Μετά από τις πρώτες μπουκιές, η Αμινά έχυσε κρασί σε χρυσό κύπελλο. Πρώτα ήπιε αυτή, σύμφωνα με το Αραβικό έθιμο, και έπειτα το γέμισε για τις αδελφές της. Όταν ήρθε η σειρά του βαστάζου, φίλησε το χέρι της Αμινάς και μετά τραγούδησε ένα τραγούδι που αυτοσχεδίασε για να επαινέσει το κρασί. Οι τρεις κυράδες ευχαριστήθηκαν το τραγούδι και μετά τραγούδησαν και αυτές, ώστε το φαγητό τους ήταν γεμάτο ευθυμία και κράτησε πολύ περισσότερο από συνήθως.
Στο τέλος, βλέποντας ότι ο ήλιος πήγαινε προς την Δύση, η Σεραφεία είπε στον βαστάζο, «Σήκω και φύγε· είναι ώρα πια να χωρίσουμε».
Ω κυρά μου, είπε εκείνος, «πώς θες να σας αφήσω στην κατάσταση που βρίσκομαι; Τι με το κρασί που ήπια και με την ευχαρίστηση του να σας βλέπω, δεν θα βρω τον δρόμο για το σπίτι μου. Άστε με να μείνω εδώ μέχρι το πρωί, και όταν ξανάρθω στα καλά μου, θα φύγω όποτε θέλετε.»
Άσε τον να μείνει είπε η Αμινά, που και πριν του είχε φερθεί φιλικά. Είναι δίκαιο, μια που μας διασκέδασε τόσο πολύ.
Αν το θες, αδελφή μου, είπε η Ζωηδία· «αλλά αν μείνει, θα πρέπει να βάλω νέο όρο. Βαστάζε», συνέχισε γυρνώντας προς αυτόν, «αν μείνεις, πρέπει να υποσχεθείς να μην ρωτήσεις τίποτα για οτιδήποτε δεις. Αν το κάνεις, ίσως ακούσεις κάτι που δεν θα σου αρέσει.»
Αφού διευθετήθηκε και αυτό, η Αμινά έφερε το δείπνο και φώτισε την αίθουσα με ευωδιαστά κεριά. Μετά κάθισαν ξανά στο τραπέζι και άρχισαν με νέα όρεξη να τρώνε, να πίνουν, να τραγουδούν και να απαγγέλουν στίχους. Διασκέδαζαν έτσι με την ψυχή τους, όταν άκουσαν ένα κτύπο στην εξωτερική πόρτα και η Σεραφεία σηκώθηκε να ανοίξει. Αμέσως γύρισε, λέγοντας ότι τρεις δερβισάδες, μονόφθαλμοι από το δεξί μάτι, και με ξυρισμένο το κεφάλι, το πρόσωπο και τα φρύδιά τους παρακαλούν να τους δεχθούν, μια και είναι νεοφερμένοι στην Βαγδάτη, και είχε πέσει η νύχτα. «Δείχνουν να έχουν καλούς τρόπους» πρόσθεσε, «αλλά δεν μπορείτε να φανταστείτε τι παράξενη όψη που έχουν. Σίγουρα η παρέα τους θα μας κάνει να ξεσκάσουμε».
Η Ζωηδία και η Αμινά δίστασαν να δεχτούν τους νέους επισκέπτες, και η Σεραφεία ήξερε τον λόγο. Αλλά παρακάλεσε τόσο θερμά, που η Ζωηδία στο τέλος συμφώνησε «Φέρε τους λοιπόν», είπε, «αλλά κάνε τους να καταλάβουν ότι δεν θα πρέπει να σχολιάζουν ότι δεν τους αφορά και κάνε τους να διαβάσουν την επιγραφή πάνω από την πόρτα.» Γιατί πάνω από την πόρτα ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα. «Όποιος ανακατεύεται σε δουλειές που δεν τον αφορούν, θα ακούσει αλήθειες που δεν θα του αρέσουν.»
Με το που μπήκαν οι τρεις δερβισάδες υποκλίθηκαν βαθιά και ευχαρίστησαν τις κυράδες για την καλοσύνη και φιλοξενία τους. Οι κυράδες αποκρίθηκαν καλωσορίζοντας τους· ήταν έτοιμοι να καθίσουν, όταν η ματιά τους έπεσε στον βαστάζο, που τα ρούχα του δεν διέφεραν πολύ από τα δικά τους, αν και είχε ακόμα τα μαλλιά που η φύση του είχε δώσει. «Αυτός προφανώς» είπε ένας από αυτούς, «είναι ένας από τους Άραβες αδελφούς μας, που επαναστάτησε εναντίον του μονάρχη μας».
Ο βαστάζος αν και μισοκοιμισμένος από το κρασί που είχε πιεί, άκουσε τα λόγια, και χωρίς να κινηθεί, φώναξε θυμωμένα στον Δερβίση, «Κάτσε κάτω και κοίτα την δουλειά σου. Δεν διάβασες την επιγραφή πάνω από την πόρτα; Δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι να ζουν με τον ίδιο τρόπο».
«Μην θυμώνεις καλέ μου άνθρωπε», απάντησε ο Δερβίσης· «Με τίποτα δεν θα θέλαμε να σε δυσαρεστήσουμε»· έτσι ο καυγάς αποσοβήθηκε και το γεύμα ξεκίνησε για τα καλά. Όταν οι Δερβισάδες ικανοποίησαν την πείνα τους, προσφέρθηκαν στις οικοδέσποινες να παίξουν κάτι, αν υπήρχαν όργανα στο σπίτι. Οι κυράδες ενθουσιάστηκαν με την ιδέα, και η Σεραφεία πήγε να δει τι θα βρει, γυρίζοντας σε λίγο φορτωμένη με δυο διαφορετικά είδη φλάουτων και με ένα ταμπουρίνο. Ο κάθε Δερβίσης πήρε το όργανο που προτιμούσε, και άρχισαν να παίζουν μια γνωστή μελωδία, ενώ οι κυράδες τραγούδησαν τα λόγια του τραγουδιού. Τα λόγια ήταν πολύ χαρωπά και ζωηρά, και κάθε τόσο οι τραγουδίστριες σταματούσαν για να ξεσπάσουν στα γέλια που τις έπνιγαν. Μέσα σε όλο αυτόν τον θόρυβο, ακούστηκε ένα κτύπημα στην πόρτα.
Νωρίτερα το ίδιο απόγευμα ο Καλίφης είχε φύγει κρυφά από το παλάτι, με συντροφιά το Βεζίρη του Γαφέρ και τον αρχιευνούχο του Μεσρούρ, όλοι τους ντυμένοι με φορεσιές πραματευτάδων. Περνώντας από τον δρόμο, ο Καλίφης άκουσε την μουσική των οργάνων και τα γέλια, και διέταξε τον Βεζίρη να πάει να κτυπήσει την πόρτα του σπιτιού, μια και ήθελε να μπει. Ο Βεζίρης απάντησε ότι φαίνεται ότι οι κυράδες που ζούσαν εκεί διασκέδαζαν με τους φίλους τους και θα ήταν καλύτερα ο Κύριός του να μην επιβάλλει την παρουσία του· όμως στον Καλίφης είχε σφηνωθεί η ιδέα να δει τι συμβαίνει και επέμενε να εισακουστεί η διαταγή του.
Η πόρτα άνοιξε από την Σεραφεία με ένα κερί στο χέρι της και ο Βεζίρης ξαφνιασμένος από την ομορφιά της, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά της και της είπε με σεβασμό. «Κυρία μου, είμαστε τρεις πραματευτάδες που μόλις έφθασαν από το Μουσούλ και από μια κακοτυχιά που μας έλαχε αυτήν την νύκτα, φτάσαμε στο χάνι μας και βρήκαμε την πόρτα του κλειστή μέχρι αύριο το πρωί. Μην ξέροντας τι να κάνουμε, περιπλανηθήκαμε στους δρόμους και έτυχε να περάσουμε από το σπίτι σας, όταν, βλέποντας φώτα και ακούοντας φωνές, αποφασίσαμε να σας ζητήσουμε να μας δώσετε καταφύγιο μέχρι την αυγή. Αν μας κάνετε αυτή την χάρη, τότε με την άδειά σας θα προσπαθήσουμε να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά να σας βοηθήσουμε να περάσετε ευχάριστα την ώρα σας».
Η Σεραφεία απάντησε στον πραγματευτή ότι πρώτα πρέπει να συμβουλευτεί τις αδελφές της· αφού το συζήτησε, γύρισε και του απάντησε ότι αυτός και οι δυο φίλοι του είναι καλοδεχούμενοι. Αυτοί μπήκαν μέσα και υποκλίθηκαν ευγενικά στις κυράδες και στους καλεσμένους τους. Μετά η Ζωηδία τους είπε σοβαρά. «Καλώς ήλθατε, αλλά πρέπει να σας παρακαλέσω για κάτι — έχετε όσα μάτια θέλετε, αλλά μην έχετε γλώσσες· μην ρωτήσετε τίποτα για όσα θα δείτε, όσο παράξενο και αν σας φανεί.»
Κυρία μου, απάντησε ο Βεζίρης, «θα σας υπακούσουμε. Υπάρχουν πολλά εδώ να μας ευχαριστήσουν και να μας κρατήσουν το ενδιαφέρον, χωρίς να απασχοληθούμε με ότι δεν μας αφορά.» Τότε κάθισαν όλοι και ήπιαν στην υγειά των νεοαφιχθέντων.
Ενώ ο Βεζίρης Γαφέρ μιλούσε με τις κυράδες, ο Καλίφης αναρωτιόταν ποιοι είναι όλοι αυτοί και γιατί οι τρεις Δερβισάδες ήταν όλοι τους χωρίς δεξί μάτι. Καιγόταν να ρωτήσει τον λόγο, μα η απαίτηση της Ζωηδίας τον έκανε να σιωπήσει· έτσι, προσπάθησε να λάβει μέρος στην ζωηρή συζήτηση, που είχε σαν θέμα τις διαφορετικού είδους απολαύσεις που υπάρχουν στον κόσμο. Μετά λίγη ώρα, οι δερβισάδες σηκώθηκαν και χόρεψαν μερικούς παράξενους χορούς, που ευχαρίστησαν πολύ την υπόλοιπη παρέα.
Όταν τέλειωσαν, η Ζωηδία σηκώθηκε και παίρνοντας την Αμινά από το χέρι, της είπε, «αδελφή μου, οι φίλοι μας θα μας συγχωρήσουν αν ξεχάσουμε την παρουσία τους και εκτελέσουμε το νυκτερινό μας καθήκον». Η Αμινά κατάλαβε το νόημα των λόγων της αδελφής της, και μάζεψε πιάτα, ποτήρια και μουσικά όργανα, ενώ η Σεραφεία σκούπισε την αίθουσα και τακτοποίησε. Μόλις τέλειωσε, παρακάλεσε τους δερβισάδες να κάτσουν σε ένα σοφά στην μια άκρη του δωματίου και τον Καλίφη και τους φίλους τους να κάτσουν από την άλλη. Όσο για τον βαστάζο, του ζήτησε να έρθει και να βοηθήσει αυτήν και την αδελφή της.
Λίγο μετά μπήκε η Αμινά κουβαλώντας ένα κάθισμα που το τοποθέτησε στο μέσο του άδειου χώρου. Κατόπιν πήγε στην πόρτα ενός ντουλαπιού και έκανε νόημα στον βαστάζο να την ακολουθήσει. Αυτός το έκανε, και μετά ξαναεμφανίστηκε τραβώντας δυο μαύρα σκυλιά από μια αλυσίδα, και τα έφερε στο κέντρο της αίθουσας, Η Ζωηδία τότε σηκώθηκε από την θέση της μεταξύ των δερβισάδων και του Καλίφη και περπάτησε σιγά προς το μέρος του βαστάζου με τα σκυλιά. «Πρέπει να κάνουμε το καθήκον μας», είπε με ένα βαθύ αναστεναγμό, σηκώνοντας τα μανίκια της και παίρνοντας ένα μαστίγιο από την Σεραφεία είπε στον άντρα, «Πάρε το ένα σκυλί από την αδελφή μου Αμινά και δώσε μου το άλλο».
Ο βαστάζος έκανε όπως τον διέταξε, αλλά όπως οδηγούσε το σκυλί προς την Ζωηδία αυτό έβγαλε διαπεραστικά ουρλιάσματα και την κοίταζε ικετευτικά. Όμως η Ζωηδία δεν του έδωσε καμία σημασία και μαστίγωσε το σκυλί, μέχρι που έμεινε ξέπνοη. Μετά πήρε την αλυσίδα από τον βαστάζο και σηκώνοντας το σκυλί στα πίσω του πόδια κοιτάχτηκαν στα μάτια με λύπη, ενώ δάκρυα άρχισαν να πέφτουν και από τους δυο. Η Ζωηδία πήρε το μαντήλι της και σκούπισε τα μάτια του σκυλιού με τρυφερότητα και μετά το φίλησε και βάζοντας την αλυσίδα στο χέρι του βαστάζου, είπε, «Πάρε το πίσω στην ντουλάπα και φέρε μου το άλλο.
Η ίδια τελετή έγινε και για το δεύτερο σκυλί, κάτω από τα έκπληκτα μάτια της συντροφιάς. Ιδιαίτερα ο Καλίφης μετά δυσκολίας κρατιόταν, και έκανε νοήματα στον Βεζίρη να ρωτήσει τι ήταν όλα αυτά. Όμως ο Βεζίρης έκανε ότι δεν έβλεπε, και γύρισε το κεφάλι του από την άλλη μεριά.
Η Ζωηδία έμεινε για αρκετή ώρα στο μέσο της αίθουσας, μέχρι που τελικά η Σεραφεία πήγε κοντά της και την παρακάλεσε να καθίσει, μια που και αυτή έπρεπε να παίξει τον ρόλο της. Σ' αυτά τα λόγια η Αμινά πήρε ένα φλάουτο από μια θήκη με κίτρινο σατέν και την έδωσε στην Σεραφεία, που τραγούδησε αρκετά τραγούδια με την συνοδεία του. Όταν κουράστηκε είπε στην Αμινά. «Αδελφή μου, δεν μπορώ πια· σε παρακαλώ έλα και πάρε την θέση μου.»
Η Αμινά έπαιξε μερικές συγχορδίες και μετά ξεκίνησε ένα τραγούδι, που το τραγούδησε με τόση ζέση που καταβλήθηκε, και σωριάστηκε προσπαθώντας να αναπνεύσει σε ένα σωρό από μαξιλάρια, και άνοιξε το φόρεμα της για να πάρει λίγο αέρα. Με έκπληξη όλοι είδαν ότι ο λαιμός της αντί να είναι λείος και άσπρος όπως το πρόσωπό της, ήταν γεμάτος ουλές.
Οι δερβισάδες και ο Καλίφης αλληλοκοιταχτήκανε και άρχισαν τα ψιθυρίσματα, χωρίς να τους ακούν οι Ζωηδία και η Σεραφεία που περιποιόντουσαν την αδελφή τους που ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει.
«Τι σημαίνουν όλα αυτά;» Ρώτησε ο Καλίφης. «ούτε εμείς γνωρίζουμε», απάντησε ο δερβίσης στον οποίο είχε απευθύνει τον λόγο. «Τι! Μα δεν είσαστε του σπιτιού;»
Αφέντη μου, απάντησαν όλοι οι δερβισάδες μαζί, «ήρθαμε εδώ για πρώτη φορά μια ώρα πριν από σας.»
Τότε γύρισαν στον βαστάζο να δουν αν μπορούσε αυτός να εξηγήσει το μυστήριο, αλλά και αυτός δεν ήξερε τίποτα. Στο τέλος ο Καλίφης δεν μπορούσε να βαστάξει την περιέργειά του, και ανακοίνωσε ότι θα υποχρέωνε τις κυρίες να τους εξηγήσουν την παράξενη συμπεριφορά τους. Ο Βεζίρης, προβλέποντας τι θα συνέβαινε, τον εκλιπάρησε να θυμηθεί τον όρο που είχαν βάλει οι οικοδέσποινες και πρόσθεσε ψιθυρίζοντας ότι αν η Υψηλότητά του περίμενε μέχρι το πρωί, θα μπορούσε ως Καλίφης να καλέσει τις κυράδες μπροστά του. Όμως ο Καλίφης που δεν είχε συνηθίσει να μην του περνάει, απέρριψε την συμβουλή, και μετά από λίγη συζήτηση ακόμα αποφασίστηκε ότι η ερώτηση θα γινόταν από τον βαστάζο. Ξαφνικά η Ζωηδία γύρισε και βλέποντας την αναταραχή ρώτησε, «Τι συμβαίνει — τι συζητάτε με τόση σοβαρότητα;»
Κυρία μου, απάντησε ο πορτιέρης, «οι κύριοι από δω σας εκλιπαρούν να τους εξηγείστε γιατί πρώτα μαστιγώνετε τα σκυλιά και μετά κλαίτε για αυτό, και επίσης πώς συμβαίνει και η κυρία που λιποθύμησε είναι γεμάτη ουλές. Μου ζήτησαν κυρία μου, να μιλήσω για αυτούς».
Είναι αλήθεια κύριοι, είπε η Ζωηδία ορθώνοντας το ανάστημά της, « ότι αναθέσατε σε αυτόν τον άνθρωπο να μου κάνει αυτήν την ερώτηση;»
Είναι, απάντησαν όλοι εκτός από τον Γαφέρ που παρέμεινε σιωπηλός.
Είναι αυτή, συνέχισε η Ζωηδία, θυμώνοντας όλο και περισσότερο, «η ανταμοιβή μας για την φιλοξενία που σας δείξαμε; Ξεχάσατε τον ένα όρο που σας θέσαμε για να σας επιτρέψουμε να μπείτε στο σπίτι; Ελάτε γρήγορα,» πρόσθεσε, χτυπώντας τα χέρια της τρεις φορές, και αμέσως όρμησαν μέσα επτά μαύροι σκλάβοι, ο καθένας οπλισμένος με μια σπάθα, και στάθηκαν πάνω από τους επτά άνδρες, ρίχνοντας τους στο έδαφος και έτοιμοι σε ένα νεύμα από την κυρία τους να τους κόψουν τα κεφάλια.
Οι επτά ένοχοι ήταν πεπεισμένοι ότι ήρθαν τα τελευταία τους και ο Καλίφης μετάνιωσε πικρά που δεν άκουσε την συμβουλή του Βεζίρη. Αλλά αποφάσισαν να πεθάνουν γενναία, όλοι εκτός από τον βαστάζο, που με δυνατή φωνή ρώτησε την Ζωηδία γατί θα έπρεπε να τιμωρηθεί για τα λάθη των άλλων, και ανακοίνωσε ότι αυτές οι κακοτυχιές δεν θα είχαν συμβεί αν δεν είχαν έρθει οι δερβισάδες που πάντα φέρνουν κακή τύχη. Τέλειωσε παρακαλώντας την Ζωηδία να μην μπερδεύει τους αθώους με τους φταίχτες και να του χαρίσει την ζωή.
Παρά τον θυμό της, τα βογγητά του βαστάζου ήταν τόσο κωμικά που η Ζωηδία δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μην γελάσει. Αλλά, βάζοντάς τον κατά μέρος, απευθύνθηκε στους άλλους ξανά, λέγοντας, «Απαντήστε μου· ποιοι είστε; Αν δεν που απαντήσετε ειλικρινά, δεν θα ζήστε ούτε λεπτό παραπάνω. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχετε κάποια κοινωνική θέση, από οποιαδήποτε χώρα και αν είστε. Αν είχατε, θα μας δείχνατε μεγαλύτερη αβρότητα.
Ο Καλίφης, που από φυσικού του ήταν πολύ νευρικός, υπέφερε πολύ περισσότερο από τους άλλους, αισθανόμενος ότι η ζωή του ήταν στο έλεος μιας δίκαια προσβεβλημένης κυρίας, αλλά όταν άκουσε την ερώτησή της, άρχισε να αναπνέει πιο ελεύθερα, γιατί πίστευε ότι μόλις αυτή μάθαινε το όνομά του και τον βαθμό του, θα πέρναγε ο κίνδυνος. Έτσι με βιασύνη ψιθύρισε στον Βεζίρη που ήταν δίπλα του, να φανερώσει το μυστικό τους. Όμως ο Βεζίρης, σοφότερος από το αφεντικό του, ήθελε να προφυλαχτεί από μια δημόσια αποκάλυψη της προσβολής που δέχθηκαν, και απλά απάντησε, «Στο κάτω κάτω, παθαίνουμε ότι μας αξίζει.
Στο μεταξύ η Ζωηδία γύρισε προς τους τρεις δερβισάδες και τους ρώτησε εάν, αφού όλοι ήταν τυφλοί, ήταν αδελφοί.
Όχι κυρία μου, απάντησε ένας από αυτούς, «δεν είμαστε συγγενείς εξ αίματος, μόνο αδελφοί λόγω του τρόπου ζωής μας.»
Και συ, ρώτησε αυτή γυρνώντας προς ένα άλλο, «γεννήθηκες τυφλός από το ένα μάτι;»
Όχι κυρία μου, απάντησε αυτός, «Τυφλώθηκα από μια εκπληκτική περιπέτεια, τέτοια που μάλλον δεν έχει συμβεί σε κανένα άλλο. Μετά από αυτήν ξύρισα το κεφάλι μου και τα φρύδια μου και έβαλα το ένδυμα που βλέπετε να φορώ τώρα.
Η Ζωηδία έκανε την ίδια ερώτηση και στους άλλους δύο, και έλαβε την ίδια απάντηση.
Αλλά, πρόσθεσε ο τρίτος, «ίσως σας φανεί ενδιαφέρον κυρία μου, ότι δεν είμαστε από χαμηλή κάστα, αλλά είμαστε και οι τρεις γιοί βασιλιάδων, και μάλιστα βασιλιάδων που ο κόσμος σέβεται πολύ.»
Ακούοντας αυτά τα λόγια, ο θυμός της Ζωηδίας ελαττώθηκε, και γύρισε στους σκλάβους της και είπε, «Μπορείτε να τους δώσετε λίγο περισσότερη ελευθερία, αλλά μην βγείτε από την αίθουσα. Σ' αυτούς που θα μας πουν την ιστορία τους και το γιατί είναι εδώ, θα τους επιτραπεί να φύγουν χωρίς να πάθουν τίποτε· αυτοί που θα αρνηθούν — » Και έκανε παύση. Αμέσως ο βαστάζος που κατάλαβε ότι αρκούσε μόνο να πει την ιστορία του για να ελευθερωθεί από τον φοβερό κίνδυνο, την διέκοψε,
Κυρία μου, ξέρεις ήδη γιατί είμαι εδώ, και αμέσως θα διηγηθώ ότι έχω να πω. Η αδελφή σου με βρήκε σήμερα το πρωί στο μέρος όπου στέκομαι πάντα, περιμένοντας να με προσλάβουν. Με διέταξε να την ακολουθήσω σε διάφορα μαγαζιά, και όταν το ζεμπίλι μου γέμισε τελείως, γυρίσαμε σε αυτό το σπίτι, όπου είχατε την καλοσύνη να μου επιτρέψετε να παραμείνω, πράγμα για το οποίο θα σας είμαι αιώνια ευγνώμων. Αυτή είναι η ιστορία μου.
Κοίταξε ανήσυχα την Ζωηδία, η οποία κούνησε το κεφάλι της και είπε, «Μπορείς να φύγεις· κοίταξε να μην ξανασυναντηθούμε.»
Ω κυρία μου, φώναξε ο βαστάζος, «άσε με να μείνω λίγο ακόμα. Δεν είναι δίκαιο οι άλλοι να έχουν ακούσει την ιστορία μου και εγώ να μην ακούσω την δική τους», και χωρίς να περιμένει την άδεια, εκάθησε στην άκρη του σοφά όπου καθόντουσαν οι κυράδες, ενώ οι άλλοι εκάθησαν ανακούρκουδα στο χαλί, και οι σκλάβοι στάθηκαν ακουμπώντας τον τοίχο.
Τότε, ένας από τους δερβισάδες, απευθυνόμενος προς την Ζωηδία, ως πρεσβύτερη, άρχισε την ιστορία του.
Ο πρώτος Δερβίσης άρχισεν να διηγηθή την ιστορίαν του εις την Ζωηδίαν
Για να σας εξηγήσω κυρία μου πώς βρέθηκα χωρίς το δεξί μου μάτι και
με τα ρούχα ενός δερβίση, πρέπει πρώτα να ξέρετε ότι είμαι γιός
βασιλέα. Ο μοναδικός αδελφός του πατέρα μου βασίλευε σε μια
γειτονική χώρα, και είχε δυο παιδιά, μια κόρη και ένα γιό, ίδια
ηλικία με μένα.
Καθώς μεγάλωνα και μου επιτρεπόταν μεγαλύτερη ελευθερία, πήγαινα κάθε χρόνο επίσκεψη στην αυλή του θείου μου, και συνήθως έμενα εκεί περίπου δυο μήνες. Λόγω αυτού ο ξάδελφος μου και εγώ γίναμε στενοί φίλοι και είμαστε πολύ δεμένοι. Την τελευταία φορά που τον είδα, φαινόταν ακόμα πιο χαρούμενος που με έβλεπε, και έδωσε μια μεγάλη γιορτή προς τιμή μου. Όταν τελειώσαμε το φαΐ, μου είπε, «Ξάδελφέ μου, ποτέ δεν θα μαντέψεις τι έκανα μετά την τελευταία σου επίσκεψη! Αμέσως μόλις έφυγες, έβαλα μερικούς άντρες να κτίσουν ένα κτίριο που σχεδίασα εγώ. Τώρα είναι τελειωμένο, και έτοιμο προς κατοίκηση. Θέλω τώρα να στο δείξω, αλλά πρώτα θα μου ορκιστείς δυο πράγματα: ότι θα μου είσαι πιστός και ότι θα κρατήσεις το μυστικό μου.»
Φυσικά ούτε ονειρεύτηκα να του αρνηθώ, και του έδωσα την υπόσχεσή μου χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Μου είπε να περιμένω ένα λεπτό και εξαφανίστηκε, επιστρέφοντας σε λίγα λεπτά με μια πλούσια ντυμένη κυρία εκπάγλου καλλονής. Αφού δεν μου είπε το όνομά της, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλλίτερο να μην το ρωτήσω. Καθίσαμε και οι τρεις στο τραπέζι και διασκεδάζαμε μιλώντας για αδιάφορα θέματα, και πίνοντας ο ένας στην υγειά του άλλου. Ξαφνικά ο πρίγκιπας μου λέει, «Ξάδελφε δεν έχουμε να χάσουμε χρόνο· σε παρακαλώ οδήγησε την κυρία σε ένα ορισμένο μέρος, όπου θα βρεις ένα θολωτό μαυσωλείο καινουργιοφτιαγμένο. Δεν μπορείς να κάνεις λάθος. Μπείτε και οι δύο, και περιμένετέ με. Δεν θα αργήσω.»
Όπως είχα υποσχεθεί, ξεκίνησα να κάνω ότι μου είπε, και δίνοντας το χέρι μου στην κυρία, την συνόδευσα, υπό το φως του φεγγαριού, στο μέρος για το οποίο είχε μιλήσει ο πρίγκιπας. Μόλις φτάσαμε, ήρθε και αυτός κρατώντας ένα μικρό δοχείο με νερό, ένα κασμά και μια μικρή σακούλα που περιείχε ασβεστοκονίαμα.
Με τον κασμά, αυτός αμέσως άρχισε να καταστρέφει το άδειο κενοτάφιο που ήταν στην μέση του μαυσωλείου. Πήρε μια μια τις πέτρες και τις έβαλε την μια πάνω στην άλλη σε μια γωνιά. Όταν γκρέμισε όλο το κενοτάφιο, συνέχισε να σκάβει την γη, και κάτω από κει είδα μια καταπακτή. Σήκωσε την πόρτα και είδα την αρχή μιας ελικοειδούς σκάλας· μετά είπε γυρνώντας προς την κυρία, «Κυρία μου, αυτός είναι ο δρόμος που θα σας οδηγήσει στο σημείο που σας είπα.»
Η κυρία δεν απάντησε και σιωπηλά κατέβηκε την σκάλα, ακολουθούμενη από τον πρίγκιπα. Στην κορυφή της σκάλας όμως, αυτός με κοίταξε: «ξάδελφέ μου», φώναξε, «Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω για την καλοσύνη σου. Αντίο.»
Τι εννοείς; Φώναξα κι’ εγώ. «Δεν καταλαβαίνω».
Δεν έχει σημασία, απάντησε, «πήγαινε πίσω από όπου ήρθες».
Δεν ήθελε να προσθέσει τίποτα άλλο, και γεμάτος ερωτηματικά, γύρισα στο δωμάτιό μου στο παλάτι και πήγα στο κρεβάτι. Όταν ξύπνησα και σκέφθηκα την περιπέτειά μου, πίστεψα ότι την είχα ονειρευτεί και έστειλα ένα υπηρέτη να ρωτήσει αν ο πρίγκιπας είχε ντυθεί και μπορούσε να με δει. Μόλις όμως άκουσα ότι δεν κοιμήθηκε στο σπίτι, αλαφιάστηκα και έτρεξα στο νεκροταφείο, όπου δυστυχώς οι τάφοι ήταν όλοι τόσο ίδιοι που δεν μπορούσα να ανακαλύψω αυτόν που έψαχνα, αν και ξόδεψα τέσσαρες μέρες γυρεύοντάς τον.
Πρέπει να ξέρετε ότι όλον αυτόν τον καιρό, ο βασιλιάς θείος μου έλλειπε σε κυνήγι, και μια που κανένας δεν ήξερε πότε θα επέστρεφε, στο τέλος αποφάσισα να γυρίσω σπίτι, ορμηνεύοντας τους υπουργούς να πουν τις δικαιολογήσεις μου. Ήθελα πάρα πολύ να τους πω για τον πρίγκιπα, για την τύχη του οποίου ανησυχούσαν πολύ, αλλά ο όρκος μου με ανάγκαζε να σιωπήσω.
Στο γυρισμό μου στην πρωτεύουσα του πατέρα μου, ξαφνιάστηκα όταν είδα ένα μεγάλο απόσπασμα φρουρών να στέκεται μπροστά στην πύλη του παλατιού· μόλις μπήκα με περικύκλωσαν. Ρώτησα τους υπεύθυνους αξιωματικούς τον λόγο της παράξενης συμπεριφοράς και έμαθα με τρόμο ότι ο στρατός είχε στασιάσει και θανατώσει τον βασιλιά πατέρα μου και είχε βάλει στην θέση του τον Βεζίρη. Επί πλέον αυτός είχε διατάξει να με συλλάβουν.
Τώρα αυτός ο αντάρτης Βεζίρης με μισούσε από τα μικράτα μου, γιατί μια φορά, όταν τόξευσα ένα πουλί, κατά λάθος του έβγαλα το μάτι. Προφανώς τότε, όχι μόνο έστειλα ένα υπηρέτη για να του εκφράσω τις δικαιολογίες μου και να του ζητήσω συγνώμη, αλλά πήγα και αυτοπροσώπως. Όλα αυτά ήταν μάταια. Είχε ένα ακατάπαυστο μίσος για μένα και δεν έχανε ευκαιρία να το δείχνει. Τώρα που με είχε στο έλεός του, ήξερα ότι δεν θα έδειχνε οίκτο, και βέβαια είχα δίκιο. Τρελός από θρίαμβο και μανία, ήρθε στην φυλακή μου και μου ξέσχισε το δεξί μου μάτι. Έτσι το έχασα.
Ο καταδιώκτης μου όμως δεν σταμάτησε εκεί. Με έκλεισε σε ένα μεγάλο κλουβί και διέταξε τον δήμιο να με μεταφέρει σε ένα έρημο μέρος, να κόψει το κεφάλι μου και να εγκαταλείψει το σώμα μου στα αρπακτικά πουλιά. Έτσι το κλουβί με μένα μέσα τοποθετήθηκε σε ένα άλογο, και ο δήμιος με την συνοδεία ενός ακόμα άνδρα πήγαν στην εξοχή, μέχρι που βρήκαν ένα μέρος κατάλληλο για τον σκοπό. Αλλά οι καρδιές τους δεν ήταν τόσο σκληρές όσο φαινόντουσαν, και τα δάκρυα και οι προσευχές μου τους λύγισαν.
Εγκατέλειψε αμέσως το βασίλειο, είπε ο δήμιος τελικά, «και πρόσεξε ποτέ να μην ξανάρθεις, γιατί δεν θα χάσεις μόνο εσύ το κεφάλι σου, αλλά και εμείς». Τον ευχαρίστησα με ευγνωμοσύνη και προσπάθησα να αυτοπαρηγορηθώ για το χάσιμο του ματιού μου, σκεφτόμενος από τι γλύτωσα.
Μετά από όσα πέρασα και λόγω του φόβου μου ότι θα μπορούσα να αναγνωρισθώ από κάποιον εχθρό, μπορούσα μόνο να ταξιδεύω πολύ σιγά και προσεχτικά, γενικά αναπαυόμενος σε κάποιο απομακρυσμένο μέρος την μέρα και περπατώντας όσο πιο μακριά μπορούσα το βράδυ, και στο τέλος έφθασα στο βασίλειο του θείου μου, για τον οποίο ήμουν σίγουρος ότι θα με προστατέψει.
Τον βρήκα πολύ προβληματισμένο για τον χαμό του γιού του, για τον οποίο μου είπε ότι εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνος· όμως η λύπη του δεν τον εμπόδισε να μοιραστεί την δική μου. Σμίξαμε τα δάκριά μας, γιατί η απώλεια του ενός ήταν και απώλεια του άλλου, και μετά αποφάσισα ότι ήταν καθήκον μου να πατήσω τον επίσημο όρκο που είχα κάνει στον πρίγκιπα. Έτσι δεν έχασα καιρό να πω στον θείο μου ό,τι ήξερα, και παρατήρησα ότι πριν καν τελειώσω, η λύπη του είχε κάπως ελαφρύνει.
Αγαπημένε μου ανιψιέ, μου είπε, «η ιστορία σου μου δίνει κάποια ελπίδα. Ήξερα ότι ο γιός μου έκτιζε ένα μαυσωλείο, και νομίζω ότι μπορώ να βρω το σημείο. Αλλά μια και ήθελε να κρατήσει το θέμα κρυφό, ας πάμε μόνοι μας να ψάξουμε το μέρος.
Μετά μου είπε να μεταμφιεστώ και μαζί ξεγλιστρήσαμε από μια πόρτα του κήπου που οδηγούσε προς το κοιμητήρι. Δεν μας πήρε πολύ να φτάσουμε στο μέρος της εξαφάνισης του πρίγκιπα, ή να ανακαλύψουμε το μαυσωλείο που μάταια έψαχνα στο παρελθόν. Μπήκαμε μέσα, και βρήκαμε την καταπακτή που οδηγούσε στην σκάλα, αλλά μας ήταν πολύ δύσκολο να την σηκώσουμε, γιατί ο πρίγκιπας την είχε σφραγίσει με το ασβεστοκονίαμα που είχε φέρει μαζί του.
Πρώτος πήγε ο θείος μου και τον ακολούθησα. Όταν φτάσαμε στο τέλος της σκάλας, βγήκαμε σε ένα προθάλαμο γεμάτο με τόσο πυκνό καπνό, που δεν μπορούσαμε να δούμε σχεδόν τίποτα. Παρόλ' αυτά περάσαμε τον καπνό και βρεθήκαμε σε μια μεγάλη αίθουσα που αρχικά μας φάνηκε τελείως άδεια. Το δωμάτιο ήταν φωτισμένο ζωηρά, και σε λίγο διακρίναμε ένα είδος πλατφόρμας στο ένα μέρος του, πάνω στην οποία ήταν τα σώματα του πρίγκιπα και μιας κυρίας, μισοκαμμένα σαν να τα είχαν βγάλει από μια φωτιά, πριν αυτή προλάβει να τα κάψει τελείως.
Αυτό το φοβερό θέαμα μου έφερε λιποθυμία, αλλά προς ξάφνιασμά μου, ο θείος μου δεν έδειξε έκπληξη αλλά μάλλον θυμό.
Το ήξερα, είπε, ότι ο γιός μου είχε τρυφερό δεσμό με αυτήν την κυρία, την οποία ήταν αδύνατο να παντρευτεί. Προσπάθησα να του γυρίσω τα μυαλά και του γνώρισα τις πιο ωραίες πριγκίπισες, αλλά δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον και, όπως βλέπεις, κείνται τώρα ενωμένοι με ένα αποτρόπαιο θάνατο σε ένα υπόγειο τάφο». Όμως καθώς μιλούσε, ο θυμός του γύρισε σε δάκρυα, και έκλαψα και εγώ μαζί του.
Όταν συνήλθε με τράβηξε κοντά του. «Αγαπημένε μου ανιψιέ», μου είπε αγκαλιάζοντάς με, «ήρθες σε μένα να πάρεις την θέση του, και θα κάνω ότι περνά από το χέρι μου να ξεχάσω ότι είχα ποτέ ένα γιό που μπορούσε να φερθεί με τέτοιο απαίσιο τρόπο.» Μετά γύρισε και ανέβηκε την σκάλα.
Γυρίσαμε στο παλάτι.] Μετ' ολίγας ημέρας εσύναξε τους μεγιστάνας και άρχοντας του παλατίου, και με εκήρυξεν έμπροσθεν αυτών διάδοχον και κληρονόμον της βασιλείας του, ως ίδιόν του υιόν και τότε αιφνιδίως ηκούσαμεν μίαν ταραχήν και κρότον από όργανα μεγάλου στρατεύματος. Μας έφεραν την είδησιν ότι ήρχετο με ένα δυνατόν και φοβερόν στράτευμα εκείνος ο τύραννος βεζύρης, που άρπαξε τον θρόνον του πατρός μου, διά να καθυποτάξη και το βασίλειον του θείου μου και εις ολίγην ώραν εμβήκεν εις την πόλιν χωρίς αντίστασιν, επειδή ο θείος μου δεν είχε στράτευμα αρκετόν να του εναντιωθή.
Και όταν ο εχθρός εμβήκεν εις το παλάτι, ηθέλησε να αντισταθή ο θείος μου και έμεινε φονευμένος. Εγώ ωσάν είδα νεκρόν τον θείον μου, αφού επολέμησα αρκετά και εθανάτωσα πολλούς, αναγνωρίζοντας τέλος πάντων δυνατώτερον τον εχθρόν, ανεχώρησα διά μιας κρυφής θύρας του παλατίου και από μίαν υπόγειον στράταν. Εβγήκα έξω από την πολιτείαν και διά να γίνω αγνώριστος εξυράφισα τα γένεια και τα φρύδια και ενδύθηκα τούτο το φόρεμα των δερβισάδων και από τόπον εις τόπον κατήντησα σήμερον εις ταύτην την πολιτείαν και εις την πόρταν του κάστρου εσταμάτησα ολίγον διά να αναπαυθώ, ότε μετ' ολίγον βλέπω και φθάνει ο άλλος δερβίσης, ο οποίος με εχαιρέτησε και εκάθισε πλησίον μου και εγνωρίσθημεν και οι δύο ξένοι και ενώ συνομιλούμεν, ιδού φθάνει και ο τρίτος και αυτός ξένος και ενώθημεν ωσάν αδελφοί και απεφασίσαμεν να μη χωρισθώμεν.
Και επειδή ημείς άγνωστοι εις ταύτην την πόλιν, μήτε γνωρίζοντες τινα διά να ζητήσωμεν φιλοξενίαν, ετύχαμεν κατά σύμπτωσιν εις την θύραν σας και παράκαιρα ελάβαμεν την ελευθερίαν να κτυπήσωμεν μας ανοίξατε από φυσικήν σας καλοκαγαθίαν και μας εφιλοξενήσατε πλουσιοπάροχα με κάθε περιποίησιν, διά το οποίον δεν ευρίσκομεν λέξεις καταλλήλους να σάς ευχαριστήσωμεν θα ομολογούμεν όμως παντοτεινάς χάριτας μέχρι τελευταίας αναπνοής. Ιδού λοιπόν η ιστορία μου, κατά την προσταγήν σου, κυρία μου.
Η Ζωειδία του απεκρίθη· αρκεί τόσον, είμεθα ευχαριστημένες, έχε την ελευθερίαν σου και ύπαγε απ' εδώ. Αυτός την παρεκάλεσε να του δώση άδειαν να μείνη, διά να ακούση την ιστορίαν των άλλων και αυτός· και λαμβάνοντας την άδειαν εκάθισεν εις ένα μέρος χωριστά. Και άρχισεν ο δεύτερος κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Ο βασιλεύς πατήρ μου, βλέποντάς με, όντας ακόμη παιδί εις την
ηλικίαν, να έχω αρκετήν ευφυίαν και επιθυμίαν διά την σπουδή,
εσύναξε τους πλέον σοφούς επιστήμονας, που ευρίσκοντο εις όλον του
το βασίλειον, τους οποίους υπεχρέωσε με πολυποίκιλα δώρα να με
διδάξουν τας επιστήμας όπου ήξευρον με όλην την δυνατήν τελειότητα.
Όθεν εγώ έχοντας αρκετούς διδασκάλους και προθυμίαν και ευφυίαν εγυμνάσθην τόσον, ώστε όταν έφθασα εις νόμιμον ηλικίαν έγινα εμπειρότατος εις όλας τας επιστήμας, τέλειος εις την γραμματικήν, τελειότερος εις την ποίησιν, επιτηδειότατος καλλιγράφος εις τα επτά είδη των χαρακτήρων της αραβικής καλλιγραφίας, έμαθα την αστρονομίαν, την γεωγραφίαν και τα νομικά με κάθε τελειότητα, ανέγνωσα όλους τους ιστοριογράφους των Αράβων, ώστε ο κόσμος με ενόμιζε πολυμαθέστατον. Η φήμη της πολυμαθείας μου έφθασε και εις τα ώτα του βασιλέως της Ινδίας, ο οποίος έστειλεν απεσταλμένον πρέσβυν προς τον πατέρα μου με πολύτιμα δώρα, παρακαλώντας τον να με στείλη εις αυτόν, που είχε μεγάλην επιθυμίαν να με ιδή και να συνομιλήση μαζί μου και να ακούση την πολυμάθειάν μου και να ιδή την καλλιγραφίαν μου, καθώς η φήμη με εκήρυττεν εις εκείνα τα μέρη.
Ο πατήρ μου εδέχθη την πρεσβείαν του βασιλέως της Ινδίας όντας μάλιστα σύμμαχος και φίλος του πιστός και με έστειλε με αρκετήν παράταξιν υπό την συνοδείαν του ιδίου πρέσβεως. Και μετά διαφόρους ημέρας της οδοιπορίας μας περνώντας εις ένα έρημον δάσος μακράν από το βασίλειον του πατρός μου, αιφνιδίως συναπαντήσαμεν πλήθος ληστών πολύ περισσότερον από την συντοφιάν μας, οι οποίοι ώρμησαν εναντίον μας να μας φονεύσουν και ημείς επροβάλαμεν, ότι είμεθα πρέσβεις του βασιλέως της Ινδίας.
Αλλ' αυτοί μη λογαριάζοντες ούτε αυτόν τον βασιλέα, ούτε άλλον, άρχισαν να φονεύουν τους ιδικούς μας ανθρώπους, όπου τους εναντιώθησαν και ευθύς άναψεν ο πόλεμος αναμεταξύ εις ημάς και εκείνους και όταν εγώ είδα ότι εθανατώθη ο πρέσβυς, και οι άνθρωποι αυτού, ομοίως και οι ιδικοί μου έμειναν φονευμένοι εις τον πόλεμον και το άλογον μου πληγωμένον ολίγον, εβάλθην εις φυγήν και όσον το άλογον ημπορούσεν απεμακρύνθην από τους ληστάς. Ως τόσον ενύκτωσε και το άλογόν μου εκινδύνευε να ψοφήση από την πληγήν και τον κόπον και στοχαζόμενος να φυλάξω την ζωήν μου έφυγα πεζός μέσα εις το δάσος αρκετόν διάστημα διά νυκτός με το φως των αστέρων.
Αλλ' όταν κουράσθην μη δυνάμενος πλέον να περιπατήσω, εστοχάσθηκα να αναπαυθώ ολίγον, αλλ' επειδή εφοβούμουν τα θηρία ανέβηκα επάνω εις ένα δένδρον και εκεί εξενύκτησα.
Όταν εξημέρωσε και ευρέθην μοναχός, και στερημένος από όλα χωρίς βοήθειαν κανενός εις τόπον έρημον και ξένον (στοχαστήτε εις ποίαν κατάστασιν αξιοδάκρυτον και ελεεινήν ευρισκόμην) φοβούμενος να έμπω εις την πατημένην στράταν διά να μη συναπαντήσω πάλιν εκείνους τους ληστάς, περιεπάτησα όλην εκείνην την ημέραν μέσα εις το δάσος νηστικός και ταλαιπωρημένος και την ερχομένην νύκτα με μεγάλον φόβον εξενύκτισα μέσα εις ένα σπήλαιον.
Και όταν εξημέρωσεν εκίνησα πάλιν μέσα εις το δάσος περιπατώντας και θεωρώντας ένθεν κακείθεν μήπως ιδώ καμμίαν πολιτείαν. Η τροφή μου ήτο τα άγρια οπωρικά των δένδρων και τα χόρτα και περνώντας τοιαύτην ζωήν ένα ολόκληρον μήνα έξαφνα από ένα λόφον του δάσους διέκρινα ξέμακρα μίαν πολύ μεγάλην πόλιν εις μίαν πεδιάδα ευρύχωρον ποτισμένην από διάφορα ποτάμια και εβασίλευεν εκεί μία παντοτεινή άνοιξις. Τότε έλαβον κάποιο θάρρος και ελπίδα σωτηρίας και τέλος πάντων έφθασα εις την πόλιν εκείνην γυμνός και εκτραχηλισμένος και διά να πληροφορηθώ εις ποίον τόπον ευρισκόμην εμβήκα εις το εργαστήριον ενός ράπτου.
Ο ράπτης λαμβάνοντας συμπάθειαν διά την αθλίαν μου κατάστασιν με εκάθισε πλησίον του και με ηρώτησεν τις ήμουν, πόθεν ηρχόμουν και τις με ωδήγησεν εκεί· εγώ χωρίς να κρύψω τίποτε του διηγήθην όλα τα συμβάντα μου και την ζωήν και το γένος μου. Τότε αυτός μου λέγει· φυλάξου να μη φανερώσης πλέον το γένος σου εις κανένα καθότι ο βασιλεύς της πόλεως ταύτης είνε εχθρός θανάσιμος του πατρός σου και όταν σε μάθη δύναται να σε κακοποιήση· και αυτή η είδησις μου επρόσθεσε λύπην όταν έμαθα το όνομα του βασιλέως εκείνου.
Έπειτα ο ράπτης εκείνος με εφιλοξένησεν εις το σπίτι του και με περιποιήθη αρκετά και αφού πέρασαν μερικές ημέρες και ανεπαύθην από την σκληραγωγίαν με ερώτησεν αν ηξεύρω καμμίαν τέχνην διά να ημπορώ να πορίζωμαι την ζωοτροφίαν μου χωρίς να ενοχλήσω άλλους. Εγώ του είπον ότι ηξεύρω τα νομικά, τα πολιτικά, γραμματικά, ποιητικά και μάλιστα την καλλιγραφίαν. Αυτός μου απεκρίθη· με όλα αυτά που μου είπες εδώ δεν δύνασαι να κερδίσης ούτε τον επιούσιον άρτον· τέτοια μαθήματα είναι άχρηστα και ανωφελή· όμως, αν θέλης να ακούσης την συμβουλήν μου, πρέπει να εύρης ένα τσεκούρι και ένα σχοινί και να ενδυθής ένα κοντόν φόρεμα διά να υπάγης εις το δάσος να κόψης ξύλα· και φέροντάς τα εις την αγοράν θέλεις τα πουλήσει, και με τούτο το μέσον θέλεις κερδίσει αρκετά, διά να μην έχης χρείαν από άλλους, επειδή βλέπω ότι έχεις καλήν κράσιν και δύναμιν διά τέτοιον έργον· ως τόσον τα χρειαζόμενα σου τα ετοιμάζω εγώ, και σου ευρίσκω και συντρόφους διά να σου δείξουν τον τόπον και τα καλύτερα ξύλα, και ούτω θέλεις ακολουθήσει έως ότου η τύχη σου λάβη ευσπλαγχνίαν εις τας δυστυχίας σου. Εγώ υπέκυψα εις τοιαύτην συμβουλήν, αν και το έργον ήτον ουτιδανόν και κοπιαστικόν και διά τον φόβον να μη γνωρισθώ και διά την ανάγκην της ζωοτροφίας.
Την ερχομένην ημέραν ο ράπτης ο ευεργέτης μου, σιμά εις το φόρεμα, μου αγόρασεν ένα τσεκούρι και ένα σχοινί, διά να δένω τα ξύλα και να τα φορτώνωμαι εις τις πλάτες και με εσύστησεν εις άλλους ξυλάδες. Επήγαμεν λοιπόν εις το δάσος όπου ήτον ολίγον μακράν, και την πρώτην ημέραν έφερα αρκετά ξύλα εις τους ώμους μου, τα οποία επούλησα εις καλήν τιμήν.
Αφού επέρασεν ένας χρόνος που έκαμα το έργον του ξυλά, μίαν ημέραν περπατώντας μέσα εις τα βάθη του δάσους βλέπω μίαν κρικέλαν σιδηράν κατά γης εις τα φύλλα των δένδρων, και σκύπτοντας να την πάρω βλέπω πόρταν σιδερένιαν σκεπασμένην με φύλλα· ευθύς εσήκωσα την θύραν, και ιδού βλέπω μίαν σκάλαν· και κατεβαίνοντας έως κάτω ευρίσκω ένα παλάτι φωτεινόν και μεγαλοπρεπές, οικοδομημένον με λευκότατον μάρμαρον. Αιφνιδίως είδα και ήρχετο προς με μία ωραιοτάτη γυναίκα, και από την θεωρίαν της εφαίνετο ότι ήτον ευγενική, και από τα λαμπρά και χρυσά της φορέματα έμεινα εκστατικός εις τοιούτον φαινόμενον υπόγειον.
Και πλησιάζουσα εκείνη προς με μου λέγει, τις είσαι εσύ· άνθρωπος ή εναέριον Τελώνιον; Της απεκρίθην, ότι είμαι άνθρωπος, και ούτε έχω σχέσιν με τα Τελώνια. Αυτή μου λέγει· και πώς ήλθες εδώ; εγώ έχω είκοσι χρόνους που δεν είδα άλλον άνθρωπον εκτός σου· και λέγοντάς ταύτα ανεστέναξεν εκ βάθους καρδίας. Τότε εγώ της διηγήθην όλα μου τα συμβάντα, και πώς κατήντησα εκεί, ομοίως και το γένος μου.
Εκείνη πάλιν αναστενάζουσα μου λέγει· ίσως ήκουσες ποτέ τον μέγαν εκείνον Επιφύρμαρον βασιλέα του νησίου που ονομάζεται Βόρνεος· εγώ είμαι η βασιλοπούλα η θυγατέρα του, και εις τον καιρόν που ο πατήρ μου έκαμνε τους γάμους διά να με στεφανώση με ένα βασιλόπουλον εξάδελφόν μου, την πρώτην βραδιάν προτού να υπάγω εις τον νυμφίον μου εις τον νυμφικόν θάλαμον, ένα Τελώνιον με άρπαξεν από την μέσην των συγγενών μου, και ευθύς με έφερεν εδώ εις τούτο το παλάτι.
Εις την αρχήν εδοκίμασα μεγάλην θλίψιν και αδημονίαν εις ταύτην την φυλακήν, αγκαλά τόσον εύμορφην αλλ' ο καιρός και η χρεία με έκαμαν να συνηθίσω και να παρηγορηθώ· όμως όσα επιθυμεί η όρεξις μου τα απολαμβάνω και όταν λάβω χρείαν από το Τελώνιον, ευθύς μόλις εγγίξω ένα καθρέπτην που έχω εις το δωμάτιον μου, παρασταίνεται εδώ. Το Τελώνιον εις κάθε δέκα ημέρας μίαν φοράν έρχεται, κοιμάται μίαν μόνον νύκτα μαζί μου, τις δε επίλοιπες εννέα ημέρες ευρίσκομαι μοναχή· και επέρασαν τρεις ημέρες αφ' ότου ήλθεν· λείπονται επτά έως που να γυρίση πάλιν.
Λοιπόν σε παρακαλώ να μείνης εδώ μαζί μου εις αυτάς τας έξ ημέρας εις συναναστροφήν και συντροφιάν μου, και θέλω σε φιλοδωρήσει κατά το αξίωμα και το προτέρημά σου· εγώ διά να μη φανώ αχάριστος και αδιάκριτος εδέχθην την αίτησιν της βασιλοπούλας, και ευθύς με έμβασεν εις ένα ευμορφότατον λουτρόν, και αφού ελούσθηκα, μου έφερε λευκότατα και μαλακά φορέματα διά να ενδυθώ, έπειτα με ωδήγησεν εις ένα ανώγειον εστρωμένον με πολυτίμους τάπητας και μαξιλάρια, και εκεί είχεν ετοιμάσει μίαν τράπεζαν με πολυποίκιλα φαγητά και οπωρικά, και εξεφαντώσαμεν το επίλοιπον της ημέρας· και την ερχομένην νύκτα με έλαβεν εις το κρεββάτι της· την ακόλουθον πάλιν ημέραν, αφού εβγήκαμεν από το λουτρόν, ετοίμασεν ευθύς ένα εύμορφον γεύμα, διά να με ευχαριστήση με όσα εζήτει η όρεξίς μου.
Εγώ όταν έφαγον και έπιον από εκείνα τα πιοτά που παρωμοίαζαν το νέκταρ, και άρχισε το κρασί να κάμνη την ενέργειάν του, έλεγον της βασιλοπούλας· τι κάθεσαι εδώ σκλαβωμένη εις την αδιακρισίαν ενός βρωμερού Τελωνίου; ακολούθει με να υπάγωμεν έξω, διά να απολαύσης το αληθινόν φως του ηλίου και να ξεφαντώσωμεν χωρίς φόβον.
Λέγει μου η βασιλοπούλα· η ιδική μου ευχαρίστησις και ξεφάντωσις είνε να απολαμβάνω την συντροφιάν σου εννέα ημέρας, και την δεκάτην να την αφίνης του Τελωνίου. Εγώ της απεκρίθηκα· ο φόβος σου είνε που σε παρακινεί να ομιλής έτσι, το βλέπω πολύ καλά· εγώ δεν φοβούμαι παντελώς ούτε ψηφώ τέτοια Τελώνια και μάλιστα τώρα θέλω τσακίσει τον καθρέπτην εκείνον και είμαι έτοιμος να τσακίσω και την κεφαλήν του Τελωνίου, ευθύς που θα έλθη εδώ. Και χωρίς αργοπορίαν ετσάκισα εις κομμάτια τον καθρέπτην και ευθύς εσείσθη όλον το παλάτι εκείνο, και εσχίσθη, με μίαν ταραχήν ωσάν βροντές και αστραπές.
Η φοβερά ταραχή με έκαμε να χάσω το κρασί, και να καταλάβω το σφάλμα που έκαμα, όμως αργά· και λέγω της βασιλοπούλας, τι δηλοί αυτός ο σεισμός και οι βροντές; Αυτή όλη τρέμουσα χωρίς να στοχασθή τον κίνδυνον εις τον οποίον ευρίσκετο, αλλοίμονον εις εσέ, μου λέγει, γρήγορα φεύγα, διότι είνε χαμένη η ζωή σου εις ταύτην την στιγμήν. Εγώ από τον φόβον μου έως που να βγάλω εκείνα τα φορέματα και να ενδυθώ το ιδικόν μου ελησμόνησα εκεί μέσα το τσεκούρι και τα παπούτσια μου, και βγαίνοντας έξω από την σκάλαν, προτού να κλείσω την θύραν, βλέπω και ανοίχθη η γη, και ωσάν αστραπή εμβήκε μέσα το Τελώνιον.
Ερωτά την βασιλοπούλαν με θυμόν· τι σου συνέβη; διατί με κράζεις; Τότε η βασιλοπούλα του λέγει· μου ήλθε λιποθυμία έξαφνα, και εμποδισθείσα έπεσα επάνω εις τον καθρέπτην και τον ετσάκισα, και τούτο είνε το συμβάν. Το Τελώνιον με θυμόν της λέγει· ψεύδεσαι, τίνος είνε το τσεκούρι και τα παπούτσια εκείνα; Λέγει η βασιλοπούλα· εγώ ούτε τα είδα, ούτε ηξεύρω τίνος είνε· ίσως με την ορμήν που ήλθες τα έφερες μαζί σου, χωρίς να καταλάβης. Μετά ταύτα δεν ήκουσα άλλο, παρά κλαυθμούς και οδυρμούς της βασιλοπούλας που αλύπητα την έδερνε, και ευθύς έφυγα μακράν απ' εκεί.
Και συνάζοντας φοβισμένος μερικά ξύλα έτρεξα εις την πολιτείαν. Ο ράπτης ως με είδε, με συνεχάρη, πως ήμουν υγιής, επειδή εφοβήθη να μη μου συνέβη κανένα κακόν εις δύο ημέρας που έλειψα. Και μετά ολίγην ώραν ενώ εγώ ήμουν εις την οικίαν του, μου λέγει ο ράπτης, ότι έξω ένας γέροντας βαστά το τσεκούρι και τα παπούτσια σου, που έχασες, ως του είπον οι άλλοι ξυλάδες και θέλει να σου τα εγχειρίση ο ίδιος. Εις ταύτα τα λόγια εγώ άρχισα να τρέμω.
Ο ράπτης με ερώτησε την αφορμήν αλλ' αιφνιδίως άνοιξε το έδαφος του σπιτιού, και παρουσιάσθη έμπροσθεν μας ο γέρων εκείνος· και με βλέμμα άγριον μου λέγει· δεν είνε ιδικόν σου τούτο το τσεκούρι και τα παπούτσια; και χωρίς να μου δώση καιρόν να του αποκριθώ, με άρπαξε από την μέσην και με ανέβασεν έως τα ύψη των νεφελών· έπειτα με μεγάλην ορμήν γυρίζοντας κάτω εκτύπησε την γην, και άνοιξεν ευθύς, και ευρέθημεν εις το υπόγειο παλάτι έμπροσθεν εις την βασιλοπούλαν. Και όταν συνήλθα εις τον εαυτόν μου από τον φόβον· ω ελεεινόν θέαμα! βλέπω την βασιλοπούλαν εκείνην κατά γης ριγμένην, γυμνήν, πληγωμένην, κλαίουσαν, σχεδόν ημιθανή από τον δαρμόν.
Τότε της λέγει το Τελώνιον· ιδού ο αγαπητικός σου, δεν είνε αυτός; ειπέ μου· αυτή γυρίζουσα προς με τα μάτια της, του λέγει· δεν γνωρίζω, ποτέ δεν τον είδα εκτός εις ταύτην την στιγμήν. Λέγει της το Τελώνιον· λοιπόν λάβε τούτο το σπαθί και θανάτωσέ τον, εάν δεν τον είδες ποτέ. Απεκρίθη η βασιλοπούλα· και πώς θέλεις να θανατώσω ένα που δεν γνωρίζω, και αθώον; Λέγει της έπειτα· τούτο λοιπόν σε δείχνει πταίστριαν· ύστερα γυρίζει προς με· αλλά συ γνωρίζεις αυτήν; Εγώ του απεκρίθην· και πώς να την γνωρίσω, ενώ τώρα μόνον την βλέπω; λοιπόν λάβε αυτό το σπαθί και θανάτωσέ την, εάν δεν την γνωρίζης, και έτσι θέλω σε ελευθερώσει, μου είπε.
Τότε έλαβα το σπαθί εις το χέρι μου, όχι με σκοπόν να θανατώσω μίαν τέτοιαν νέαν, αλλά διά να καταλάβω την γνώμην της· σας βεβαιώνω, ότι ήμουν ευχαριστημένος να αποθάνω εγώ χίλιες φορές, παρά αυτή μίαν, δι' αφορμήν ιδικήν μου· και όταν επλησίασα εις αυτήν με το νεύμα και τα κινήματα των ματιών με έκαμε να καταλάβω ότι αυτή είνε ευχαριστημένη να αποθάνη παρά να ιδή εμένα θανατωμένον· τότε έρριξα το σπαθί εις την γην και λέγω του Τελωνίου· μη γένοιτο να θανατώσω εγώ μίαν τέτοιαν άπταιστον και αθώαν, που ποτέ δεν την είδα· ιδού είμαι εις την εξουσίαν σου, θανάτωσέ με· αλλ' εγώ δεν γίνομαι άδικος φονεύς.
Τότε έλαβα το σπαθί εις το χέρι μου όχι με σκοπόν να την θανατώσω
Εις ταύτα τα λόγια το Τελώνιον έλαβε το σπαθί και ευθύς την απεκεφάλισεν έπειτα μου λέγει· ιδού τα Τελώνια πώς τιμωρούν τας γυναίκας των, που δεν τους αγαπούν και αν μεν ήξευρα βέβαια ότι αυτή εντρόπιασε το κρεββάτι μου μαζί σου εις ταύτην την στιγμήν ήθελα σε θανατώσει· λοιπόν διά να σου κάμω χάριν, ευχαριστούμαι να σε μεταμορφώσω εις ένα ζώον, ή σκύλλον, ή όνον ή λέοντα, ή όρνεον, ή άλλο τι, και έκλεξε όποιον θέλεις, σου δίδω αυτήν την εξουσίαν.
Τότε έλαβα κάποιον θάρρος και ελπίδα σωτηρίας και επρόσπεσα εις τους πόδας του, και τον παρεκάλεσα να με ευσπλαγχνισθή, και να με αφήση ελεύθερον. Το Τελώνιον χωρίς άλλην απόκρισιν μεταμορφωθέν εις δράκοντα πτερωτόν, αρπάζοντάς με με μεγάλην ορμήν με εσήκωσεν έως τα σύννεφα, που μου εφάνη η γη ωσάν ένα κρεμμύδι· έπειτα με την ιδίαν ορμήν με κατέβασεν εις την κορυφήν ενός βουνού, και εκεί αφού με μετεμόρφωσεν εις το σχήμα της μαϊμούς, έγινεν άφαντον.
Εγώ τότε έμεινα εκεί με άκραν μου λύπην εις μορφήν τοιούτου ζώου, εις τόπον άγνωστον, μην ηξεύροντας εις ποίον μέρος του κόσμου ευρισκόμουν, σιμά ή μακράν από το βασίλειον του πατρός μου. Κατέβην το βουνόν εις ένα κάμπον ευρυχωρότατον, και περιεπάτησα ένα μήνα έως να φθάσω εις το περιγιάλι· κατά τύχην έως τρία μίλια μακράν είδα ένα πλοίον το οποίον επειδή ήτον γαλήνη έπλεεν αργά· εγώ διά να μη χάσω μίαν τοιαύτην ευκαιρίαν, έσυρα ένα ξύλον από τον αιγιαλόν εις την θάλασσαν, και αναβαίνοντας εις αυτό και μεταχειριζόμενος διά κουπιά τα χέρια και τους πόδας μου, έφθασα το καράβι, και πλησιάσας επιάσθηκα από ένα σχοινί, και με ευκολίαν ανέβηκα επάνω και με σχήματα και νεύματα που έκαμα δακρυρροώντας εκίνησα τον καραβοκύρην εις έλεος, και με έλαβεν εις την προστασίαν του, μολονότι οι άλλοι πραγματευταί και ναύται δεισιδαίμονες ήθελαν να με φονεύσουν· αυτός όμως λαμβάνοντάς με εις την προστασίαν του, παρήγγειλεν εις όλους να μην αποτολμήση κανείς να με ενοχλήση, ή να με δείρη· και αυτός με εχάιδευε και με περιεποιείτο. Όθεν και εγώ, εάν δεν ηδυνάμην να ομιλήσω, όμως με τα κινήματα έδειχνα την ευγνωμοσύνην μου προς τον ευεργέτην μου· και αφού εμβήκα μέσα εκείνο το πλοίον έλαβε τοιούτον επιτήδειον και ευτυχή άνεμον ώστε εις πενήντα ημέρας εφθάσαμεν εις ένα λιμένα μιας μεγαλοπρεπούς και ωραιοτάτης πόλεως, βασιλικής καθέδρας ενός κραταιοτάτου βασιλέως που ήτο το πλουσιώτατον εμπόριον όλου του βασιλείου. Την ερχομένην ημέραν έπεμψεν εκείνος ο βασιλεύς διαφόρους άρχοντας αξιωματικούς, διά να συγχαρούν και τον καραβοκύρην και τους πραγματευτάς διά το καλό ταξείδι εκ μέρους του και να παρακαλέσουν διά να γράψη καθένας από ένα στίχον ιδιοχείρως του κατά τον χαρακτήρα και την καλλιγραφίαν που έκαστος ηξεύρει, λέγοντές του· επειδή ο βασιλεύς είχεν ένα βεζύρην πολύ επιτήδειον και καλλιγράφον, ο οποίος απέθανε προ ολίγου καιρού και έως τώρα εις όλον του το βασίλειον δεν ευρέθη παρόμοιος, ο σκοπός του είνε, όταν εύρη ένα επιτήδειον και παρόμοιον καλλιγράφον, να τον υψώση εις το αξίωμα του Βεζύρη.