Αφού συνήλθεν ο Πραγματευτής από τον φόβον του εκαβαλίκευσε το άλογον του και φεύγοντας από εκείνον τον τόπον ηκολούθησε την στράταν του· αλλ' εάν έπρεπε να χαρή διά τον κίνδυνον που απέφυγεν, ελυπείτο υπερβολικά διά τον όρκον που έκαμε. Και φθάνοντας εις το σπίτι του τον εδέχθησαν τα παιδιά του και η γυναίκα του μετά χαράς μεγάλης· αλλά βλέποντάς τον έτσι λυπημένον συνεπέραναν ότι θα του συνέβη κάτι εις το ταξείδι του· και όταν έμαθον παρά του ιδίου τα όσα του συνέβησαν με το Τελώνιον έπεσαν όλοι εις μεγάλην λύπην και θρήνον απαρηγόρητον, και μάλιστα διά τον όρκον, που ήτο αδύνατον να τον παραβή, όθεν και το συμβάν εφαίνετο αθεράπευτον.
Ο Πραγματευτής λοιπόν άρχισε να διατάξη τα υπάρχοντά του με την διαθήκην του, να τα μοιράση εις τους υιούς του, να αφήση επιτρόπους εις τα ανήλικα παιδιά, να διορίση τον μερίδιον της γυναικός του, και άλλα παρόμοια· έπειτα ελευθέρωσεν όλους τους σκλάβους και σκλάβες του, διεμοίρασεν ελεημοσύνας εις τους πτωχούς· και τέλος πάντων εφιλοδώρησε τους φίλους του και τους απεχαιρέτησεν. Ως τόσον έφθασε και ο διωρισμένος καιρός να πληρώση τον όρκον του· όθεν αποχαιρετώντας τους συγγενείς και οικιακούς του εν μέσω κλαυθμών και οδυρμών ανεχώρησε διά το θανατηφόρον ταξείδι. Όταν έφθασεν εις τον διωρισμένον τόπον, εκάθισε σιμά εις την βρύσιν με λύπην μεγάλην και αναστεναγμόν θανάτου, προσμένων το Τελώνιον.
Εις τούτο το αναμεταξύ, ιδού βλέπει και διαβαίνει απεκεί ένας σεβάσμιος γέρων, με μίαν έλαφον σύροντάς την· πλησιάζει εις αυτόν και τον ερωτά ο γέρων την αιτίαν πως ήλθεν εις ένα τέτοιον έρημον τόπον, όπου κατοικούν τα εναέρια και πονηρά Τελώνια. Ο Πραγματευτής του διηγήθη όλον το αξιοθρήνητον συμβάν. Τότε ο γέρων του λέγει· θέλω να προσμένω και εγώ εδώ διά να ιδώ το Τελώνιον και να γίνω μάρτυς εις τέτοιον συμβάν, και εκάθισε σιμά του συνομιλώντας παρόμοια. Και μετ' ολίγον ιδού έρχεται ένας άλλος γέρων με δυο σκυλλιά μαύρα συντροφεμένος, επλησίασεν αυτούς, τους εχαιρέτησε και τους ηρώτησε πώς ευρέθησαν εις ένα τέτοιον έρημον τόπον. Τότε ο γέρων που είχε την έλαφον, τον επληροφόρησε δι' όσα συνέβησαν μεταξύ του Πραγματευτού και του Τελωνίου. Απεκρίθη εκείνος· είμαι περίεργος να προσμείνω διά να ιδώ το αποβησόμενον· και εκάθισε σιμά εις τους άλλους. Και εν τω αναμεταξύ που συνωμιλούσαν οι τρεις, ιδού φθάνει ένας τρίτος γέρων, και αυτός πλησιάζοντας τους ηρώτησε διατί ο πραγματευτής ήτο έτσι λυπημένος και αδημονών. Και αυτοί τον επληροφόρησαν δι' όσα του συνέβησαν και ότι επρόσμεναν το Τελώνιον. Τότε και ο τρίτος γέρων με την γνώμην των άλλων έμεινε να ιδή το αποβησόμενον. Και μετ' ολίγην ώραν παρετήρησαν μακράν και είδον εις εκείνες τις πεδιάδες ωσάν ένα σκοτεινόν καπνόν, ήγουν ωσάν ένα σύγνεφον από κονιορτόν που το σηκώνει ο άνεμος και όταν επλησίασεν εις αυτούς με μεγάλην βοήν και ταραχήν, άνοιξε το σύγνεφον και βγήκε το Τελώνιον και τρέχοντας αρπάζει τον Πραγματευτήν από το χέρι με το σπαθί ξεγυμνωμένον και του λέγει· σηκώσου· θέλω να σε αποκεφαλίσω καθώς εσύ εσκότωσες τον υιόν μου. Ο δυστυχής Πραγματευτής ομού και οι τρεις γέροντες έμειναν τρέμοντες και κλαίοντες· έλαβεν όμως ολίγον θάρρος ο πρώτος γέρων και πίπτοντας εις τους πόδας του Τελωνίου και καταφιλώντάς τους έλεγεν· Ω ηγεμών και αρχηγέ των Τελωνίων, σε παρακαλώ να λάβης ολίγην υπομονήν, κάμνοντάς μου την χάριν να ακούσης την ιστορίαν μου και αυτής της ελάφου· και αν μεν την εύρης πλέον αξιάκουστον και θαυμαστήν από το συμβάν τούτου του πραγματευτού, ημπορώ να επιτύχω παρά σου ταύτην την χάριν, να συγχωρήσης ένα τρίτον από το έγκλημα του Πραγματευτού. Το Τελώνιον εστάθη ολίγον, ωσάν να εστοχάζετο τι έχει να αποφασίση· έπειτα λέγει· ας γίνη το ζήτημά σου ως είπες.
Αυτή η έλαφος που βλέπετε, λέγει ο γέρων, ήτον εξαδέλφη μου και την εστεφανώθηκα ως γυναίκα μου όντας 12 χρόνων και έζησα μαζί της τριάντα χρόνους χωρίς να αποκτήσωμεν κανένα τέκνον. Αλλ' εγώ έχοντας επιθυμίαν διά τέκνα αγόρασα μίαν σκλάβαν με την οποίαν απέκτησα υιόν, τον οποίον αγαπούσα ολοψύχως· και όταν ο υιός μου έφθασεν εις χρόνους δώδεκα της ηλικίας του, εγώ διά κάποιες μου αναγκαίας υποθέσεις μέλλοντας να αναχωρήσω εις ένα ταξείδι μακρινόν, άφησα τον υιόν μου και την μητέρα του εις την επίβλεψιν ταύτης της γυναικός μου, συσταίνοντάς τους εις την αγάπην της και εις την περιποίησίν της, έως που να επιστρέψω από το ταξείδι· αλλ' η γυναίκα μου που είχε λάβει φθόνον, μίσος και ζήλειαν εναντίον του υιού μου και της μητρός του, μετά την αναχώρησίν μου αυτή εύρε τον τρόπον να εκπληρώσει την επιθυμίαν της. Επεδόθη εις την μαγικήν τέχνην και εις ολίγον καιρόν την έμαθεν, εις τόσον που με αυτήν την μαγείαν μετεμόρφωσε, τον μεν υιόν μου εις μοσχάρι, την δε μητέρα του εις αγελάδαν· έπειτα κράζει τον ζευγίτην και του λέγει· ιδού σου παραδίδω ταύτην την αγελάδαν με το μοσχάρι της, διά να τα φυλάξης έξω εις το χωρίον διά χρείαν του σπιτιού, κατά την παραγγελίαν του αυθέντου μου.
Όταν εγύρισα από το ταξείδι μου, ερεύνησα και ερώτησα τον υιόν μου, και διά την μητέρα του την σκλάβαν μου πού είναι. Μου απεκρίθη η γυναίκα μου, ότι η μεν σκλάβα απέθανεν, ο δε υιός σου έχει δύο ή τρείς σχεδόν μήνες, που εχάθη από το σπίτι χωρίς να ηξεύρη ούτε αυτή τι έγιναν. Εγώ εις τέτοιαν είδησιν έλαβα μεγάλην λύπην διά τον θάνατον της σκλάβας· διά δε τον υιόν μου έλαβον κάποιαν ελπίδα παρηγορίας, μήπως και τον ξαναϊδώ· αλλά μετά έξ μήνας έφθασε και το Μπαϊράμι, χωρίς να λάβω καμμίαν είδησιν διά τον υιόν μου. Τότε παρήγγειλα του ζευγίτου μου να μου φέρη την πλέον παχυτέραν αγελάδαν διά να την θυσιάσω εις το Κορμπάνι. Ο ζευγίτης εξεπλήρωσε την προσταγήν μου και μου έφερε την αγελάδαν, η οποία ήτον η σκλάβα μου εις εκείνην την μορφήν· βλέπω την αγελάδαν να κλαίη και να κάνη κάποια κινήματα, που με παρεκίνησαν εις ευσπλαγχνίαν διά να μη την θυσιάσω αλλ' η γυναίκα μου που ήτον παρούσα μετεχειρίσθη κάθε τρόπον και πανουργίαν, εις τόσον που με κατέπεισε να προστάξω τέλος πάντων τον ζευγίτην να την θυσιάση· το οποίον και έκαμεν ο ζευγίτης· αλλ' αφού την έσφαξεν έμεινε το πετσί μόνον και τα κόκκαλα, αν και εφαίνετο πολύ παχειά. Όταν λοιπόν την είδα έτσι αχαμνήν, επρόσταξα τον ζευγίτην να μου φέρη ένα καλόν και παχύ μοσχάρι να θυσιάσω· και αυτός μου έφερε τον υιόν μου εις το σχήμα του μοσχαρίου. Τούτο, ότε με είδεν, ευθύς ώρμησε και έπεσεν εις τους πόδας μου μουγκρίζοντας και κλαίοντας, ωσάν να ήθελε να μου φανερώση πως είναι υιός μου, και να μη τον θανατώσω· εγώ από μίαν εσωτερικήν κίνησιν του αίματος έλαβον τόσην συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν, που απεφάσισα να μη το θυσιάσω· τόσον η φύσις μου εκίνησε την καρδίαν εις έλεος, που επρόσταξα τον ζευγίτην να το γυρίση οπίσω εις το ζευγάρι και να μου φέρη ένα άλλο. Η γυναίκα μου μετεχειρίσθη τόσους τρόπους διά να με καταπείση να το θυσιάσω τότε, όμως εγώ πάντοτε σταθερός εις την γνώμην μου της υπεσχέθην διά το ερχόμενον Μπαϊράμι, διά να παύση.
Την ερχομένην ημέραν από την αυγήν ήλθεν ο ζευγίτης μου και με εζητούσε διά να μου ομιλήση και να μου φανερώση ένα μυστικόν, και λέγει μου· αυθέντη, εγώ έχω μίαν θυγατέρα, που καταλαμβάνει την μαγείαν, και εχθές όταν είδεν ότι που εγύρισα οπίσω το μοσχάρι καθώς με επρόσταξες, πρώτον εγέλασε και ύστερα έκλαυσε· και την ερώτησα την αιτίαν και μου είπεν, ότι τούτο το μοσχάρι είναι ο υιός του αυθέντου μας, που η γυναίκα του η κυρά μας το μετέβαλεν εις μοσχάρι, και την μητέρα του εις αγελάδαν και εγέλασα χαρούμενη, επειδή το είδα ζωντανόν· έπειτα έκλαυσα διά την μητέρα του, που εθυσιάσθη.
Εγώ ακούοντας τέτοια λόγια από τον ζευγίτην έτρεξα ευθύς να ιδώ τον υιόν μου· τον αγκαλιάζω, τον φιλώ, όμως αυτός δεν ηδύνατο να μου αποκριθή· κράζω ευθύς την θυγατέρα του ζευγίτου, την παρακαλώ και της τάζω όλα μου τα υπάρχοντα, αν ημπορή να μεταμορφώση τον υιόν μου εις την πρώτην του μορφήν. Και αυτή μου απεκρίθη, ότι ημπορεί και είναι έτοιμη να το κάμη, όμως με δύο υποσχέσεις τοιαύτας, ήγουν να της δώσω τον αυτόν μου υιόν διά άνδρα, και να της δώσω ελευθερίαν διά να τιμωρήση εκείνην που τον εμεταμόρφωσεν εις τέτοιον σχήμα· και εγώ της υποσχέθηκα και τα δύο ζητήματα.
Τότε αυτή έλαβεν ένα αγγείον γεμάτο νερόν, επάνω εις το οποίον
είπε κάποια λόγια μυστικά, έπειτα γυρίζοντας προς το μοσχάρι του
είπεν· ω μοσχάρι αν ίσως και είσαι φυσικά αληθινόν τέτοιον, καθώς
τώρα φαίνεσαι, να απομείνης πάντοτε τέτοιον, ειδέ μη και είσαι
άνθρωπος μεταμορφωμένος εις μοσχάρι από τέχνην μαγικήν, σε προστάζω
με τούτο το νερόν να λάβης την φυσικήν σου μορφήν και το είδος σου·
και λέγοντας αυτά τα λόγια του έχυσεν επάνω το νερόν· ω του
θαύματος! ευθύς μετεμορφώθη εις την πρώτην του ανθρωπίνην μορφήν.
Βλέποντας εγώ τον αγαπητόν μου υιόν τον αγκάλιασα, τον εφίλησα και
από την χαράν μου έγινα άλλος εξ άλλου· έπειτα ευθύς μετεμόρφωσε την
γυναίκα μου εις ταύτην την έλαφον, που βλέπετε· και τούτο της το
εζήτησα εγώ διά να μην είναι τόσον άσχημα. Μετά ταύτα υπάνδρευσα τον
υιόν μου με την κόρην του ζευγίτου κατά την υπόσχεση μου και μετ'
ολίγον καιρόν που συνέβη του υιού μου και εχήρευσεν, αυτός απήλθεν
εις ταξείδι, και έως τώρα επέρασαν τόσοι χρόνοι και καμμίαν είδησιν
μη λαμβάνοντας δι' αυτόν απεφάσισα να διαβώ εις διαφόρους τόπους εις
αναζήτησίν του· και μην εμπιστευόμενος εις άλλον ταύτην την γυναίκα
μου την έλαφον την φέρω μαζί μου όπου πηγαίνω. Αυτή λοιπόν είνε η
ιστορία μου και ταύτης της ελάφου· πώς σας φαίνεται; δεν είνε μία
ιστορία θαυμαστή και παράδοξος; Λέγει το Τελώνιον έχεις όλον το
δίκαιον· ιδού λοιπόν διά χάριν σου χαρίζω ένα τρίτον από το έγκλημα
του πραγματευτού.
Η κόρη του ζευγίτου επαναφέρει το μοσχάρι εις την πρώτη του ανθρωπίνην μορφήν
Ευθύς ο δεύτερος γέρων που είχε τα δύο σκυλλιά εγύρισε προς
το
Τελώνιον και του λέγει· θέλω να σου διηγηθώ εκείνο που συνέβη μεταξύ
εμού και τούτων των δύο σκύλλων, και είμαι βέβαιος ότι θέλει φανή
πλέον θαυμασιωτέρα από εκείνην που ήκουσες, αλλ' όταν σου αρέση μου
χαρίζεις το δεύτερον τρίτον της συμπαθείας του πραγματευτού; Λέγει
το Τελώνιον θέλω σου κάμει ό,τι ζητείς. Και άρχισεν ο δεύτερος γέρων
κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Αλλ' η Χαλιμά όταν είδε ότι επλησίαζε η ώρα, που ο βασιλεύς έμελλε να υπάγη εις το προσκύνημά του και έπειτα εις το συμβούλιον, άφησε την διήγησιν, η οποία τόσον εκίνησε την περιέργειαν του βασιλέως, ώστε επιθυμόντας να ακούση το τέλος ανέβαλε τον καιρόν έως εις την ερχομένην αύριον ημέραν. Βλέποντας ο βεζύρης τον βασιλέα, που δεν τον προστάζει κατά νόμον να θανατώση την Χαλιμάν, ευρίσκετο εις μίαν υπερβολικήν χαράν, ομοίως και η φαμελιά του, όλοι του παλατιού, και όλος ο λαός κοινώς έχαιρον και εθαύμαζον την μεταβολήν μη ηξεύροντες την αιτίαν.
Όταν ενύκτωσε, επήγεν ο Βασιλεύς εις την κλίνην του μαζί με την
βασίλισσαν Χαλιμάν διά να αναπαυθούν. Αλλ' η Μεδινά επιμελητική,
κατά την παραγγελίαν της αδελφής της, προς την αυγήν την εξυπνά διά
να της διηγηθή την ιστορίαν του δευτέρου γέροντος· όθεν η Χαλιμά με
το θέλημα του βασιλέως άρχισε την διήγησιν ως εξής :
Ω αρχηγέ και ηγεμών των εναερίων πνευμάτων, λέγει ο γέρων προς το Τελώνιον· ήξευρε, ότι εγώ και αυτά τα δύο σκυλλιά είμεθα τρία αδέλφια, και πώς άκουσον· Μετά τον θάνατον του πατρός μας κατά την διαθήκην του εμοιράσαμεν την πατρικήν μας περιουσίαν, και έτυχαν του καθενός από χίλια φλωριά· εγώ έχων εργαστήριον εις την πατρίδα μου και μεταχειριζόμενος την συνηθισμένην πραγματείαν του πατρός μου εις ολίγον καιρόν εξαπλασίασα το μερίδιόν μου· οι άλλοι δύο αδελφοί μου, ψωνίσαντες πραγματείας δι άλλους τόπους, ηθέλησαν να ταξειδεύσουν, με ελπίδα να κερδίσουν περισσότερα, αλλ' η εναντία των τύχη τούς κατήντησεν εις άκραν δυστυχίαν και μετά τρεις χρόνους εγύρισαν εις την πατρίδα πάμπτωχοι και ζητούντες ελεημοσύνην διά τον επιούσιον άρτον.
Αλλ' όταν τους είδα εις τέτοιαν δυστυχίαν και τους εγνώρισα ότι ήσαν οι αδελφοί μου τους έβαλα εις το σπίτι μου, τους ένδυσα με φορέματα όμοια με τα ιδικά μου και τέλος πάντων διά να τους παρηγορήσω εμέτρησα χίλια φλωριά του καθενός δωρεάν, νουθετώντας τους διά να τα πραγματευθούν με φρονιμάδα εις την πατρίδα. Αυτοί, αφού έλαβον τα χίλια φλωριά ο καθείς, επραγματεύθησαν κατά μέρος των και μετά δύο χρόνους έρχονται και οι δύο και με παρακινούν να ψωνίσωμεν πραγματείας και να κάμωμεν ένα ταξείδι· εγώ εναντιώθηκα εις την γνώμην των, μάλιστα λέγοντάς τους· δεν ενθυμείσθε εις ποίαν κατάστασιν δυστυχίας σάς έφερε το ταξείδι σας και τώρα παρακινείτε και εμένα διά να πάθω τα ίδια, όχι, μη γένοιτο, δεν θέλω ταξείδια. Αυτοί με όρκους και πολλά ταξίματα κέρδους τέλος με κατέπεισαν και έκλινα εις την γνώμην των.
Τότε εξεκαθάρισα τους λογαριασμούς μου και ηύρα την περιουσίαν μου έξ χιλιάδας φλωριά μετρητά· έπειτα ερωτώ και αυτούς πόσον είνε το κέρδος των, και μου απεκρίθησαν ότι τα εζημιώθησαν όλα, μόνον να λάβω ευσπλαχνίαν να τους κυβερνήσω. Εγώ πάλιν κινηθείς από αδελφικήν αγάπην τους είπα· ιδού αφού έχω έξ χιλιάδες φλωριά να πάρη ο καθένας, από χίλια και να ψωνίσωμεν διά το ταξείδι μας και τας άλλας τρεις χιλιάδας ας τας κρύψωμεν εδώ εις το σπίτι διότι, αν εις το ταξείδι μας ήθελε μας συμβή η δυστυχία, γυρίζοντας καν να έχωμεν ταύτα διά να ζήσωμεν εις το εξής· και ούτω κρύψαντες αυτά εις ένα μέρος του σπιτιού και ψωνίσαντες καθένας διά το μερίδιόν του ανεχωρήσαμεν με ένα πλεούμενον διά το διωρισμένο μας ταξείδι· και μετά τρεις μήνας εφθάσαμεν εις την διωρισμένην πολιτείαν και πουλήσαντες τας πραγματείας μας εγώ εκέρδισα δεκαπλάσια από την ποσότητα που είχα, οι δε αδελφοί μου ολίγον τι κέρδος έλαβον.
Έπειτα εψωνίσαμεν πραγματείας από εκείνην την πολιτείαν διά την πατρίδα μας, και ετοιμάσθημεν διά να αναχωρήσωμεν. Και όντας εγώ μίαν ημέραν εις το περιγιάλι βλέπω και έρχεται προς με μία ωραία ευγενική γυναίκα, όμως ενδυμένη πενιχρά, και με παρεκάλει να την στεφανωθώ ως γυναίκα μου νόμιμον τάζοντάς μου ότι θέλω ευχαριστηθή κατά πολύ από την συντροφιάν της. Εγώ ακούοντας την ευγλωττίαν της και βλέποντας την ευμορφιά της έκλινα εις το ζήτημά της και την εστεφανώθηκα, και ευθύς ανεχωρήσαμεν με το ίδιον πλοίον. Αλλ' οι αδελφοί μου βλέποντας την ευτυχίαν μου τόσον εις το κέρδος, όσον και εις το συνοικέσιον, με εφθόνησαν και εζητούσαν τρόπον να με θανατώσουν. Όθεν μίαν νύκτα όπου εκοιμώμουν με την νέαν μου σύζυγον εις το κρεββάτι, μας έρριψαν και τους δύο εις την θάλασσαν διά να πνιγούμεν· αλλ' η γυναίκα μου που ήτο μία Εξωτική, ευθύς με έπιασεν από το χέρι και με έβγαλε αβλαβή εις ένα πλησίον νησί· κατ' άλλον τρόπον εγώ βέβαια ήθελα πνιγή. Τότε η γυναίκα μου λέγει· ήξευρε ότι εγώ είμαι μία εξωτική· ιδού που σου εφύλαξα την ζωήν, διά την αγάπην και περιποίησιν που έδειξες εις εμένα, και ήξευρε ότι έχω θυμόν και οργήν ακατάπαυστον εναντίον των αδελφών σου, και θέλω κάμει παντοίους τρόπους διά να τους καταβυθίσω εις την άβυσσον της θαλάσσης μαζί με το πλοίον τους. Εγώ την παρεκάλεσα να τους τιμωρήση με άλλον τρόπον, όμως να μη τους θανατώση.
Αναμεταξύ εις ταύτα τα λόγια, με έπιασεν από το χέρι και εις μίαν στιγμήν καιρού ευρέθημεν επάνω εις το δώμα του σπιτιού· και τότε με αγκάλιασε, με εφίλησε και ευχαριστώντας με διά την αγάπην οπού προς αυτήν έλαβα μου εφανέρωσε τον τόπον, οπού εις το εξής ημπορώ να έχω είδησιν περί αυτής, και ούτως ευθύς έγιναν άφαντος. Εγώ έπειτα κατέβην εις το σπίτι, έλαβα τας τρεις χιλιάδας φλωριά, που είχα κρύψει διά καιρόν ανάγκης, και άνοιξα το εργαστήριόν μου κατά την πρώτην μου συνήθειαν. Τότε έτρεξαν όλοι να με χαιρετήσουν και να με συγχαρούν διά την επιστροφήν από το ταξείδιον. Ωστόσον ημέραν παρ' ημέραν άρχισα να βάνω εις καλήν τάξιν το σπίτι μου, το εργαστήριον και τας υποθέσεις μου, ότε μετά δέκα ημέρας βλέπω και μου παρασταίνονται εις το σπίτι μίαν ημέραν δύο σκυλλιά μαύρα και κινούντα την ουράν με την κεφαλήν σκυπτήν μου έδειχναν αγάπην και ταπεινότητα, και από το σχήμα των και τα κινήματά των έδειχναν ότι ζητούν συμπάθειαν. Εγώ μήτε τα σκυλλιά εγνώριζα μήτε το αίτιον εκαταλάμβανα και ευρισκόμουν εις απορίαν.
Τότε αιφνιδίως παρουσιάσθη η γυναίκα μου η Εξωτική και μου εφανέρωσε την αιτίαν, ότι μία αδελφή της Εξωτική, οπού αυτή επρόσταξεν, έτρεξεν εις την θάλασσαν και φθάνοντας το μεν πλοίον κατεβύθισε με όλας τας πραγματείας, τους δε αδελφούς μου μετεμόρφωσεν εις την μορφήν που βλέπεις, διά τιμωρίαν των έως δέκα χρόνους· και αγκαλά να εχάθη και η ιδική σου πραγματεία, μου είπε, μαζί με το καράβι, εγώ όμως από το άλλο μέρος θέλω σου τα αναπληρώσει πολλαπλασίως. Και λέγοντας αυτά τα λόγια έγινεν άφαντη. Όθεν κατά το παρόν συνεπληρώθησαν οι δέκα χρόνοι, και εγώ πηγαίνω εις αναζήτησιν της γυναικός μου της Εξωτικής· και περνώντας από εδώ συναπάντησα τούτος τον πραγματευτήν με τον σεβάσμιον αυτόν γέροντα, που φέρει την έλαφον, και έμεινα εις συντροφιάν των. Αυτή λοιπόν είνε η ιστορία μου και των δύο σκύλλων που βλέπεις, ω αρχηγέ των εναερίων Τελωνίων· δεν σου φαίνεται θαυμαστή και αξιοδιήγητος; Λέγει το Τελώνιον· εύγε, ω γέρον· ας είνε χαρισμένον και το δεύτερον τρίτον από το σφάλμα του πραγματευτού.
Ευθύς άρχισε και ο τρίτος γέρων να προβάλλη το ίδιον ζήτημα εις το Τελώνιον ότι αν τυχόν δηλαδή η ιστορία που θέλει του διηγηθή φανή θαυμασιωτέρα και πλέον λαμπρά από τας άλλας των δύο γερόντων, να του χαρίση το τελευταίον τρίτον του εγκλήματος του πραγματευτού· και το Τελώνιον απεκρίθη, ότι θέλει γίνει το ζήτημά του, αν η ιστορία είνε καθώς του υπεσχέθη.
Τότε ο τρίτος γέρων του διηγήθη μίαν ιστορίαν (την οποίαν εγώ, ω βασιλεύ, λέγει η Χαλιμά, δεν δύναμαι να σου την διηγηθώ, διότι δεν έφθασεν εις την ακοήν μου) τόσον θαυμασιωτέραν από τας άλλας δύο, διά τα διάφορα συμβάντα που την επερίπλεκαν και τόσον αξιάκουστος διά τα παράδοξα και τεράστια έργα των προσώπων, που εσύνθετον την ιστορίαν, ώστε το Τελώνιον ευθύς που ήκουσε το τέλος εφώναξεν. Ενίκησες, ενίκησες, ω γέρον, έχε διά την χάριν σου το τρίτον μέρος, χάρισμα της ζωής του πραγματευτού· πρέπει λοιπόν ο πραγματευτής να σας ευχαριστήση οπού με το μέσον των ιστοριών σας του ελευθερώσατε την ζωήν από τον κίνδυνον, και λέγοντας αυτά τα λόγια το Τελώνιο έγινεν άφαντον. Τότε ο πραγματευτής από την χαράν του έπεσε εις τους πόδας των αυτών γερόντων, καταφιλώντάς τους και ομολογώντας τους απείρους χάριτας· και αποχαιρετηθέντες αναμεταξύ των, ανεχώρησεν έκαστος προς την οδοιπορίαν. Ο βασιλεύς έμεινε πολύ ευχαριστημένος διά την περιέργειαν των τοιούτων συμβάντων και παρεκίνησε την Χαλιμάν να του διηγηθή και άλλας παροιμίας, αν ηξεύρη.
Αλλ' ω κράτιστε βασιλεύ, λέγει η Χαλιμά, όσον θαυμάσιες και περίεργες ήσαν οι ιστορίες που σου διηγήθην έως τώρα, η ιστορία όμως του ψαρά υπερέχει κατά πολύ ταύτας. Τότε άρχισεν η Χαλιμά με το θέλημα του βασιλέως κατά την ακόλουθον τάξιν.
Ένας ψαράς βγαίνοντας ένα πρωί με το πλοιάριόν του να ψαρεύση κατά
την συνήθειάν του, και φθάνοντας εις ένα κόλπον της θαλάσσης έρριψε
τα δίκτυά του, με ελπίδα διά να εύρη πράγμα· αλλά ματαίως εκοπίασεν
ο δυστυχής επειδή τρεις φοράς οπού τα έρριψε δεν έβγαλε άλλο παρά
ένα σκέλεθρον ζώου, κόκκαλα από πίννες και αχιβάδια ξηρά και άδεια,
και ευρίσκετο εις μεγάλην λύπην ο δυστυχής μη έχοντας άλλον τρόπον
να βγάλη την ζωοτροφίαν του σπιτιού του· μάλιστα είχε κάμει όρκον να
μη ρίχνη τα δίκτυά του πλέον παρά τέσσερες φορές την ημέραν· όθεν
δεν του έμενεν άλλη ελπίδα παρά να τα ρίψη και τετάρτην φοράν. Αλλά
όντας καλός Μουσουλμάνος και φοβούμενος τον Θεόν έκαμε πρώτον το
προσκύνημά του· έπειτα έρριξε τα δίκτυα και σέρνοντάς τα, αγροικούσε
μεγάλον βάρος, νομίζοντας ότι έκαμε καλήν επιτυχίαν· όταν τα έβγαλεν
έξω τέλος πάντων, ευρίσκει ένα αγγείον βουλλωμένον· όθεν τρόπον τινά
παρηγορήθη, ελπίζοντας ότι θα εύρη μέσα κανένα πολύτιμον πράγμα·
τότε στοχαζόμενος καταλεπτώς την βούλλαν εις το στόμα του αγγείου
βλέπει εις μολύβιν τυπωμένην την Πενταλφάν του Σολομώντος· και με το
μαχαίρι του βγάζοντας την μολυβένιαν βούλλαν διά να ιδή τι έχει μέσα
βλέπει ευθύς και βγαίνει ένας καπνός με μεγάλην ταραχήν και
δυσωδίαν, εις τόσον που εβιάσθη να απομακρυνθή ολίγον.
Αυτός ο καπνός εξηπλώθη εις τον αέρα, επάνω εις το περιγιάλι· και όταν εβγήκεν όλος από το αγγείον, πρώτον εσχημάτισεν ένα σύγνεφον πυκνόν και μαύρον, και ύστερα ολίγον κατ' ολίγον μετεμορφώθη το σύγνεφον εις ένα φοβερόν και τερατώδες εναέριον Τελώνιον. Ο δυστυχής ψαράς βλέποντας ένα τέτοιον φοβερόν θέαμα ηθέλησε να φύγη, αλλ' από τον φόβον του έμεινεν ακίνητος και εκστατικός. Τότε το Τελώνιον εφώναξε· Σολομών, Σολομών, μέγιστε Προφήτα, έλεος ζητώ και ευσπλαγχνίαν· δεν εναντιώνομαι πλέον εις την θέλησίν σου, υπακούω εις τας προσταγάς σου. Ο ψαράς που ακούει αυτά τα λόγια έλαβεν ολίγον θάρρος και λέγει· πνεύμα άλαλον και πονηρόν, τι φωνάζεις τον Σολομώντα που αφ' ότου απέθανεν έως την σήμερον είνε περασμένοι σχεδόν χίλιοι οκτακόσιοι χρόνοι; Σε εξορκίζω εις το όνομα του μεγάλου Προφήτου, να μου δηγηθής διά ποίαν αιτίαν ήσουν κλεισμένον μέσα εις τούτο το αγγείον.
Το Τελώνιον θυμωμένον λέγει· πώς ομιλείς με τόσην αυθάδειαν, ονομάζοντάς με πονηρόν και άλαλον; ετοιμάσου διότι θέλω να σε θανατώσω. Απεκρίθη ο δυστυχής ψαράς· και τι σε έβλαψα διά να με θανατώσης, δεν ενθυμείσαι καν την καλωσύνην, οπού σε ελευθέρωσα από το αγγείον; Αυτή είνε η ανταμοιβή της ευεργεσίας που εγώ έπραξα προς σε; Λέγει το Τελώνιον· δεν ενθυμούμαι ούτε ευεργεσίαν ούτε ανταμοιβήν, ταύτην την χάριν μόνον σου δίδω, να μου ζητήσης με όποιον τρόπον θέλεις να σε θανατώσω. Λέγει του ο ψαράς· μα διά ποίαν αφορμήν; τι σου έπταισα; Απεκρίθη το Τελώνιον· άκουγε την αιτίαν διά να βεβαιωθής από την ιστορίαν μου, ότι πρέπει να σε θανατώσω.
Εγώ είμαι ένα από εκείνα τα δύο εναέρια Τελώνια που δε ηθέλησαν να υπακούσουν εις τας προσταγάς του Σολομώντος· και αυτός διά να μας εκδικηθή έστειλεν έναν από τους μεγιστάνας του, τον Ασσάφ υιόν Βαραχίου, ο οποίος με έλαβεν εις την εξουσίαν του και με παρουσίασεν έμπροσθεν εις τον θρόνον του Σολομώντος. Ο Σολομών με επρόσταξε να τον υπακούω εις το εξής και να πείθωμαι εις τας προσταγάς του. Εγώ του τ' αρνήθηκα· και αυτός διά να με παιδεύση με έκλεισεν εις τούτο το χάλκινον αγγείον σφραγίζοντάς το με την βούλλαν του και επρόσταξε να ρίξουν το αγγείον εις την θάλασσαν διά παντοτεινά· και όντας εγώ μέσα εις ταύτην μου την φυλακήν ώμοσα μεθ' όρκου, ότι όποιος ήθελε με ελευθερώσει, προτού να τελειώση ο πρώτος αιώνας της φυλακής μου, να τον πλουτίσω επί ζωής του και μετά θάνατον· και πέρασεν ο πρώτος αιώνας χωρίς να ενεργήση κανείς προς με αυτήν την ευεργεσίαν· εις το αναμεταξύ του δευτέρου αιώνος ώμοσα, ότι οποίος με ελευθερώση να του ανοίξω τους θησαυρούς της γης, αλλ' επέρασε και ο δεύτερος χωρίς να ιδώ φως ελευθερίας. Εις τον τρίτον αιώνα έταξα μεθ' όρκου να κάμω μέγαν και ισχυρόν μονάρχην τον ελευθερωτήν μου και να του χαρίσω καθ' ημέραν τρία ζητήματα της ορέξεώς του εφ' όρου ζωής του και να στέκω πάντοτε εις συντροφιάν του πρόθυμος να εκπληρώνω κάθε θέλησίν του· όμως παρήλθε και ο τρίτος αιώνας παρομοίως με τους άλλους ανωφελώς και εγώ έμενα εις την αυτήν φυλακήν.
Τέλος πάντων ευρισκόμενος εις αδημονίαν, και θυμωθείς ώμοσα ότι εις το εξής, εάν τις με ήθελεν ελευθερώσει, να τον θανατώσω αλύπητα, χωρίς να του δώσω άλλην άδειαν ειμή ελευθερίαν να εκλέξη αυτός ό,τι λογής θάνατον του αρέση. Όθεν επειδή και συ ήλθες σήμερον εδώ και με ελευθέρωσες, έκλεξε όποιον θάνατον σου φανή εύλογος, διά να σε θανατώσω. Ο πανάθλιος ψαράς ακούοντας τέτοιαν απάνθρωπον αχαριστίαν, με όλες τις παρακλήσεις που του έκαμε, με την ξαναθύμησιν της ευεργεσίας, και με άλλας πολλάς υποσχέσεις, μη δυνάμενος να καταπείση το Τελώνιον διά να αλλάξη μίαν τέτοιαν άλογον και παράνομον απόφασιν έπεσεν εις μεγάλην λύπην βλέποντας τον κίνδυνον της ζωής του· εστοχάσθη όμως μίαν πανουργίαν διά να τον αποφύγη διότι η ανάγκη εφευρίσκει τέχνας· λέγει προς το Τελώνιον· προτού να εκλέξω το είδος του θανάτου μου, σε εξορκίζω εις το όνομα του μεγάλου προφήτου Μαχάονος, που ήτον εσφραγισμένον εις την βούλλαν του Σολομώντος να μου ειπής την αλήθειαν, αν ήσουν συ μέσα εις αυτό το αγγείον· και αν μεν ούτως έχη κάμε όρκον εις το όνομα του μεγάλου αυτού Προφήτου, και τότε θέλω πιστεύσει. Το Τελώνιον ακούοντας τούτο το όνομα άρχισε να τρέμη, και λέγει· ομνύω εις το όνομα του μεγάλου Προφήτου, ότι ήμουν μέσα εις τούτο το αγγείον, και τούτο είναι αληθέστατον διά τον όρκον μου.
Απεκρίθη ο ψαράς· το πράγμα μου φαίνεται απίστευτον, πώς ήτον δυνατόν ένα τόσον μικρόν αγγείον που δεν χωρεί ούτε το ποδάρι σου, να χωρέση όλον σου το σώμα; Τότε το Τελώνιον, διά να τον βεβαιώση, διαλύεται εις ένα σύγνεφον, και ύστερα εις καπνόν, και έπειτα ολίγον κατ' ολίγον όλος εκείνος ο καπνός εμβήκεν μέσα εις το αγγείον χωρίς απομείνη τελείως έξω· και ευθύς βγήκε μία φωνή λέγουσα. Ιδού λοιπόν που είμαι μέσα εις το αγγείον με πιστεύεις τώρα, ολιγόπιστε;
Ο ψαράς, αντί να αποκριθή εις την φωνήν, έλαβε γρήγορα το μολυβένιον σκέπασμα με την σφραγίδα του Σολομώντος, και εστούππωσε το αγγείον· έπειτα λέγει. Ω πονηρόν Τελώνιον, ζήτησε τώρα συ όποιον θάνατον θέλεις να σου δώσω· θέλεις να σε ρίψω εις το βάθος της θαλάσσης, όπου ήσουν και πρωτήτερα, και να παραγγείλω όλους τους ψαράδες να προσέχουν να μη ψαρεύουν εις τούτο μέρος, διά να μη ελευθερώσουν ένα τέτοιον αχάριστον και αδιάκριτον, Τελώνιον, που θέλει να ανταμείβη την ευεργεσίαν με αχαριστίαν δίδοντας κακόν αντί καλού;
O ψαράς 'ελαβε αμέσως το μολυβένιο σκέπασμα και εστούππωσε το αγγείον
Τότε το Τελώνιον θυμωθέν από τοιαύτα λόγια ετάραξε το αγγείον και επάσχισε με κάθε τρόπον να έβγη, αλλά το σημείον της σφραγίδος του Σολομώντος το εμπόδιζε· και άρχισε να προσποιήται και να κολακεύει με λόγια τον ψαράν, λέγοντάς του· φυλάξου να μη κάμης αυτά που είπες διότι εγώ δεν είχα γνώμην να σε θανατώσω. Απεκρίθη ο ψαράς· ω Τελώνιον πονηρόν, γνώριζε ότι οι πανουργίες σου δεν χρησιμεύουν πλέον, δεν εμπιστεύομαι πλέον εις τα λόγια σου· εις το βάθος της θαλάσσης σου τυχαίνει να υπάγης και να μείνης εκεί έως το τέλος του κόσμου.
Το Τελώνιον πάλιν τον παρακαλεί· άνοιξέ μου, ελευθέρωσέ με, και θέλεις μείνει ευχαριστημένος από εμένα. Ο ψαράς επαναλαμβάνει· όχι, όχι δεν σε εμπιστεύομαι· διότι όταν ελευθερωθής, εσύ θέλεις με μεταχειρισθή καθώς ένας βασιλεύς των Ελλήνων εφέρθη προς τον ιατρόν του τον Δαβάν και άκουσε την ιστορίαν του.
Εις μίαν επαρχίαν της Περσίας λεγομένην Ζουμάν εξουσίαζεν ένας
βασιλεύς, του οποίου οι υπήκοοι κατήγοντο από το γένος των Ελλήνων.
Ούτος ο βασιλεύς ήτον όλος γεμάτος λέπραν· οι ιατροί του παλατίου
του μετεχειρίσθησαν όλην τους την ιατρικήν τέχνην, εδοκίμασαν όλας
τας δυνάμεις των χόρτων διά να θεραπεύσουν τούτο το πάθος, αλλά
ματαίως εκοπίασαν, έως που έφθασεν εκεί από τα μέρη της Ελλάδος ένας
εμπειρότατος ιατρός, ονομαζόμενος Δαβάν, ο οποίος πληροφορηθείς διά
το ανίατον πάθος του βασιλέως προσεπάθησε με επιτήδειον τρόπον διά
να παρουσιασθή εις τον βασιλέα, και παρουσιασθείς λέγει προς αυτόν·
ισχυρότατε βασιλεύ, έμαθον ότι οι ιατροί απεφάσισαν έως τώρα ότι το
πάθος σου είναι ανίατον. Όθεν, εάν η βασιλεία σου ορίση να δεχθή την
θεραπείαν παρά του δούλου της, εγώ υπόσχομαι να σε ελευθερώσω από
τοιούτον πάθος χωρίς ιατρικά και χωρίς αλειφές.
Λέει ο βασιλεύς· εάν συ έχης τέτοιαν εμπειρότητα διά να θεραπεύσης το πάθος μου, εγώ σου υπόσχομαι να πλουτίσω και εσένα και τους απογόνους σου, και θέλω σε έχει εις τον πρώτον βαθμόν των μεγιστάνων μου, αν, ως λέγεις, χωρίς φάρμακον και αλειφήν θέλης με ιατρεύσει. Απεκρίθη ο ιατρός· γαληνότατε βασιλεύ, αύριον χωρίς αναβολήν καιρού θέλω βάλει εις πράξιν την υπόσχεση μου. Και λαμβάνοντας την άδειαν ο ιατρός ανεχώρησεν εις την κατοικίαν του και εκεί κατεσκεύασεν ένα δακτυλίδι πολυσύνθετον από διάφορα μέταλλα αναλυμένα και καπνισμένα με διάφορα ιατρικά χόρτα, το οποίον μέταλλον είχε την ιδιότητα να ιατρεύη την λέπραν κατεσκευασμένον εις δακτυλίδι διά να το φορή ο λεπρώδης· ομοίως κατεσκεύασε και ένα ραβδί εις σχήμα σκήπτρου από το δένδρον του λιβάνου, του οποίου το χερούλι το περιετύλιξε με μίαν πλάκαν από το άνωθεν μέταλλον. Και την ερχομένην αυγήν παρουσιάσθη εις τον βασιλέα, λέγοντάς του· ιδού κατά την υπόσχεση μου ετοίμασα τα ιατρικά, πρέπει όμως η βασιλεία σου να διορίσει ευθύς ένα ιπποδρόμιον σήμερον μαζί με τους άρχοντας και μεγιστάνας του παλατίου σου· και λάβε τούτο το δαχτυλίδι και φόρεσέ το εις το μεσαίον δάχτυλον της χειρός σου, και τούτο το σκήπτρον όταν ευρίσκεσαι εις το ιπποδρόμιον να το κρατής πάντοτε από το χερούλι που έχει το μέταλλον, και γυμναζόμενος εις το ιπποδρόμιον έως που να ιδρώσωσι τα χέρια σου και όλον το σώμα σου, και τότε το μέταλλον αυτό ζεσταινόμενον μεταδίδει την ενέργειάν του διά μέσον του ιδρώτος και των χυμών εις όλον το σώμα· έπειτα ευθύς έτσι ιδρωμένος να τρέξης εις το λουτρόν, και να λουσθής καλά, αλλάζοντας άλλα φορέματα, και ευθύς με το λούσιμον θέλει καθαρισθή το σώμα σου από την λέπραν, και θέλει ασπρίσει και τρυφερώσι ωσάν των τρυφερών παιδίων.
Τότε ο βασιλεύς επρόσταξε να γίνουν όλες οι ετοιμασίες κατά την διάταξιν του ιατρού· επήγεν εις το ιπποδρόμιον, εγυμνάσθη έως που ίδρωσε, και τότε εκατάλαβεν ότι το ιατρικόν άρχισε και ενεργούσε εις το σώμα του και έτσι ιδρωμένος εμβαίνει εις το λουτρόν και λουσθείς αμέσως έπεσεν όλον εκείνο το λεπρώδες δέρμα και έμεινε το σώμα του λευκόν και τρυφερόν ωσάν να ανεγεννήθη εκ δευτέρου. Ύστερον ενεδύθη άλλα φορέματα και προς το εσπέρας της ημέρας μετά το δείπνον ανεπαύθη εις την κλίνην ήσυχος όλην την νύκτα· την δε αυγήν στοχαζόμενος τον εαυτόν του υγιή έκραξε τους άρχοντας του παλατίου του, και εις όλους έδειξε την θαυμασίαν ιατρείαν που έλαβεν, οι οποίοι με μεγάλην αγαλλίασιν τον εσυγχάρηκαν, και επαίνεσαν όλοι κοινώς την εμπειρότητα του ιατρού. Και ιδού έρχεται και ο ιατρός εμπρός εις τον βασιλέα· ευθύς ο βασιλεύς τον αγκαλιάζει, τον φιλεί και τον καθίζει εις τα δεξιά του, και του έκαμεν όλους τους επαίνους εκείνους των οποίων είναι άξιος ένας τέτοιος ιατρός, εμπρός εις τον βεζύρην του και εις τους μεγιστάνας· διώρισεν να τον ενδύσωσι με καυτάνι βασιλικόν και άλλα φορέματα παρόμοια· την ώραν δε του γεύματος τον εκάθισεν εις την βασιλικήν τράπεζαν να γευθή μαζί του, και όλοι οι μεγιστάνες έστεκαν ορθοί με τα χέρια σταυρωμένα· έπειτα του έκαμε μεγάλα και πολύτιμα χαρίσματα, και μεγάλας τιμάς, και καθ' ημέραν σχεδόν τον είχεν εις την συναναστροφήν του.
Ούτος ο βασιλεύς είχε ένα βεζύρην, φθονερόν, φιλάργυρον και φυσικά πονηρόν να πράξη κάθε παρανομίαν· ούτος φθονόντας την ευτυχίαν και την τιμήν του ιατρού επροσπάθησε να του σηκώση την υπόληψιν σιμά εις τον βασιλέα. Όθεν μίαν ημέραν παρουσιάσθη εις τον βασιλέα, προφασιζόμενος ότι θέλει να του ξεμυστηριευθή μίαν υπόθεσιν πολύ αναγκαίαν προς φύλαξιν της ζωής του, που ευρίσκετο εις κίνδυνον. Ο βασιλεύς ακούοντας τοιαύτα λόγια εφοβήθη τρόπον τινά, διότι είχεν ολίγον πνεύμα και με ευκολίαν δεν εκαταλάμβανε τας πανουργίας των πονηρών, ως απλούς και απαίδευτος. Τότε ο βεζύρης του λέγει, ισχυρότατε βασιλεύ, όταν η ζωή της βασιλείας σου είναι ποθητή εις τους υπηκόους σου, και μάλιστα εις εμένα τον δούλον σου, που έχω χρέος να αγρυπνώ προς φύλαξιν της βασιλείας σου, τόσον κατά το παρόν υπόκειται εις ένα κίνδυνον πολύ φοβερόν, και είναι η συναναστροφή του ιατρού Δαβάν· διότι, ως είμαι καλά πληροφορημένος, αυτός είναι ένας πλάνος, μάγος, προδότης και επίβουλος της βασιλείας σου· όθεν παρακαλώ την βασιλείαν σου να ακούσης την συμβουλήν του δούλου σου, και το ταχύτερον να ελευθερωθής από μίαν επιβουλήν τόσον κινδυνώδη, διά να μη συμβή καμμία αξιοθρήνητος τραγωδία· και όταν θα θέλης δεν θα είναι πλέον καιρός θεραπείας.
Ο βασιλεύς ακούοντας τοιούτον μήνυμα φοβερού κινδύνου έμεινεν εκστατικός και εις απορίαν, μη ηξεύροντας τι να αποφασίση, και λέγει του βεζύρη· πώς είναι δυνατόν να μου επιβουλευθή την ζωήν εκείνος που με εθεράπευσε και μου εχάρισε την ζωήν; Εάν είχεν τέτοιαν γνώμην, αυτός δεν θα με ιάτρευε· όχι, όχι, μη γένοιτο, δεν πείθομαι εις τους λόγους σου· όλα είναι συκοφαντίαι και φθόνος εναντίον ενός αναιτίου και αθώου ανθρώπου· όθεν εγώ δεν ημπορώ να αποφασίσω εις θάνατον ένα δίκαιον και μάλιστα ευεργέτην μου. Απεκρίθη ο βεζύρης, και λέγει· λοιπόν η βασιλεία σου προτιμά καλύτερον την ζωήν ενός επιβούλου παρά την ιδίαν της; Παρακαλώ την βασιλείαν σου να με ακούση χωρίς αγανάκτησιν· δεν είναι φθόνος βασιλέα μου, που με κινεί να σου προβάλω τέτοιαν υπόθεσιν, αλλά ο ζήλος και το χρέος που έχω προς φύλαξιν της ζωής σου· επειδή και μικρά υποψία διά την ζωήν του βασιλέως γίνεται μεγάλη υπόθεσις· και οι πολιτικοί νόμοι διορίζουν εις τέτοιαν υποψίαν της ζωής του βασιλέως να θυσιάζεται καλύτερον ο άπταιστος, παρά με την πρότασιν της αθωότητος να φυλαχθή ο επίβουλος και πταίστης ατιμώρητος, και ας βεβαιωθή εις τους λόγους μου η βασιλεία σου, ότι δεν είναι υποψία, αλλ' επιβουλή κατασκευασμένη και προμελετημένη διά να σου σηκώση την ζωήν· όθεν πρέπει χωρίς αναβολήν να τον αποφασίσης εις θάνατον, διότι δεν ηξεύρομεν τι τέξεται η επιούσα, προτού δηλαδή να βάλη εις έργον αυτός την επιβουλήν του· και υπόσχομαι την ζωήν μου, αν αυτοί οι λόγοι μου είναι ψευδείς.
Και αν τυχόν δεν φυλαχθής, ω βασιλεύ, το θάρρος που δίδεις του αυτού ιατρού τέλος πάντων θέλει σου γίνει θρήνος αξιοδάκρυτος, ίσως η ιατρεία που φαίνεται να σου έκαμε, να είναι κατά φαντασίαν και κατ' επιφάνειαν, και όχι βεβαία, και ενδέχεται εις το μέλλον να σου προξενήση κανένα θανατηφόρον αποτέλεσμα.
Ο βασιλεύς, που φυσικά είχεν ολίγον πνεύμα, και δεν εκαταταλάμβανε την κακότροπον πανουργίαν του βεζύρη, επίστευσεν εις τα λόγια του· και λέγει του· έχεις όλον το δίκαιον διότι αυτός δύναται να μου σηκώση την ζωήν με μόνην την μυρωδιάν κανενός βοτάνου θανατηφόρου· όθεν στοχάσου τι πρέπει να ενεργήσωμεν εις τέτοιαν περίστασιν. Λέγει του ο βεζύρης· να στείλης βασιλεύ, ευθύς να τον αποκεφαλίσης. Ο βασιλεύς κράζει ευθύς ένα του στρατιώτην, και τον προστάζει ευθύς να υπάγη να εύρη τον ιατρόν και να τον παρουσιάση έμπροσθέν του. Ο στρατιώτης κατά την βασιλικήν προσταγήν ευθύς επαρουσίασε τον ιατρόν έμπροσθεν εις τον βασιλέα ως κατάδικον.
Ο βασιλεύς με θυμωμένον βλέμμα λέγει προς τον ιατρόν· επληροφορήθην αρκετά, ότι συ είσαι ένας προδότης και επίβουλος της βασιλείας μου και της ζωής μου, και διά τούτο είσαι ένοχος θανάτου, και πρέπει να πεθάνης αποκεφαλιζόμενος από τον δήμιόν μου.
Ο δυστυχής ιατρός, ακούοντας τέτοιαν άδικον και παράνομον απόφασιν, από τον φόβον του και δειλίαν έμεινεν ημιθανής και άρχισε να θρηνή απαρηγόρητα και να παρακαλά τον βασιλέα να τον ευσπλαχνισθή δείχνοντας πως είναι αθώος, και πως δεν έχει κανένα πταίσιμον άξιον θανάτου, λέγοντάς του· ότι αυτή είναι η ανταμοιβή που του δίδει διά την θεραπείαν της λέπρας του; αλλ' ο βασιλεύς ισχυρογνώμων εις την απόφασίν του και αμετάβλητος προστάζει τον διωρισμένον στρατιώτην να τον αποκεφαλίση. Τότε οι μεγιστάνες του βασιλέως που ευρίσκοντο παρόντες ηξεύροντες τον ιατρόν αθώον, μη ηξεύροντες όμως την συκοφαντίαν του βεζύρη, εμεσίτευσαν εις τον βασιλέα διά να μη τον αποκεφαλίση αδίκως, λέγοντες ότι δεν έπταιε και ότι ήτον δίκαιος και καλός· αλλ' ο βασιλεύς σταθερός εις την απόφασίν του προστάζει και δεύτερον διά να τον αποκεφαλίσουν.
Ο πανάθλιος ιατρός, βλέποντας ότι δεν ήτον δυνατόν να αποφύγη τον θάνατον, προσπίπτει εις τους πόδας του βασιλέως και τον παρακαλεί να του χαρίση τρεις ώρες καιρόν, λέγοντας προς τον βασιλέα· επειδή η απόφασις της βασιλείας σου είναι αμετάθετος διά να με αποκεφαλίση, σε παρακαλώ δι' όνομα του μεγάλου Προφήτου να μου χαρίσης ολίγον καιρόν, έως που να υπάγω εις το σπίτι μου, να διατάξω τα υπάρχοντά μου, να αποχαιρετήσω τα παιδιά μου και να αφήσω τα βιβλία μου εις υποκείμενα άξια να επωφεληθούν από αυτά· μάλιστα σιμά εις τα άλλα έχω ένα βιβλίον πολύτιμον, το οποίον περιέχει πολλά αξιόλογα και θαυμάσια πράγματα, και αυτό θέλω να χαρίσω εις την βασιλείαν σου, και να το φυλάξης εις το θησαυροφυλάκιόν σου, ως πολύτιμον λίθον.
Του λέγει ο βασιλεύς· και τι αξιοθαύμαστον πράγμα ημπορεί να περιέχη ένα βιβλίον; Απεκρίθη ο ιατρός· το εξαιρετώτερον που περιέχει είναι τούτο, ότι, όταν με αποκεφαλίσουν, αν τυχόν η βασιλεία σου ανοίξης το βιβλίον εις το έκτον φύλλον και αναγνώσης τον τρίτον στίχον εις το αριστερόν μέρος, το νεκρόν κεφάλι μου θέλει σου αποκριθή εις όσας ερωτήσεις του προβάλλης. Ο βασιλεύς, περίεργος να ίδη ένα τέτοιον περίεργον πράγμα του έδωσε καιρόν έως εις την ερχομένην ημέραν, και τον έστειλεν εις το σπίτι του με αρκετήν φύλαξιν στρατιωτών.
Εις εκείνο το αναμεταξύ του καιρού, ο ιατρός ετακτοποίησε τας υποθέσεις του. Ως τόσον εφημίσθη εις όλην την πολιτείαν, ότι μετά τον θάνατον του ιατρού μέλλει να ακολουθήση ένα θαύμα ανήκουστον· όθεν την ερχομένην ημέραν εσυνάχθησαν όλοι οι άρχοντες του παλατίου και πολύ πλήθος λαού διά να ιδούν το αποβησόμενον· και ιδού έρχεται ο ιατρός με το βιβλίον εις τας χείρας και εσίμωσε έως εις τον θρόνον του βασιλέως· και εζήτησε να του φέρουν ένα δίσκον, εις τον οποίον άπλωσε το μανδήλι με το οποίον εκρατούσε το βιβλίον τυλιγμένον, και απλώνοντας το βιβλίον εις τας χείρας του βασιλέως του λέγει· ευθύς οπού κοπή η κεφαλή μου, να την θέσουν επάνω εις τούτο το μανδήλι εις τον δίσκον, και θέλει σταματήσει ευθύς το αίμα, και ύστερα θέλεις ανοίξει το βιβλίον, και το κεφάλι θέλει αποκριθή εις όλα τα ερωτήματά σου.
Αλλ' ω κραταιότατε βασιλεύ, παρακαλώ σε να με σπλαγχνισθής διότι είμαι αθώος, και μη με θανατώσης άδικα. Λέγει του ο βασιλεύς· αι παρακλήσεις σου είνε ανωφελείς, πρέπει να αποθάνης, μάλιστα διά να ιδώ πώς θα ομιλήση η κεφαλή σου ύστερα· και λαμβάνοντας το βιβλίον από τας χείρας του ιατρού επρόστασε τον δήμιον ευθύς να τον αποκεφαλίση.
Τότε ο δήμιος με επιδεξιότητα απεκεφάλισε τον ιατρόν, και έθεσε την κεφαλήν του επάνω εις τον δίσκον, και ευθύς εσταμάτησε το αίμα και έμειναν εκστατικοί, ό,τε βασιλεύς και οι παρεστώτες, βλέποντες την κεφαλήν ν' ανοίγη τα μάτια, και αρχίζοντας να ομιλήση είπε· βασιλεύ άνοιξε το βιβλίον. Και ο βασιλεύς το άνοιξε και ευρίσκοντας το πρώτον φύλλον με το δεύτερον κολλημένον έβρεξε το δάκτυλόν του εις το στόμα του διά να το γυρίση με ευκολίαν, έκαμε το ίδιον έως εις το έκτον φύλλον, και πάντοτε έβρεχε το δάκτυλον εις το στόμα διά να γυρίζη τα φύλλα, αλλά γράμματα δεν έβλεπε, και λέγει εις την κεφαλήν· εγώ δεν βλέπω γράμματα διατί; Του απεκρίθη η κεφαλή γύρισε ακόμη μερικά φύλλα.
Ο δήμιος έθεσεν την κεφαλήν του ιατρού εις τον δίσκον
Ο βασιλεύς εξηκολούθησε να γυρίζη φύλλα, βρέχοντας πάντοτε το δάκτυλον εις το στόμα του, έως που άρχισε το φαρμάκι ολίγον κατ' ολίγον να κάμνη την ενέργειάν του εις το στόμα· αιφνιδίως ο βασιλεύς άρχισε να τρέμη και να παραλαλή ως σεληνιασμένος· του εσκοτίσθησαν τα μάτια, και τέλος πάντων εκρημνίσθη από τον θρόνον εις την γην. Όταν ο ιατρός Δαβέν, ή να είπω καλύτερα η κεφαλή του Δαβάν, είδεν ότι το φάρμακον έκαμε την τελείαν ενέργειαν, και η ζωή του βασιλέως ήτον εις τα λοίσθια και μετ' ολίγας στιγμάς έπρεπεν εξ ανάγκης να δώση το έσχατον τέλος, εβόησεν η κεφαλή· ω τύραννε, άφρον, ιδού το ελεεινόν τέλος εκείνων, οι οποίοι κακώς μεταχειριζόμενοι την εξουσίαν που έχουν εις τους λοιπούς ανθρώπους, ασπλάγχνως θανατώνουν τους αθώους και δικαίους, και το αίμα των δικαίων βοά προς τον ουρανόν και ζητεί εκδίκησιν· όθεν η θεία δίκη, ή γρήγορα ή αργά τιμωρεί δικαίως την παρανομίαν και σκληροκαρδίαν των τοιούτων. Μόλις η κεφαλή ετελείωσε ταύτα τα λόγια, έδωκε το έσχατον τέλος της ζωής του ο βασιλεύς· και επομένως ενεκρώθη και η κεφαλή . . . Τοιαύτη είναι η ιστορία του βασιλέως των Ελλήνων και του ιατρού Δαβάν (λέγει η Χαλιμά προς τον Αϊδήν βασιλέα της Ινδίας όντας μαζί του εις το κρεββάτι) και έπρεπε να ακολουθήση την συνέχειαν της ιστορίας του ψαρά και του εναερίου Τελωνίου· αλλ' επειδή είδεν ότι επλησίασεν η διωρισμένη ώρα, όπου ο βασιλεύς εσυνήθιζε να πηγαίνη εις το προσκύνημα και έπειτα εις το συμβούλιον, λέγει εάν η βασιλεία σου, κατά την συνηθισμένην σου συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν, θέλει μου χαρίσει την ζωήν έως την αύριον, θέλω σου διηγηθή και το ακόλουθον της ιστορίας. Τότε ο βασιλεύς παρήγγειλε εις της Χαλιμάς την ερχομένην ημέραν να του διηγηθή το επίλοιπον της ιστορίας του ψαρά, διότι είχε μέγαν πόθον και περιέργειαν να ακούση το τέλος.
Η Μεδινά παρακαλεί την επομένην την Χαλιμάν να εξακολουθήση την διήγησιν του ψαρά· η δε Χαλιμά λαμβάνοντας άδειαν από τον βασιλέα άρχισεν εις τον ακόλουθον τρόπον. Όταν ο ψαράς ετελείωσε την ιστορίαν του βασιλέως των Ελλήνων και του ιατρού Δαβάν, ομιλώντας πάντοτε με το Τελώνιον, που εκρατούσε κλεισμένον μέσα εις το χάλκινον αγγείον, του λέγει· εάν εκείνος ο βασιλεύς ελάμβανεν ευσπλαγχνίαν προς τον ιατρόν και δεν τον εθανάτωνεν αδίκως, ούτε αυτός θα ελάμβανεν εκείνο το κακόν τέλος της ζωής του με το φαρμάκι, μάλιστα διά την αχαριστίαν που έδειξε προς τον ιατρόν, αφού τον ελευθέρωσεν από το πάθος της λέπρας· παρομοίως και συ, ω Τελώνιον, ήθελες να με θανατώσης ασπλάγχνως, εις καιρόν που σε ηλευθέρωσα από μίαν παντοτεινήν σου φυλακήν, χωρίς να σου κάμω κανένα κακόν, και μάλιστα σε παρεκάλεσα τόσον διά να μου αφήσης την ζωήν, αλλά συ πάντοτε ισχυρογνώμων και ανελεήμων ήθελες να με θανατώσης, τώρα και εγώ γίνομαι ανελεήμων προς εσένα· θέλω σε αφήσει κλεισμένον εις τούτο το αγγείον έως εις το τέλος των αιώνων, να μη έχης ποτέ σου ελευθερίαν· αυτή η εκδίκησις σου γίνεται από την κακήν σου γνώμην.
Απεκρίθη το Τελώνιον σε παρακαλώ, αγαπητέ μου φίλε, και σε εξορκίζω εις τον μέγαν Προφήτην να μη πράξης ένα έργον τόσον σκληρόν· δεν είναι ίδιον των καλών ανθρώπων να ανταποδίδουν κακόν αντί κακού, και απεναντίας είναι άξιος πολλών επαίνων οποίος αποδίδει καλόν αντί κακού· εγώ σου είπα ότι δεν είχα σκοπόν να σε θανατώσω· όθεν τώρα σε παρακαλώ να με ελευθερώσης, και σου υπόσχομαι μεθ' όρκου όχι μόνον να μη σου κάνω κανένα κακόν, αλλά μάλιστα να σε ευεργετήσω και να σου δείξω τον τρόπον να γίνης πλουσιώτατος. Ο ψαράς ακούοντας ότι θα πλουτίση διά να ελαφρωθή από το βάρος της φτώχιας με αυτήν την ελπίδα άρχισε να κλίνη εις τας παρακλήσεις του Τελωνίου, και λέγει του· πώς ημπορώ να βεβαιωθώ εις την υπόσχεσίν σου; φοβούμαι να μη με γελάσης· κάμε όρκον πρώτον εις το όνομα του μεγάλου Προφήτου, ότι θα φυλάξης όσα μου έταξες, και εγώ είμαι έτοιμος να ανοίξω το αγγείον, και στοχάσου καλά να μην αυθαδιάσης και παραβής ένα τέτοιον όρκον, διότι η παράβασίς σου θέλει σε παιδεύσει χειρότερα.
Τότε το Τελώνιον έκαμεν όρκον εις τον μέγαν Προφήτην να φυλάξη τα όσα έταξε του ψαρά· και αυτός ευθύς άνοιξε το αγγείον, και εβγήκε καπνός ως και πρώτον, και έλαβε το Τελώνιον την μορφήν και το είδος του ως πρότερον και ύστερα εκτύπησε το αγγείον με το ποδάρι του, και το έρριψεν εις την θάλασσαν. Βλέποντας τούτο ο ψαράς εφοβήθη, και του λέγει· διατί έτσι; δεν φυλάττεις πλέον τον όρκον σου; Το Τελώνιον βλέποντας τον ψαράν φοβισμένον εγέλασε και του λέγει· ας είσαι βέβαιος ότι φυλάττω την υπόσχεση μου, και έρριξα το αγγείον διά να ιδώ, αν συ φοβείσαι· και ιδού ο καιρός να σε ευεργετήσω· λάβε τα δίκτυα σου, και ακολούθει με.