Λέγοντας αυτά τα λόγια εκίνησεν εμπρός το Τελώνιον και ο ψαράς ακολουθούσε κατόπιν, και περιπατώντες έφθασαν επάνω εις ένα λόφον ολίγον διάστημα μακράν από την πολιτείαν και καταβαίνοντες από την ράχην εις μίαν ευρύχωρον παιδιάδα έφθασαν τέλος πάντων εις μίαν μεγάλην λίμνην, περικυκλωμένην από τέσσαρας λόφους. Και λέγει το Τελώνιον προς τον ψαράν· ρίξε τα δίκτυά σου και πιάσε τέσσαρα ψάρια από αυτά. Ο ψαράς ευθύς βλέποντας τόσον πλήθος ψάρια έρριξε τα δίκτυά του, και έβγαλε μόνον τέσσαρα· και όταν τα είδεν, εθαύμασεν διά τέτοιον παράδοξον φαινόμενον, ότι ήσαν δηλαδή τεσσάρων λογιών χρώματα τα ψάρια, ήγουν άσπρα, κόκκινα, γαλάζια και κίτρινα και τα τέσσαρα που έπιασαν ήτον το καθένα από αυτά τα χρώματα· και καθώς αυτός δεν είχεν ιδεί ποτέ παρόμοια ψάρια, όσον τα εστοχάζετο τόσον και ελάμβανε καλάς ελπίδας να κερδίση αρκετήν ποσότητα από αυτά. Τότε γυρίζει το Τελώνιον και του λέγει· πήγαινε και πρόσφερε αυτά τα τέσσαρα ψάρια εις τον βασιλέα σου ως δώρον και θέλει σου χαρίσει τόσα άσπρα, όσα δεν είδες ποτέ εις την ζωήν σου, και ημπορείς εις το εξής να έρχεσαι καθ' ημέραν να ψαρεύης εδώ εις αυτήν την λίμνην όμως σου παραγγέλλω μίαν και μόνην φοράν την ημέραν να ρίχνης τα δίκτυά σου, και όχι περισσότερον, διατί ημπορεί να σου συμβή κανένα μεγάλον κακόν, και φύλαξε με μεγάλην προσοχήν όσα σου παραγγέλλω, και θέλεις εύρει το κέρδος σου και την ευτυχίαν σου. Και λέγοντας αυτά το Τελώνιον ευθύς έγινεν άφαντον.

Ο ψαράς απεφάσισε να φυλλάξη την παραγγελίαν του Τελωνίου απαράλλακτα· και κινώντας προς την πολιτείαν έκαμε διαφόρους στοχασμούς εις όσα του συνέβησαν και φθάνοντας εις την πόλιν επήγε κατ' ευθείαν εις το παλάτι το βασιλικόν, διά να προσφέρη εις τον βασιλέα ως δώρον τα ψάρια του νέου κυνηγίου του. Όταν εκείνος ο βασιλεύς είδε τέτοια ψάρια, εθαύμασεν διά τα ωραία χρώματά των. Και αφού τα εκύτταξεν αρκετά, επρόσταξε τον βεζύρην του διά να τα δώση εις τον αρχιμάγειρόν του να τα μαγειρεύση.

Ο βεζύρης ευθύς έβαλε την προσταγήν του εις έργον, και επήγεν ο ίδιος εις τον αρχιμάγειρον· έπειτα εγύρισεν εις τον βασιλέα, ο οποίος του λέγει να φιλοδωρήση τον ψαράν πλουσιοπάροχα. Τότε ο βεζύρης κράζει τον ψαράν κατά μέρος, και του εμέτρησε πεντακόσια χρυσά φλωρία. Εις τον ψαράν, που ποτέ του δεν είχεν ιδεί τόσην ποσότητα εις την εξουσίαν του, το πράγμα εφαίνετο όνειρον αλλ' εβεβαιώθη μετέπειτα, όταν εξωδίαζε με ελευθερίαν διά τας ανάγκας της φαμελιάς του. Αφίνοντας εδώ τον ψαράν θέλω αφηγηθή το τι συνέβη εις τον αρχιμάγειρον εκείνου του βασιλέως. Αυτός ως έλαβε τα ψάρια κατά την παραγγελίαν του βεζύρη, τα επάστρεψε καλά διά να τα τηγανίση και τα έβαλεν εις το τηγάνι επάνω εις την φωτιάν.

Όταν εστοχάζετο ότι εψήθησαν από το ένα μέρος, ηθέλησε να τα γυρίση και από το άλλο, και ευθύς που τα εγύρισεν αιφνηδίως έγινε μία ταραχή μεγάλη και, ω τέρας αξιοθαύμαστον! άνοιξεν ο τοίχος του μαγειρείου, και εβγήκεν έξω μία κόρη θαυμαστή εις την ωραιότητα και εις το κάλλος, ενδεδυμένη με χρυσά και πολύτιμα φορέματα· εκρατούσεν εις το χέρι της μίαν βέργαν από μύρτον, και πλησιάζοντας εις το τηγάνι εκτύπησεν ένα από τα ψάρια με την βέργαν, και λέγει· «ω ψάρι, ψάρι, κάμνεις εσύ το χρέος σου ως σου τυχαίνει;» και επειδή το ψάρι δεν απεκρίνετο αυτή πάλιν είπε τα ίδια λόγια· τότε και τα τέσσαρα ψάρια ομού σηκώνοντας τα κεφάλια των απεκρίθησαν μεγαλοφώνως ταύτα τα λόγια·

«Ναίσκε, ναίσκε, εάν εσύ μετράς, και ημείς μετρούμεν· εάν εσύ πληρώνεις τα χρέη σου, και ημείς πληρώνομεν τα δικά μας· εάν εσύ φεύγης, ημείς νικώμεν, και είμεθα ευχαριστημένοι».

Ενώ ετελείωναν αυτά τα λόγια, η κόρη εκείνη αναποδογυρίζοντας το τηγάνι εμβήκε πάλιν εις το άνοιγμα του τοίχου και έκλεισεν ο τοίχος ευθύς ως ήτον και πρώτερον. Ο αρχιμάγειρος από τον φόβον του έμεινεν εκστατικός και άφωνος· και όταν συνήλθεν εις τον εαυτόν του επλησίασε διά να σηκώση τα ψάρια που είχαν πέσει εις την στάκτην, και τα ευρίσκει μαύρα ωσάν κάρβουνα, οπού δεν εχρησίμευον πλέον δια την τράπεζαν του βασιλέως.

Τότε ο ταλαίπωρος μάγειρος άρχισε να θρηνή και να μαγουλοδένεται απαρηγόρητα, λέγοντας· αλλοίμονον εις εμένα· όταν διηγηθώ το τερατώδες συμβάν του βασιλέως είμαι βέβαιος ότι δεν θέλει με πιστεύσει και θέλει οργισθή εναντίον μου. Εις εκείνο το αναμεταξύ που αυτός εθλίβετο εις τέτοιον τρόπον, ιδού έρχεται ο βεζύρης προς αυτόν και τον ερωτά αν τα ψάρια είναι έτοιμα και αυτός του διηγήθη όλον εκείνο που του συνέβη με τα ψάρια.

Το τοιούτον συμβεβηκός έβαλεν εις έκστασιν και θαυμασμόν τρόπον τινά και τον βεζύρην και γυρίζοντας πάλιν ο βεζύρης προς τον βασιλέα εύρε κάποιαν πρόφασιν, και τον ανάπαυσε χωρίς να του διηγηθή το τι συνέβη· και από το άλλο μέρος έστειλε κρυφίως διά να εύρη τον ψαράν· και όταν ήλθεν ο ψαράς του λέγει· θέλω να μου φέρης ευθύς άλλα τέσσαρα ψάρια παρόμοια ωσάν τα πρώτα· επειδή εκείνα διά κάποιον περιστατικόν που συνέβη δεν χρησιμεύουν πλέον διά την τράπεζαν του βασιλέως.

Ο ψαράς χωρίς να του είπη ότι εκείνην την ημέραν δεν δύναται να ψαρεύση δύο φορές, του επροφασίσθη το μάκρος της στράτας, όμως διά την αύριον χωρίς αμφιβολίαν την αυγήν θέλει του τα φέρει παρόμοια. Και ευθύς ο ψαράς εκείνην την νύκτα επήγεν εις την λίμνην εκείνην με τα δίκτυά του, και εψάρευσε τέσσαρα παρόμοια ψάρια, και την αυγήν ενωρίς τα έφερεν εις τον βεζύρην κατά την υπόσχεση του· και ο βεζύρης λαμβάνοντας τα ψάρια επήγε μόνος του εις τον αρχιμάγειρον, και εκλείσθησαν οι δύο μόνοι εις το μαγειρείον. Τότε ο μάγειρος παστρεύοντάς τα τά έβαλεν εις το τηγάνι ωσάν τα πρώτα, και όταν τα εγύρισεν από το άλλο μέρος, ιδού ακούεται μία βροντή εις τον τοίχον, ανοίγει ο τοίχος και βγαίνει εκείνη η ίδια ωραιοτάτη κόρη παρομοίως στολισμένη, και με την βέργαν εις το χέρι της εκτύπησεν ένα με την βέργαν, και είπε τα ίδια λόγια που είπε πρωτύτερα, ομοίως και τα ψάρια απεκρίθησαν τα ίδια· έπειτα με την βέργαν της αναποδογύρισε το τηγάνι, και έπεσαν τα ψάρια εις την χόβολην και αυτή εγύρισεν εις τον ίδιον τόπον από όπου βγήκεν.

Ο βεζύρης εθαύμασε το φαινόμενον, και λέγει· τούτο βέβαια είναι πράγμα μυστηριώδες, και πρέπει να το φανερώσω καταλεπτώς εις τον βασιλέα· και ευθύς επρόσδραμεν εις τον βασιλέα και του διηγήθη όλον το τερατώδες φαινόμενον καταλεπτώς. Ο βασιλεύς, ακούοντας τοιαύτην παράδοξον διήγησιν, έλαβεν μεγάλην περιέργειαν να ιδή οφθαλμοφανώς το συμβεβηκός, και παρευθύς έπεμψεν εις αναζήτησιν του ψαρά· και όταν επαρουσιάσθη έμπροσθέν του λέγει του· ημπορείς να μου φέρης άλλα τέσσαρα ψάρια παρόμοια με τα πρώτα; και θέλω σε φιλοδωρήσει αρκετά· απεκρίθη ο ψαράς είμαι έτοιμος εις τας προσταγάς της βασιλείας σου· όμως πρέπει να μου δώσης τρεις ημέρας διορίαν· και λαμβάνοντας άδειαν επήρε τα δίκτυά του, και ανεχώρησε διά νυκτός προς την λίμνην και ψαρεύοντας παρομοίως ως και πρότερον εγύρισεν ευθύς με τα ψάρια προς τον βασιλέα.

Βλέποντάς τα ο βασιλεύς έλαβε πολλήν χαράν, εις τόσον ώστε διώρισεν ευθύς να τον φιλοδωρήσουν τετρακόσια φλωρία χρυσά, και επρόσταξε τον βεζύρην του να φέρη όλα τα χρειαζόμενα διά να μαγειρεύσουν τα ψάρια εις τον ίδιον του θάλαμον, και εκλείσθησαν ομού με τον βεζύρην και αρχιμάγειρον. Τότε ο αρχιμάγειρος ετοίμασε τα ψάρια και τα έβαλεν εις το τηγάνι, και όταν εψήθησαν από το ένα μέρος, τα εγύρισε και από το άλλο παρόντος του βασιλέως και του βεζύρη και αιφνιδίως άνοιξεν ο τοίχος του βασιλικού ταμείου, και εβγήκεν ένας αράπης μεγαλόσωμος και γιγαντιαίος, αντί της ωραιοτάτης γυναικός, όπου πρωτύτερα εφάνη εις το μαγειρείον· αυτός ο αράπης ήτον ενδεδυμένος παρόμοια ως ένας σκλάβος, και εκρατούσεν εις το χέρι του ένα ραβδί πράσινον, και πλησιάζοντας εις το τηγάνι, άγγιξε τα ψάρια με το ραβδί, και είπε τα ίδια λόγια, που είχεν ειπή πρωτύτερα και εκείνη η γυναίκα· και τα ψάρια πάλιν σηκώνοντάς τα κεφάλια τους απεκρίθησαν τα ίδια λόγια ως άνωθεν και μόλις τα ψάρια ετελείωσαν τα λόγια τους, ο αράπης αναποδογύρισε το τηγάνι, και έρριξε τα ψάρια εις την μέσην του θαλάμου, και έγιναν μαύρα ως τα κάρβουνα.

Τούτου γενομένου ο αράπης με άγριον βλέμμα κυττάζοντας τους παρεστώτας ανεχώρησε, και εμβήκεν εις τον ίδιον τοίχον, και έκλεισεν ο τοίχος ως και πρότερον. Μετά ταύτα λέγει ο βασιλεύς προς τον βεζύρην· βέβαια αυτά τα ψάρια, κατά το φαινόμενον, κάποιο σημειώνουν μυστηριώδες απόκρυφον, και είμαι περίεργος να μάθω τούτο το σημείον όθεν γρήγορα φέρετέ μου εδώ τον ψαράν· και όταν παρουσιάσθη, τον ερώτησε· πού τα εψάρευσες αυτά τα ψάρια; Λέγει ο ψαράς· γαληνότατε βασιλεύ, τα εψάρευσα εις μίαν λίμνην, που είναι αναμεταξύ εις τέσσαρας λόφους, από το βουνόν οπού φαίνεται αντίκρυ. Ο βασιλεύς ερωτά τον βεζύρην αν ηξεύρει αυτήν την λίμνην και ο βεζύρης του είπεν, ότι δεν άκουσε ποτέ να υπάρχη λίμνη εκεί, μάλιστα εις διάστημα πενήντα και εξήντα χρόνων κατά συνέχειαν πηγαίνω εις το κυνήγι προς εκείνο το μέρος, αλλά λίμνην ποτέ δεν είδα.

Έπειτα λέγει εις τον ψαράν· ως πόσον διάστημα είναι από τούτο το παλάτι έως την λίμνην; Και ο ψαράς του είπεν· έως τρεις ώρες δρόμος. Και ευθύς επρόσταξεν ο βασιλεύς να ετοιμάσουν τα άλογα και εκαβαλλίκευσε με αρκετήν παράταξιν, έχοντας οδηγόν τον ψαράν και φθάνοντες εις το αντίκρυ βουνόν, από το όπισθεν μέρος είδον μίαν ευρυχωροτάτην πεδιάδα, και εθαύμασαν διότι δεν την είχεν ιδεί ποτέ κανένας· και τέλος πάντων έφθασαν εις την λίμνην της οποίας το νερόν ήτο καθαρώτατον τόσον, ώστε τα ψάρια όλα που εφαίνοντο μέσα ήσαν παρόμοια με εκείνα τα οποία ο ψαράς είχε προσφέρει του βασιλέως.

Αφού ο βασιλεύς με θαυμασμόν εθεώρησεν εκείνα τα ψάρια αρκετήν ώραν, στρέφεται προς τους μεγιστάνας του, και τους λέγει· αν είναι δυνατόν να μην ήξευραν αυτοί εκείνην την λίμνην τόσον πλησίον της πολιτείας· και όλοι απεκρίθησαν ομοφώνος ότι ούτε ήκουσαν ποτέ τέτοιον πράγμα. Τότε διώρισεν ο βασιλεύς να ξεπεζεύσουν εκεί, και να στήσουν τας σκηνάς σιμά εις την λίμνην λέγοντας ότι δεν θέλω γυρίσει εις το παλάτι μου, έως που να πληροφορηθώ πώς ευρέθη εδώ αυτή η λίμνη, και διατί τα ψάρια της έχουν τέσσαρα διάφορα χρώματα.

Εκείνην δε την νύκτα ο βασιλεύς κράζει τον βεζύρην εις την σκηνήν του και του παραγγέλλει μυστικά να προσμείνη εκεί με όλην την παράταξιν, έως που να γυρίση αυτός οπίσω· διότι δεν ησυχάζει το πνεύμα μου, έως που να μάθω την αιτίαν του φαινομένου· έτσι λέγει του βεζύρη.

Όθεν ενδύθη στρατιωτικά και έλαβεν άρματα ικανά προς προφύλαξίν του, εάν κατά τύχην συναπαντήση εχθρόν και όταν απεκοιμήθησαν όλοι του οι άνθρωποι, αυτός μόνος κρυφίως ανεχώρησε, και περιπατώντας όλην την νύκτα με το φως της σελήνης δεν εύρε κανένα πράγμα. Την αυγήν, όταν ανέτειλεν ο ήλιος, βλέπει μίαν μεγάλην οικοδομήν ολίγον διάστημα ξέμακρα, και πλησιάζοντας εκεί είδεν ένα μεγαλοπρεπέστατον παλάτι, το οποίον ήτον οικοδομημένον από μάρμαρον διαφανές, σκεπασμένον όλον με κρυστάλλιον, οπού όλον εφαίνετο ένας καθρέπτης· και αφού το εθεώρησεν αρκετά έξωθεν, επλησίασεν εις την θύραν, την οποίαν, αν και ήτον ανοικτή, αυτός ενόμισεν εύλογον να κτυπήση· και αν και την εκτύπησε μίαν και δύο και τρεις φοράς και πολλάκις, ούτε φωνή ούτε ακρόασις.

Έμεινεν έκπληκτος μη βλέποντας κανένα, και έλεγε καθ' εαυτόν· ένα τέτοιον ωραιότατον παλάτι πώς είναι δυνατόν να το άφησαν έρημον; και αν μεν δεν είναι κανείς, δεν πρέπει να φοβηθώ, αν δε πάλιν συναπαντήσω κανένα, έχω τον τρόπον να προφυλαχθώ, Και εμβαίνοντας έσωθεν της θύρας εις την αυλήν λέγει μεγαλοφώνως· δεν είναι κανείς εδώ να δεχθή έναν οδοιπόρον, που έχει χρείαν να αναπαυθή ολίγον; Και αν και επανέλαβε δις και τρις τον αυτόν λόγον, δεν εφάνη κανένας· και τούτο τον έκαμε να εκπλαγή περισσότερον.

Τότε ο βασιλεύς εκείνος επροχώρησε μέσα εις τους θαλάμους του παλατίου, οι οποίοι ήσαν στρωμένοι με τάπητας μεταξωτούς και ολόγυρα με στρώματα και προσκέφαλα χρυσοΰφαντα της Ινδίας· επέρασεν έπειτα εις ανώγειον μεγαλοπρεπές, εις την μέσην του οποίου ήτον μία χρυσή τετράγωνος λεκάνη, και εις κάθε γωνίαν είχεν ένα λεοντάρι χρυσούν. Αυτά τα τέσσαρα λεοντάρια έχυναν από το στόμα των ένα κρυσταλλένιον νερόν, το όποιον πίπτοντας εσχηματίζετο εις ωραιότατα πετράδια και μαργαριτάρια, οπού έπλεον εις εκείνο το ανώγειον. Τούτο το Παλάτι ήτο περικυκλωμένον από τα τρία του μέρη από ένα τερπνότατον περιβόλι, του οποίου το έδαφος ήτο στολισμένον με πολυποίκιλες πρασινάδες, με διάφορα νερά, που εσχημάτιζον διάφορα παιγνίδια, με δάση πολυειδών δένδρων και ανθέων, και το πλέον ωραιότερον του περιβολίου ήσαν τα πολυάριθμα διαφόρων ειδών πουλιά, τα οποία με το εναρμόνιόν τους λάλημα εσχημάτιζον ένα επίγειον παράδεισον. Ο βασιλεύς ήτον όλος εκστατικός θεωρών τοιαύτα αξιοθαύμαστα της φύσεως και της τέχνης, ότε αιφνιδίως ακούει μίαν φωνήν θρηνητικήν συνοδευομένην με θλιβερά λόγια. Τότε εστάθη με προσοχήν και ήκουσε καθαρά ταύτα τα λόγια:

«Ω σκληρά και ανελεήμων τύχη, που δεν με άφησες να χαρώ καν μίαν ώραν εις ευτυχίαν, και με κατήντησες εις την πλέον εσχάτην δυστυχίαν, αθλιέστερον από όλον το ανθρώπινον γένος, παύσε μίαν φοράν να με καταδιώκης, και δώσε μου ένα γρήγορον θάνατον διά να ελευθερωθώ από τόσους πόνους. Αλλοίμονον εις εμένα πως ευρίσκομαι ζωντανός, αφού υπέμεινα τόσας βασάνους και τυραννίας».

Ο βασιλεύς ακούοντας τους τοιούτους θρήνους, κινηθείς εις ευσπλαγχνίαν, επροχώρησε προς εκείνο το μέρος όπου ηκούετο η θρηνητική φωνή· και όταν επρόβαλεν εις την θύραν ενός μεγαλοπρεπούς θαλάμου είδεν έναν νέον επί θρόνου καθήμενον, ενδεδυμένον πολυτελώς, ευγενικόν εις την θεωρίαν, αλλ' είχε ζωγραφισμένην την λύπην εις το πρόσωπον με πολλήν σκυθρωπότητα. Πλησιάζοντας ο βασιλεύς τον εχαιρέτησεν, ομοίως και ο αγνώριστος νέος του ανταπεκρίθη εις τον χαιρετισμόν με ταπεινόν προσκύνημα της κεφαλής, και λέγει προς τον βασιλέα· Κύριε, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης που δεν εσηκώθηκα διά να σε υποδεχθώ και να σε περιποιηθώ κατά την τάξιν της φιλοξενίας, και μάλιστα καθώς υποθέτω να είσαι υποκείμενον μεγάλου αξιώματος· και όταν μάθης την αιτίαν που με εμποδίζει, θέλεις λάβει ευσπλαγχνίαν δι' εμέ.

Λέγει του ο βασιλεύς· εγώ είμαι υπόχρεος εις την αγαθήν σου γνώμην και εις τους φιλικούς σου ασπασμούς και είμαι έτοιμος να σε βοηθήσω και να σε ελαφρώσω από τους θρήνους και την λύπην σου, όσον μου είναι δυνατόν, όταν μου διηγηθής την αιτίαν πώς ευρίσκεσαι εδώ μοναχός, και διατί είσαι κυριευμένος από τόσην θλίψιν και αδημονίαν, και κοντολογής την ιστορίαν της δυστυχίας σου· αλλά πρώτον σε παρακαλώ να μου φανερώσης το φαινόμενον της λίμνης, οπού είναι εδώ πλησίον, και τι σημαίνουν τα ψάρια της, που έχουν τέσσαρων λογιών χρώματα, και τι δηλοί τούτο το μεγαλοπρεπές παλάτιον.

Εκείνος ο αγνώριστος νέος, αντί να αποκριθή εις τα ζητήματα του βασιλέως, άρχισε να θρηνή απαρηγόρητα, με τόσα θλιβερά παράπονα, όστε εκίνησε τον βασιλέα εις λύπην και συμπάθειαν, και λέγει του ο βασιλεύς· ειπέ μου σε παρακαλώ την αιτίαν της τοιαύτης σου μεγάλης θλίψεως. Τότε εκείνος ο νέος σηκώνωντας τα ρούχα του έδειξεν εις τον βασιλέα ότι από τον ομφαλόν και άνω ήτον άνθρωπος, το δε λοιπόν ήτο μάρμαρον μαύρον· και εις τούτο ο βασιλεύς έμεινεν εκστατικός. Ο νέος του λέγει· ιδού άκουσε την ιστορίαν μου. Η ιστορία αύτη άρεσε καθ' υπερβολήν του βασιλέως Αϊδήν, όθεν είπεν εις την Χαλιμάν· εξακολούθει την διήγησίν σου, διότι είμαι περίεργος να μάθω το τέλος, λέγοντας καθ' εαυτόν, θέλω της χαρίσει την ζωήν, αφού μου διηγείται τοιαύτας ιστορίας.

Ιστορία του νέου βασιλέως των Μελανών Νησίων.


Άρχισε δε ο νέος βασιλεύς την ιστορίαν του με τον ακόλουθον τρόπον λέγοντας: Ο πατήρ μου που εξουσίαζεν εις τούτο το βασίλειον ωνωμάζετο Ισμαήλ και τούτο το νησίον λέγεται των Μελανών Νησίων, και έλαβε την ονομασίαν από τους τέσσαρας λόφους που το περικυκλώνουν· η βασιλική καθέδρα του πατρός μου, ήγουν η πρωτεύουσα, ήτον εις την τοποθεσίαν οπού τώρα βλέπεις αυτήν την λίμνην και η συνέχεια της ιστορίας θέλει σου φανερώσει την ελεεινήν μεταμόρφωσιν του βασιλείου μου.

Και άρχισε να λέγη· μετά τον θάνατον του πατρός μου κατά κληρονομίαν του διαδόχου, λαμβάνοντας τα σκήπτρα του βασιλείου και αναβαίνοντας εις τον πατρικόν θρόνον έκλεξα διά νύμφην και σύζυγόν μου μίαν μου εξαδέλφην, την οποίαν στεφανωθείς εκήρυξα νόμιμόν μου γυναίκα και βασίλισσαν, και εφυλάττετο μεταξύ μας άκρα αγάπη, ομόνοια και αμοιβαία ηδονή και ξεφάντωσις εις διάστημα σχεδόν πέντε χρόνων.

Μίαν ημέραν, ενώ η βασίλισσα ήτον εις το λουτρόν, εγώ επήγα να αναπαυθώ ολίγον, και δύο σκλάβες αράπισσες με τα αεριστήρια έδιωχναν τις μύγες διά να μη μου ενοχλήσουν τον ύπνον. Αυτές οι σκλάβες νομίζοντας ότι κοιμούμαι και δεν καταλαμβάνω την αράπικην γλώσσαν, έλεγον αναμεταξύ των αράπικα σιγανά, ότι η γυναίκα μου η βασίλισσα μού έκαμε μέγα άδικον να μη με αγαπά και να έχει άλλον αγαπητικόν· και κάθε νύκτα με αποκοιμούσεν εις ένα βαθύτατον ύπνον, διότι μου έβαζε το υπνοβότανον εις το αυτί· όταν της εφαίνετο πως εκοιμώμουν, εσηκώνετο από το κρεββάτι και επήγαινεν εις τον αγαπητικόν της, και προς την αυγήν πάλιν εγύριζε· και τότε βγάζοντάς μου το υπνοβότανον μου έβαζεν ένα βότανον μυριστικόν εις την μύτην και με την μυρωδιάν εκείνου με ξυπνούσεν.

Εγώ που εκαμώνουμουν πως εκοιμώμουν, και εκαταλάμβανα πολύ καλά την γλώσσαν τους, αφού ήκουσα όλην την ομιλίαν τους, επροσποιήθηκα πως τότε ξυπνώ, χωρίς να δείξω σημείον ότι ήκουσα την ομιλίαν τους· όμως μέσα μου έβαλε την καρδίαν εις ανησυχίαν. Την ερχομένην βραδιάν όταν επλαγιάσαμεν εις την κλίνην ομού, εγώ εκαμώθηκα πως αποκοιμήθηκα και ευθύς τότε νοιώθω να μου αποθέτη εις το αυτί ένα κάποιον τι, το οποίον εκατάλαβα ότι ήτο το υπνοβότανον· όμως αυτό επειδή ήμουν έξυπνος δεν έκαμε καμμίαν ενέργειαν τότε.

Η γυναίκα μου, βεβαιωμένη από την καθημερινήν συνήθειαν ότι εμπράκτως εγώ είμαι εις βαθύτατον ύπνον, εσηκώθη ευθύς χωρίς καμμίαν υποψίαν από το κρεββάτι, λέγοντάς μου· κοιμήσου και ποτέ να μην εξυπνήσης· και ευθύς ενδύθη και εβγήκεν έξω από τον θάλαμον. Τότε εγώ με ταχύτητα εσηκώθηκα, και αρματώθηκα με άρματα που είχα έτοιμα, και έτρεξα οπίσω της μακρόθεν. Αυτή καθώς επλησίαζεν εις τις θύρες που ήσαν κλεισμένες, έκαμνεν ένα σημείον, και άνοιγαν ευθύς, και εγώ την ακολουθούσα. Και αφού επέρασεν έξ θύρας του παλατίου, έφθασεν εις την θύραν του περιβολίου· ομοίως ανοίχθη και εκείνη, και αυτή εμβήκε μέσα. Ακολουθώντας την και εγώ από μακρόθεν εκρύφθηκα όπισθεν εις κάποια δενδράκια· και αυτή εκεί ευρίσκουσα τον αγαπητικόν της, άρχισε να συνομιλή με αυτόν και να λέγουν αναμεταξύ των τόσα ερωτικά λόγια, σεργιανίζοντες, ώστε άναψεν ο θυμός μου, διά να κάμω την εκδίκησιν εναντίον του παρανόμου εκείνου μοιχού, ότε ακούω την βασίλισσαν να του λέγη· δεν πρέπει να με ονειδίζης διότι αργοπόρησα, δεν προέρχεται από μέρους μου, ηξεύρεις το εμπόδιον που έχω δι' αφορμήν του ανδρός μου του βασιλέως, και αν δεν είσαι βεβαιωμένος διά την καθαράν αγάπην και τον έρωτα που έχω προς σε, καθώς εμπράκτως σου δείχνω, ηξεύρεις πόσον δύναμαι να κατορθώσω, φθάνει μόνον να προστάξης, εγώ είμαι έτοιμη να κάμω τέρατα και σημεία διά την αγάπην σου, και να μεταβάλω την φύσιν των πραγμάτων, και τούτο το ωραιότατον παλάτι και την μεγάλην ταύτην πόλιν να μεταμορφώσω εις τόσους βράχους ακατοικήτους, και τους λίθους και τα θεμέλια να τα ρίξω εκείθεν από το όρος Καύκασον, φθάνει να ειπής λόγον, και όλα ευθύς γίνονται.


Και αυτή ευρίσκουσα τον αγαπητικόν της άρχισε να συνομιλή με αυτόν

Λέγοντας η βασίλισσα αυτά τα λόγια επέρασεν έμπροσθέν μου, όπου ήμουν κρυμμένος εις τον ίσκιον των πυκνών δένδρων· και ενώ ο αγαπητικός της ήτο προς το μέρος μου, του έδωσα μίαν σπαθιάν εις τον λαιμόν με όλον μου τον θυμόν, και τον επλήγωσα θανατηφόρα· αλλ' αυτήν την ελυπήθην, διότι ήτον εξαδέλφη μου· και όταν έπεσεν ο μοιχός κατακέφαλα ενόμισα ότι τον εφόνευσα ολοτελώς· και ευθύς χωρίς να με γνωρίση η βασίλισσα έφυγα με μεγάλην ορμήν.

Όταν απεμακρύνθην ολίγον μέσα εις τα δένδρα του περιβολίου, ήκουσα την βασίλισσαν να θλίβεται και να θρηνή απαρηγόρητα· η λαβωματιά που έδωκα του αγαπητικού της ήτον θανατηφόρος, όμως αυτή με τας μαγείας της του εφύλαξε την ζωήν, αλλά με όλον τούτο έμενε σημειωμένος ωσάν ένα τερατώδες ζώον άλογον και ανενέργητον· εγώ ως τόσον εγύρισα εις την κλίνην μου, και αναπαύθηκα ευχαριστημένος, και προς το ξημέρωμα ιδού έρχεται και αυτή, και πλαγιάζει σιμά μου, αναστενάζουσα· και την αυγήν εγώ εσηκώθηκα από το κρεββάτι χωρίς να της ομιλήσω παντελώς, νομίζοντας ότι κοιμάται· και αφού εθεώρησα διαφόρους υποθέσεις της βασιλείας μου, γυρίζοντας εις τον θάλαμόν μου την ευρίσκω ενδυμένην πένθιμα με τα μαλλιά ξέπλεχα, και προσποιούμενος ότι έχω είδησιν του συμβάντος, την ερώτησα την αιτίαν της τοιαύτης λύπης, και μου απεκρίθη, ότι τρεις θλιβεράς ειδήσεις έλαβεν εις τον αυτόν καιρόν, τον θάνατον δηλαδή του πατρός της, της μητρός της και του αδελφού της. Εθαύμασα την πανουργίαν της γυναικός, και της λέγω· έχεις εύλογον αφορμήν να λυπήσαι και να θρηνής, επειδή μεγαλυτέραν θλίψιν ποτέ σου δεν εδοκίμασες, αλλ' έχε υπομονήν, και ο καιρός θέλει σε παρηγορήσει. Και αφού επέρασεν ένας χρόνος, που αυτή εζούσεν εις καθημερινήν θλίψιν και ακατάπαυστα δάκρυα, μου εζήτησεν άδειαν διά να οικοδομήση τον τάφον της, και να κλεισθή εκεί το επίλοιπον της ζωής της· εγώ της έδωσα την άδειαν, και αυτή ευθύς διώρισε και της οικοδόμησαν ένα μεγαλοπρεπές παλάτι με ένα μόνον θόλον, και το ωνόμασε το παλάτι των δακρύων· και ευθύς που ετελείωσεν έφερε μέσα τον αγαπητικόν της, τον οποίον εφύλαττεν ακόμη ζωντανόν με κάποια πιοτά μαγικά, αλλά με όλας της τας μαγείας δεν ηδυνήθη να τον θεραπεύση τελείως.

Εκείνος δεν είχεν άλλο σημείον ζωής εκτός της οράσεως και της αναπνοής· και μολονότι η βασίλισσα δεν ημπορούσε να έχη απ' αυτόν καμμίαν ευχαρίστησιν, ο υπερβολικός όμως και άλογος έρως δεν την άφινε να ησυχάση, εάν δεν επήγαινε καθημέραν να τον θρηνήση και να του λέγη όσα ερωτικά λόγια της ανέφερεν εις τον νουν ο Έρως και η Αφροδίτη· εγώ δε ήμουν πληροφορημένος πολύ καλά διά όλα αυτά.

Όθεν μίαν ημέραν μη υπομένοντας πλέον την αυθάδειαν και αδιαντροπίαν της γυναικός επήγα εις το παλάτι των δακρύων, διά να ιδώ τι κάμνει εκεί η αδιάντροπη γυναίκα· και από μέρος που δεν με έβλεπεν ακούω και λέγει εις τον αγαπητικόν της· αλλοίμονον εις εμέ, εγώ ευρίσκομαι εις την εσχάτην απελπισίαν ω ψυχή μου αγαπημένη, καθημέραν σου ομιλώ, και δεν μου αποκρίνεσαι ένα λόγον; έως πότε αυτή η σιωπή; δεν ακούεις τους στεναγμούς μου; δεν ακούεις τους θρήνους μου; πώς δεν μου λέγεις ένα μόνον λόγον; πόθεν προέρχεται τούτο; από αδυναμίαν σου, ή από καταφρόνησιν προς με; βλέπεις ότι εγώ προτιμώ να συμμερίζωμαι τους πόνους σου και να ζω συχνάκις μαζί σου, παρά να απολαμβάνω τας ξεφαντώσεις και ηδονάς, που δύναται να μου δώση η βασιλική εξουσία. Εγώ τέλος πάντων μη υποφέροντας αυτά τα λόγια ώρμησα θυμωμένος εμπρός της, λέγοντας· ω τάφε, διατί δεν καταπίνεις τούτο το άλαλον και βρωμερόν ζώον που κείτεται εδώ, ή, διά να ειπώ καλύτερα, ω ουρανέ, διατί με ένα αστροπελέκι δεν κατακαίεις εδώ μέσα και αγαπητικόν και αγαπητικήν;

Τότε εσηκώθηκεν αυτή, που εκάθητο σιμά εις εκείνον τον βδελυρόν και μαύρον αράπην αγαπητικόν της, ωσάν μία λάμια θυμωμένη εναντίον μου, και λέγει μου· αχ σκληροκάρδιε και απάνθρωπε· εσύ είσαι εκείνος που μου επροξένησας τόσας λύπας και αναστεναγμούς; εκαμώθηκα έως τώρα ότι δεν ηξεύρω· το σκληρόν και απάνθρωπόν σου χέρι είνε εκείνο, που κατήντησε το υποκείμενον της αγάπης μου εις τοιαύτην ελεεινήν κατάστασιν και τώρα λαμβάνεις τόσην αυθάδειαν να έλθης και εδώ να με ενοχλήσης και να με φέρης εις τελείαν απελπισίαν; Εγώ θυμωμένος της απεκρίθηκα· εγώ είμαι βέβαια που ετιμώρησα αυτόν τον βρωμερόν αράπην ως του ήρμοζεν αλλ' έπρεπε με τον ίδιον τρόπον να τιμωρήσω και εσένα· δεν δύναμαι πλέον να υπομείνω την αυθάδειαν και αδιαντροπίαν σου, και εσήκωσα το σπαθί διά να την αποκεφαλίσω.

Αλλ' αυτή κυττάζοντάς με με χαρωπόν πρόσωπον μου λέγει με ένα πλαστόν χαμόγελο· παύσε τον θυμόν σου· και ευθύς είπε κάποια λόγια που εγώ δεν τα εκατάλαβα· ύστερα λέγει μεγαλοφώνως· διά μέσου της μαγικής μου ενεργείας, σε προστάζω ευθύς να γίνης ο μισός μάρμαρον και ο μισός να μείνης άνθρωπος, και ευθύς έγινα ως με βλέπεις, και ευρίσκομαι τώρα νεκρός εις τους ζωντανούς και ζων εις τους νεκρούς· και αφού με μετεμόρφωσεν εις την τέτοιαν αξιοθρήνητον κατάστασιν η θηριώδης μάγισσα, με άλλην ενέργειαν της μαγείας της με μετετόπισεν εδώ.

Και μετά ταύτα αφάνισεν ολόκληρον την βασιλικήν μου πόλιν, τα παλάτια, τα σπίτια, τους πύργους, τας πλατείας, και όλον τον πολυάριθμον λαόν κατεβύθισεν εις αυτήν την λίμνην που βλέπεις. Τα ψάρια, που είναι τεσσάρων λογιών χρώματα, είναι τα τέσσαρα γένη που κατοικούσαν εις αυτήν την πολιτείαν και είχαν τέσσαρας θρησκείας διαφορετικάς, ήγουν τα μεν άσπρα φανερώνουν τους Τούρκους, τα κόκκινα τους Πέρσας, που επροσκυνούσαν την φωτιάν, τα γαλάζια τους Χριστιανούς, και τα κίτρινα τους Εβραίους.

Οι τέσσαρες λόφοι είναι τα τέσσαρα νησιά που δίδουν την ονομασίαν εις τούτο το βασίλειον. Έμαθα όλα αυτά από την ιδίαν αυτήν μάγισσαν, η οποία, διά να μου αυξήση τους πόνους πολλαπλασίως, μου εφανέρωσε τα αποτελέσματα του θυμού της· ούτε έπαυσεν έως εδώ τον θυμόν της, αλλ' εξέρχεται καθημέραν και μου δίδει εκατόν ραβδιές εις τις πλάτες γυμνές με ένα βοϊδοτσούλιον, έως που τρέχουν τα αίματα· έπειτα με ενδύει με ένα σακκί τρίχινον κατάσαρκα· και επάνω με ενδύει με τούτο το χρυσοΰφαντον, όχι διά να με τιμήση, αλλά διά να με περιπαίζη. Ύστερα από αυτήν την διήγησιν άρχισε να κλαίη απαρηγόρητα και υψώνοντας τα μάτια εις τον ουρανόν έλεγε· Παντοδύναμε ποιητά του παντός, εγώ αφίεμαι εις την απόφασιν της δικαιοσύνης σου και εις την θέλησιν της προνοίας και υποφέρω όλα με υπομονήν έως ότου γίνη το θέλημά σου.

Ακούοντας μίαν τέτοιαν θλιβεράν διήγησιν ο βασιλεύς εκείνος και βλέποντας εις τοιαύτην αξιοδάκρυτον κατάστασιν τον άθλιον νέον βασιλέα, εκινήθη εις έλεος και ευσπλαγχνίαν και εις εκδίκησιν εναντίον εκείνης της θηριώδους γυναικός, και λέγει του νέου βασιλέως· φανέρωσέ μου πού ευρίσκεται εκείνη η μάγισσα, και πού είναι το βδέλυγμα ο αγαπητικός της. Απεκρίθη ο νέος βασιλεύς· Κύριε, καθώς σου διηγήθην, ο αγαπητικός της κείτεται εις το παλάτι των δακρύων, εις ένα τάφον κατασκευασμένον εις σχήμα καμάρας και το παλάτι αυτό από το μέρος της θύρας συνέχεται με τούτο το παλάτι· αυτή δε η μάγισσα δεν ηξεύρω πού διατρίβει· όμως κάθε αυγήν έρχεται εις εμένα και μου κάμνει εκείνον τον αιματώδη δαρμόν, ως σου τον περιέγραψα, και έπειτα πηγαίνει προς τον βρωμερόν αγαπητικόν της και του φέρει ένα πιοτόν με το οποίον του φυλάττει την ζωήν έως την σήμερον, και δεν παύει να τον ονειδίζη διά την σιωπήν του, που δεν της ωμίλησε παντελώς, αφού εγώ τον επλήγωσα, και τούτο είναι το μεγαλύτερόν της παράπονον.

Ως τόσον εκείνος ο βασιλεύς επαρηγόρησε τον νέον βασιλέα και του υπεσχέθη να κάμη την εκδίκησιν εναντίον εκείνης της σατανικής μαγίσσης· του εκοινολόγησε προσέτι και την αφορμήν που τον είχε παρακινήση διά να υπάγη εις εκείνα τα μέρη, και τον τρόπον που εστοχάσθη διά να τιμωρήση εκείνην την αχρείαν γυναίκα.

Αλλ' επειδή επέρασεν αρκετή ώρα της νυκτός ανέβαλε την εκτέλεσιν διά την αύριον, και αποχαιρετήσας ως τόσον τον νέον βασιλέα ανεχώρησε να αναπαυθή ολίγον εις άλλον θάλαμον εκείνου του παλατίου. Την αυγήν καθώς εξύπνησεν ενωρίς έτρεξεν εις το παλάτι των δακρύων, και εμβαίνοντας μέσα το εύρεν όλον φωτισμένον από μίαν ωραιοτάτην φωτοχυσίαν, και ευωδίαζεν από κάθε μέρος από αρωματική, που είχεν εκείνη η μάγισσα διά παρηγορίαν του δυστυχούς αγαπητικού της, τον οποίον ευρίσκοντας ο βασιλεύς νεκρόν και ακίνητον, κατάκοιτον εις το κρεββάτι μέσα εις ένα είδος τάφου κατασκευασμένον ωσάν μία κάμαρα, και σύρνοντας τον έξω από το κρεββάτι του τον εθανάτωσε με το σπαθί του και τον έρριξεν εις ένα πηγάδι, εις την αυλήν του παλατίου· έπειτα επλάγιασεν αυτός ο ίδιος εις το κρεββάτι του αγαπητικού της μάγισσας, και εσκεπάσθη ως εύρε τον αράπην παρομοίως, έχων αποκάτω εις τα παπλώματα ομού και το σπαθί του, και επρόσμενεν εκεί διά να τελειώση τον σκοπόν του.

Μετ' ολίγον έφθασεν η μάγισσα και έτρεξε πρώτον εις τον άνδρα της τον νέον βασιλέα των Μελανών Νησίων, και άρχισε να τον δέρνη, κατά την συνήθειάν της τόσον σκληρά, ώστε αι θλιβεραί φωναί οπού έβγαζεν ο δυστυχής εκινούσαν εις έλεος και τα άψυχα κτίσματα, και την καλούσε να κάμη έλεος εις αυτόν και αυτή του έλεγε· συ δεν έλαβες ευσπλαγχνίαν διά τον ιδικόν μου αγαπητικόν, ούτε εγώ δεν θέλω ποτέ λάβει συμπάθειαν διά σε . . .

Εις τούτο το αναμεταξύ βλέποντας η Χαλιμά να πλησιάση η ώρα που ο βασιλεύς έμελλε να υπάγη εις το προσκύνημα, διέκοψε την διήγησιν της ιστορίας. Τότε η Μεδινά η αδελφή της λέγει· αγαπητή μου αδελφή, σε παρακαλώ να μη με υστερήσης το επίλοιπον της ιστορίας την ερχομένην αυγήν, διά να ιδώ πώς ετιμώρησεν εκείνος ο βασιλεύς την μάγισσαν, και τι τέλος έλαβε. Λέγει της η Χαλιμά· τούτο στέκει εις την θέλησιν του βασιλέως, και εγώ πάντοτε είμαι έτοιμη. Ο βασιλεύς Αϊδήν, έχοντας μέγαν πόθον να ακούση την επίλοιπον συνέχειαν της ιστορίας, έλεγεν εις τον εαυτόν του, ότι, εάν η ιστορία ακολουθήση και δύο μήνας, μολοντούτο θέλω της αφήσει την ζωήν, έως που να ακούσω το αποβησόμενον μιας τοιαύτης παραδόξου διηγήσεως. Την ερχομένην αυγήν η Μεδινά εξύπνησε την Χαλιμάν πλέον ενωρίτερα και άρχισε την συνέχειαν της ιστορίας κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Αφού η μάγεισσα έδειρεν εκείνον τον ταλαίπωρον νέον, διά να ευχαριστήση τον θυμόν της, έτρεξε με προθυμίαν εις το παλάτι των δακρύων της, όπου είχε τον αγαπητικόν της, και πλησιάζοντας εις το κρεββάτι, εκεί που ενόμιζε ότι είναι ο αγαπητικός της, εγονάτισεν από το όπισθεν μέρος, και άρχισε να αναστενάζη και με δάκρυα να λέγη· πού είσαι, φως μου; πού είσαι, ζωή μου; έως πότε σιωπάς; αποφάσισες να με αφήσης να αποθάνω από την θλίψιν χωρίς να μου ειπής ακόμη μίαν φοράν ότι με αγαπάς; αχ ψυχή μου, ειπέ μου καν ένα μόνον λόγον, σε εξορκίζω εις την αγάπην μας, διά να με παρηγορήσης.

Τότε ο βασιλεύς, που ήτον εκεί σκεπασμένος, με μίαν επιτηδείαν υπόκρισιν εσχημάτισε την φωνήν του αράπη, και της λέγει· «Δεν ευρίσκεται δύναμις και εξουσία, παρά εις τον ουρανόν». Εις τοιούτους λόγους η μάγισσα μη όντας συνηθισμένη, εφώναξε μεγαλοφώνως από την χαράν της, και λέγει του· είσαι συ, ω φως μου και παρηγορία μου, που μου ομιλείς, ή με απατά η ακοή μου; Λέγει της ο βασιλεύς με την ιδίαν πλαστήν φωνήν· συ δεν είσαι αξία διά να σου ομιλήσω, διότι από ιδικήν σου αιτίαν εγώ ευρίσκομαι αθεράπευτος τόσον καιρόν, εάν δεν ετυραννούσες τόσον τον άνδρα σου, που από τας θλιβεράς του φωνάς δεν δύναμαι να κοιμηθώ ούτε ημέραν ούτε νύκτα· και αν συ τον ελευθέρωνες από την μαγικήν ενέργειαν, που τον εμεταμόρφωσες εις μάρμαρον, εγώ έως τώρα είχα θεραπευθή και είχα αναλάβει την ομιλίαν μου.

Απεκρίθη η μάγισσα· εγώ είμαι έτοιμη να τον μεταμορφώσω εις την πρώτην του μορφήν, φθάνει να με προστάξης, και ο λόγος σου γίνεται έργον. Λέγει της ο βασιλεύς· τρέξε γρήγορα ελευθέρωσέ τον, διά να ελαφρωθώ και εγώ από το πάθος μου. Ευθύς η μάγισσα εβγήκεν από το παλάτι των δακρύων, και λαμβάνοντας ένα ποτήριον νερόν ανακάτωσε μέσα μίαν σκόνην, λέγοντας κάποια λόγια ως που έβρασε το νερόν, και πλησιάζοντας εις τον νέον βασιλέα τον άνδρα της τον ερράντισε με τούτο το νερόν, και του λέγει· Σε προστάζω και σε εξορκίζω εις την δύναμιν του μεγάλου και φρικτού δράκοντος και εις την ενέργειαν των επτά πλανητών να αναλάβης την πρώτην σου μορφήν. Ευθύς που αυτή επρόφερε τα τοιαύτα λόγια εσηκώθη ο νέος βασιλεύς σώος και αβλαβής ως ήτο πρότερον.

Τότε του λέγει η μάγισσα· φεύγε μακράν απ' εδώ και μη γυρίσης πλέον, διότι είναι ο θάνατός σου. Και αυτός εξ ανάγκης ανεχώρησεν εις τόπον παράμερον, όπου επρόσμενε το αποβησόμενον με το μέσον του βασιλέως. Ως τόσον η μάγισσα εγύρισε πάλιν εις το παλάτι των δακρύων, και εμβαίνοντας μέσα, επλησίασε τον αγαπητικόν της τον αράπην και του λέγει· έκαμα τα όσα μου παρήγγειλες· σήκω τώρα λοιπόν διά να εκπληρώσης την επιθυμίαν μου και να μου δώσης εκείνην την ευχαρίστησιν, που τόσον καιρό είμαι στερημένη. Της απεκρίθη ο βασιλεύς· με την ιδίαν πλαστήν φωνήν του αράπη, όμως με θυμόν, λέγοντάς της· όσον ενήργησες, δεν είναι αρκετόν διά να με θεραπεύση ολόκληρον, πρέπει να ξεριζώσης την αιτίαν και όλην την ρίζαν του πάθους μου.

Λέγει του η μάγισσα· ω ψυχή μου, αγαπητέ μου, φανέρωσέ μου καθαρά ποία είναι η ρίζα, που μου λέγεις; Της απεκρίθη ο βασιλεύς· ω αστόχαστη και κακόγνωμη γυναίκα, δεν καταλαμβάνεις διά ποίαν αιτίαν λέγω; είναι αυτή η πολιτεία, οι κάτοικοί της και τα τέσσαρα νησία της, τα οποία όλα εσύ με τας μαγείας σου αφάνισες από το πρόσωπον της γης· κάθε μεσονύκτιον τα ψάρια αυτής της λίμνης σηκώνουν τα κεφάλια τους εις την επιφάνειαν της λίμνης, και φωνάζουν εκδίκησιν εναντίον μου και εναντίον σου· ύπαγε γρήγορα να τα μεταμορφώσης όλα εις την πρώτην των κατάστασιν, και γυρίζοντας σου δίδω το χέρι μου διά να με βοηθήσης να σηκωθώ, και τότε θέλω σε ευχαριστήσει εις όλα σου τα θελήματα.

Από ταύτα τα λόγια η μάγισσα πληρωθείσα από χαράν και καλάς ελπίδας, διά να ιδή τον αγαπητικόν της ολοκλήρως θεραπευμένον, εφώναξε μετά χαράς μεγάλης· ω ψυχή μου, ω φως μου, ω παρηγορία μου· ιδού τρέχοντας με κάθε σπουδήν και επιμέλειαν πηγαίνω να μεταμορφώσω όλα εις την πρώτην των φυσικήν κατάστασιν.

Και ευθύς αυτή έτρεξεν εις την λίμνην, και λαμβάνοντας με τα χέρια της απ' εκείνο το νερόν, αφού είπε κάποια λόγια, ερράντισε με εκείνο την λίμνην και τα ψάρια· και ω του θαύματος! εις την αυτήν στιγμήν μετεμορφώθη η λίμνη εις μίαν μεγάλην πόλιν· τα ψάρια όλα έλαβαν την πρώτην τους μορφήν, και τινά μεν έγιναν άνδρες, τινά δε γυναίκες ή παιδία, και άλλα πάλιν έγιναν Τούρκοι, άλλα Χριστιανοί, άλλα Πέρσαι και άλλα Εβραίοι, και άλλοι ελεύθεροι, άλλοι δε σκλάβοι, και καθένας έλαβε την φυσικήν του μορφήν· τα παλάτια, τα σπίτια και τα εργαστήρια ευρέθησαν γεμάτα από τους οικοκυραίους των, και κοντολογής κάθε πράγμα ευρέθη εις την πρώτην του στάσιν και τάξιν.

Η πολυάριθμος παράταξις του βασιλέως που ήτον κονευμένη σιμά εις την λίμνην, όταν ευρέθη εις την μεγαλυτέραν πλατείαν, έμειναν όλοι εκστατικοί να ιδούν εις μίαν στιγμήν μίαν πόλιν τόσον ωραίαν, τόσον μεγαλοπρεπή και τόσον πολυάνθρωπον.

Η μάγισσα, αφού ενήργησε ταύτην την τερατώδη μεταμόρφωσιν, εγύρισε τρέχουσα εις το παλάτι των δακρύων, διά να απολαύση τον καρπόν και μισθόν των κόπων της, και εμβαίνοντας μέσα λέγει ωσάν να ωμιλούσε με τον αγαπητικόν της· ιδού ετελείωσα όλα όσα με επρόσταξες· σήκω τώρα, διά να σε ιδώ υγιή και να εκπληρώσης την επιθυμίαν μου, που είμαι τόσον καιρόν στερημένη.

Της απεκρίθη ο βασιλεύς με την συνηθισμένην πλαστήν φωνήν του αράπη, λέγοντάς της· πλησίασε σιμά μου, δος μου το χέρι σου. Και ενώ επλησίαζεν αυτή σιμά του και άπλωνεν εις αυτόν το χέρι της, αυτός ευθύς επήδησεν από το κρεββάτι ως θυμωμένον λεοντάρι και με μίαν σπαθιάν της εχώρισε το σώμα εις δύο κομμάτια, και έπεσε νεκρά και ακίνητος εις την γην.

Και αφίνοντας εκεί το νεκρόν σώμα της μάγισσας ο βασιλεύς έτρεξε γρήγορα να εύρη τον νέον βασιλέα των Μελανών Νησίων, ο οποίος τον επρόσμενε με μεγάλην προθυμίαν και ευρίσκοντάς τον τόν αγκαλιάζει, τον φιλεί και του λέγει· χαίρε και ευφραίνου, περιπόθητέ μου αδελφέ· ετιμώρησα την κακότροπον και σκληράν μάγισσαν την ποτέ γυναίκα σου, και την αντάμειψα με τον πρεπούμενόν της θάνατον· όθεν εις το εξής αναπαύου χωρίς να έχης φόβον από κανένα.

Τότε ο νέος εκείνος βασιλεύς ευχαρίστησε τον ευεργέτην του βασιλέα και εθεώρει τον εαυτόν του υπόχρεον εφ' όρου ζωής εις τον σωτήρα του ευχόμενος εξ όλης καρδίας μακροημέρευσιν και ευδαιμονίαν δι' αυτόν. Λέγει του έπειτα ο βασιλεύς· ιδού λοιπόν τώρα το βασίλειόν σου και η πόλις σου ευρίσκονται ήσυχα και ατάραχα· θέλεις βασιλεύσει εις το εξής αναπαυμένος εις όλας σου τας ευτυχίας· και αν μεν ευχαριστήσαι να έλθης εις την ιδικήν μου πολιτείαν, όπου είσαι τόσον πλησίον, εγώ θέλω σε δεχθή ωσάν ίδιον μου υιόν με όλας τας περιποιήσεις και τιμάς, ωσάν να ήσουν εις την ιδίαν σου πολιτείαν.

Απεκρίθη ο νέος βασιλεύς· κραταιότατε μονάρχα, νομίζει η μεγαλειότης σου ότι είναι τόσον πλησίον η βασιλική σου καθέδρα από εδώ; όχι· αλλ' είναι ενός χρόνου δρόμος το ολιγώτερον. Απεκρίθη ο βασιλεύς· και πώς ημείς ήλθαμεν εις τέσσερες ή πέντε ώρες; Επανέλαβεν ο νέος βασιλεύς· το πιστεύω να ήλθετε εις τόσον ολίγον διάστημα· αλλά τότε τούτο το βασίλειον ήτο μετατοπισμένον διά της μαγείας της κακοτρόπου γυναικός μου· τώρα δε που ανέλαβαν την φυσικήν τους μορφήν όλα, έλαβον και την πρώτην τους τοποθεσίαν.

Τούτο όμως δεν θέλει με εμποδίσει να συνοδεύσω τον ευεργέτην μου, αν παραστή ανάγκη και έως εις τα πέρατα της οικουμένης. Ακούοντας ο βασιλεύς τα τοιαύτα λόγια του νέου βασιλέως εκστατικός, το να ευρίσκεται τόσον μακράν από το βασίλειόν του, αλλ' η δοκιμή μετέπειτα τον εβεβαίωσεν· όθεν άρχισαν να ετοιμασθούν διά να αναχωρήσουν ομού με τον νέον βασιλέα εκείνου του τόπου· ο οποίος κάμνοντας όλας τας ετοιμασίας διά τα αναγκαία μιας τόσον μακράς οδοιπορίας εφόρτωσεν εκατόν καμήλους από τους πολυτίμους του θησαυρούς, από τους οποίους εφιλοδώρησε με πολύτιμα δώρα όλην την ακολουθίαν του βασιλέως του ευεργέτου, και άφησε διάδοχον εις το βασίλειόν του ένα του συγγενή.

Και αναχωρούντες οι δύο βασιλείς συντροφιασμένοι με πολυάνθρωπον και μεγαλοπρεπή ακολουθίαν, και περνώντες ευτυχισμένην όλην την μακράν οδοιπορίαν, επλησίασαν τέλος πάντων εις την βασιλεύουσαν πόλιν και μαθαίνοντάς το οι μεγιστάνες και άρχοντες του παλατίου εβγήκαν εις προϋπάντησιν του βασιλέως των, και ο λαός του τον υπεδέχθη με χαράν μεγάλην και με αλαλαγμούς.

Και αφού ανεπαύθησαν από την οδοιπορίαν συνευφραινόμενοι, ο βασιλεύς την ερχομένην ημέραν εκάλεσεν άπαντας τους μεγιστάνας και άρχοντας της συγκλήτου, και τους εφανέρωσε την αιτίαν του μεγάλου ταξειδίου και όλα τα συμβάντα που είδεν εις την λίμνην και εις το βασίλειόν του νέου βασιλέως των Μελανών Νησίων· έπειτα εκήρυξεν ως ίδιόν του υιόν θετόν και επομένως διάδοχον της βασιλείας του τον νέον εκείνον βασιλέα. Όθεν όλη η σύγκλητος και γερουσία των μεγιστάνων τον επροσκύνησαν και τον εγνώρισαν ως βασιλέα τους. Όσον διά τον ψαράν, ο οποίος έγινεν η αιτία της σωτηρίας και ελευθερίας του νέου βασιλέως, τον εφιλοδώρησεν ο βασιλεύς με πολύτιμα δώρα, ώστε και αυτός και οι μεταγενέστεροι του έγιναν πλουσιώτατοι εφ' όρου ζωής των.

Με τέτοιον τρόπον λοιπόν η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν του ψαρά και του Τελωνείου. Τότε ο βασιλεύς Αϊδήν εφανέρωσεν ότι έλαβε μεγάλην ευχαρίστησιν από εκείνην την διήγησιν, ομοίως και η αδελφή της Μεδινά. Λέγει τους η Χαλιμά ότι ηξεύρει μίαν άλλην πολύ ωραιοτέραν από την του ψαρά, και την ερχομένην αυγήν θέλει τους την διηγηθή με όλας τας περιστάσεις διά να τους ευχαριστήση την περιέργειαν. Ο βασιλεύς μάλιστα την επαρακίνησεν, έχοντας μεγάλην επιθυμίαν εις τοιαύτας περιέργους ιστορίας, δείχνοντας υπερβολικήν ευχαρίστησιν εις όσα του διηγείτο, διότι είχε μίαν φυσικήν χάριν η Χαλιμά να τα διηγήται με γλαφυρότητα και έμφασιν· όθεν εχαροποιούσαν πολύ τον βασιλέα και τα λόγια της και η ευμορφιά της μάλιστα. Και άρχισεν ούτω.

Ιστορία των τριών δερβισάδων και των πέντε κυράδων της Βαβυλώνος·


Η Μεδινά, κατά την συνήθειάν της, εις την διωρισμένην ώραν εξύπνησε την βασίλισσαν Χαλιμά αδελφήν της, και της λέγει να ενθυμηθή την υπόσχεσιν που χθες έδωκε του βασιλέως διά να του διηγηθή μίαν ιστορίαν ωραιοτέραν από την προτερινήν. Όθεν η Χαλιμά άρχισε την διήγησιν κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Εις την Βαβυλώνα όταν εβασίλευεν ο Χαρούμ Καλίφης όντας ένας βαστάζος την αυγήν εις την αγοράν και προσμένοντας διά να τον προσλάβη κανείς εις υπηρεσίαν, είδε μίαν νέαν κυράν σκεπασμένην με ένα πολύτιμον μαχραμάν, και του λέγει· λάβε το ζεμπίλι σου και ακολούθει με. Ο βαστάζος, μολονότι το έργον του ήτο ποταπόν, αυτός ήτο φυσικά έξυπνος και αστείος, και ακολουθώντας εκείνην την νέαν κυράν έλεγεν ω τι ευτυχισμένη ημέρα! ω τι καλή συναπάντησις! Η νέα εκείνη εσταμάτησεν εις μίαν θύραν κλεισμένην, και κτυπώντας την εβγήκεν ένας Χριστιανός γηραλέος και σεβάσμιος· αυτή του έδωσε μίαν μονέδαν εις το χέρι, χωρίς να του ειπή τι· αυτός που ήξευρε τον σκοπόν της ευθύς της έφερε τρεις καράφες γεμάτες εξαίρετον κρασί. Ο βαστάζος τις έβαλε μέσα εις το ζεμπίλι, και ηκολούθει την νέαν γυναίκα.

Έπειτα επήγεν εις ένα κατάστημα και εψώνισε τα πλέον εξαίρετα οπωρικά και τα ευωδέστερα άνθη και ρόδα, τα οποία όλα εβάσταζεν εις το ζεμπίλι του ο βαστάζος· και ύστερα πηγαίνοντας και εις άλλα διάφορα καταστήματα εψώνισε τα εκλεκτά πλέον πράγματα,

[οι κάτωθι σελίδες από 65-80 έχουν μεταφραστεί από αγγλικό κείμενο]

[μέχρι που στο τέλος ο βαστάζος φώναξε με απελπισία, «Καλή μου κυρά, αν μου είχες πει ότι θα αγοράσουμε πράγματα να ταΐσουμε μια πόλη, θα είχα φέρει ένα άλογο, ή μάλλον μια καμήλα.» Η κυρά γέλασε, και του είπε πως δεν είχε τελειώσει ακόμα, αλλά αφού διάλεξε διάφορα μυρωδικά και μπαχαρικά από ένα μαγαζί, σταμάτησε μπροστά σε ένα θαυμάσιο παλάτι και κτύπησε απαλά την πόρτα του. Η κοπέλα που άνοιξε ήταν τέτοιας καλλονής, που θάμπωσαν τα μάτια του βαστάζου και ξαφνιάστηκε ακόμα πιο πολύ γιατί ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήταν σκλάβα. Η κυρά που τον οδήγησε μέχρι εκεί, τον κοίταζε διασκεδάζοντας μ' αυτόν, μέχρι που η άλλη φώναξε, «Γιατί δεν μπαίνεις αδελφή; Ο καημένος ο άνθρωπος είναι τόσο φορτωμένος που θα σωριαστεί.

Όταν μπήκαν μέσα και κλειδώθηκε η πόρτα, πήγαν και οι τρεις τους σε μια μεγάλη αυλή, περιτριγυρισμένη από κιγκλιδωτό. Στην μια γωνιά της αυλής ήταν μια πλατφόρμα, όπου υπήρχε ένας κεχριμπαρένιος θρόνος υποστηριζόμενος από τέσσερις εβένινες κολόνες, στολισμένες με μαργαριτάρια και διαμάντια. Στην μέση της αυλής έστεκε μια μαρμάρινη γούρνα που γέμιζε με νερό από το στόμα ενός χρυσού λιονταριού.

Ο βαστάζος κοίταξε γύρω του, θαυμάζοντας τα πάντα· αλλά ιδίως κοίταζε μια τρίτη κυρά που καθόταν στον θρόνο και ήταν ακόμα πιο όμορφη από τις άλλες. Κατάλαβε, από τον σεβασμό που της έδειξαν οι άλλες, ότι ήταν η μεγαλύτερη. Το όνομά της ήταν Ζωηδία, αυτής που άνοιξε την πόρτα ήταν Σεραφεία και της ψωνίστρας Αμινά. Η Ζωηδία πρόσταξε και πήραν το ζεμπίλι του βαστάζου που χάρηκε πολύ όταν ξελάφρωσε από το βάρος και τον πλήρωσαν ικανοποιητικότατα. Αλλά ο βαστάζος δεν έφευγε και η Ζωηδία τον ρώτησε αν ήταν δυσαρεστημένος από την πληρωμή. «Κυρά μου» απάντησε «ήδη μου δώσατε πολλά και φοβάμαι ότι το παρατραβώ που δεν φεύγω αμέσως. Αλλά συγχωρήστε με, τα έχασα που τόσο όμορφες γυναίκες ζουν μόνες τους. Μια συντροφιά μόνων γυναικών είναι τόσο βαρετή, όσο και μια συντροφιά μόνων ανδρών. Και αφού τους διηγήθηκε ιστορίες για να υποστηρίξει την θέση του, τις παρακάλεσε να τον αφήσουν να μείνει τέταρτος στο δείπνο τους.

Οι γυναίκες μάλλον διασκέδασαν με τις διαβεβαιώσεις του και μετά από λίγη συζήτηση συμφώνησαν να μείνει, μια και ανάμεναν ότι η συντροφιά του θα ήταν ευχάριστη. «Μα, άκου φίλε μου» είπε η Ζωηδία. Θα ικανοποιήσουμε την επιθυμία σου μόνο αν είσαι απόλυτα ευγενικός και αν διαφυλάξεις το μυστικό μας που έμαθες τυχαία. Μετά κάθισαν στο τραπέζι, που η Αμινά είχε καλύψει με τα πιάτα που ψώνισε.