, μπαμπά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Για κύτταξε, ο Μιχάηλο Βασίλειτς μου εχάρισε ένα μοσχάρι . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (περιποιουμένη τον πατέρα της)
Είναι ωραίο, μπαμπάκα;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (καμμύει τους οφθαλμούς).
Αρι-στούρ-γημα . . . Φαντάσου: κεφαλή, μάτια, μούρη, κερατάκια! . . . (καμμύει και πάλιν τους οφθαλμούς). Αριστούργημα . . . Και είνε από το κτήμα που έχετε στο Σιμπήρσκ;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ναι, ναι, από το κτήμα μου.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Κ' έχετε λοιπόν κτήμα στο Σιμπήρσκ;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Κτήμα, ναι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Και έχετε καλήν κτηνοτροφίαν;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Βεβαίως, εξαίρετον.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Και σας αρέσουν και τα ζώα;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Μ' αρέσουν.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ω Θεέ μου! ώστε και η οικονομία πάει να 'πή . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μειδιών)
Και αυτό, πάει να πή.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Το χωριό όμως, μου φαίνεται όχι τόσο . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μετά θέρμης)
Πώς να σας πω; Εγώ λατρεύω το χωριό . . . Το καλοκαίρι το χωριό είνε παράδεισος. Αέρας καθαρός, ησυχία, ανάπαυσις! . . . Βγαίνεις εις τον κήπον, εις τον κάμπον, εις το δάσος — είσαι παντού νοικοκύρης, είνε όλα δικά σου. Και το κυανούν άπειρον και εκείνο είνε ιδικόν σου! Λαμπρά! θεία!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μα, έτσι κ' εγώ τα αισθάνομαι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Σηκόνεσαι ενωρίς και μια και δυο στον κάμπο. Παντού χλιαρότης, όλα μοσχοβολούν . . . Εκεί εις τους σταύλους, εις το θερμοκήπιον, εις τον λαχανόκηπον . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αμή στ' αλώνι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Και στ' αλώνι . . . Παντού ζωή, παντού εργασία, η ήρεμος, η ειρηνική εργασία.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά στεναγμού)
Πράγματι ήρεμος ειρηνική εργασία . . . Είδες, Άννα Βασίλειεβνα, πώς 'μιλούν οι φρόνιμοι άνθρωποι!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Έκαμες την εργασίαν σου, περιήλθες το νοικοκυριό σου, έκαμες όρεξιν — και μια και δυο στο σπίτι! . . Εδώ τώρα τι χρειάζετε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, αι; ειπέτε μου, τι άλλο χρειάζεται;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ευθύμως)
Τσάι, χωρίς άλλο τσάι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Όχι, όχι τσάι: καλείτερο από το τσάι, υψηλότερον από το τσάι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (απορών)
Δεν ηξεύρω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! σεις δεν ξεύρετε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (σκεπτόμενος)
Αληθινά δε ξεύρω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Η σύζυγος χρειάζεται!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παραφερόμενος)
Αλήθεια! πράγματι!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξακολουθών)
Και τι σύζυγος; (παρατηρεί την Λύδοτσκαν). Καλοκαμωμένη, ξανθή, ήσυχος νοικοκυρά, άκακος. Ήλθες στο σπίτι, την έπιασες από το κεφάλι, την εφίλησες και από τα δύο μάγουλα . . . «Καλημερούδια σου, γυναίκα! της λες, φέρε, γυναίκα, τσάι! . . .»
ΑΤΟΥΓΕΦ
Καλέ τι λέγετε! Χαρά ςτον τρόπο! Μ' αυτόν τον τρόπον η γυναίκα ούτε να κτενισθή δεν θα μπορή.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Αι, Άννα Αντώνοβνα! Αι γυναίκες δεν θυμώνουν, όταν οι άνδρες τους χαλούν τη κτενισιά των· όταν δεν την χαλούν — τότε τους κακοφαίνεται· (ο Μούρομσκης γελά). Και το σαμοβάρι πια βράζει. Νά και ο γερο-πατέρας που μπαίνει· είναι άσπρα κάτασπρα τα μαλλιά του σαν το μπαμπάκι, κι' ακουμπάει στο δεκανίκι του, ευλογεί την γυναίκα σου. Να και ο κατεργαράκος ο εγγονός, που χώνεται κοντά του, — φοβείται τη μητέρα του και κολλιέται στον παππού του. Αυτή είνε η ζωή κατ' εμέ! Αυτή είνε η ζωή στο χωριό . . . (Στρεφόμενος προς την Λυδίαν). Τι λέγετε σεις, Λυδία Πετρόβνα — σας αρέσει το χωριό;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Πολύ.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Και πότε σου άρεσε σένα το χωριό;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Όχι, θείτσα, μου αρέσει. Εγώ, Μιχάηλο Βασίλειτς, πολύ αγαπώ τα περιστέρια. Εγώ τα ταγίζω μόνη μου.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Και τα άνθη σας αρέσουν;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Ναι, μου αρέσουν και τα άνθη.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Αχ, Θεέ μου! Τώρα όλα της αρέσουν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Εν τούτοις εφλυαρήσαμεν αρκετά (παρατηρεί την ώραν). Μία η ώρα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Είνε καιρός, θ' αργήσωμεν. Μα σεις πρέπει ν' αλλάξετε: θα είνε κόσμος πολύς.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εύθυμος)
Γιατί; . . . Αι, ας είνε, ας πάμε να θυμηθούμε τη ζωή του χωριού, Ν' αρνηθή κανείς μια τέτοια φιλόφρονα πρόσκλησιν δεν πηγαίνει.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (σπεύδουσα προς τον πατέρα της)
Και τωόντι, αλλάξετε, μπαμπάκα μου, αλήθεια, αλλάξετε. Τι τάχα, σάματι σας επήρανε τα χρόνια; . . . Χρυσέ μου, μπαμπάκα (τον φιλεί) . . . πάμε . . . χρυσέ μου (τον φιλεί και πάλιν) . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (σχεδόν ταυτοχρόνως)
Εύγε, Λυδία Πετρόβνα, εύγε! Έτσι δα, καλά του κάμνετε . . . δόστε του, δόστε του . . . Αμ' μα την αλήθεια . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γελά και θωπεύει την Λύδιαν)
Τάριξα σύξυλα, αι; . . . Α, κατεργάρα! . . . (Η Λύδοτσκα τον συνοδεύει. Ο Νέλκην εξέρχεται κατόπιν των εις τον θάλαμον του Μούρομσκη).
Ατούγεφ και Κρετσίνσκης.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρεί γύρω)
Πώς σας εφάνη, Άννα Αντώνοβνα, η εικών μου περί της ζωής εις το χωρίον;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Αληθινά, αγαπάτε το χωριό;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ποίος; Εγώ; Τι λέτε! Επίτηδες τα έλεγα.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Πώς επίτηδες;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Γιατί να μην ευχαριστήσωμεν τον γέροντα;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Ναι, ευχαριστείται τόσον πολύ, όταν του εκθειάζουν το χωριό . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Είδατε λοιπόν; Εγώ επιθυμούσα, Άννα Αντώνοβνα, να μάθετε όλην την αληθή αφορμήν των λόγων μου.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Ποια αφορμή;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Άννα Αντώνοβνα! Ποιος να μη σας εκτιμήση, ποίος να μη εκτιμήση την ανατροφήν που εδώσατε εις την Λυδίαν Πετρόβναν;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Και μ' όλα ταύτα, Μιχάηλο Βασίλειεβιτς, φαντασθήτε, ο Πιοτρ Κωνσταντίνιτς με μαλώνει πάντοτε.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ποιος; ο γέρος; Αι, Άννα Αντώνοβνα, γι αυτό είνε συχωρεμένος· είνε βλέπετε νοικοκύρης· κι' αυτοί οι νοικοκύριδες τίποτε άλλο από τους σταύλους και τα κοπρίσματα δεν βλέπουν.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Ναι, πραγματικώς, σήμερα το πρωί μου έλεγε, πως όλοι οι νοικοκυρέοι κατεστράφησαν, διότι δεν φροντίζουν για την κοπριά.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Έτσι είνε, βέβαια! Βλέπετε πώς σκέπτονται! Τώρα, να ειπούμε, το σπίτι σας είνε λαμπρό σπίτι. Όλα τα έχει· ένα πράγμα μονάχα δεν έχει — άνδρα. Αν είχατε τώρα ένα άνδρα, έτσι . . . επιτήδειον, άνδρα του κόσμου, καθ' όλα comme il faut, — το σπίτι σας θα ήτον το πρώτον εδώ πέρα.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Μήπως δεν το σκέπτομαι αυτό κ' εγώ;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Εγώ πολύν καιρόν έζησα εις τον κόσμο και ξεύρω πώς ζουν. Η πραγματική ευτυχία είνε να εύρη κανείς ένα καλοανατεθραμμένο κορίτσι και να μοιρασθή μαζύ του όλα. Άννα Αντώνοβνα! πολύ σας παρακαλώ . . . δόσετέ μου αυτήν την ευτυχίαν . . . η τύχη μου είνε εις τα χέρια σας.
ΑΤΟΥΓΕΦ (διαθρυπτομένη)
Με τι τρόπον; Δεν σας καταλαμβάνω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ζητώ την χείρα της ανεψιάς σας, Λυδίας Πετρόβνας.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Δεν έχω άλλο στον κόσμο ακριβώτερο από την ευτυχία της Λύδοτσκας. Εγώ είμαι βεβαία, πως μαζύ σας θα είνε ευτυχής.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φιλών τας χείρας της Ατούγεφ)
Άννα Αντώνοβνα! Πόσον σας είμαι ευγνώμων!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Δεν ωμιλήσατε ακόμη με τον Πιοτρ Κωνσταννίνιτς;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ακόμη δεν ωμίλησα.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Η συγκατάθεσίς του είνε αναγκαία.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ξεύρω, ξεύρω. (κατ' ιδίαν) Τώρα τα προκόψαμε . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ
Πώς είπατε;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Λέγω, πως . . . η πατρική ευλογία είνε . . . είνε . . . πώς να πω; είνε λίθος, επί του οποίου οικοδομούνται τα πάντα . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ
Ναι, αυτό είνε αλήθεια.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πώς να τα καταφέρωμεν λοιπόν μαζύ του;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Εγώ, τι να σας πω . . . το συλλογίζομαι . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ιδού τι να κάμωμεν: τώρα, νομίζω είνε κατάλληλος η στιγμή· εγώ αμέσως πηγαίνω εις το ιπποδρόμιον εκεί τώρα με περιμένει όλη η κοινωνία. Έχω με τον πρίγκηπα Βλαδήμιρον Βέλσκην μεγάλο στοίχημα. Εσείς κρατήσετέ τον εδώ και ανοίξετέ του ομιλίαν. Ειπήτε του πως εγώ έφυγα, διότι εφοβήθην να μην αργήσω, πως εκεί όλοι με περιμένουν. Και μαζύ μ' αυτά κάμετέ του λόγον διά την πρότασίν μου. (λαμβάνει τον πίλον του).
ΑΤΟΥΓΕΦ
Πολύ καλά, εννοώ.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (της θλίβει την χείρα)
Χαίρετε, σας εμπιστεύομαι την ευτυχίαν μου.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Μείνατε ήσυχος, όλα θα γείνουν. Χαίρετε! (φεύγει)
Κρετσίνσκης μόνος είτα Νέλκην.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (σκέπτεται)
Μωρέ δουλειά! Να δουλειά! Ολόκληρο εκατομμύριο στο χέρι. Εκατομμύριο! Μωρέ δύναμις! Να σηκώσω τη μύτη ή να μην την σηκώσω; — ιδού το ζήτημα! (Σκέπτεται και ανοίγει τας χείρας του): Άβυσσος, Τράπεζα! Έχομεν εδώ πολλάς πιθανότητας επιτυχίας. Και ποίαι είνε εδώ αι πιθανότητες; Έχομεν εναντίον μας: τον μπαμπά — έναν· αν και κουτούτσικος, αλλά έχει και πολλάς αδυναμίας. Τον Νέλκην — δύο· αυτός, που λέγει ο λόγος ούτε κρύο μας κάνει ούτε ζέστη. Τώρα υπέρ ημών έχομεν: αυτόν εδώ τον κώδωνα της Βουλής — ένα· την Λύδοτσκα — δύο και . . . α, ναι! το μοσχάρι μου — τρία, Ω, το μοσχαράκι — θα κάμη καλή δουλειά! Αυτό ηθικώς επενήργησε λαμπρά. (Ο Νέλκην εξέρχεται εκ της πλαγίας Θύρας και σταματά· ο Κρετσίνσκης φορεί τον πίλον του). Αφού έχομεν δύο προς τρία, χμ! πρέπει να ελπίσωμεν ότι θα παντρευθώ . . . (μετά βεβαιότητος) θα παντρευθώ! (φεύγει)
ΝΕΛΚΗΝ (κατάπληκτος)
Θα παντρευθώ;!! Θεέ μου! Μήπως βλέπω όνειρον; Ποίαν; την Λυδίαν Πετρόβναν . . . Α, όχι. Καλό κομμάτι, αλλά δεν είνε για τα δόντια σου . . . Τώρριξε το λογάκι του . . . «Γυναίκα, λέγει, γυναίκα χρειάζεται», κ' ένα σωρό άλλα ερρητόρευσε. Ευφυολόγος! τολμηρός! θρασύτης π' ανάθεμά την; . . . Ο γέρος όμως δεν γελοιέται κ' έννοια σου; Τάχει τετρακόσια· θα τον βοηθήσω κ' εγώ· και δε θα του μπης στη μύτη. Τι μας έδειξες την καλή όψι — να σε ιδούμε κι' από την ανάποδη. Παιδί της χώρας — από πάνω κόκκινο κι' από κάτω κόσκινο. Στάσου, στάσου κ' εγώ θα σε ξεκουμπήσω απ' εδώ! Έχεις τα κουσουράκια σου, μου τα είπανε πια στη λέσχη, πως έχεις . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (έσωθεν των παρασκηνίων)
Γράψε, αμέσως γράψε!
ΝΕΛΚΗΝ (φεύγων)
Δηλαδή θα εξετάσω να μάθω όλα τα μυστύρια και τότε μια και δυο στο γέρο: τι κάθεσαι, θα του πω, κύριε, και κυττάζεις; Φυλάξου κ' εχάθηκες!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εμφανίζεται εις την θύραν)
Βλαδήμιρ Δμήτριτς! Μαζύ μας θα γευματίσης σήμερα;
ΝΕΛΚΗΝ (εκ της θύρας)
Μαζύ σας, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, μαζύ σας (φεύγει).
Μούρομσκης, με φράκον, με τον πίλον ανά χείρας εισέρχεται ταχέως, έμφροντις·
είτα Ατούγεφ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τους ξέρω 'γώ: τους εκακοσυνήθισες μια φορά — λεπτό πια ύστερα δεν σου πληρώνουν, (πηγαίνει εις την θύραν και φωνάζει). Κονδράτιε! ακούεις; έτσι να γράψης: όλοι να πιάσουν δουλειά! Μιχαήλ Βασίλειτς! Πού πήγε; Αμ' εγώ τώξερα αυτό· (πηγαίνει πάλιν εις την θύραν). Να γράψης στον Ακείμ. Κι' αυτόν θα τονε στρώσω στη δουλειά. Τι κάθεται και κυττάζει; παχαίνει η κοιλιά του! Πολλή κοιλιά και λίγη δουλειά — τα ξέρομε αυτά! . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! (εισέρχεται η Ατούγεφ). Αυτά έχει, κυρά μου, οποίος ζη μέσα στη Μόσχα!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι είνε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Να, επτά χιλιάδες ρούβλια καθυστερούμενα από το χωριό Γολόφκοβο!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Αργυρά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αμέ! αργυρά! (φωνάζει) τι διάβολο! Όλως διόλου τάχετε πια χαμένα!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Μα τι κάνει λοιπόν αυτός ο Ιβάν Σίδωρωφ;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Πάρε το δρόμο και πήγαινε να τον ερωτήσης: (με οξείαν φωνήν): τι είν' αυτά που κάνεις, Ιβάν Σίδωρωφ; . . . Αι και συ!! (Στρέφεται) Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα πού είνε λοιπόν;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Έφυγε· εβιάσθηκε, λέγει, να μην αργήση.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Επήγε στο ιπποδρόμιον;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Ναι, στο ιπποδρόμιον. Τον περιμένουν εκεί όλοι: τα άλογα, τα μέλη. Έχει κάποιο στοίχημα . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τον ευρίσκω εκεί.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Έχω να μιλήσωμε μαζύ κάτι τι: μη φύγης.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Άκου κει! Μη φύγης, λέει. Μα δε μου λες, για παιγνίδι με πέρνεται: πότε φύγε και πότε μείνε;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Έχω για κάποιαν υπόθεσιν να σου μιλήσω.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Υπόθεσιν; τι υπόθεσιν; Τιποτένια πράγματα θα είνε πάλι.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Θα ιδής. Άφησε το καπέλο σου. Είχα προ ολίγου διεξοδικήν ομιλίαν με τον Μιχαήλ Βασίλειτς Κρετσίνσκην.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μα συ κάθε 'μέρα έχεις μαζύ του διεξοδικάς ομιλίας που ποτέ δεν τελειώνουν.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Έχεις λάθος. Εγώ απορώ μονάχα, πώς δεν καταλαμβάνεις τίποτε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Διάβολο δεν καταλαμβάνω.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Και μολαταύτα ο άνθρωπος έρχεται κάθε 'μέρα . . . λαμπρός άνθρωπος, του κόσμου, γνωριμίαις μεγάλαις . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Να ταις χαίρεται.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Έχεις κόρη, κύριε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρεί εις την οροφήν)
Είνε είκοσι χρόνια τώρα που το ξέρω· καλείτερα το ξέρω εγώ από σένα.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Και δεν καταλαμβάνετε τίποτε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τίποτε δεν καταλαμβάνω.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Αχ, Θεέ μου!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (υπολαμβάνων).
Τι τρέχει; μήπως είνε τίποτε προξενειές;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι, τάχα δεν της ταιριάζει της Λύδας;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μα αυτός είνε ηλικιωμένος.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Αι, βέβαια, δεν είνε παιδαρέλι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μα η Λύδοτσκα δεν θα τον επάρη.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Αν δεν τον θέλη — δεν την πανδρεύομε· αν τόνε θέλει όμως τότε τι θα πης;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ποιος; εγώ;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Ναι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Θα πω . . . (την παρατηρεί και ταχέως) ταραντά!
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι είν' αυτό το ταραντά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Θα ειπή κουταμάραις· ανοησίαις, κυρία μου.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Δεν είνε κουταμάραις, κύριε, εγώ σ' ερωτώ πράγματα σωστά.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αφού μ' ερωτάς πράγματα σωστά, πρέπει να σκέπτεσαι και σωστά.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι την κάμης εδώ τη σκέψι; Με τη σκέψι θα παντρέψης την κόρη σου;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αμέ πώς; έτσι απλώς και ως έτυχε να πιάσωμε τον τυχόντα να του την κρεμάσωμε στο λαιμό του; Πρέπει να μάθωμε τι άνθρωπος είνε, τι περιουσίαν έχει . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ
Νά η ώρα, να του ζητήσωμε και το πασσαπόρτι του.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Όχι πασσαπόρτι, αλλά να μάθωμε πρέπει . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ
Και δεν τόνε ξέρεις; ένα ολόκληρο χειμώνα έρχεται ο άνθρωπος στο σπίτι μας, και δεν τον έμαθες ακόμη τι άνθρωπος είνε; πράγμα που φαίνεται: παντού τον δέχονται . . . είνε γνωρισμένος με όλους . . . πρίγκηπες και κόντιδες είνε φίλοι του.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι περιουσίαν έχει;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Μα τώρα, προ ολίγου δεν σου έλεγε, πως έχει κτήμα στο Σιμπίρσκ, και σου χάρισε κ' ένα μοσχάρι;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι κτήμα; κτήμα από κτήμα διαφέρει.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Φαίνεται, πως είνε καλό κτήμα. Νά που σήμερα, μια ολόκληρη συντροφιά τον περιμένει. Αν δεν είχε κτήμα θα τον επερίμενε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Συ το λες — όχι εγώ.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Μα εσύ τι λέγεις;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι κτήμα έχει;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Μα δε μου λες — γιατί με φορτώνεσαι, κύριε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αμ' εσύ, γιατί με φορτώνεσαι;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Καλέ, μα τι φωνάζεις έτσι; Κουφή είμαι; Επί τέλους, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τι θέλεις; . . . θέλεις πλούτος; . . . Μήπως, τάχα η Λύδοτσκα 'λίγα έχει; Καλέ τι απληστία είνε αυτή που έχεις; όλο θησαυρίζεις κι' όλο 'λίγα είνε. Φθάνει ο άνθρωπος νάνε καλός.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μα είνε καλός να ιδούμε;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Μπορώ να σου πω, πως είνε λαμπρός άνθρωπος.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Λαμπρός άνθρωπος! Μα ν' ακούσης που λέγουν, πως παίζει χαρτιά, πως κυλιέται μέσα στις λέσχαις, πως έχει χρέη . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ
Μπορεί· μα ποιος δεν τάχει αυτά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Με χρέη εγώ γαμπρό δεν κάνω.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Αλήθεια; Αι, ψάξε λοιπόν να τον εύρης.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι να γείνη! θα ψάξω.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Να ψάξης μόνος σου.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μόνος μου θα ψάξω.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Την κόρη σου όμως θα την έχης στο ράφι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι να γείνη — ας κάθεται. Σε παραλυμένο άνθρωπο δε θα τήνε δώσω.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Αι, και παραλυμένος είνε ο Μηχάηλο Βασίλειτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Πάρε, κυρά μου, την αναπνοή σου.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι-ι-ί;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Την αναπνοή σου, λέγω, την αναπνοή σου πάρε.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι είν' αυτά, κύριε! Με κοροϊδεύεις; Αυτά που λες εγώ δεν τ' ακούω . . . και!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Δεν τ' ακούς; . . . αυτά που λέγω εγώ δεν τ' ακούς; Άκουσε λοιπόν να σου πω: εσένα σου αρέσει, και της Λύδοτσκας της αρέσει, εμένα όμως δεν μου αρέσει — και δεν θα γείνη.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Έτσι λοιπόν! Δεν τώλεγες τόση ώρα; αυτό είνε λοιπόν! Ώστε με ταις ιδιοτροπίαις σου θα κάμης δυστυχισμένο το κορίτσι σου! Νά πατέρας! είσαι λοιπόν εχθρός του παιδιού σου;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ποιος είν' εχθρός; . . . εγώ είμ' εχθρός; . . . εγώ;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Ναι, συ, συ! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Όχι, συ είσαι! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ
Όχι, συ! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Όχι, συ! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ
Όχι, συ! . . . με δείχνεις με το δάκτυλό σου;
Οι άνω και Λύδοτσκα (εισέρχεται δρομέως).
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Θείτσα, Θείτσα! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά της ιδίας ορμής)
Δεν υποφέρω, δεν υποφέρω πια! Κάμε, κόρη μου, όπως θες.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Τι είνε; τι τρέχει, μπαμπάκα;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (πραϋνθείς)
Τίποτε, παιδάκι μου, να, με τη θεία σου μιλούσαμε . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ (με νέαν ορμήν)
Τι παιδάκι, μου κάθεσαι και λες; τι παιδάκι μου. Να πης στο παιδάκι σου τι έλεγες. . . . τι τα κατέβασες; . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Εγώ, κυρά μου, δεν τα κατέβασα; δεν έχω να κατεβάσω.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Θείτσα μου, αγαπημένη μου θείτσα! σας παρακαλώ! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ
Τι με παρακαλείς, κυρά μου; Εγώ δεν είμαι καμμιά ανόητη . . . Τι στάθηκες λοιπόν, κύριε; Ερώτησέ την! Δε ξέρεις πως εκείνος περιμένει απάντησιν;
(Η Λύδοτσκα παρατηρεί και τους δύο και αρχίζει να κλαίη).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Καλά· να την ερωτήσω: 'πέμου, Λύδα, θα παντρευθής χωρίς τη θέλησί μου;
ΛΥΔΟΣΤΚΑ
Εγώ, μπαμπάκα; Όχι! . . . Όχι! . . . ποτέ! . . . (ρίπτεται εις τον τράχηλον της Ατούγεφ). Θείτσα! βλέπετε; . . . (μέσω των δακρύων της). Εγώ, θείτσα, θα μπω σε μοναστήρι . . . θα πάγω στη γιαγιά μου . . . εκεί θα είμαι πιο καλείτερα . . . (κλαίει).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Στο μοναστήρι; Κύριε ελέησον! . . . τι έπαθες; . . . (την περιποιείται). Μα περίμενε, λοιπόν, θα σκεφθούμε . . . (της σπογγίζει τα δάκρυα). Μην κλαις . . . θα σκεφθούμε . . . Έλα, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ! τι έπαθες! . . .
Οι άνω και Κρετσίνσκης (εισέρχεται ταχέως).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ωχ, Θεέ μου! Ο Μηχάηλο Βασίλειτς!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αφελώς)
Λοιπόν, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, εχάσαμε το ιπποδρόμιον . . . (Διακόπτεται. Ο Μούρομσκης ψιθυρίζει τι εις την Λύδοτσκαν. Σιγά τη Ατούγεφ). Τι τρέχει;
ΑΤΟΥΓΕΦ
Νά, όλο λέγει, πως θέλει να σκεφθή.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Και σεις εθυμώσατε; ΑΤΟΥΓΕΦ (διορθώνει τον κεφαλόδεσμόν της)
Όχι, δεν είνε τίποτε.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! Δεν μου λέγετε, τι συμβαίνει; . . . Επιτρέψατέ μου να σας ομιλήσω ειλικρινώς· αυτό είνε το καλείτερον. Εγώ είμαι ευθύς άνθρωπος· το πράγμα θα εξηγηθή απλούστερα και εις κανένα μας δεν θα κακοφανή. Άλλως τε ό,τι ειπήτε σεις εκείνο και θα γείνη.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Α, — κάτι είχαμε μεταξύ μας· για κάτι άλλο πράγμα είχαμεν ομιλίαν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρών όλους)
Δι' άλλο πράγμα; α, δεν το πιστεύω . . . Εγώ φρονώ, ότι ο ευθύς δρόμος είνε και ο καλείτερος. Αυτός είνε ο κανών μου: εγώ ενεργώ απ' ευθείας. Χθες έκαμα πρότασιν εις την θυγατέρα σας, σήμερον το είπα εις την Άνναν Αντώνοβναν και τώρα ευρίσκομαι ενώπιόν σας.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Μα τούτο είνε τόσο δύσκολον, παρουσιάζει τόσας δυσκολίας, ώστε θα σας παρακαλέσω να μας δώσετε ολίγον καιρόν να σκεφθώμεν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Κ' εγώ υπέθετα, ότι είχατε καιρόν να σκεφθήτε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Όχι, τώρα μόλις η Άννα Αντώνοβνα μου ανήγγειλε . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Μα εγώ δεν ομιλώ περί αυτού· εγώ, είνε τώρα τόσοι μήνες που έρχομαι εις το σπήτι σας, — και είχετε καιρόν να σκεφθήτε . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Όχι, εγώ τίποτε δεν εσκέφθηκα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Το σφάλμα δεν είνε ιδικόν μου, είνε ιδικόν σας· είσθε ελεύθερος να μη σκέπτεσθε, όταν ξεύρετε, ότι χωρίς κανένα ιδιαίτερον σκοπόν δεν ημπορεί ένας ευγενής άνθρωπος να πηγαίνη εις ένα σπήτι και να εκθέτη μίαν κόρην.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ναι, βέβαια.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Διά τούτο θα σας παρακαλέσω να μη αναβάλλητε την απόφασίν σας. Κατ' αυτάς μου είνε απαραίτητον να αναχωρήσω. Περί τούτου έκαμα λόγον εις την Λυδίαν Πετρόβναν.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (αποφασιστικώς)
Πώς να γείνη, αλήθεια δεν ηξεύρω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τι σας δυσκολεύει; η περιουσία μου;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ας πούμε και η περιουσία σας . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ!
Μα σεις την βλέπετε: εγώ δεν ζω εις τα σπήλαια. Σταθήτε, εγώ θα φερθώ διαφορετικά: περί της προικός της θυγατρός σας δεν εξετάζω.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Τι να γίνεται λόγος για την προίκα της! εγώ μια κόρη την έχω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Κ' εγώ μόνος μου είμαι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αυτά όλα τα παραδέχομαι, Μιχάηλο Βασίλειτς· αλλά, ξεύρετε εις όλας αυτάς τας υποθέσεις χρειάζεται, να ειπούμεν, θετικότης.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Να σας 'πώ και περί της θετικότητος: έχω αρκετά ιδικά μου η κόρη σας επίσης έχει αρκετά· αν προσθέσετε τα δυο αυτά αρκετά, το άθροισμα δεν ημπορεί ποτέ να είνε ανάγκη.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Όχι, βέβαια, όχι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Λοιπόν δεν ζητείτε πλούτη;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Όχι, εγώ πλούτη δεν ζητώ.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τότε τι λοιπόν; Μήπως ηκούσατε ότι αι υποθέσεις μου δεν πηγαίνουν καλά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Σας ομολογώ, ότι έγεινε τέτοιος λόγος.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Και τίνος υποθέσεις, από όσους ζώμεν εδώ εις την Μόσχαν πηγαίνουν καλά; Τι περιουσίαν, παρακαλώ, εκάματε σεις ο ίδιος, αφ' ότου κατοικείτε εδώ;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Βλαστήματα!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πράγματι. Δι' ημάς τους νοικοκυρέους δεν υπάρχει χειρότερον πράγμα από το να ζώμεν εις τας πόλεις.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Είπατε μίαν μεγάλην αλήθειαν: δεν είνε χειρότερον από τας πόλεις.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Εγώ φεύγω από την Μόσχαν.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Πηγαίνετε στο κτήμα σας μήπως;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Στο χωριό, ναι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Και σας αρέσει το χωριό μήπως; . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χειρονομών)
Αι, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς. Έχετε το καλείτερον μέσον να κάμετε όλους που είνε γύρω σας να αγαπήσουν το χωριό! (λαμβάνει την Λύδοτσκαν εκ της χειρός). Αγαπώμεν ο ένας τον άλλον, πολύ αγαπώμεθα και το χωριό λοιπόν θα το αγαπήσωμεν. Θα μένωμεν μαζύ σας, δεν θα σας αφήσωμεν ούτε στιγμήν θα φροντίζωμεν μαζύ και θα ζώμεν ηνωμένοι.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Μπαμπάκα μου! αγαπημένε μου μπαμπά! . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ενθυμείσθε τι σας έλεγα προ ολίγου; — ο γέρος ο ασπρομάλλης με τον έγκονον — αι, λοιπόν εκείνος ο γέρος είσθε σεις. . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Μπαμπάκα μου, μπαμπάκα μου, — σεις είσθε. . . . (βαίνουσι προς αυτόν).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (οπισθοχωρών)
Α, όχι, όχι, σταθήτε δα! Πώς είνε δυνατόν; . . . σταθήτε . . . εγώ δεν εσκέφθηκα . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τίποτε, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς, δεν έχετε πια να σκεφθήτε· αυτό ήτον της τύχης, το θέλημα του Θεού! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρών όλους και στενάζων)
Ειμπορεί, πράγματι, να είνε θέλημα του Θεού! Αι, λοιπόν, ευλογητός ο Θεός! Ιδού, Μιχάηλο-Βασίλειτς, να το χέρι της, αλλά κυττάξετε καλά! . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Τι;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Θα κρατήσετε το λόγο σας για τον ασπρομάλλη το γέρο;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (οδηγών προς αυτόν την Λύδοτσκα)
Ιδού η εγγύησις. Αι, πιστεύετε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Να δώση ο Θεός!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Άννα Αντώνοβνα! (οδηγεί προς αυτήν την Λύδοτσκαν). Ευλογήσετέ μας και σεις.
ΑΤΟΥΓΕΦ
Νά που δεν μ' εξέχασε κ' εμένα. (Πλησιάζει προς τον Κρετσίνσκην και την Λύδοτσκαν). Παιδιά μου! να είσθε ευτυχισμένοι.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (την φιλεί)
Θείτσα μου, αγαπημένη μου θείτσα! Θεέ μου! Πώς κτυπά η καρδιά μου . .
ΑΤΟΥΓΈΦ
Τώρα δεν είνε τίποτε, παιδί μου! είνε για καλό.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (πλησιάζει προς την Λύδοτσκα και την θωπεύει)
Δεν θα κλαίης πια, αγάπη μου; αι;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
Αχ, μπαμπάκα! πόσον είμαι ευτυχής!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Να ιδήτε, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς, τι κτηνοτροφίαν θα κάμωμεν εις το Στρέσσνιεβο· θα ιδήτε πόσον θα καταγίνω.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά φαιδρότητος)
Τι μου λέτε;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Σας βεβαιώ! Να μου θυμάσθε (ομιλεί δήθεν μυστικώ τω τρόπω)· Θα φέρωμεν ζώα από όλα τα μέρη, αγελάδες, βώδια . . .
Οι άνω και Νέλκην (εισέρχεται και σταματά εις την θύραν έκθαμβος)
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Ναι, μα το βώδι του εξωτερικού δεν αντέχει εις το κλίμα μας είνε πολύ λεπτοφυές.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φιλών την χείρα της Λύδοτσκας)
Όχι, δεν είνε λεπτοφυές.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
Αλήθεια, είνε λεπτοφυές.
ΝΕΛΚΗΝ (πλησιάζων εν σπουδή)
Τι; Ποιο; ποιο είνε λεπτοφυές;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (στρέφεται προς τον Νέλκην)
Το βώδι!
(Καταπίπτει η αυλαία).
Το οίκημα του Κρετσίνσκη.
Πρωί. Σπουδαστήριον πολυτελώς διεσκευασμένον αλλ' εν μεγάλη αταξία· τράπεζαι, ορειχάλκινα σκεύη. Ένθεν της σκηνής γραφείον, εστραμμένον προς τους θεατάς· ένθεν δε τράπεζα. Ο Θόδωρος διευθετεί τα εν τω θαλάμω βραδέως.
ΘΟΔΩΡΟΣ
Έ-ε-ε! καϋμένα παιδιά! (Στενάζει βαθέως και βραδέως). Είδες εκεί πράματα . . . ακούς, μωρ' εκεί πράματα . . . ποιος να το πιστέψη; Πάνε τώρα τέσσαρες ημέραις που δεν ανάψαμε φωτιά· κ' έχουμε τις κάμαραις κρύαις, αι, τι να γείνη· νά, που δεν ανάβομε . . . (μετά τινα σιωπήν) Και όμως σαν εζούσαμε στην Πετρούπολι, Χριστέ και Παναγίτσα μου! — πού βρίσκονταν εκείνα τα χρήματα. Τι τζόγος που γινότανε! . . . Μα αυτός 'ς ούλη τη ζωή τέτοιος δα ήτανε: οι παράδες γι' αυτόν ήταν άχυρα, σκύβαλα. Από την εποχή ακόμη που ήταν φοιτητής εγλεντούσε δυνατά, και άμα βγήκε από το πανεπιστήμιο, τότε δα ήτανε που πήρε δρόμο· πήρε δρόμο σαν ανεμοστρόβιλος! Γνωριμίαις, κόντιδες, πρίγκηπες, φίλοι, ξεφαντώματα, τζόγος. Και χωρίς αυτόν ούλη η νεολαία δε μπορούσε τίποτε να κάνη. Τώρα, με τις γυναίκες — τα ίδια πάλι . . . Τόσαις χιλιάδες πέρασαν από τα χέρια του που χάνει κανείς το νου του να ταις λογαριάση! τι διάβολο του βρίσκουν δε μπορώ να καταλάβω· μα δεν τον αφίνουν, αδερφέ, ήσυχο. Η μια με γράμμα, η άλλη με ραβασάκι, η άλλη με κάθε λογής μπιλιετάκια, κι' άλλαις έρχονται η ίδιαις αυτοπροσώπως. Και γίνεται πια του Κουτρούλη το πανηγύρι· άλλαις τον ζητούνε, άλλαις τον ερωτεύονται, άλλαις τον ζηλεύουνε κι' άλλαις τον οχτρεύονται. Και ήτανε μια τέτοια, — μα τι πράμα ήτανε. — Είχε παρά με ουρά και, μπορώ να πω, από ταις πιο ώμορφαις· ακούς, μια ώρα να στέκεται μπροστά του γονατιστή, ναι, μα το Θεό! και πλούσια; . . . και να του φιλεί τα χέρια σαν νάταν καμμιά σκλάβα. Ό,τι ήθελε την έκανε. Η κακομοίρα! Και χρήματα; . . . μα μπορούσε να του ζυγίση τρεις φορές τον εαυτό της με χρυσάφι! Όχι, λέει, εγώ τα γυναικεία χρήματα δεν τα θέλω· αυτά τα χρήματα, λέει, εμένα δε μου χρειάζονται. Σφίγγει το γρόθο του — δυνατός άνθρωπος — εγώ, λέει, θ' αποκτήσω χρήματα· εγώ, λέει, θέλω να γλεντίσω! και του δίνει δρόμο! Μαζεύει-μαζεύει, κ' έπειτα πέρνει δρόμο το γλέντι, που βλέπεις και σε πιάνει τρόμος· τα ξοδεύει ίσα με το τελευταίο του λεπτό . . . Εχτίκιασε η κακομοίρα και πάει στο καλό, μα το ναι. Είπανε, πως πέθανε στην Ευρώπη. Είχε, είχε, μάτια μου, και τι δεν είχε . . . Και τώρα — τι να πης; . . Και κτήμα είχε μα — φιου! πάει — πάει. Πουλήσαμε τ' άλογά μας, τ' ασημικό το δώσαμε προ πολλού· και σε μερικά ρούχα πια εβάλαμε χέρι . . . Σωστή καταβόθρα, βρε αδερφέ! μας πήρε και μας εσήκωσε. Ούλοι οι καλοί σύντροφοι, 'κείνοι που 'παιζαν άφοβα, ετραβήχθηκαν και μας φορτώθηκε στο σβέρκο αυτός ο Ρασπλιούγεφ. Και τι μπορεί να βγη απ' αυτόν; που λέγει ο λόγος, αυτός ούτε δυο γαϊδάρων άχερα δε ξέρει να μεράση . . . (Κτύπος κώδωνος). Νά! πρωί τόνε θες, βράδυ τόνε θες· τάγιζέ τονε, ετοίμαζέ του τις τράπουλες, σαν να νοιώθη τάχα. «Εγώ, φίλε μου, δε μπορώ, εγώ, λέει, παίζω σε τέτοια συντροφιά». Και τι συντροφιά; . . . Εχτές επήγε κάπου, επήρε δύο τράπουλαις, δηλαδή τις πιο διαλεγμέναις . . . Αι, ίσως να δούλεψαν . . . Να δώση ο Θεός! . . . (Κτύπος κώδωνος). Αΐχ, εχ, εχ, εχ! Ας πα να του ανοίξω.
Ρασπλιούγεφ και Θόδωρος.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(ατημέλητος, τεταραγμένος, φορών τσαλακωμένον πίλον)
Τι, ούτε μέσα δε θέλεις να μ' αφήσης πια να μπω;
ΘΟΔΩΡΟΣ
Με συγχωρείς, Ιβάν Αντώνιτς, δεν άκουσα.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(βαίνει κατ' ευθείαν εις το προσκήνιον και σταματά σύννους)
Αι, ζωή κι αυτή!
ΘΟΔΩΡΟΣ (κατ' ιδίαν)
Δεν έχει κέφι.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Αι, Θεέ μου, Θεέ μου! τι ήταν εκείνο; Μωρέ τι ήταν εκείνο;! Το κεφάλι μου, πιστεύετε; Νά-ά . . . (δεικνύει με τας χείρας του). Χρήματα . . χαρτιά . . . τύχη . . . κέρδη . . . ένα φοβερό ντελίριο! . . . Ζωή . . . Ήτανε καιρός που είχα κ' εγώ το δικό μου, μα μου τώφαγαν 'πανάθεμά τους . . . μ' ερήμαξαν . . . Τώρα . . πτωχός και πένης ειμί εγώ! . . .
ΘΟΔΩΡΟΣ (πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ)
Τι έγεινε, Ιβάν Αντώνιτς, επαίξατε;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τον παρατηρεί επί μακρόν)
Επαίξαμε, — αι, ας πούμε πως επαίξαμε! . . . (κάθηται) ώωώχ, άι, άι, άι! Θεέ μου Θεέ μου! . . .
ΘΟΔΩΡΟΣ
Μα τι επάθατε; Μήπως συνέβη τίποτε;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(παρατηρήσας αυτόν εις τους οφθαλμούς και πτύσας)
Τφου! . . . νά, αυτό συνέβη! (σιγώσι). Αι, τι να γείνη! Εγώ φταίγω. . . . άλλαξα την τράπουλα . . . μ' ετσάκωσαν . . . Αι, α, ω, ω κ' επήρε δρόμο! . . . Και τούτη σου' χω, και 'κείνη σου χαρίζω . . . Αι, πάρε της χρονιάς σου δα και τράβα! . . . Τι ήταν εκείνο; Με αναισθησία! Βλέπω, πως εδώ είν' άσχημη δουλειά: οι φίλοι άρχισαν να θυμώνουν, να σπρώχνουν τότε κ' εγώ το κόβω λάσπη . . . τον Σεμιπάδωφ τόνε ξέρεις; . . .
ΘΟΔΩΡΟΣ
Δεν τόνε καλοθυμούμαι!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μια θεοήλατη, τόση δα μούρη, (δεικνύει θεοήλατη μούρη) Και μήπως έπαιζε; . . Και νά σου τον και σηκόνεται τεντωμένος από το τραπέζι και ανασκουμπόνεται. «Σταθήτε, λέει, να τον αρχίσω στις γροθιές» Κ' ένας γρόθος τέτοιος δα! (δεικνύει τον όγκον του γρόνθου του). Και καθώς πέρνει δρόμο! Θεέ και Κύριε, τι ήταν εκείνο! . . . «Εγώ, λέει, να σου τόνε κάνω τ' αλατιού», (ανατείνει τας χείρας του) Και μ' εδιόρθωσε . .
ΘΟΔΩΡΟΣ (συμβουλευτικώς)
Κυρ-Γιάννη! Κυρ-Γιάννη! Τα χαρτιά πρέπει να μάθετε πρώτα να τα παίζετε. Είδες που την επάθετε!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Και τάμαθα . . . Δεν υπάρχει σκυλί που να μπόρεσε να υποφέρη τέτοιο ξύλο· αυτό πια δεν είνε μάθημα· — αυτό είνε κακούργημα μέρα μεσημέρι.
ΘΟΔΩΡΟΣ
Χμ . . . μέρα μεσημέρι; . . . Χώνεστε μέσα στ' αλλουνού την τσέπη και θέλετε να μη σας τις βρέξουν: όποιος και νάνε θα σας τις βρέξη . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μωρέ μα τι δύναμι ήταν εκείνη! Ε-ε! . . . Έτυχε να βρεθώ άλλοτε μέσα σε τέτοιαις μπερδεψοδουλειαίς μα, να σου πω, τέτοιο ξύλο δεν το περίμενα. Καμμιά φορά μπορούσες κ' έδινες και ρέστα κ' έπεφτες και με τη μούρη, γιατί η μούρη είνε το πρώτο πράγμα που βρίσκει κάτω! . . . Χθες όμως ήταν διαφορετικά τα πράγματα! (Εκ της πλαγίας, θύρας φορών κοιτωνίτην, αναφαίνεται ο Κρετσίνσκης. Ο Ρασπλιούγεφ δεν τον παρατηρεί).
Αυτός, φαίνεται, πως έχει δικό του τρόπο· δε χτυπά ταις γροθιαίς κατεβαταίς, π' ανάθεμά τονε, αλλά μπιχταίς, κατ' ευθείαν μες στη μούρη . . . Μα έννοια σου και σ' αυτό δε με πιάνεις, σ' αυτό εγώ είμαι μάνα· εγώ πολλαίς φοραίς και δέκα 'μέραις εκαθόμουνα με τη μούρη χωμένη στη γωνιά, χωρίς δουλειά και χωρίς τον επιούσιον με κάτι φανάρια, να . . . (Δεικνύει τους οφθαλμούς του) ώστε αυτή τη δουλειά τήνε ξέρω . . .
Οι άνω, και Κρετσίνσκης.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ και τον παρατηρεί επισταμένως).
Έχασες πάλι;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Ποιος — εγώ; πού το καταλάβετε;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Το ακούω. Μη μου κάνεις τον έξυπνο, κλούβιο κεφάλι!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Γιατί είμαι κλούβιο κεφάλι; Γιατί με βρίζετε κάθε μέρα; Θεέ μου, τι ζωή είν' αυτή;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Ανάξιε άνθρωπε, χαμένο κορμί! Στο γουδί αέρα κοπανίζεις, (μετά τινα σιωπήν) Δεν αξίζεις ούτε το ψωμί που τρως! Έβγαλες το ψωμί σου, αι; κτήνος! Μπας και θαρρείς πως σε διατηρώ από φιλανθρωπία; Μήπως σου πέρασε η ιδέα, πως είμαι μέλος καμμιάς φιλανθρωπικής εταιρίας; Εγώ, για το ψωμί που τρως θέλω χρήματα τ' ακούς; Φέρε μου λοιπόν! Διάβολε! καταλαβαίνεις; Τι μου κρέμασες τα μούτρα σου; Πες μου, πού ήσουνα χθες;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μα-α-α λίστα! εγώ . . . πώς . . να εδώ . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Χρήματα έφερες;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Όχι, δεν έφερα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Δόσε μου λοιπόν, τι επήρες προχθές για το παιγνίδι.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ανοίγων τας χείρας του)
Τάχασα, όλα τάχασα!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πώς τάχασες!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Μου τα πήραν, όλα μου τα πήρανε!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διακόπτων)
Βλάκα! . . . το βλέπω, και τα χρήματα σου πήραν και σου τις έβρεξαν! (Θυμωμένος) Αχ! να σ' αρπάξη κανείς και να σε ζγουρίση σα χταπόδι.
(Περιπατεί ανήσυχος εις το δωμάτιον).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (με παράπονον)
Μην ανησυχείτε, Μιχάηλο Βασίλειτς, και μ' έχουνε ζγουρισμένον για καλά! Φθάνει αυτό! Μωρέ δύναμι που σου την έχει! Εγώ, λέει, με μποξ τόνε διορθόνω! . . . Χμ! . . . με μποξ! (Ο Κρετσίνσκης περιπατεί σύννους. Σιγή). Δε μου λέτε αλήθεια, Μιχάηλο Βασίλειτς, τι είνε αυτό το μποξ;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Συ πρέπει να το ξέρης. Νά, (κάμνει κίνησιν διά της χειρός) αυτό είνε το μποξ, Ιβάν Αντώνιτς . . αγγλική εφεύρεσις.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (χειρονομών)
Αυτό λοιπόν είνε το μποξ! . . . αγγλική εφεύρεσις! . . Αχ, Θεέ μου! (κινών την κεφαλήν του). Ακούς εκεί; . . . Και οι άγγλοι είνε πολιτισμένος λαός, δεινοί θαλασσοπόροι . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
Πρέπει νάβρω χρήματα! Χωρίς άλλο, με κάθε τρόπο, πρέπει νάβρω χρήματα και χρήματα!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (απαθώς) Εγώ δε ξέρω, Μιχάηλο Βασίλειτς, εγώ ούτε έχω
χρήματα ούτε μπορώ ναύρω. (Σκέπτεται, αίφνης ανατείνει την κεφαλήν του). Αυτό δεν το επερίμενα!. . . . (σηκώνει τον δάκτυλόν του) Οι Εγγλέζοι . . . . πολιτισμένος λαός . . . θαλασσοπόροι . . αι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξακολουθεί βαδίζων)
Πώς είπες;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
Λέγω, πολιτισμένος λαός, οι Εγγλέζοι! αι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ