Αφού έγραψαν όλοι οι πραγματευταί όσον ηδύναντο καλύτερον διά να επιτύχουν τοιούτον βαθμόν αξίας, επλησίασα και εγώ και έλαβα το χαρτί διά να γράψω· αυτοί εφοβήθησαν μήπως θέλω να το σχίσω, ή να το ρίξω εις την θάλασσαν και εβόησαν όλοι ομοφώνως· αλλ' όταν είδαν πώς με πολλήν επιτηδειότητα εκρατούσα, το χαρτί και το κονδύλι, κάμνοντας σχήμα πώς θέλω να γράψω έμειναν εκστατικοί.
Αλλά καθώς δεν είχαν ιδεί ποτέ μαϊμού να ηξεύρη να γράφη και ούτε επίστευον τοιούτον πράγμα να δοθή, ήθελον σατανικώς να μου βγάλουν το χαρτί από τα χέρια· ο καραβοκύρης όμως με επροστάτευσε, λέγοντάς τους· αφήσατέ την να γράψη και αν μεν λερώση το χαρτί σας υπόσχομαι να την παιδεύσω, αν δε εξεναντίας γράφη καλά, θέλομεν ιδεί ένα θαύμα, ως δεν αμφιβάλλω, διότι εξυπνοτέραν και επιτηδειοτέραν μαϊμού εις την ζωήν μου δεν είδα.
Τότε εγώ λαμβάνοντας άδειαν έγραψα έξ λογιών χαρακτήρας κατά την πλέον εκλεκτήν καλλιγραφίαν των Αράβων, και εις κάθε χαρακτήρα εσύνθεσα εκ του προχείρου ένα έμμετρον τετράστιχον ιαμβικόν, περιέχον φήμην και εγκωμιαστικόν του αυτού βασιλέως· ο χαρακτήρας της καλλιγραφίας μου όχι μόνον υπερέβαινεν όλας των πραγματευτών, αλλά τολμώ να είπω ότι εις εκείνον τον τόπον δεν εφάνη παρόμοιος έως τότε· και όταν ετελείωσα, οι αξιωματικοί έλαβον εκείνο το γραμμένον χαρτί και το παρουσίασαν εις τον βασιλέα.
Και λαμβάνοντας το χαρτί δεν εκύτταξε παντελώς τους άλλους χαρακτήρας, μόνον τον ιδικόν μου με μεγάλην προσοχήν και του ήρεσε τόσον, ώστε επρόσταξε τους αξιωματικούς του, λέγων λάβετε το καλύτερον βασιλικόν άλογον στολισμένον με μεγαλοπρέπειαν, και ένα φόρεμα βασιλικόν διά να ενδύσετε εκείνο το υποκείμενον, που έγραψε τούτους τους έξ ειδών χαρακτήρας, και παρουσιάσατέ το έμπροσθέν μου. Εις ταύτην την προσταγήν εγέλασαν οι αξιωματικοί. Ο βασιλεύς θυμωθείς διά την αυθάδειάν τους, ήτο έτοιμος να τους παιδεύση, αλλ' επρόλαβαν ευθύς· κραταιότατε βασιλεύ, παρακαλούμεν την βασιλείαν σου να μας συμπαθήσης. Αυτοί οι χαρακτήρες δεν είναι ανθρώπου, αλλά τους έγραψε μία μαϊμού· και πώς συμβαίνει τούτο; Λέγει ο βασιλεύς· πράγμα ανήκουστον λέγουν του οι αξιωματικοί· ας βεβαιωθή η βασιλεία σου, ότι ημείς είμεθα αυτόπται μάρτυρες που τους έγραψεν η μαϊμού. Τότε ο βασιλεύς στοχαζόμενος το πράγμα αξιοθαύμαστον και περίεργος διά να ιδή ένα τέρας, λέγει· κάμετε γρήγορα καθώς σας επρόσταξα· και παρουσιάσατέ μου εδώ την μαϊμούν την τόσον εξαίρετον. Οι βασιλικοί υπηρέται λοιπόν κατά προσταγήν του βασιλέως ήλθον εις το καράβι και εφανέρωσαν την γνώμην του βασιλέως εις τον καραβοκύρην, ο οποίος απεκρίθη, ότι είνε έτοιμος να υπακούση εις την βασιλικήν προσταγήν.
Τότε ευθύς με ένδυσαν με τα βασιλικά φορέματα, με έβαλαν επάνω εις βασιλικόν άλογον και από τον λιμένα άρχισεν η παράταξις, όταν έτρεξε πλήθος λαού κάθε ηλικίας και τάξεως διά να ιδούν μίαν μαϊμούν, που ο βασιλεύς εξέλεξε διά βεζύρην του· και αφού έδωσα εις τον λαόν ένα θέαμα παράδοξον και ανήκουστον, έφθασα εις το βασιλικόν παλάτι, και ευρίσκω τον βασιλέα επί θρόνου καθήμενον εις το μέσον των μεγιστάνων και αρχόντων του παλατίου· τον επροσκύνησα τρεις φορές έως την γην, έπειτα εκάθισα εις σχήμα μαϊμούς εις την θέσιν του βεζύρη.
Όλη η σύγκλητος με μεγάλον θαυμασμόν με εθεωρούσε μην ημπορούντες να καταλάβουν πώς είνε δυνατόν μία μαϊμού να ηξεύρη με τόσην ευταξίαν να προσφέρη την προσκύνησιν που αρμόζει εις τον βασιλέα και τον χαιρετισμόν προς τους περιεστώτας με σχήματα τόσον αρμόδια που μόλις δύναται να τα κάμη ένας πρακτικός άνθρωπος του παλατίου· μάλιστα ο βασιλεύς με εθεωρούσε με μεγάλην απορίαν, λέγοντας αν μαζί με τα σχήματα και κινήματα είχα και τον λόγον, θα ήμουν το παραδοξότερον ον του κόσμου.
Και αφού ελύθη η σύναξις και ανεχώρησαν οι συγκλητικοί έμεινεν ο βασιλεύς με τον αρχιευνούχον του και με ένα νέον σκλαβόπουλον και επρόσταξε να ετοιμάσουν την τράπεζαν του γεύματος και μου έκαμε νεύμα να καθίσω μαζί του εις την τράπεζαν· εγώ διά να δείξω υποταγήν εφίλησα την γην, έπειτα εκάθισα εις την τράπεζαν, και έφαγα με πολλήν ευταξίαν και σεμνότητα και προτού να σηκώσουν την τράπεζαν είδα ένα καλαμάρι και έκαμα νεύμα να μου το δώσουν και λαμβάνοντάς το έγραψα επάνω εις ένα ροδάκινον εις στίχους πολιτικούς την ευχαρίστησίν μου προς τον βασιλέα διά τις τόσες περιποιήσεις και του το ενεχείρισα· και αναγινώσκοντάς τους αύξησεν ο θαυμασμός του.
Και όταν εσήκωσαν την τράπεζαν έφερον του βασιλέως ένα εξαίρετον πιοτόν από το οποίον μου έδωσεν ένα ποτήρι και αφού το έπια έγραψα και άλλους στίχους, εις τους οποίους εφανέρωνα την κατάστασίν μου συνωδευμένην με τόσες ταλαιπωρίας και κακοπαθείας· ανέγνωσε και εκείνους ο βασιλεύς και είπεν· εάν ένας άνθρωπος ήτον αρκετός να γράφη με τοιούτον στοχασμόν και τελειότητα, θα ήτον ο σοφώτερος όλων των σοφών.
Επρόσταξεν ύστερα και του έφεραν το σανρτάτζιον διά να παίξη κάμνοντάς μου νόημα αν ηξεύρω να παίξω· και εγώ εφίλησα την γην, έβαλα το χέρι μου επάνω εις την κεφαλήν μου διά να δείξω πώς δέχομαι την τιμήν να παίξω μαζί του· και μου εκέρδισεν αυτός το πρώτον παιγνίδι· του εκέρδισα και εγώ το δεύτερον και τρίτον και καταλαμβάνοντας εγώ ότι τούτο του έδιδε κάποιαν ενόχλησιν εσύνθεσα ευθύς ένα τετράστιχον και του το παρουσίασα εις το οποίον έδειχνα ότι δύο δυνατά στρατεύματα την ημέραν επολεμούσαν με μεγάλον θυμόν και την νύκτα επερνούσαν με αγάπην και ησυχίαν αναμεταξύ των· ο βασιλεύς απορούσεν εις τόσα τεράστια που έβλεπεν εις μίαν μαϊμούν.
Έπεμψε να κράξη και την θυγατέρα του, διά να ιδή μίαν φιλόσοφον μαϊμού, επειδή και αυτή είχεν αρκετήν σπουδήν εις πολλάς επιστήμας· και όταν ήλθεν έμπροσθέν μας εσκέπασε το πρόσωπόν της, λέγει της ο βασιλεύς· διατί σκεπάζεσαι; εδώ δεν είνε κανείς άνδρας να σε ιδή· απεκρίθη η βασιλοπούλα· εδώ εις την μορφήν της μαϊμούς είνε ένας υιός μεγάλου βασιλέως, τον οποίον ένα πονηρόν Τελώνιον τον μετεμόρφωσεν εις τέτοιον σχήμα.
Ο βασιλεύς θαυμάσας εις το φαινόμενον εγύρισε προς εμένα, και χωρίς να μου ομιλήση, με νεύματα με ερώτησεν αν είνε αληθές εκείνο που λέγει η βασιλοπούλα· εγώ μην ημπορώντας να ομιλήσω, έβαλα το χέρι μου επάνω εις την κεφαλήν διά να βεβαιώσω τον λόγον της βασιλοπούλας· τότε λέγει της ο βασιλεύς· και πόθεν γνωρίζεις, ότι ήτον υιός βασιλέως και το Τελώνιον τον μετεμόρφωσεν εις τούτο το είδος; Του απεκρίθη εκείνη· η βασιλεία σου ηξεύρει, ότι εγώ έλαβα διά διδάσκαλον μίαν γραίαν, η οποία ήτο μία επιτηδειοτάτη μάγισσα, και με εδίδαξεν εβδομήντα κανόνας εις την μαγικήν τέχνην, με το μέσον των οποίων εγώ δύναμαι εις μίαν στιγμήν να μετατοπίσω ταύτην την πολιτείαν εις την μέσην του Ωκεανού· και με την αυτήν τέχνην ευθύς γνωρίζω ένα μεταμορφωμένον από την μαγείαν, και διά ποίαν αφορμήν. Εάν δύνασαι της λέγει ο βασιλεύς να τον λύσης από την μαγείαν, και να τον μεταβάλης εις την πρώτην του μορφήν, θέλεις μου προξενήσει την μεγαλυτέραν ευχαρίστησίν· ευθύς θέλω τον εκλέξει διά Βεζύρην μου, και θέλω σε στεφανώσει με αυτόν.
Η βασιλοπούλα υπακούοντας εις την προσταγήν του πατρός της υπεσχέθη να με επιστρέψη εις την μορφήν μου· και ευθύς έδραμε, και έφερεν ένα βιβλίον με ένα μαχαίρι, και μας έφερεν εις μίαν κρυφήν αυλήν του παλατίου· και εκεί εσχημάτισε με το μαχαίρι ένα κύκλον εις την γην, και έγραψε μέσα εις τον κύκλον γράμματα Αραβικά με χαρακτήρας της Κλεοπάτρας· και διαβάζοντας κάποιους εξορκισμούς από το βιβλίον αιφνιδίως εσκοτίσθη ο αέρας, ωσάν να ήτον νύκτα.
Ημείς εφοβήθημεν τόσον ώστε εμείναμεν άφωνοι, και μάλιστα όταν έξαφνα παρουσιάσθη το Τελώνιον με σχήμα ενός φοβερωτάτου λιονταρίου· αλλ' η βασιλοπούλα άφοβη του λέγει· πονηρέ σκύλλε, τι θαρείς ότι με αυτό το σχήμα θα με φοβίσης; ευθύς ελάκτισε το λεοντάρι προς αυτήν και αυτή έτοιμη με το μαχαίρι το εχώρισεν εις δύο κομμάτια, τα οποία αφανίσθησαν και έμεινε μόνον η κεφαλή, η οποία μετεβλήθη εις σκορπίον, και η βασιλοπούλα μετέβαλε το μαχαίρι της εις ένα όφιν πτερωτόν, και έκαμε μέγαν πόλεμον με τον σκορπίον· ο σκορπίος έρριξεν ένα κεντρί από την ουράν του, και κτυπώντας με εις το δεξιόν μάτι με ετύφλωσε. Τότε ο όφις μετεβλήθη εις δράκοντα, που έβγαζε φλόγας από το στόμα· και κυνηγώντας τον κατέκαυσεν, αφού μετεμορφώθη εις διάφορα είδη· και ύστερα ηκούσθη μια φωνή να λέγη· ενίκησα· και η βασιλοπούλα έπιασε τον δράκοντα από την ουράν, ο οποίος ξερνώντας μίαν ύλην έγινε μαχαίρι· η δε ύλη έβγαλε μίαν δυσωδίαν ανυπόφορον· έπειτα η βασιλοπούλα με ερράντισε με ένα νερόν εις το οποίον έβαλε μέσα το μαχαίρι λέγοντας κάποια λόγια, και ευθύς έλαβα την πρώτην μου μορφήν, έμεινα όμως μονόφθαλμος.
Λέγει ύστερα η βασιλοπούλα προς τον πατέρα της· ιδού εξεπλήρωσα την προσταγήν σου, όμως μετά δύο ή τρεις μήνας μέλλω να αποθάνω· διότι όταν ο σκορπίος επολεμούσε με τον δράκοντα, έχυσε το φαρμάκι του εις τον αέρα πλησίον μου, και επειδή εγώ ήμουν ιδρωμένη, εφαρμακώθη όλον μου το σώμα, και δεν έχω ελπίδα θεραπείας· ο βασιλεύς σχεδόν ημιθανής από τον φόβον του, ακούοντας και τα λόγια της θυγατρός του, έγινεν άλλος εξ άλλου, και λέγει μου· φθάνει σου αυτή η ευεργεσία· γρήγορα να φύγης από το βασίλειόν μου, διότι είσαι ο αίτιος του θανάτου μου και της θυγατρός μου.
Εγώ χωρίς απόκρισιν ευθύς εβγήκα από το παλάτι· και ξυραφίζοντας τα γένεια και φρύδια, ενδύθηκα τούτο το φόρεμα, και εβγήκα τέλος πάντων από την πόλιν εκείνην, διωγμένος ωσάν κατάδικος, έρημος, στερημένος από όλα, εκείνος οπού προ ολίγων ημερών εις το σχήμα και την μορφήν μαϊμούς ήμουν περίφημος, και δοξασμένος από όλους, και επιθυμούσα κάλλιον να ευρισκόμουν εις την μορφήν της μαϊμούς, παρά άνθρωπος τοιούτος καταφρονεμένος.
Τέλος πάντων αφού επέρασα αγνώριστος διαφόρους τόπους, απεφάσισα να έλθω εις την Βαβυλώνα με ελπίδα διά να προσπέσω εις τον εύσπλαγχνον τούτον βασιλέα, και ίσως με την διήγησιν της ιστορίας των παραδόξων συμβάντων και δυστυχιών μου θέλει κινηθή εις έλεος προς εμέ· και έφθασα σήμερον εις ταύτην την πόλιν, και πρώτος που συνήντησα, είνε ο συνάδελφός μου Δερβίσης, ο οποίος διηγήθη την ιστορίαν του προ εμού. Αυτή λοιπόν, ω κυρία, είνε η ιστορία μου, έως που έφθασα εδώ. Τότε η Ζωηδία του έδωσε την ελευθερίαν διά να υπάγη· αλλ' αυτός την παρεκάλεσε να μείνη διά να ακούση και τας ιστορίας των άλλων· και λαμβάνοντας την άδειαν εκάθησε πλησίον του πρώτου. Και έπειτα άρχισεν ο τρίτος την ιστορίαν του κατά τον ακόλουθον τρόπον... Τελειώνοντας την διήγησιν και του δευτέρου Δερβίση η Χαλιμά ηρώτησε τον βασιλέα Αϊδήν, εάν του άρεσε· και αυτός διά να δείξη την ευχαρίστησιν που έλαβε της εχάρισεν ένα πολύτιμον δακτυλίδι βεβαιώνοντας την αγάπην του και την παρεκίνησε να εξακολουθήση τας τοιαύτας διηγήσεις. Η δε Χαλιμά άρχισε την ιστορίαν και του τρίτου Δερβίση, ο οποίος διηγήθη την ιστορίαν του κατά την ακόλουθον τάξιν.
Μετά τον θάνατον του πατρός μου βασιλέως, ο οποίος ωνομάζετο
Κασσίπης, έγινα ο διάδοχος της βασιλείας του, εις ένα πλουσιώτατον
και πολυανθρωπότατον βασίλειον. Η πρωτεύουσα πόλις ήτο εις μίαν
τοποθεσίαν ωραιοτάτην παραθαλάσσιον, με ένα θαυμάσιον λιμένα, επειδή
ήτο το κέντρον όλου του βασιλείου· είχεν ένα μεγάλον ταρσανάν με
πολλά καράβια της αρμάδας. Όταν έλαβα τα σκήπτρα της βασιλείας,
επρόσταξα να ετοιμασθή μία αρμάδα αποτελουμένη από πενήντα καράβια,
διά να υπάγω εις περιήγησιν εις όλα τα νησιά του βασιλείου μου, διά
να τα στερεώσω εις την υποταγήν και με την παρουσίαν μου να τα
βεβαιώσω διά το ενδιαφέρον μου.
Αφού λοιπόν ετελείωσα την περιήγησιν των νησίων, όντας με την αρμάδαν αραγμένην εις το πλέον μακρύτερον νησί, απεφάσισα με όλα μου τα καράβια να κάμω ένα ταξείδι προς τα μεσημβρινά μέρη του Ωκεανού, διά να ανακαλύψω και άλλα νησιά ή τόπους αγνώστους· την ερχομένην ημέραν εκάλεσα τον ναύαρχον, ήγουν τον επιστάτην της αρμάδας, και του έδωσα τοιαύτην προσταγήν, διά να ετοιμασθούν όλα τα καράβια να αναχωρήσωμεν· κατά την προσταγήν μου λοιπόν ευθύς ανεχωρήσαμεν.
Και μετά δύο μηνών πλουν είδαμεν μακράν εις την θάλασσαν ένα μικρότατον νησί· πρώτον μεν εχάρημεν διότι ανεκαλύψαμεν νέον τόπον, αλλ' όσον επλησιάζαμεν και το εβλέπαμεν μεγαλύτερον τόσον τα καράβια μας και χωρίς άνεμον έτρεχον προς αυτό. Τούτο το φαινόμενον μας εφόβισεν· όθεν έπεμψα τον καραβοκύρην υψηλά εις το κατάρτι με το τηλεσκόπιον διά να ανακαλύψη ποίον είνε αυτό το νησί· και μετ' ολίγον καταβαίνει θρηνώντας και κλαίοντας, λέγοντάς μου· Εχάθημεν, βασιλέα μου· διότι εκείνο είνε το βουνόν του Μαγνήτου, που τραβά τα καράβια έως εκεί από τα περόνια και όταν πλησιάσουν εις ωρισμένην απόστασιν ξεκαρφώνονται όλα τα καρφιά και σίδερα των καραβιών και με μεγάλην ορμήν κολλώνται εις τον μαγνήτην του βουνού, τα δε καράβια καταβυθίζονται.
Εις ταύτα τα λόγια του καραβοκύρη άρχισεν ένας κλαυθμός και οδυρμός όλου του στρατεύματος και των ναυτών, και δεν ηκούετο άλλο παρά ένας θρήνος· αλλ' όταν επλησιάσαμεν καλά και είδαμεν εκείνο το φοβερόν βουνόν, ηκούετο μία φοβερά ηχολογή και άρχισαν να τρίζουν τα καράβια και εφαίνοντο τα περόνια και τα σίδερα να ξεκαρφώνονται από τα καράβια και με μεγάλην ορμήν τρέχοντας εκολλούσαν εις το βουνόν του Μαγνήτου από του οποίου την σφοδράν ελκυστικήν δύναμιν τα καράβια ευθύς εσχίσθησαν εις κομμάτια και κατεβυθίσθησαν ομού και όλοι μου οι άνθρωποι επνίγησαν πλην εμού και μόνου, που κατά τύχην ενώ έπλεα επάνω εις ένα ξύλον, ο άνεμος με έβγαλεν εις ένα μέρος εκείνου του βουνού, που ήτο μία στενή στράτα με σκαλίδια, που ανέβαινον έως εις την κορυφήν, ώστε επιάσθηκα με φόβον από τα σκαλίδια εκείνης της δυσβάτου στράτας και με κόπον ανέβηκα εις την κορυφήν.
Εκεί ήτον ένας ναός ονομαζόμενος Πάνθεον· επάνω εις το πάνθεον έστεκεν ένα άγαλμα μπρούντζινον επάνω εις ένα άλογον από το αυτό μέταλλον. Εμβαίνοντας λοιπόν μέσα εις τον ναόν ευχαρίστησα την τύχην μου, που με εφύλαξεν έως τόσον ζωντανόν· εξενύκτησα μέσα εις τον ναόν εκείνην την νύκτα και εις το όνειρον μου εφάνη ένας σεβάσμιος, γηραλέος την μορφήν και λέγει· εάν σκάψης υποκάτω όπου κοιμάσαι, θέλεις εύρει ένα δοξάρι με σαΐτες μολυβένιες, κατασκευασμένες υποκάτω εις κάποιον αγαθοποιόν πλανήτην, διά να ελευθερωθή το ανθρώπινον γένος από πολλά κακά που του επανίστανται· έπειτα να ρίψης τες σαΐτες εις το άγαλμα και ευθύς θέλει πέσει, το μεν άγαλμα εις την θάλασσαν το δε άλογον προς το μέρος σου· τότε θέλει φουσκώσει η θάλασσα έως την κορυφήν και εκεί θέλει ευρεθή ένα καΐκι με ένα άνθρωπον μπρούντζινον που να κουπίζη και θέλεις εμβή εις το πλοιάριον εκείνο και εις δέκα ημέρας θέλει σε βγάλει κατευόδιον εις την πατρίδα σου· όμως πρόσεχε να μην αναφέρης το όνομα του μεγάλου Προφήτου παντελώς εις το ταξείδιόν σου, διά να μη σου συμβή κανένα ατύχημα.
Τότε από την χαράν μου εξύπνησα και ευθύς έσκαψα και εύρον τις σαΐτες και το δοξάρι, τας οποίας έρριψα εις το άγαλμα· και με την τρίτην το εγκρέμνισα εις την θάλασσαν, το δε άλογον έπεσε προς το μέρος μου. Τότε εφούσκωσεν η θάλασσα και εσκέπασε το βουνόν έως εις τα θεμέλια του ναού· και ιδού είδα το πλοιάριον με έναν άνθρωπον που εκούπιζε και ήρχετο προς εμέ και εγώ ευθύς εμβήκα εις το πλοιάριον και ο άνθρωπος εκείνος ο μπρούντζινος εγύρισεν οπίσω και εκούπιζε με βίαν και χωρίς να ομιλήσω παντελώς εχαιρόμουν, που το όνειρον αλήθευσεν εις όλα. Και αφού επέρασαν εννέα ημέραι του ταξειδίου μας, είδα μακρόθεν κάποια νησιά· τότε από την χαράν μου μεγαλοφώνως ευχαρίστησα το όνομα του μεγάλου Προφήτου, χωρίς να στοχασθώ την παραγγελίαν του γέροντος, που με ημπόδισε να αναφέρω το όνομα του Προφήτου· και μόλις ετελείωσα ταύτα τα λόγια ιδού το πλοιάριον ομού με τον άνθρωπον εβυθίσθη εις το πέλαγος.
Εγώ έμεινα επάνω εις το νερόν κολυμβώντας όσον ηδυνάμην κατά το επίλοιπον της ημέρας· έφθασεν όμως μία νύκτα σκοτεινή με άνεμον σφοδρόν και άρχισε να βοά η θάλασσα από τα κύματα και εγώ σχεδόν έχασα τας δυνάμεις μου, όταν αιφνιδίως ένα κύμα σφοδρόν με έφερεν εις το περιγιάλι του νησιού και με έρριξεν έξω, επάνω εις την άμμον και όταν επάτησα στερεάν γην, με γρηγορότητα έτρεξα διά να μην έλθη άλλο κύμα και με σύρη μέσα· ως τόσον εβγήκα υγιής εις το νησί· και την αυγήν όταν εξημέρωσεν, περιτριγύρισα όλο εκείνο το νησί και αγκαλά το εύρον έρημον, και ακατοίκητον και μακράν από την στερεάν έως ογδοήντα μίλια, το οποίον με ελύπησεν αρκετά, ήτον όμως γεμάτο από διάφορα χόρτα και δένδρα καρποφόρα· όθεν παρηγόρησα ολίγον την πεινασμένην και ταλαιπωρημένην κοιλίαν μου με τα οπωρικά που εύρον.
Και περιδιαβάζοντας εκεί μόνος, είδα μακρόθεν προς το μέρος της στερεάς ένα πλοιάριον με τα πανιά ανοικτά, που ήρχετο κατ' ευθείαν προς εκείνο το νησί· ως δε βεβαιώθην ότι ήρχετο να αράξη εκεί, έκρινα εύλογον να μη φανερωθώ ευθύς εις εκείνους τους ανθρώπους, μην ηξεύροντας αν ήσαν φίλοι ή εχθροί, και έτσι, εκρύφθηκα υψηλά εις ένα δένδρον φουντωτόν, εις τόσον που εγώ να ημπορώ να τους βλέπω χωρίς να φαίνωμαι.
Έφθασε λοιπόν το πλοιάριον και μόλις άραξεν ολίγον ξέμακρα από το δένδρον μου, ιδού και βλέπω να βγαίνουν έξω δέκα σκλάβοι, ένας γηραλέος, που εφαίνετο ο αυθέντης αυτών και ένας νέος έως χρονών δέκα πέντε· οι σκλάβοι έφερναν διάφορα αγγεία με φαγητά και πιοτά ως εφαίνετο και ένας εβαστούσεν ένα τσαπί και φτυάρι· επροχώρησαν προς το εσωτερικόν του νησιού και όταν έφθασαν εις μίαν πεδιάδα, είδα που ένας έσκαψεν ολίγον και άλλος έβγαζε το χώμα με το φτυάρι· έπειτα εσήκωσαν ωσάν μίαν σχάραν και εμβήκαν όλοι μέσα· τότε εσυμπέρανα ότι εκεί ήτον κανένα υπόγειον.
Και αφού επέρασεν αρκετή ώρα, είδα και εβγήκεν ο γέρων και οι σκλάβοι· και αφού εσκέπασαν την θύραν του υπογείου με την σχάραν και αφού έρριξαν απ' επάνω χώμα, ανεχώρησαν εις το πλοίον τους· και μη βλέποντας τον νέον να έβγη μαζί τους εσυμπέρανα ότι τον άφισαν εκεί μέσα· και αφού το πλοιάριον έκαμε πανιά και απεμακρύνθη αρκετά, εγώ περίεργος να ιδώ τι ήτον εκείνο το φαινόμενον, κατέβην από τα δένδρον, επήγα εις εκείνο το μέρος έβγαλα το χώμα, άνοιξα μίαν σιδηράν θύραν και βλέποντας μίαν σκάλαν έως είκοσι σκαλίδια, κατέβην έως κάτω και εκεί βλέπω ένα υπόγειον εύμορφα κατασκευασμένον με θόλον και καμάρες, φωτισμένον με διαφόρους λύχνους και λαμπάδας, στρωμένον με ωραίους τάπητας και μαξιλάρια και τον νέον εκείνον καθήμενον με ένα βιβλίον εις τας χείρας ο οποίος ως με είδεν εφοβήθη.
Αλλ' εγώ προλαμβάνοντάς τον με γλυκά και παρηγορητικά λόγια του έδωκα θάρρος και τον διεβεβαίωσα ότι θέλω να τον υπερασπισθώ και να του φυλάξω την ζωήν από κάθε κίνδυνον και πλησιάζοντας, τον εχαιρέτησα και τον ερώτησα ποία είναι η αιτία που ευρίσκεται εκεί εις την υπόγειον φυλακήν. Αυτός λαμβάνοντας θάρρος με χαροποιόν πρόσωπον μου λέγει να καθίσω πλησίον του· έπειτα άρχισε την ιστορίαν του και μου λέγει. Ο πατήρ μου είνε ένας πλουσιώτατος πραγματευτής και εις το γήρας απόκτησεν εμένα τον μονογενή του υιόν, είδεν όμως ένα όνειρον, ότι η ζωή μου μέλλει να είναι ολίγη· αυτό τον ελύπησε αρκετά· και διά τούτο εσυμβουλεύθη τους Αστρολόγους, διά να θεωρήσουν το γεννεθλιακόν μου θέμα των πλανητών και του απεκρίθησαν ότι ο υιός σου μέχρι του δεκάτου πέμπτου έτους της ηλικίας του θέλει ζήση άφοβα και ασφαλώς. Αλλ' όταν ο βασιλεύς Αγήβ, υιός του βασιλέως Κασσίπη εις εκείνον τον καιρόν θέλει γκρεμνίσει εις την θάλασσαν το μπρούτζινον άγαλμα, που στέκει στην κορυφήν του βουνού του Μαγνήτου, τότε ο υιός σου θα κινδυνεύει να θανατωθή από τον αυτόν βασιλέα εις διάστημα πενήντα ημερών μετά το κρήμνισμα του αγάλματος· και εάν αγαθή τύχη εις αυτό το διάστημα φυλαχθή, θέλει γίνει πολυχρόνιος η ζωή του· όθεν ο πατήρ μου επρόβλεψε προ καιρού να κατασκευάση τούτο το υπόγειον εις τούτο το ξερονήσι· και χθες ηκούσθη, ότι εκρημνίσθη το ρηθέν άγαλμα από τον αυτόν βασιλέα, που είνε δέκα μέρες· διά τούτο ευθύς έδραμεν ο πατήρ μου να με φέρη εδώ, ελπίζοντας βεβαίως ότι εκείνος ο βασιλεύς δεν θέλει έλθει εις τοιούτον ξερονήσι να με ζητήση, μάλιστα εις το υπόγειον και μετά σαράντα ημέρας θέλει έλθει να με παραλάβη απ' εδώ.
Εγώ ακούοντας αυτήν την ιστορίαν εγέλασα εις τον εαυτόν μου με τους ματαιόφρονας και απατεώνας Αστρολόγους και εφρόντισα με κάθε τρόπον να κρύψω το όνομά μου από εκείνον τον νέον διά να μη του προξενήσω φόβον θανάτου· προσεπάθησα μάλιστα να βγάλω ψεύστας τους Αστρολόγους, οι οποίοι επρόλεγαν ένα τοιούτον μάταιον πράγμα, που εγώ ούτε το εφανταζόμουν, μάλιστα ήμουν εντελώς ξένος από ταύτην την γνώμην και πώς ήτο δυνατόν να κάμω εγώ ένα τέτοιο παράνομον έργον;
Αφού δε ο νέος ετελείωσε την ιστορίαν του εγώ του έδωκα καλάς ελπίδας, τάζοντάς του, ότι εις τας τεσσαράκοντα αυτάς ημέρας θέλω μείνη πάντοτε μαζί του και θέλω βάλει την ζωήν μου δι' αυτόν· επρόσθεσα μάλιστα ότι επειδή και εγώ εναυάγησα εις τούτο το νησί και ήμουν εντελώς έρημος και αβοήθητος, θέλω λάβει την καλήν τύχην να έλθω εις το πλοίον του πατρός του μαζί του, διά να περάσω εις την πατρίδα μου· και διά τούτο θέλω του είμαι πολύ υπόχρεως. Ως τόσον κατ' εκείνας τας τριάκοντα εννέα ημέρας επεράσαμεν εις ξεφάντωσιν και συναναστροφήν με κάθε χαράν και αγαλλίασιν.
Την τριακοστήν ενάτην ημέραν, ο νέος εκείνος, αφού ελούσθη εις το λουτρόν, επλάγιασεν εις το κρεββάτι του· και μου ζητεί να χωρίσω ένα χειμωνικόν να του δώσω να φάγη με ζάχαριν διά δροσιστικόν. Ευθύς εγώ έλαβα το χειμωνικόν και ζητούσα το μαχαίρι αλλά δεν το εύρισκα· μου λέγει αυτός, ότι είνε εδώ ψηλά εις το προσκέφαλόν μου επάνω· εγώ άπλωσα και επήρα το μαχαίρι και αιφνηδίως εμποδίσθηκα και έπεσα επάνω εις τον νέον· ω του θαύματος! και το μαχαίρι εκαρφώθη εις την καρδίαν του νέου και τον επλήγωσε θανατηφόρα και αμέσως εξεψύχησεν και εγώ βλέποντας ένα τέτοιο παράδοξον συμβάν, έμεινα όλος εκστατικός, θρηνώντας απαρηγόρητα και μεμφόμενος την κακήν μου τύχην, που με ρίχνει από δυστυχίας εις δυστυχίαν διότι ήλπιζον με το μέσον εκείνου του νέου να αναχωρήσω απ' εκείνο το ξερονήσι και βγαίνοντας εις την στερεάν να υπάγω εις την πατρίδα μου.
Και το μαχαίρι εκαρφώθη εις την καρδίαν του νέου.
Και αφού έκλαυσα αρκετά, εστοχαζόμουν ότι όσα προείπον οι Αστρολόγοι, αλήθευσαν· και εθαύμαζα διά τοιαύτα παράδοξα συμβάντα· αλλ' όταν ενεθυμήθην, ότι επλησίασε η ημέρα που έμελλε να έλθη ο πατήρ του νέου, διά να τον σηκώση απεκεί, εστοχάσθην ότι εάν μείνω εδώ εις το υπόγειον και με εύρουν μαζί με τον φονευμένον νέον, βέβαια ο πατήρ του θέλει οργισθή εναντίον μου, ότι εγώ τον εθανάτωσα· και ούτε θα έχει ισχύν η δικαιολογία μου ότι συνέβη εξ απροσεξίας ο θάνατος του υιού του και θέλει προστάξει τους δούλους του να με θανατώσουν· όθεν ευθύς έδραμα έξω και σφαλίσας την θύραν ως ήτον πρότερον ανεχώρησα και εκρύβην επάνω εις ένα δένδρον.
Μετ' ολίγον είδα εις την θάλασσαν ένα πλοίον και ήρχετο με τα πανιά γεμάτα αέρα και μετά παρέλευσιν ολίγης ώρας έφθασεν εις το νησί και άραξαν όπου και πρότερον· κατόπιν εβγήκαν έξω οι σκλάβοι και ο πατήρ του νέου και φθάνοντας εις το υπόγειον και ως εύρον τον νέον θανατωμένον, άρχισαν όλοι εμού να ολολύζουν και να θρηνούν με τόσους κλαυθμούς και οδυρμούς που εκινούσαν εις έλεος και τα άψυχα δένδρα και λίθους· έπειτα ενταφιάσαντες τον νεκρόν ολίγον μακράν από το υπόγειον, ανεχώρησαν και κάμνοντες πανιά με επιτήδιον άνεμον, γλήγορα έφθασαν εις την στερεάν.
Εγώ πάλιν έμεινα τεθλιμμένος εις εκείνο το ακατοίκητον νησί· την ερχομένην νύκτα επέρασα εις εκείνο το υπόγειον· την επαύριον εβγήκα έξω περιδιαβάζων ανάμεσα εις εκείνα τα δένδρα, και ετρεφόμουν από τους καρπούς των και επέρασα με τέτοιαν πολυστένακτον ζωήν τριάντα ημέρας, θεωρώντας πάντοτε την θάλασσαν, μήπως και ιδώ κανένα πλοίον να περνά από εκεί σιμά.
Μετ' ολίγον παρετήρησα ένα φαινόμενον αξιοθαύμαστον· είδα που ηύξανε το νησί και ολιγόστευε το νερό της θαλάσσης και επλησίαζεν η στερεά προς το νησί, τόσον που μεταξύ του νησιού και της στεριάς έμεινεν ένα μικρόν πέρασμα το οποίον επέρασα, που το νερό δεν έφθανεν έως τα γόνατα και φθάνοντας τέλος πάντων την στεριάν, περιπάτησα εις το περιγιάλι έως που εκουράσθην· εκάθησα να αναπαυθώ ολίγον και εδώ διέκρινα μακριά ένα παλάτι τειχογυρισμένον και χαλκοσκέπαστον, ώστε φωτιζόμενον από τας ακτίνας του ηλίου, εφαίνετο ως έν σώμα φλογερόν και φωτεινόν.
Όταν επλησίασα εκεί, είδον μίαν θαυμασίαν οικοδομήν, κατασκευασμένην με την πλέον επιτηδείαν αρχιτεκτονικήν και θεωρώντας έξωθεν, ιδού βλέπω και έρχονται νέοι με ένα σεβάσμιον γέροντα οι οποίοι με εχαιρέτησαν και με ωδήγησαν μέσα εις το παλάτι τους. Τους παρετήρησα ότι ήσαν όλοι μονόφθαλμοι, από το δεξιόν μάτι βλαμμένοι· με έλαβαν εις την τράπεζάν τους και εις την συναναστροφήν τους με πολλές επιδεξίωσες, μου παρήγγειλαν όμως να μην εξετάσω ό,τι ήθελα ιδεί να κάμνουν έμπροσθέν μου, διότι η εξέτασις και η περιέργειά μου ήθελαν μου προξενήσουν κάποια συμβεβηκότα λυπηρά και επιζήμια αγκαλά γλυκά εις την γεύσιν και χαροποιά εις την θεωρίαν, λέγοντές μου και με κίνδυνον να χάσης ένα πράγμα το οποίον σιμά εις την λύπην που σου θέλει προξενήσει, δεν θέλεις δυνηθή ποτέ να το ξαναποκτήσης και πρόσεχε εις την παραγγελίαν μας.
Αφού λοιπόν επέρασεν αρκετή ώρα της νυκτός μετά το δείπνον τούτοι όλοι οι νέοι εκάθησαν ολόγυρα και ο γέρων εις την μέσην· έπειτα άλειψαν τα πρόσωπά των με καπνιάν και ενδυθέντες μελανά, εφαίνοντο ωσάν φοβεροί Αράπηδες και ύστερον τύπτοντες την κεφαλήν και το στήθος, έκλαιον απαρηγόρητα, λέγοντες· ιδού ο καρπός της οκνηρίας, της ατάκτου ακρασίας και ασελγείας μας· και ούτως εξηκολούθουν όλην την νύκτα κράζοντες, είδαμεν, εγεύθημεν, επάθαμεν και ύστερα μετενοήσαμεν.
Εγώ βλέποντας όλα αυτά την πρώτην νύκτα, υπέφερον· αλλά όταν είδα και ακολουθούσαν τα ίδια και άλλας νύκτας που εκεί εσταμάτησα, δεν υπέφερα πλέον διά να μην ερωτήσω να μάθω την αιτίαν διατί ήσαν όλοι στραβοί από το δεξιόν μάτι και διατί έκαμναν τόσους θρήνους εις τοιαύτην ελεεινήν κατάστασιν· αυτοί μου εδιπλασίασαν και ετριπλασίασαν την παραγγελίαν που μου είπον άνωθεν· αλλ' εγώ ισχυρογνώμων τους εξώρκιζα εις τον μέγαν Προφήτην διά να μου φανερώσουν την αιτίαν.
Τότε εκείνοι μου έδωσαν ένα μαχαίρι να κρατώ εις τας χείρας μου, έπειτα έφεραν ένα δέρμα κριαρίου τότε εγκαίρως σφαγμένον, λέγοντάς μου· πρέπει να σε ράψωμεν μέσα εις τούτο το δέρμα και αφού αναχωρήσωμεν ημείς από τούτο το δώμα, θέλει έλθη ένα μεγάλον όρνεον ονομαζόμενον Ροκ· αυτό στοχαζόμενόν σε διά κριάριον, θέλει σε αρπάξει εις τα νύχιά του και θέλει σε φέρει έως εις τα σύγνεφα, όμως μη φοβηθής· έπειτα θέλει σε κατεβάσει εις ένα βουνόν, και όταν σε αποθέση εις την γην, βγάλε το μαχαίρι και σχίσον το δέρμα και το όρνεον βλέποντάς σε με το μαχαίρι θέλει φύγει· έπειτα θέλεις ιδή εκεί ολίγον μακρύτερα ένα ωραιότατο παλάτι σκεπασμένον με χρυσές πλάκες και λιθοκόλητον με πολύτιμα πετράδια, εις το οποίον θέλεις εμβεί μέσα, επειδή η θύρα μένει πάντοτε ανοικτή· ημείς όλοι εμπήκαμεν εις εκείνο και τι είδαμε, δεν σου το λέγομεν διότι θέλεις ιδεί οφθαλμοφανώς σου τα πάντα· και αφού μου είπαν όλα αυτά, με έρραψαν εις το δέρμα επάνω εις ένα δώμα.
Και όταν ανεχώρησαν, ήλθε το όρνεον Ροκ και με εσήκωσεν έως εις τα σύγνεφα· έπειτα κατεβαίνοντας με απόθεσεν εις ένα βουνό. Εγώ ευθύς με το μαχαίρι έσχισα το δέρμα και το όρνεον βλέποντάς με έφυγε· τότε θεωρώντας ολόγυρα είδα το χρυσούν εκείνο παλάτι ως μου είπον και περιπατώντας ολίγον έφθασα εις την θύραν του και άρχισα να θεωρώ ένα προς ένα τα όσα αξιοθαύμαστα πράγματα έβλεπα εκεί· και εμβαίνοντας μέσα εις την αυλήν, όλην λιθοπόρφυρον, είδον μίαν σκάλαν από μάρμαρον λευκότατον και αναβαίνοντας επάνω εις διάφορα ανώγεα, εστρωμένα με πολύτιμα στρωσίδια και προχωρώντας παραμέσα εις ένα αργυροκρυστάλλινον θάλαμον, εύρον σαράντα κορασίδας ωραιοτάτας τόσον, που έμεινα όλος εκστατικός, εις τοιαύτην εξαίρετον ευμορφιάν και άφωνος.
Τότε εσηκώθη μία εκ μέρους όλων και με χαροποιόν πρόσωπον με εχαιρέτησε και πιάνοντάς με από το χέρι με εκάθισεν εις την μέσην αυτών· έπειτα από μία μία ήλθαν όλες και με εχαιρέτησαν και με συνεχάρησαν διά το κατευόδιόν μου εκεί· τότε μου λέγουν· από τώρα και εις το εξής εσύ είσαι ο αυθέντης μας και κριτής μας και ημείς η σκλάβες σου· και εν τω άμα έφεραν νερό ζεστό και μου έπλυναν χείρας και πόδας, με άλλαξαν με λευκά λαμπρά φορέματα, ετοίμασαν ευθύς την τράπεζαν με πολυποίκιλα φαγητά, ποτά εξαίρετα και διάφορα και πλέον εκλεκτά οπωρικά και εκάθισαν όλες εις την τράπεζαν και αφού εφάγαμε και ήπιαμε αρκετά, άρχισαν άλλες να λαλούν διάφορα μουσικά όργανα, άλλες να τραγουδούν συντροφεύοντας τα όργανα, ώστε εσχηματίζετο μία εναρμόνιος συμφωνία και μελωδία και άλλες πάλιν να χορεύουν διαφόρους χορούς· και εν κοντολογία ο σκοπός αυτών όλος ήτον για να μου δώσουν την πλέον εξαίρετον ξεφάντωσιν, που ανθρώπινος νους δεν δύναται να καταλάβη· έπειτα μου εζήτησαν να τους διηγηθώ την ιστορίαν μου, τις ήμουν και πώς κατήντησα εκεί· και εγώ τους διηγήθην όλα μου τα συμβάντα καταλεπτώς· ως τόσον επέρασεν αρκετή ώρα της νυκτός.
Τότε μία εκ μέρους των άλλων μου λέγει· ιδού είναι καιρός διά να αναπαυθής επειδή είσαι κουρασμένος από την οδοιπορίαν· το κρεββάτι σου είναι έτοιμον και έκλεξε από ημάς όποια σου αρέση διά να κοιμηθής μαζί της. Εγώ εις τοιούτον ζήτημα της απεκρίθην· όλες μου αρέσουν όλες ωραιότατες είναι, ωσάν να ήσαν η αυτή ωραιότης· δεν δύναμαι να προκρίνω την μίαν από την άλλην. Τότε μου λέγει εκείνη· αναμεταξύ μας δεν υπάρχει ζυλοτυπία ούτε φθόνος· τοιαύτην συμφωνίαν έχομεν, ότι κάθε μία έχει να λάβη την αυτήν τιμήν μίαν βραδυάν θα κοιμηθή μαζί σου, έως να περάσουν και αι σαράντα και ύστερα πάλιν αρχίζεις από την πρώτην, και ούτω καθεξής.
Εγώ τότε διά να μη φανώ αχάριστος και αδιάκριτος, έδωσα το χέρι μου εκείνης που μου ωμιλούσε και επήγαμε εις το κρεββάτι. Την αυγήν ευθύς με έλουσαν εις το λουτρόν και με άλλαξαν με νέα φορέματα και επεράσαμεν όλην εκείνην την ημέραν εις ξεφαντώσεις· και πάλιν το βράδυ έλαβα άλλην εις το κρεββάτι μου και διά να μη πολυλογώ, επέρασεν ένας ολόκληρος χρόνος, που έκαμα αυτήν την τρυφηλήν και ξεφαντωτικήν ζωήν με εκείνες τες ευμορφότατες γυναίκες και κάθε βράδυ είχα μίαν εις το κρεββάτι μου.
Εις το τέλος του χρόνου μίαν αυγήν ήλθαν όλες δακρυρροούσαι να με αποχαιρετήσουν διότι έμελλον να αναχωρήσουν και πάλιν εις διάστημα σαράντα ημερών ήθελον γυρίσει· και αφού αγκαλιάσαντές με όλες αποχαιρετήθημεν, μου παρήγγειλαν να ανοίξω εις την απουσίαν τους όλας εκείνας τας εννενήντα εννέα θύρας διά να ξεφαντώσω με την θεωρίαν εκείνων των πολυτίμων πραγμάτων, που είναι μέσα εις εκείνα τα κελλάρια και περιβόλια και να απολαύσω όσα η όρεξίς μου ζητεί· την δε χρυσήν θύραν να μην αποτολμήσω να την ανοίξω, διότι θέλει μου προξενήσει άκραν λύπην και μετάνοιαν.
Όταν λοιπόν ανεχώρησαν εκείναι, εγώ διά να περιδιαβάσω άνοιξα όλας εκείνας τας θύρας και είδα πράγματα ανεκδιήγητα· τέλος πάντων η τυφλή μου περιέργεια με εκίνησε να ανοίξω και την χρυσήν θύραν· σιμά εις τους πολυτίμους θησαυρούς και αξιοθαύμαστα πετράδια εύρον και ένα ωραιότατον άλογον, μαύρον το χρώμα· το έσυρα έξω εις την αυλήν και το εκαβαλλίκευσα με μεγάλην χαράν στοχαζόμενος ότι εις το εξής εκείνον θα είναι η ξεφάντωσις και περιδιάβασίς μου· το εκτύπησα διά να κινηθή και αυτό μένει ακίνητον· αλλ' όταν εκτύπησα και δεύτερον και τρίτον, άνοιξε κάποια πτερά και επέταξεν εις τον αέρα υψηλά με τόσην ορμήν, που εγώ από τον φόβον μου εχάθην.
Έπειτα πετώντας, κατέβη εις το δώμα εκείνου του παλατίου που ήσαν οι δέκα μονόφθαλμοι νέοι με τον γέροντα και τότε εσείσθη με σφοδρότητα, εις τόσον, που με έρριξε καταγής, και με την ουράν του με εκτύπησεν εις το δεξιόν μάτι και με ετύφλωσεν και έπειτα έγινεν άφαντον. Εγώ από την λύπην που έχασα το μάτι μου δεν επήγα να χαιρετήσω εκείνους τους νέους και μάλιστα διά την εντροπήν που δεν ήκουσα την συμβουλήν τους· και ύστερα εξουράφησα τα γένεια και τα φρύδια και ενδυθείς τότε το φόρεμα των Δερβίσιδων αφού επέρασα αγνώριστος διαφόρους πόλεις, κατέληξα εδώ εις την Βαβυλώνα και σήμερον εις την πόρτα του κάστρου συναπάντησα τούτους τους άλλους δύο συναδέλφους μου και ελάβαμε την τιμήν να έλθωμεν εδώ εις το σπήτι σου και να λάβωμεν τόσες περιποιήσεις.
Αυτή λοιπόν, ω κυρία, είνε η πολύαθλός μου ιστορία. Τότε η Ζωηδία του λέγει· έχε την ελευθερίαν σου και πήγαινε όπου σου αρέσει· αυτός την παρεκάλεσε διά να μείνη μαζί με τους συντρόφους να ακούση την ιστορίαν και των άλλων τριών ξένων και έλαβε την άδειαν. Έπειτα η Ζωηδεία στραφείσα προς τον βασιλέα Καλίφην, προς τον Γαφέρ και προς τον Αρχιευνούχον, τους οποίους δεν εγνώριζε διά τοιούτους, λέγει τους· τώρα και σεις πρέπει να μας διηγηθήτε την ιστορίαν σας.
Ο Βεζύρης, που πάντοτε ωμιλούσε και διά τους τρεις απεκρίθη της· κυρία διά να υπακούσωμεν εις τας προσταγάς σου, ημείς δεν έχομεν άλλο να διηγηθώμεν παρά να επαναλάβωμεν όσα είπαμεν προτού να έμβωμεν μέσα εις το σπήτι σας· ημείς είμεθα πραγματευταί από το Μουσούλ και ήλθαμε εδώ εις την Βαβυλώνα διά να πωλήσωμεν τας πραγματείας μας, τας οποίας έχομεν εις το Βεζυρχάνιον, όπου εκονεύσαμεν· και επειδή διά υποθέσεις της πραγματείας μας ευρισκόμεθα έξω από το κονάκι μακράν, και έως που να γυρίσωμεν επέρασε μέρος της νυκτός και το χάνι εκείνην την ώραν πάντοτε ευρίσκετο κλεισμένον και μη έχοντες άλλο καταφύγιον διά να ξενυκτήσωμεν, περνώντας από το σοκάκι σας κατά τύχην, ακούσαντες λαλούμενα και τραγούδια εκρίναμεν εύλογον να κτυπήσωμεν την θύραν και να παρακαλέσωμεν, εάν είναι ο ορισμός των οικοκυραίων διά να μας φιλοξενήσουν ταύτην την νύκτα· όθεν ηξιώθημεν την καλήν τύχην και τιμήν να λάβωμεν φιλοξενίαν, περιποίησιν, και κάθε άλλην επιδεξίωσιν εδώ εις το αρχοντικόν σας· αυτή λοιπόν είνε η ιστορία μας.
Η Ζωηδία εις ταύτα τα λόγια του Βεζύρη εφάνη να έχη κάποιαν αμφιβολίαν και υποψίαν· αλλ' οι τρεις Δερβισάδες που εκατάλαβαν την γνώμην της από το βλέμμα, ευθύς επρόσπεσαν και την παρεκάλεσαν να λάβη την ιδίαν καλωσύνην και να συμπαθήση ομοίως και τους πραγματευτάς· Τότε η Ζωηδία τους λέγει. Ας έχουν λοιπόν και αυτοί την ελευθερίαν τους, όμως θέλω ταύτην την ώραν να φύγητε απ' εδώ όλοι σας και λέγοντάς ταύτα τα λόγια με βλέμμα σοβαρόν, εκατάλαβαν εκείνοι οι επτά φίλοι πώς θέλει διά να την υπακούσουν και μάλιστα διά τους επτά Αράπηδες σκλάβους, που τους εκρατούσαν εις συστολήν και φόβον.
Αφού λοιπόν εβγήκαν έξω και έκλεισεν η θύρα, ο βαστάζος έδραμεν εις το σπήτι του· ο δε βασιλεύς Καλίφης λέγει των Δερβισάδων· εσείς που είσθε ξένοι και δεν γνωρίζετε την πολιτείαν όντας ακόμη νύκτα, ακολουθήτε μας, και θέλομεν σας δώσει τόπον να ξενυκτήσητε· έπειτα μυστικά λέγει του Βεζύρη του· οδήγησέ τους εις το παλάτι σου και αύριον θέλεις τους παρουσιάσει έμπροσθέν μου διότι θέλω να γράψω την ιστορίαν τους εις τους χρονογράφους της ιστορίας του βασιλείου μου.
Την ερχομένην αυγήν ο Βεζύρης παρουσίασεν εις τον βασιλέα τους τρεις Δερβισάδες κατά την προσταγήν που έλαβεν· έπειτα ο βασιλεύς τον επρόσταξε να στείλη με εύμορφον τρόπον, να καλέση και εκείνες τες τρεις εύμορφες αδελφές, Ζωηδίαν, Αμηνάν και Σεραφίαν.
Όταν λοιπόν παρουσιάθησαν έμπροσθεν εκείνες η αδελφές λέγει τους ο βασιλεύς· ηξεύρετε ότι εγώ ομού με τον Βεζύρην και τον Αρχιευνούχον μου εστάθηκα εις το σπήτι σας ψες υπό μορφήν πραγματευτών από το Μουσούλ; όμως μη φοβηθήτε παντελώς, δεν θέλετε λάβει καμμίαν ενόχλησιν· είμαι περίεργος να μάθω εκείνο το φαινόμενον των δύο μαύρων σκύλλων, τας οποίας αφού τας έδειρες (ομιλώντας προς την Ζωηδίαν) έκλαυσες και συ και ύστερα τας εφίλησες και με το μανδήλι σου εσφόγγισες τα δάκρυά τους και διατί η Αμηνά έχει το στήθος της όλον πληγωμένον και τέλος πάντων ποίαι είσθε εσείς; Τότε άρχισεν η Ζωηδία να διηγηθή την ιστορίαν της ούτως.
Η ιστορία μου κραταιότατε βασιλεύ, είνε η πλέον παράδοξος από όσας
ήκουσες, ως νομίζω. Εγώ και οι δύο εκείνες σκύλλες είμεθα αδελφές
από τον αυτόν πατέρα και μητέρα· και πώς μετεμορφώθησαν εις τέτοια
ακάθαρτα ζώα, η συνέχεια της ιστορίας θέλει το φανερώσει· οι δύο
αυτές νέες που είνε εδώ παρούσαι και συγκατοικούν μαζί μου, είνε και
αυτές αδελφές μου από τον αυτόν πατέρα, αλλά από άλλην μητέρα· και
διατί το στήθος της Αμηνάς είνε πληγωμένον, η κατά μέρος ιστορία της
θέλει το φανερώσει.
Μετά τον θάνατον του πατρός μας εμοιράσαμεν εξίσου την πατρικήν μας πλουσιοπάροχον περιουσίαν και τούτες οι δύο αδελφές μόλις έλαβον το μερίδιόν τους, ανεχώρησαν να κατοικήσουν με την μητέρα τους· αλλ' εγώ με τις άλλες μου δύο αδελφές εμείναμεν εις το πατρικόν σπίτι με την μητέραν μας έτι ζώσαν· και μετά τον θάνατον της μητρός μας οι δύο αδελφές μου, ηθέλησαν να υπανδρευθούν αλλ' επειδή έτυχαν άνδρες κακής διαθέσεως, οι οποίοι αφού τους κατεξώδευσαν όλην τους την προίκα εις μέθας και ασελγείας, ευρίσκοντες ψευδή τινά πρόφασιν, τας εχώρισαν· και αυτές μη έχουσαι πού να καταφύγουν, κατέφυγον εις εμένα· εγώ με αδελφικήν αγάπην τας εδέχθην και τας είπα· ιδού όλη μου η περιουσία, την οποίαν κοινολογώ και εις σας· μείνατε μαζί μου και θέλετε ζήσει ήσυχα.
Αλλ' επειδή και εγώ έθρεφα κουκούλια εις μεγάλην ποσότητα, επολλαπλασίασα με τοιούτον εισόδημα το μερίδιον της πατρικής μου κληρονομίας, εις τόσον που ήτον αρκετόν και εις τας τρεις μας να ζήσωμεν πλουσιοπάροχα. Αλλ' αφού επέρασαν δέκα χρόνια οι αυτές αδελφές μου ηθέλησαν πάλιν να υπανδρευθούν· εγώ προσεπάθησα να τας εμποδίσω, αυτές όμως μου επρόβαλον τα δικαιολογήματά τους, ότι η γυναικεία φύσις όταν συνηθίση με άνδρα, είνε δύσκολον να ζήση χωρίς αυτόν.
Εγώ μ' όλα τούτα τας επροίκισα από την ιδίαν μου περιουσίαν· αλλ' η κακή τους τύχη πάλιν τους έδωσεν άνδρας χείρονας των πρώτων και έπαθον τα ίδια ή και χειρότερα από τους πρώτους. Και μετά την υπανδρείαν αυτών εγώ επολλαπλασίασα ασυγκρίτως την περιουσίαν μου με το εισόδημα από τα κουκούλια· και μάλιστα αγοράζοντες τα μετάξια πολλών άλλων γυναικών της πόλεως με τα μετρητά εις τον καιρόν, ελάμβανα μέγα κέρδος πωλώντας τα όλα μαζί εις τους πραγματευτάς της Ινδίας. Αλλά μετά δύο χρόνους οι αδελφές μου πάλιν επρόσπεσαν εις εμένα να τας δεχθώ διότι οι άνδρες των τας κατήντησαν εις άκραν δυστυχίαν. Εγώ μετά πάσης χαράς τας εδέχθην και όλην μου την περιουσίαν την έκαμα κοινήν και εις αυτάς· εκείνον όμως τον χρόνον έγειναν πολλά μετάξια εις ταύτην την επαρχίαν της Βαβυλώνος και οι πραγματευταί της Ινδίας, διά τους εκεί πολέμους, δεν ήλθον να τα αγοράσουν· όθεν όλοι ηξεύροντες πώς εγώ αγοράζω τα μετάξια τα έφερον εις εμέ· και εγώ έχοντας μετρητά που μου επερίσσευαν, αγόρασα όλα τα μετάξια εκείνου του χρόνου· το ίδιον ακολούθησε και τον ερχόμενον χρόνον ώστε εγέμισα πολλά μαγαζιά με μετάξια.
Και βλέποντας ότι οι συνηθισμένοι πραγματευταί δεν έρχονται να αγοράσουν, αποφάσισα να ταξειδεύσω διά να πουλήσω τα μετάξια μου. Ηγόρασα ένα καράβι εις το οποίον βάνοντας τους σκλάβους μου διά ναύτας, το εφόρτωσα με τα μετάξια· εμβήκα και εγώ μέσα ενδεδυμένη ανδρικά φορέματα, λαμβάνοντας μαζί μου και τις αδελφές μου· και αναχωρήσαντες με επιτήδειον αέρα, μετά είκοσιν ημέρας εφθάσαμεν εις ένα μεγάλο νησί και αράξαμεν εις τον λιμένα μιας μεγάλης πόλεως, που ήτον η Βασιλική καθέδρα εκείνου του νησιού.
Ευθύς που οι ναύται έρριψαν την άγκυραν και έδεσαν το πλοίον εγώ βλέποντας έξωθεν κτίρια μεγαλοπρεπή, δεν επρόσμενα τας αδελφάς μου διά να με συνοδεύσουν, αλλ' όντας ανδρικά ενδεδυμένη έζωσα το σπαθί μου και εκίνησα προς την θύραν της πόλεως. Εκεί βλέπω διαφόρους στρατιώτας φύλακας της θύρας του κάστρου οι οποίοι είχον το βλέμμα τους τόσον άσχημον ώστε με εφόβισαν, αλλ' όμως ήσαν ακίνητοι και ούτε τα μάτια τους εγύριζαν· και λαμβάνοντας ολίγον θάρρος τους εχαιρέτισα και ουκ ην φωνή, ούτε ακρόασις.
Τότε εκατάλαβα ότι ήσαν αγάλματα άψυχα και ακίνητα και ήσαν μεταμορφωμένα από ανθρώπους εις τόσους λίθους· και προχωρώντας μέσα εις την πολιτείαν, συναπαντούσα εις κάθε μέρος τοιούτους απολιθωμένους ανθρώπους κάθε τάξεως και ηλικίας, άνδρας, γυναίκας και παιδιά. Όταν έφθασα εις την αγοράν εύρον πολλά εργαστήρια ανοικτά, εις τα οποία είδα ανθρώπους, τινάς μεν καθημένους, τινάς δε ορθούς, άλλους δε πάλιν εις σχήμα να δουλεύουν και εν κοντολογία ευρίσκοντο εις τοιαύτην θέσιν, καθώς απαιτεί το επάγγελμα του καθενός να εργάζηται· τα εργαστήρια όμως ήσαν γεμάτα από πραγματείας και θησαυρούς. Και βλέποντας τέτοια παράδοξα, χωρίς να ιδώ παντελώς κανέναν άνθρωπον ζωντανόν, συνεπέρανα ότι όλοι οι άνθρωποι εκείνης της πόλεως ήσαν μεταμορφωμένοι εις λίθους.
Έπειτα προβαίνοντας παρεμπρός εύρον μίαν ευρυχωροτάτην πλατείαν εις το μέσον της πόλεως· εκεί είδα ένα ευμορφότατον παλάτι, του οποίου η θύρες ήσαν από μάλαμα καθαρόν και συνεπέρανα ότι ήτο το παλάτι του βασιλέως εκείνης της πόλεως. Και εμβαίνοντας μέσα εις την αυλήν του παλατίου, είδα μίαν σκάλαν, εις την οποίαν ήτον πλήθος ανθρώπων εις σχήμα που εφαίνοντο άλλοι να αναβαίνουν και άλλοι να καταβαίνουν, αλλ' όλοι λίθοι ακίνητοι. Από την μεγάλην σιωπήν που ήτον εκεί μου επροξενείτο κάποιος φόβος· αλλ' έλαβα θάρρος και τόλμην, μάλιστα μη βλέποντας άνθρωπον ζωντανόν, επροχώρησα μέσα εις τα ανώγεια και θαλάμους του παλατίου.
Εκεί βλέπω εις τον θρόνον καθήμενον έναν ενδεδυμένον βασιλικά με κορώναν και με το σκήπτρον και από το ένα μέρος και το άλλο πολλούς γονατιστούς εις σχήμα να τον προσκυνούν και άλλους ορθούς με τα χέρια σταυρωτά, όμως όλοι ακίνητοι και εσυμπέρανα ότι εκείνος ήτον ο βασιλεύς με τους μεγιστάνας του.
Έπειτα εμβήκα εις άλλους θαλάμους και εκεί είδα την βασίλισσαν ένα λίθον ακίνητον και την εγνώρισα διά βασίλισσαν από το πολύτιμον στεφάνι, που είχεν εις την κεφαλήν και από τα πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια που εφορούσε· και ολόγυρά της ήσαν ευνούχοι Αράπηδες όλοι απολιθωμένοι. Μετά ταύτα εμβήκα εις άλλους θαλάμους και εκεί εύρον ένα κρεββάτι στολισμένον με ολόχρυσα σκεπάσματα, κεντημένα με μαργαριτάρια, πολυποίκιλα πετράδια· και από το ένα μέρος και από το άλλο ήσαν δύο διαμάντια μεγάλα ωσάν τα αυγά της στρουθοκαμήλου και ακτινοβουλούσαν καθώς ο ήλιος εις τον καθρέπτην. Εις την κορυφήν του κρεββατιού ήσαν δύο λαμπάδες αναμμένες και από τούτο το φαινόμενον εκατάλαβα ότι εκεί ευρίσκετο κανένας ζωντανός, επειδή αι λαμπάδες αφ' εαυτού των ήτον αδύνατον να καίουσιν.
Εις ταύτην την κάμαραν εστάθηκα αρκετήν ώραν να στοχάζωμαι τους πολυτίμους θησαυρούς που την εστόλιζαν και τα αξιοθαύμαστα και πολύτιμα σκεύη· και βλέποντας ότι επλησίασεν η νύκτα, εβγήκα από εκείνον τον θάλαμον με σκοπόν διά να γυρίσω εις το καράβι μου από την ιδίαν στράταν που εμβήκα· αλλ' όταν εκλωθογύρισα διάφορα δωμάτια και ανώγεα έχασα τη στράταν και δεν ηδυνάμην να έβγω αποκεί. Ως τόσον ενύκτωσε και τότε απεφάσισα να ξενυκτήσω εις εκείνην την κάμαραν, όπου ήτον η λαμπάδες αναμμένες, η οποία ήτον όλη στρωμένη με εύμορφους τάπητας και πολύτιμα μαξιλάρια· και ακούμπησα εις μίαν μαξιλάραν, έστεκα όμως με πολύν φόβον και ούτε ηδυνάμην να αποκοιμηθω.
Αφού επέρασεν αρκετή ώρα της νυκτός προς το μεσονύκτιον ήκουσα μίαν φωνήν, που εφαίνετο ότι ήτον ανθρώπου, που ανέγνωθε το βιβλίον του μεγάλου Προφήτου. Εγώ πρώτον εις τοιαύτην φωνήν εφοβήθην πολύ· Έπειτα λαμβάνοντας θάρρος, έλαβα την μίαν λαμπάδα· και έτρεξα προς το μέρος που ηκούετο η φωνή· και περνώντας από διάφορες θύρες, έφθασα εις ένα δωμάτιον, και εκεί εύρον έναν νέον γονατιστόν να προσεύχεται, αναγινώσκοντάς μεγαλοφώνως το βιβλίον του προφήτου, έμπροσθεν του οποίου ήσαν πολλές λαμπάδες αναμμένες και το βιβλίον επάνω εις ένα σκαμνί μαλαματένιον. Εις τοιούτον ανέλπιστον φαινόμενον εγώ έμεινα εκστατική, στοχαζομένη πώς είνε δυνατόν να έμεινε αυτός ζωντανός εις μίαν πόλιν που όλοι μετεμορφώθησαν εις λίθους· ίσως εδώ να είναι κανένα απόκρυφον της φύσεως ή της μαγείας έργον.