Και τα μεν εσωτερικά της πόλεως, εάν γίνουν ούτω πως, θα είναι καλά τακτοποιημένα. Αλλά τόρα όλης της άλλης χώρας ποία πρέπει να είναι η επιμέλεια και η τάξις; Άραγε, αφού όλη η πόλις και ολόκληρος η χώρα είναι διηρημένη εις δώδεκα μέρη, δεν πρέπει να αναγορευθούν κάποιοι επιμεληταί και των οδών της πόλεως και των κατοικιών και των οικοδομών και των λιμένων και της αγοράς και των βρύσεων και μάλιστα των προσκυνημάτων και των ναών και όλων των τοιούτων;
Πώς όχι;
Ας ειπούμεν λοιπόν ότι πρέπει να διορισθούν εις τους ναούς επίτροποι και ιερείς και ιέρειαι. Διά δε τας οδούς και τας οικοδομάς και την περιστρεφομένην εις αυτά τάξιν και διά τους ανθρώπους πώς να μη αδικούν και διά τα άλλα ζώα, και εντός της ιδίας περιοχής της πόλεως και του πρώτου άστεως πώς να γίνωνται όσα αρμόζουν εις τας πόλεις, δι' όλα αυτά πρέπει να εκλέξουν τριών ειδών άρχοντας και τους μεν εκλεχθέντας διά το σχετικόν μέρος με αυτά που είπαμεν να τους ονομάσουν αστυνόμους, τους δε εκλεχθέντας διά την διακόσμησιν της αγοράς αγορανόμους. Όσον δε διά τους ιερείς διά τους ναούς, να μη ανταλλάσσουν άλλους έξω από εκείνους, οι οποίοι έχουν ως πατροπαράδοτον επάγγελμα την ιερωσύνην, ειδεμή, καθώς είναι επόμενον να συμβή ως προς αυτά εις τους διά πρώτην φοράν συνοικιζομένους, ή εις κανένα ή εις ολίγους μόνον από τους μη συνηθισμένους ας επιτρέψουν να γίνουν ιερείς και ιέρειαι ως επίτροποι των θεών. Από όλα δε αυτά άλλα μεν πρέπει να γίνωνται δι' εκλογής και άλλα διά κλήρου, διά να σχετίζωνται φιλικώς μεταξύ των ο δήμος με τους αριστοκράτας εις εκάστην χώραν και πόλιν, διά να έχουν όσον το δυνατόν περισσοτέραν ομόνοιαν. Και λοιπόν τα μεν περιστρεφόμενα εις τους ναούς ας αναθέση εις τον θεόν, διά να γίνουν κατά την αρέσκειάν του, και να τα εκλέγη με κλήρον, διότι ούτω πως τα αποδίδει εις την θεϊκήν τύχην, όστις δε επιτύχη να επικυρώνεται (εγκρίνεται), εάν είναι πρώτον αρτιμελής και γνήσιος, έπειτα όσον το δυνατόν από αμόλυντον οικογένειαν, να είναι δε ακηλίδωτος από φόνον και από όλα τα παρόμοια όσα αποτελούν αμάρτημα κατά των θεών και να έχη ζήσει και αυτός και ο πατήρ του και η μήτηρ του κατά τον ίδιον τρόπον. Πρέπει δε από τους Δελφούς να φέρουν νόμους διά τα θεία πράγματα, και να διορίσουν δι' αυτά ερμηνευτάς. Να διατηρήται δε έν έτος και όχι περισσότερον πάσα ιερωσύνη, να μην είναι δε ηλικίας κατωτέρας των εξήντα ετών όστις θέλει να ιερουργή τελείως συμφώνως με τους ιερούς νόμους. Αυτά δε τα νόμιμα ας ισχύουν και διά τας ιερείας. Τους δε ερμηνευτάς ας τους προτείνουν αι τέσσαρες φυλαί τρεις φοράς τεσσάρας, ανά ένα εκάστη, και αφού εγκρίνουν τους τρεις, οι οποίοι θα συγκεντρώσουν τας περισσοτέρους ψήφους, τους άλλους εννέα να στείλουν εις τους Δελφούς, διά να εκλέξη η Πυθία από εκάστην τριάδα ένα. Η δε έγκρισις αυτών ως προς την ηλικίαν να γίνη καθώς των ιερέων. Αυτοί όμως ας μείνουν ερμηνευταί ισοβίως. Τον δε εκλείψαντα ας τον εκλέξουν συμπληρωματικώς αι τέσσαρες φυλαί από όποιαν εκλείψη. Ως ταμίας δε των ιερών χρημάτων δι' έκαστον ναόν και των προσκυνημάτων, και των καρπών και των μισθώσεων να εκλέξουν τρεις πληρεξουσίους από τα ανώτερα τιμήματα, διά τους μεγαλιτέρους ναούς, δύο δε διά τα μικρότερα προσκυνήματα, διά δε τα πολύ μικρά ένα. Η δε εκλογή και η έγκρισις τούτων να γίνη καθώς έγινε η εκλογή των στρατηγών. Και λοιπόν, επαναλαμβάνομεν, διά τους ναούς αυτά πρέπει να γίνουν.
Αφρούρητον δε ας μη μένη τίποτε όσον είναι δυνατόν. Λοιπόν της μεν πόλεως αι φρουραί ας εκτελούνται κατ' αυτόν τον τρόπον, με την επιμέλειαν των στρατηγών και των ταξιάρχων και των ιππάρχων και των φυλάρχων και των πρυτάνεων και μάλιστα των αστυνόμων και των αγορανόμων, όταν εκλεχθούν και εγκατασταθούν όσοι χρειάζονται. Όλην δε την άλλην χώραν να την φυλάττουν κατά τον εξής τρόπον. Ολόκληρος η χώρα διεμοιράσθη εις δώδεκα όσον το δυνατόν ίσα μέρη, μία δε φυλή οριζομένη διά κλήρου εις έκαστον μέρος ας δίδη κατ' έτος πέντε αγρονόμους και φρουράρχους, διά να εκφρασθώ ούτω πως, αυτοί δε ας έχουν δικαίωμα να εκλέξουν από την φυλήν των έκαστος εκ των πέντε ανά δώδεκα νέους, όχι κατωτέρους από το εικοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας των, ούτε άνω του τριακοστού. Εις αυτούς δε ας δοθούν με κλήρον τα μέρη της χώρας ανά έν κατά μήνα εις έκαστον, διά να ημπορέσουν να γίνουν έμπειροι και επιστήμονες όλης ανεξαιρέτως της χώρας όλοι των. Δύο δε έτη να μένη η αρχή και η φρουρά εις τους φρουρούς και άρχοντας. Καθώς δε θα λάβουν με τον κλήρον την πρώτην φοράν τα μέρη των, να αλλάζουν διαρκώς τον άλλον μήνα κατά σειράν τας τοποθεσίας της χώρας υπό την αρχηγίαν του φρουράρχου προχωρούντες δεξιά κυκλικώς. Ως δεξιόν δε ας θεωρηθή το ανατολικόν μέρος. Όταν δε γυρίση το έτος ολόκληρον κατά το δεύτερον έτος διά να γίνουν όσον το δυνατόν περισσότεροι φρουροί όχι μόνον έμπειροι της χώρας, εις μίαν ώραν του έτους, αλλά εκτός της εμπειρίας όλης της χώρας διά να είναι έμπειροι όσον το δυνατόν περισσότεροι εις εκάστην ώραν του έτους δι' όσα συμβαίνουν εις έκαστον τόπον, οι τοτινοί αρχηγοί των ας τους οδηγούν πάλιν εις τα αριστερά διαρκώς μετατοπιζόμενοι, έως ότου να περάσουν το δεύτερον έτος. Το τρίτον δε έτος ας εκλέξουν άλλους πέντε αγρονόμους και φρουράρχους ως επιμελητάς των δώδεκα. Και λοιπόν κατά την διαμονήν εις έκαστον τόπον η επιμέλεια ας γίνη ως εξής:
Πρώτον μεν διά να είναι περιφρουρημένη η χώρα όσον το δυνατόν καλλίτερα από τους εχθρούς, να κάμουν τάφρους όσον είναι ανάγκη και δι' εκσκαφής και δι' επιτειχίσεως, διά να εμποδίζουν όσον είναι δυνατόν τους προσπαθούντας να βλάψουν την χώραν και τα κτήματα έστω και ολίγον, να μεταχειρισθούν δε διαμετακομιστικά φορτηγά εις αυτά και αυτούς τους δούλους του τόπου εκείνου και με εκείνα μεν να εκτελούν, εις αυτούς δε να επιστατούν, εκλέγοντες όσον το δυνατόν την στιγμήν της αργίας από τας οικιακάς των εργασίας. Να καταστήσουν δε δύσβατα τα πάντα εις τους εχθρούς, εις δε τους φίλους όσον το δυνατόν ευπρόσιτα όχι μόνον τους ανθρώπους, αλλά και τα φορτηγά και τα βοσκήματα και να φροντίζουν διά τους δρόμους, ώστε να είναι όσον το δυνατόν ασφαλείς και διά τα νερά της βροχής, ώστε να μη καταστρέφουν την χώραν, αλλά μάλλον να την ωφελούν καταρρέοντα από τας υψηλάς κατωφερείας των ορέων, όσαι είναι ως κοιλότητες, και να εμποδίζουν την εκροήν αυτών με οικοδομάς και με υδραυλικά έργα, διά να χωνεύουν και πίνουν τα βρόχινα νερά, και να δίδουν εις όλους τους χαμηλοτέρους αγρούς και τόπους νάματα και βρύσεις, και καταστήσουν και αυτούς τους διψασμένους τόπους δροσισμένους και ποτισμένους. Και τα νερά των πηγών και των ποταμών και των βρύσεων εάν υπάρχουν, να τα στολίζουν με δένδρα και οικοδομάς ωραίας, και διοχετεύοντας με υπονόμους όλας τας πηγάς να τα καταστήσουν άφθονα διά την ύδρευσιν εις όλας τας εποχάς του έτους, και αν υπάρχη κανέν ιερόν δάσος ή προσκύνημα πλησίον εις αυτά παρημελημένον, να διοχετεύουν τα ρεύματα εις αυτά και να τακτοποιούν των θεών τα ιερά. Εις όλα δε αυτά τα μέρη πρέπει οι νέοι να κατασκευάζουν γυμνάσια διά τον εαυτόν των και με θερμά λουτρά διά τους γέροντας με καύσιμον ξυλείαν στεγνήν και ξηράν, διά να ωφελήσουν και τους πάσχοντας από ασθενείας και τους κουρασμένους από την γεωργίαν, τους οποίους να δέχωνται ευμενώς ως άλλοι ιατροί όχι μεν τόσον σοφοί, πολλάκις όμως καλλίτεροι από εκείνους.
Αυτά λοιπόν και όλα τα παρόμοια θα είναι στολισμός και ωφέλεια εις τας τοποθεσίας με διασκέδασιν όχι διόλου δυσάρεστον. Η δε σοβαρά εργασία δι' αυτά ας είναι η εξής. Έκαστον σώμα των εξήντα να φυλάττη τον τόπον του όχι μόνον εξ αιτίας των εχθρών, αλλά και των προσποιουμένων φιλίαν. Από δε τους γείτονας και τους άλλους πολίτας, εάν αδική ο είς τον άλλον, είτε δούλος είτε ελεύθερος, να αποδίδουν το δίκαιον εις τον αδικούμενον, διά μεν τας μικράς υποθέσεις οι πέντε άρχοντες, διά δε τας μεγαλιτέρας μέχρι τριών μνων εν όλω δέκα επτά μαζί με τους δώδεκα να δικάζουν οτιδήποτε ο είς καταγγέλλει εναντίον του άλλου. Δικαστής δε και άρχων ανεύθυνος δεν πρέπει να δικάζη και άρχη ποτέ εκτός των επισφραγιζόντων το τέλος καθώς είναι οι βασιλείς. Και ωρισμένως αυτοί οι αγρονόμοι, εάν παραβούν κάτι τι ως προς εκείνους τους οποίους προστατεύουν, είτε επιβάλλοντες άνισα προστάγματα είτε δοκιμάζοντες, να δέχωνται και να παίρνουν από τα προϊόντα της γης χωρίς την συγκατάθεσίν των, και εάν δέχωνται κάτι από εκείνους οι οποίοι το δίδουν διά κολακείας ή αποδίδουν αδίκως την δικαιοσύνην, διά μεν την υποχώρησιν εις τας περιποιήσεις ας εξευτελίζωνται ονειδιστικώς εις όλην την πόλιν, διά δε τα άλλα άδικα αποκτήματα οτιδήποτε αδικήσουν τους μένοντας εις το διαμέρισμά των, εάν φθάση έως μίαν μναν, ας δικασθούν εκουσίως εμπρός εις τους χωριανούς και γείτονας, διά δε τα μεγαλίτερα αδικήματα ή και τα μικρότερα, εάν δεν θέλουν να δικασθούν βασιζόμενοι εις το ότι με την κατά μήνα μετάθεσίν των θα φεύγουν πάντοτε εις άλλο διαμέρισμα και θα αποφεύγουν την δίκην, δι' όλα αυτά ο παθών ας τους καταγγέλλη εις τα κοινά δικαστήρια, εάν δε κερδίση την δίκην, ας εισπράξη το τριπλάσιον πρόστιμον από τον προσπαθούντα να διαφύγη και μη υφιστάμενον εκουσίως την τιμωρίαν. Ας ζουν δε οι άρχοντες και οι αγρονόμοι κατά τα δύο αυτά έτη κατά τον εξής τρόπον. Πρώτον μεν να υπάρχουν εις όλα τα διαμερίσματα συσσίτια, εις τα οποία όλοι να τρέφωνται μαζί, όστις δε απουσιάση έστω και μίαν ημέραν ή ξενοκοιμηθή μίαν νύκτα χωρίς την διαταγήν των αρχόντων ή χωρίς να παρουσιασθή κάποια έκτακτος ανάγκη, εάν τον καταγγείλουν οι πέντε άρχοντες και εκθέσουν το όνομά του εις την αγοράν ως καταλύοντα την φρουράν, ας εξευτελισθή ως προδότης της πολιτείας ως προς το ανάλογον μέρος του, και ας βασανισθή με ραβδισμούς από τον τυχόντα και τον θέλοντα, ο οποίος να μη τιμωρήται. Εάν δε από τους ιδίους άρχοντας κανείς κάμνη κάτι παρόμοιον, ας φροντίζουν δι αυτό όλοι οι εξήντα, όστις δε το εννοήση και πληροφορηθή, εάν δεν τον καταγγείλη, ας υπόκειται εις την ιδίαν ενοχήν με εκείνον και ας τιμωρήται με περισσότερον πρόστιμον από τους νέους, ακόμη δε ας στερηθή όλα τα αξιώματα των νέων. Δι' αυτά δε ας είναι αυστηροί επιθεωρηταί οι νομοφύλακες, ώστε ή να μη γίνωνται εξ αρχής ή, αφού γίνουν, να εύρουν την ανταξίαν τιμωρίαν.
Πρέπει λοιπόν πας άνθρωπος να φρονή δι' όλους ότι όστις δεν υπηρετήση, δεν ημπορεί να γίνη ούτε κύριος επαίνου, και πρέπει να υπερηφανεύεται μάλλον διότι υπηρέτησε καλά παρά διότι εκυριάρχησε, και πρώτον μεν εις τους νόμους, διότι αυτό είναι υπηρεσία εις τους θεούς, έπειτα δε εις τους γεροντοτέρους και τους εντίμως ζήσαντας όστις είναι νέος. Κατόπιν δε πρέπει να έχη δοκιμάσει αυτήν την καθημερινήν ταπεινήν και στερημένην δίαιταν εις αυτά τα δύο έτη όστις εκλεχθή αγρονόμος. Δηλαδή μόλις εισαχθούν οι δώδεκα θα συναντηθούν με τους πέντε και θα συνεννοηθούν ότι ως άλλοι υπηρέται δεν θα έχουν πλησίον των άλλους υπηρέτας και δούλους, ούτε από τους άλλους γεωργούς και τους συγχωριανούς εκείνων θα μεταχειρίζωνται ως υπαλλήλους διά τας ιδικάς των υπηρεσίας, αλλά μόνον δι' όσας αναφέρονται εις τα δημόσια. Όλας δε τας άλλας πρέπει να σκεφθούν ότι διαρκώς θα τας εκτελούν μόνοι των υπηρετούντες και υπηρετούμενοι μεταξύ των, εκτός δε τούτου θα ερευνούν καλώς την χώραν χειμώνα καλοκαίρι με τα όπλα και χάριν φυλακής και διά να γνωρίζουν πάντοτε όλας τας τοποθεσίας. Διότι σχεδόν δεν είναι από κανέν άλλο κατώτερον το μάθημα του να γνωρίζουν όλοι την χώραν των με ακρίβειαν. Λοιπόν πρέπει οι νέοι όχι ολιγώτερον δι' αυτό να ασχολούνται εις τα κυνήγια και τα άλλα είδη της θηρευτικής όσον και διά την άλλην ηδονήν και ωφέλειαν, η οποία προέρχεται από αυτά. Αυτούς λοιπόν και τας ασχολίας των, είτε θέλει κανείς να τους ονομάζη κρυπτούς είτε αγρονόμους είτε οτιδήποτε άλλο, ας τους αναλαμβάνη έκαστος προθύμως όσον του είναι δυνατόν, από εκείνους όσοι θέλουν να διατηρηθή αρκετά η πόλις των.
Κατόπιν δε είπαμεν ότι έρχεται το ζήτημα της εκλογής αγορανόμων και αστυνόμων. Καλόν δε θα ήτο να ακολουθούν τρεις αστυνόμοι τους αγρονόμους, οι οποίοι είναι εξήντα μοιρασθέντες εις τρία τα δώδεκα μέρη της πόλεως, και κατά μίμησιν εκείνων και διά τας οδούς φροντίζοντες της πόλεως και των λεωφόρων, αι οποίαι από την χώραν προχωρούν εις την πόλιν, και των οικοδομών, διά να γίνωνται όλαι συμφώνως με τους νόμους, και μαλιστα και διά τα νερά, όσα αποστέλλουν και παραδίδουν εις αυτούς οι φρουροί περιποιημένα, διά να έρχωνται άφθονα και καθαρά εις τας βρύσεις και στολίζουν και ωφελούν συγχρόνως την πόλιν. Πρέπει λοιπόν και αυτοί να έχουν ικανότητα και καιρόν να φροντίζουν διά τα κοινά. Διά τούτο ας προτείνη μεν πας άνθρωπος όποιον θέλει ως αστυνόμον από τα ανώτερα τιμήματα, όταν δε χειροτονηθούν και γίνουν έξ οι συγκεντρώσαντες περισσοτέρας ψήφους, ας εκλέξουν με κλήρον τους τρεις από αυτούς, εκείνοι οι οποίοι έχουν αυτήν την φροντίδα. Αφού δε επικυρωθούν ας αναλάβουν τα καθήκοντά των συμφώνως με τους τεθέντας δι' αυτούς νόμους. Κατόπιν δε από αυτούς να εκλέξουν πέντε αγορανόμους από τα δεύτερα και πρώτα τιμήματα, κατά τα άλλα δε η εκλογή αυτών να γίνεται καθώς των αστυνόμων, δηλαδή να χειροτονηθούν από τα άλλα τιμήματα δέκα και να εκλεχθούν οι πέντε διά κλήρου, και αυτοί, αφού επικυρωθούν, να αναγορευθούν άρχοντες. Ας προτείνη δε διά ανυψώσεως της χειρός πας πάντα. Όστις δε δεν θέλει, αφού καταγγελθή εις τους άρχοντας, ας τιμωρηθή με πενήντα δραχμάς και εκτός τούτου ας θεωρήται και κακός. Ας πηγαίνη δε εις την εκκλησίαν και την κοινήν συνέλευσιν όποιος θέλει, να είναι όμως υποχρεωτικόν εις τους ανήκοντας εις τα δεύτερα και πρώτα τιμήματα, με πρόστιμον δέκα δραχμών, εάν αποδειχθή ότι δεν παρευρίσκεται εις τας συνελεύσεις. Διά δε το τρίτον και τέταρτον τίμημα δεν είναι υποχρεωτικόν, αλλά αφήνεται ατιμώρητος, εκτός εάν κάποτε παραγγείλουν οι άρχοντες εις όλους να συνεδριάσουν διά κάποιαν ανάγκην. Οι αγορανόμοι λοιπόν αυτοί πρέπει να διατηρούν την τάξιν εις την αγοράν συμφώνως με τους νόμους και να φροντίζουν διά τους ναούς και τας βρύσεις της αγοράς, διά να μη βλάπτη κανείς τίποτε, τον δε βλάπτοντα να τον τιμωρούν με ξύλον μεν και δέσιμον, όταν είναι δούλος και ξένος, εάν δε είναι εντόπιος όστις παρεκτρέπεται ως προς τα τοιαύτα, μέχρι μεν του ποσού των εκατόν δραχμών να είναι οι ίδιοι πληρεξούσιοι να τον δικάσουν, μέχρι δε του διπλασίου από αυτό μαζί με τους αστυνόμους να επιβάλλουν πρόστιμον δικάζοντες τον βλάπτοντα. Αι ίδιαι δε επιβολαί προστίμων και τιμωρίαι ας επιτρέπωνται και εις τους αστυνόμους, όταν είναι εις την εξουσίαν, και μέχρι μεν μιας μνας οι ίδιοι να τιμωρούν, διά δε το διπλάσιον μαζί με τους κληρονόμους.
Κατόπιν δε θα είναι πρέπον να διορίσουν άρχοντας της μουσικής και της γυμναστικής, διπλούς δι' εκάστην, εκείνους μεν διά την διδασκαλίαν αυτών, αυτούς δε διά τον ανταγωνισμόν. Και ως προς μεν την διδασκαλίαν εννοεί ο νόμος τους επιμελητάς των γυμναστηρίων και των σχολείων και ως προς την τάξιν και ως προς την μόρφωσιν και ως προς την φροντίδα της φοιτήσεως εις αυτά και της ασκήσεως των αρρένων τέκνων και των θηλέων, ως προς δε τον ανταγωνισμόν εννοεί και διά τους γυμνικούς αγώνας και διά την μουσικήν τους αθλοθέτας των αθλητών, οι οποίοι είναι επίσης διπλοί, άλλοι διά την μουσικήν και άλλοι διά την γυμναστικήν. Και διά μεν την γυμναστικήν των ανθρώπων και των ίππων να είναι οι ίδιοι, διά δε την μουσικήν, άλλοι μεν να είναι διά την μονωδίαν και την μιμητικήν, καθώς θα ήτο πρέπον να γίνωνται αθλοθέται και διά τους ραψωδούς και κιθαρωδούς και αυλητάς και όλους τους τοιούτους, άλλοι δε διά την χορωδίαν. Πρώτον λοιπόν ως προς την διασκέδασιν εις τον χορόν των παίδων και των ανδρών και των κορών με χοροπηδήματα και όλον τον ρυθμόν, ο οποίος συνοδεύεται με μουσικήν, πρέπει βεβαίως να εκλέξουν τους άρχοντας. Είναι δε αρκετός είς άρχων εις αυτούς, όχι κατωτέρας ηλικίας των σαράντα ετών, επίσης δε και εις την μονωδίαν είναι αρκετός είς, όχι κατωτέρας ηλικίας των τριάντα ετών, διά να εγκρίνη ποίοι θα εισάγωνται και διά να αποδίδη την υπεροχήν μεταξύ των συναγωνιζομένων. Ο χορός δε τόρα πρέπει να εκλέγη άρχοντα και δοκιμαστήν με τον εξής τρόπον. Όσοι μεν έχουν κλίσιν εις τα τοιαύτα ας συναντηθούν εις την συνέλευσιν, εάν δε δεν υπάγουν, ας τιμωρηθούν. Αυτό δε θα το κρίνουν οι νομοφύλακες. Οι άλλοι όμως, εάν δεν θέλουν, δεν είναι υποχρεωμένοι. Και την πρότασιν περί εκλογής λοιπόν πρέπει ο εκλογεύς να την κάμνη μεταξύ των εμπείρων, και εις την επικύρωσιν ας επικρατή η εξής μόνον επιδοκιμασία και αποδοκιμασία, ή ότι είναι άπειρος ο εκλεχθείς ή ότι είναι έμπειρος. Ο είς δε όστις θα επιτύχη διά κλήρου εκ των δέκα χειροτονηθέντων, αφού επικυρωθή, ας προΐσταται καθ' όλον το έτος εις τους χορούς συμφώνως με τον νόμον.
Ομοίως δε με αυτά και κατά τον ίδιον τρόπον όστις κληρωθή εκείνο το έτος από τους ελθόντας εις έγκρισιν ας προΐσταται εις τας μονωδίας και τας συναυλίας, την δε επικύρωσιν την αναθέτει ο κληρωθείς εις τους κριτάς. Κατόπιν δε πρέπει να εκλέξουν αθλοθέτας των αγωνισμάτων διά την γύμνασιν των ίππων και των ανθρώπων από τα τρίτα και από αυτά ακόμη τα τέταρτα τιμήματα. Εις δε την εκλογήν ας είναι υποχρεωτικόν να συνέρχωνται τα τρία τιμήματα, το δε κατώτερον ας μείνη ατιμώρητον. Ας είναι δε τρεις οι κληρούμενοι, και είκοσι μεν ας προχειροτονηθούν, αλλά ας κληρωθούν από τους είκοσι οι τρεις, όποιους εγκρίνει η ψήφος των επικυρωτών. Εάν δε κανείς αποδοκιμασθή εις οποιανδήποτε κλήρωσιν και επικύρωσιν αρχής, να εκλέγουν άλλους εις την θέσιν των κατά τον ίδιον τρόπον και η επικύρωσις αυτών να γίνεται ομοίως.
Υπολείπεται ως άρχων σύμφωνος με όσα είπαμεν ο επιμελητής της εκπαιδεύσεως όλης των θηλέων και των αρρένων. Λοιπόν ας είναι είς και όστις μέλλει να προΐσταται αυτών κατά τους νόμους, ηλικίας μεν όχι κατωτέρας των πενήντα ετών, πατήρ δε γνησίων τέκνων, και κυρίως μεν και υιών και θυγατέρων, ειδεμή του ενός από τα δύο. Ας φρονή δε και ο ίδιος ο εκλεχθείς και όστις τον εκλέγει ότι αυτή η αρχή είναι από όλας τας ανωτάτας αρχάς της πόλεως πολύ σπουδαιοτέρα. Διότι βεβαίως παντός φυτού η πρώτη βλάστησις, εάν προτραπή καλώς εις την πρόοδον της φύσεώς του, είναι η κυριωτέρα αιτία, διά να προστεθή τέλος κατάλληλον, και εις τα άλλα φυτά και εις τα ζώα και τα ήμερα και τα άγρια και τους ανθρώπους. Ο δε άνθρωπος, καθώς νομίζομεν, είναι ήμερος, και όμως, εάν μεν λάβη ορθήν εκπαίδευσιν και φυσικά επιτυχημένην, γίνεται συνήθως θειότατον και ημερώτατον από όλα τα ζώα, εάν όμως δεν ανατραφή αρκετά ή καλά, τότε γίνεται το αγριώτερον από όσα τρέφει η γη.
Δι' αυτό δεν πρέπει ο νομοθέτης να αφήση να γίνη ως δεύτερον ή πάρεργον η ανατροφή των παίδων. Πρώτον δε πρέπει να αρχίση καλώς εις την πόλιν η εκλογή αυτού, ο οποίος θα επιμεληθή αυτούς τους νέους, όστις δε είναι ο καλλίτερος εις όλα όσον το δυνατόν, αυτόν πρέπει να διορίσουν προϊστάμενον εις αυτούς και επιμελητήν. Όλαι λοιπόν αι αρχαί εκτός της βουλής και των πρυτάνεων, ας συνέλθουν εις τον ναόν του Απόλλωνος και ας δώσουν μυστικήν ψήφον εις εκείνον εκ των νομοφυλάκων, διά τον οποίον έκαστος νομίζει ότι θα ευδοκιμήση ως προϊστάμενος εις την εκπαίδευσιν. Όστις δε συγκεντρώση τας περισσοτέρους ψήφους, ας επικυρωθή από τους άλλους εκλέκτορας άρχοντας εκτός των νομοφυλάκων, και ας προΐσταται επί πέντε έτη, το δε έκτον κατά τον ίδιον τρόπον ας εκλέγουν άλλον εις αυτήν την αρχήν. Εάν δε αποθάνη κανείς κατέχων δημοσίαν αρχήν, ενώ χρειάζεται περισσοτέρας των τριάντα ημερών, διά να τελειώση η διορία του, κατά τον ίδιον τρόπον να διορίζουν άλλον εις την θέσιν, όσοι είχαν την φροντίδα αυτήν ορθώς. Και εάν αποθάνη κανείς επίτροπος ορφανών, οι παρόντες συγγενείς του πατρός και της μητρός μέχρι των τέκνων των εξαδέλφων ας διορίσουν άλλον εντός δέκα ημερών, άλλως ας τιμωρήται έκαστος με μίαν δραχμήν την ημέραν, έως ότου να διορίσουν τον επίτροπον.
Πάσα δε πόλις βεβαίως θα ήτο κάθε άλλο παρά πόλις, εάν δεν υπάρχουν εις αυτήν δικαστήρια καθώς πρέπει. Εάν δε πάλιν είναι σιωπηλός ο δικαστής και δεν λέγη περισσότερα από τους αντιδίκους εις τας ανακρίσεις του, καθώς συμβαίνει εις τας διαιτησίας, δεν είναι δυνατόν να είναι ικανός εις την κρίσιν του δικαίου. Διά τούτο ούτε αν είναι πολλοί είναι εύκολον να δικάζουν, ούτε ολίγοι και κακοί. Πρέπει δε πάντοτε το φιλονικούμενον να καταστή σαφές και εις τα δύο μέρη, ο δε καιρός και η αργοπορία και η συχνή ανάκρισις είναι συντελεστικά εις την διαφώτισιν της φιλονικίας. Διά τούτο οι εγκαλούμενοι μεταξύ των πρέπει πρώτον να πηγαίνουν εις τους γείτονας και τους φίλους και τους γνωρίζοντας όσον τα δυνατόν καλλίτερον τας φιλονικουμένας πράξεις. Εάν δε πλέον από αυτούς λάβη κανείς αρκετήν γνώμην, ας υπάγη εις άλλο δικαστήριον. Το δε τρίτον δικαστήριον, εάν τα δύο προηγούμενα δεν ημπορέσουν να τον συμβιβάσουν, ας θέση τέλος εις την δίκην. Κατά τινα δε τρόπον επί των δικαστηρίων αι εγκαταστάσεις είναι εκλογαί αρχόντων. Διότι πας άρχων κατ' ανάγκην είναι και δικαστής μερικών, ο δε δικαστής, αν και δεν είναι άρχων, γίνεται όμως άρχων και μάλιστα όχι τόσον μηδαμινός την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν εξακολουθεί να δικάζη την δίκην. Παραδεχόμενοι δε και τους δικαστάς ως άρχοντας ας ειπούμεν ποίοι είναι κατάλληλοι και ποίων υποθέσεων δικασταί και πόσοι εις εκάστην. Και λοιπόν σπουδαιότερον δικαστήριον ας είναι εκείνο το οποίον θα διορίσουν μόνοι των μεταξύ των οι αντίδικοι, εκλέγοντες μερικούς από κοινού. Τα δε άλλα δικαστήρια ας είναι δυο, το έν μεν όταν ο ιδιώτης τον ιδιώτην κατηγορή ότι τον αδικεί, θέλη δε να αποφασισθή η υπόθεσις με την δίκην, το δε άλλο όταν νομίση κανείς ότι το δημόσιον αδικείται από κανένα πολίτην και θέλη να υπερασπισθή το κοινόν συμφέρον.
Ας ειπούμεν δε ποίου είδους και ποίοι είναι οι κριταί. Λοιπόν ας παραδεχθώμεν πρώτον ως κοινόν δικαστήριον δι' όλους τους εικαζομένους μεταξύ των εις τρίτην δίκην τα εξής. Όλαι αι αρχαί και αι διαρκούσαι έν έτος και αι διαρκούσαι πλειότερα, εάν πρόκειται να αρχίση νέον έτος κατόπιν από τας θερινάς τροπάς του ερχομένου μηνός, την προηγουμένην ημέραν από αυτήν πρέπει όλοι οι άρχοντες να συνέλθουν εις ένα ναόν και, αφού ορκισθούν εις τον θεόν, να κάμουν ως είδος απαρχής διά πάσαν εξουσίαν ένα δικαστήν, οστισδήποτε εις όλην του την διαχείρισιν εφάνη ότι είναι άριστος και φαίνεται ότι θα δικάζη κάλλιστα και ευσεβέστατα τας δίκας των συμπολιτών του το ερχόμενον έτος. Αφού δε εκλεχθούν αυτοί, να γίνη η επικύρωσις εμπρός εις τους ιδίους εκλέκτορας, εάν δε αποδοκιμασθή κανείς, να εκλέξουν άλλον εις την θέσιν του κατά τον ίδιον τρόπον, οι δε εγκριθέντες να δικάζουν τους κατηγορηθέντας εις τα άλλα δικαστήρια, την δε ψήφον των να την δίδουν φανερά. Να είναι δε ακροαταί και θεαταί τούτων των δικών υποχρεωτικώς οι βουλευταί, και οι άλλοι άρχοντες οι εκλέξαντες αυτούς, από δε τους άλλους όστις θέλει. Εάν δε κανείς κατηγορή κανένα ότι εδίκασε αδίκως την δίκην, ας παρουσιασθή να τον καταγγείλη εις τους νομοφύλακας. Όστις δε καταδικασθή εις τοιαύτην δίκην ας υποχρεωθή να πληρώση το ήμισυ της βλάβης εις τον παθόντα, εάν δε φανή ότι είναι άξιος μεγαλιτέρας τιμωρίας, να ορίσουν οι κρίναντες την δίκην, τι πρέπει να πάθη περιπλέον ή να πληρώση αυτός εις το κοινόν και εις τον δικάσαντα την δίκην. Περί δε των δημοσίων εγκλημάτων είναι ανάγκη πρώτον να λάβη μέρος εις την κρίσιν ο λαός. Διότι όλοι αδικούνται, όταν κανείς αδική την πόλιν, και δικαίως οργίζονται, όταν δεν λαμβάνουν μέρος εις τοιαύτας κρίσεις. Αλλά πρέπει και η αρχή και το τέλος της τοιαύτης δίκης να αποδίδεται εις τον δήμον, η δε εξέλεγξις εις τρεις από τας μεγίστας αρχάς, εις όποιας συμφωνήσουν και ο εγκαλούμενος και ο εγκαλών. Εάν δε δεν συμφωνήσουν εις τούτο, η βουλή να επικρίνη την εκλογήν εκάστου. Πρέπει δε βεβαίως να λαμβάνουν μέρος και εις τας ιδιωτικάς δίκας όλοι εφ' όσον είναι δυνατόν. Διότι όστις δεν μετέχει του δικαιώματος του να δικάζη, νομίζει ότι όλως διόλου δεν ανήκει εις την πόλιν. Δι' αυτό λοιπόν πρέπει να γίνωνται και κατά φυλάς δικαστήρια και με κλήρον εκλεγόμενοι δικασταί να δικάζουν αμέσως χωρίς να δεκασθούν με παρακλήσεις, το δε τέλος όλων αυτών να το δικάζη εκείνο το δικαστήριον, το οποίον φρονούμεν ότι όσον είναι δυνατόν εις την ανθρωπίνην φύσιν κατηρτίσθη όσον το δυνατόν αδέκαστον διά τους μη δυναμένους να τελειώσουν τας δίκας των ούτε εμπρός εις τους γείτονας ούτε εις τα κατά φυλάς δικαστήρια.
Τόρα λοιπόν, επειδή δεν είναι εύκολον να ομιλήσωμεν αλανθάστως διά τα δικαστήρια, τα οποία δεν τα θεωρούμεν ούτε ως αρχάς ούτε ως μη αρχάς, η συζήτησίς μας περί αυτών ως γενικός τύπος και περιεκτικός άλλα μεν τα είπε, άλλα δε σχεδόν τα παραλείπει. Διότι εις το τέλος της νομοθεσίας ημπορεί να γίνη πολύ ορθότερον η ακριβής θέσις και διαίρεσις των περί δικών νόμων. Εις αυτάς λοιπόν ας ειπούμεν να περιμένουν προς το τέλος, αι δε εγκαταστάσεις των άλλων αρχών σχεδόν έλαβαν την περισσοτέραν νομοθεσίαν. Το όλον όμως και η ακρίβεια εις έν και εις όλα τα ζητήματα της πόλεως και την πολιτικήν διοίκησιν δεν είναι δυνατόν να γίνη σαφές, πριν η έρευνα από την αρχήν να λάβη και τα δεύτερα και τα μεσαία μέρη της και να προχωρήση προς το τέλος. Τόρα λοιπόν προς το παρόν μέχρι της εκτελέσεως της εκλογής των αρχόντων, ως τέλος μεν εις όλα τα προηγούμενα ημπορεί να θεωρηθή τούτο αρκετόν, αλλά της θεσπίσεως νόμων είναι αρχή και δι' αυτό δεν χρειάζεται πλέον αναβολάς και δισταγμούς.
Εντελώς σύμφωνα με την γνώμην μου είπες, καλέ ξένε, τα προηγούμενα, και τόρα, που συνέδεσες την αρχήν με το τέλος όσων είπες και με όσα θα ειπής, πολύ ευπροσδεκτότερα είπες αυτά.
Τότε λοιπόν ίσως καλά επαίζαμεν ημείς οι γέροντες έως τόρα την διασκέδασίν μας.
Καλά υπαινίττεσαι, καθώς φαίνεται, την μελέτην των ανδρών.
Αυτό φαίνεται πιθανόν. Αλλά το εξής ας σκεφθώμεν, μήπως σου φαίνεται καθώς φαίνεται εις εμέ.
Ποίον δηλαδή και περί ποίων;
Γνωρίζεις ότι καθώς των ζωγράφων φαίνεται ότι η εξέτασις περί εκάστου ζώου δεν έχει τέλος, αλλά είτε εις το δυνατά χρωματισμένον ή το αποσβυσμένον ή ό,τι δήποτε το ονομάζουν αυτό οι ζωγράφοι ποτέ δεν φαίνεται ότι ημπορεί να παύση να το τελειοποιή, ώστε πλέον να μην επιδέχεται πρόοδον εις το να φαίνωνται καλλίτερα και ζωντανώτερα τα ζωγραφισμένα.
Σχεδόν σε εννοώ, διότι και ο ίδιος ακούω όσα λέγεις, άλλως τε δεν είμαι ειδικός εις αυτήν την τέχνην.
Και δεν έχασες τίποτε βεβαίως. Ημείς όμως θα χρησιμοποιήσωμεν τον συμπεσόντα τόρα περί αυτής λόγον εις το εξής. Δηλαδή, εάν κανείς σκεφθή να ζωγραφίση εικόνα ζώου και τούτο να μη χειροτερεύη, αλλά να γίνεται καλλίτερον εις το μέλλον διαρκώς, αφού είναι θνητός, εάν δεν αφήση κανένα διάδοχον, ο οποίος θα ημπορή να επιδιορθώνη το ζώον, εάν με τον καιρόν δεικνύη λάθη, και να προσθέτη ό,τι παρέλειψε η τέχνη του, διά να το ζωογονή και να το τελειοποιή, εννοείς ότι τότε διατηρείται πολύ ολίγον καιρόν ο τόσον υπερβολικός του αυτός κόπος;
Αυτό είναι αληθές.
Και λοιπόν; Άραγε δεν σου φαίνεται ότι τοιούτος είναι κάπως ο σκοπός του νομοθέτου; Πρώτον μεν να γράψη τους νόμους όσον το δυνατόν αρκετούς ως προς την ακρίβειαν. Έπειτα όμως όσον περνά ο καιρός και δοκιμάζει εμπράκτως (!) όσα είχε νομίσει ορθά, άραγε νομίζεις ότι υπάρχει κανείς νομοθέτης τόσον ανόητος, ώστε να μη γνωρίζη, ότι είναι επόμενον να παραλείπωνται πάρα πολλά τοιαύτα, τα οποία πρέπει κάποιος να τα ακολουθή και να τα διορθώνη, διά να μη γίνεται διαρκώς χειροτέρα αλλά καλλιτέρα η πολιτεία και η τάξις εις την συνοικισθείσαν πόλιν;
Βεβαίως είναι επόμενον — πώς όχι; — να επιθυμή οποιοσδήποτε το τοιούτον.
Λοιπόν, εάν είχε κανείς καμμίαν μέθοδον δι' αυτό με έργα και με λόγους, διά να εύρη με ποίον τρόπον θα ημπορούσε να διδάξη άλλον είτε περισσότερον είτε ολιγώτερον να εννοήση τούτο, δηλαδή πώς πρέπει να προσέχη και να διορθώνη τους νόμους, δεν είναι αληθές ότι θα εκουράζετο να ομιλή πριν να φθάση εις το τέλος;
Πως όχι;
Λοιπόν προς το παρόν δεν πρέπει και εγώ με σας τους δύο να κάμωμεν το ίδιον;
Τι εννοείς δηλαδή;
Επειδή πρόκειται να νομοθετήσωμεν, εξελέξαμεν δε νομοφύλακας, και επειδή ημείς ευρισκόμεθα εις την δύσιν του βίου μας, αυτοί δε σχετικώς με ημάς είναι νέοι, συγχρόνως μεν, καθώς είπαμεν, πρέπει να νομοθετήσωμεν ημείς, συγχρόνως όμως να προσπαθήσωμεν και αυτούς να τους καταστήσωμεν νομοθέτας και νομοφύλακας όσον είναι δυνατόν.
Αμέ τι άλλο; Εάν βεβαίως έχωμεν αρκετήν ικανότητα.
Όπωσδήποτε πρέπει να προσπαθήσωμεν και να είμεθα πρόθυμοι.
Πώς όχι;
Λοιπόν ας ειπούμεν εις αυτούς: Φίλοι συντηρηταί των νόμων, ημείς εις κάθε ζήτημα διά το όποιον θέτομεν τους νόμους παρά πολλά θα παραλείψωμεν. Διότι αυτό είναι επόμενον. Μολαταύτα, εις όσα δεν είναι μικρά, και το σύνολον όσον εξαρτάται από τας δυνάμεις μας δεν θα το αφήσωμεν αδιαφώτιστον με κάποιαν σκιαγραφίαν. Τούτο όμως το σκιαγράφημα θα είναι ανάγκη να το συμπληρώσετε σεις. Πού όμως πρέπει να αποβλέπετε, διά να εκτελέσετε αυτό, πρέπει να το μάθετε. Δηλαδή ο Μέγιλλος και εγώ και ο Κλεινίας και τα είπαμεν αυτά μεταξύ μας όχι ολίγας φοράς και συμφωνούμεν ότι τα λέγομεν καλά. Σεις όμως θέλομεν να φανήτε εις ημάς ομόφρονες και μαθηταί αποβλέποντες εις όσα και ημείς εσυμφωνήσαμεν μεταξύ μας ότι πρέπει πάντοτε να προσέχη ο νομοφύλαξ και ο νομοθέτης. Η δε συνάντησις γνωμών είχεν ως κυριώτερον προσόν το εξής. Δηλαδή πώς να γίνη κανείς ανήρ ενάρετος αποκτήσας την αρμόζουσαν εις τον άνθρωπον αρετήν της ψυχής από καμμίαν ασχολίαν ή από ήθος ή από κάποιαν κατάκτησιν ή επιθυμίαν ή γνώμην ή κάποια μαθήματα, είτε είναι η φύσις του αρσενική από όλους τους συνοικιστάς είτε θηλυκή, είτε νέου είτε γέροντος, διά να τείνη όλη του η δραστηριότης εις αυτό το ίδιον εις όλην του την ζωήν, από όλα δε τα άλλα όσα είναι εμπόδια εις αυτό να μη φανή ότι προτιμά κανέν οποιοσδήποτε, εις το τέλος δε, και αν φανή αναγκαίον να αναστατωθή η πόλις, να προτιμήση να υποστή τον ζυγόν της δουλείας και να υποταχθή από κατωτέρους του παρά να αφήση την πόλιν και να φύγη. Επομένως όλα αυτά πρέπει να υπομείνουν να τα πάθουν, παρά να δεχθούν άλλο πολίτευμα, το οποίον είναι προωρισμένον να κάμνη χειροτέρους τους ανθρώπους. Αυτά και ημείς προηγουμένως τα παρεδέχθημεν, και σεις τόρα αποβλέποντες και εις τα δύο αυτά, να επαινήτε και να κατακρίνετε τους νόμους, όσοι δεν είναι ικανοί εις αυτά, τους δε ικανούς να τους ασπάζεσθε και να τους δέχεσθε φιλικώς, διά να ζήτε συμφώνως με αυτούς. Τας δε άλλας ασχολίας και τα νομιζόμενα αγαθά, τα οποία τείνουν προς άλλα, πρέπει να τα αποχαιρετήσετε διά παντός. Η αρχή δε των κατόπιν νόμων μας ας είναι πλέον η εξής, λαμβάνουσα έναρξιν από τα ιερά.
Δηλαδή πρέπει πρώτον να εντυπώσωμεν τον αριθμόν των πέντε χιλιάδων σαράντα, πόσας τομάς καταλλήλους είχε και έχει και ολόκληρος και ο χωρισμένος διά τας φυλάς, τον οποίον μάλιστα ωρίσαμεν ως δωδεκατημόριον του όλου σχηματίζον είκοσι φοράς είκοσι ένα. Έχει δε διαιρέσεις δώδεκα μεν ολόκληρος ο αριθμός, δώδεκα δε επίσης και ο αριθμός της φυλής. Λοιπόν έκαστον τμήμα πρέπει να το θεωρώμεν ως ιερόν δώρον του θεού, το οποίον συνοδεύει τους μήνας και την περιστροφήν του σύμπαντος. Διά τούτο και ολόκληρον την πολιτείαν την οδηγεί το θείον έμφυτον και την καθαγιάζει. Ίσως δε άλλοι ορθότερον από άλλους διεμοίρασαν και επιτυχέστερον καθαγίασαν αυτήν την διανομήν. Οπωσδήποτε όμως ημείς τόρα ορθότατα φρονούμεν ότι προτιμώμεν τον αριθμόν πέντε χιλιάδες σαράντα, ο οποίος επιδέχεται όλας τας διαιρέσεις μέχρι των δώδεκα κατά σειράν από το έν εκτός του ένδεκα. Αλλά και αυτός επιδέχεται ελαφράν θεραπείαν. Διότι γίνεται τελείως υγιής, εάν αποχωρισθούν δύο εστίαι (7) Ότι δε αυτά είναι αληθινά, δεν απαιτείται πολύς λόγος, διά να τα αποδείξη με ησυχίαν. Λοιπόν πιστεύσαντες προς το παρόν εις αυτήν την διάδοσιν και τον λόγον ας μοιράσωμεν αυτήν και δι' έκαστον τμήμα ας επικαλεσθώμεν ένα θεόν ή έν τέκνον των θεών και ας του αποδώσωμεν βωμούς και τα σχετικά με αυτούς, και ας εκτελούμεν συγκεντρώσεις διά τας θυσίας των δύο φοράς τον μήνα, ήτοι δώδεκα μεν φοράς το έτος διά την διαίρεσιν της φυλής, δώδεκα δε άλλας διά την όλην διαίρεσιν της πόλεως, πρώτον μεν βεβαίως χάριν των θεών και των σχετικών με τους θεούς, δεύτερον δε χάριν της εξοικειώσεώς μας μεταξύ μας και της γνωριμίας μας, καθώς θα ελέγαμεν, και όλης της επιμιξίας. Διότι διά την συγκοινωνίαν και επιμιξίαν του γάμου είναι ανάγκη να λείψη η άγνοια των προσώπων από τα οποία παίρνει κανείς γυναίκα και εις τα οποία δίδει, και πρέπει προ παντός να φροντίζη κανείς όσον είναι δυνατόν να μην απατάται διόλου εις τα τοιαύτα. Λοιπόν χάριν αυτού του σκοπού πρέπει να κάμνουν και τας διασκεδάσεις, όταν χορεύουν, οι νέοι και αι κόραι, και συγχρόνως να βλέπουν και να βλέπωνται με ώριμον σκέψιν και ηλικίαν, η οποία έχει ευλογοφανείς αφορμάς, γυμνοί και γυμναί έκαστοι έως εις το σημείον της φρονίμου εντροπής. Δι' όλα δε αυτά να γίνωνται επιμεληταί και κοσμήτορες οι άρχοντες των χορών και οι νομοθέται μετά των νομοφυλάκων, εφ' όσον ημείς παραλείψωμεν να ορίσωμεν διατάξεις. Είναι δε επόμενον, καθώς είπαμεν, εις όλα αυτά τα οποία είναι μικρά και πολλά ο μεν νομοθέτης να παραλείψη τίποτε, όσοι δε γίνονται κατ' έτος έμπειροι αυτών από την εφαρμογήν να συνηθίζουν να τα τακτοποιούν και να τα τροποποιούν εις το ορθότερον κατ' έτος, έως ότου να φανή ότι ευρέθη ένας ικανός ορισμός των τοιούτων νομίμων και ασχολιών. Και βεβαίως είναι μέτριον και αρκετόν το δεκαετές διάστημα διά την εμπειρίαν των θυσιών και των χορών διά το όλον και διά τας λεπτομερείας, ενόσω μεν ζη και ο θεσπίσας αυτά νομοθέτης, από κοινού με αυτόν, μετά δε τον θάνατόν του εκάστη αρχή να συνεισφέρη εις την επανόρθωσιν των ελλείψεων της αρχής της, έως ότου να φανή ότι εδόθη πέρας εις την καλήν επεξεργασίαν. Τότε δε πλέον να τους θεσπίσουν ως αμετακινήτους θεσμούς και να τους μεταχειρίζωνται μαζί με τους άλλους νόμους, τους οποίους ώρισε εις την αρχήν ο θέσας τους νόμους εις αυτούς, ώστε να μη τους μεταθέτουν εκουσίως, ποτέ εις τίποτε. Εάν δε εφαίνετό ποτε ότι τους ευρήκε κάποια ανωτέρα βία, τότε να συνέλθουν εις συμβούλιον όλαι αι αρχαί, και όλος ο λαός και όλαι αι μαντείαι των θεών, και, αν μείνουν σύμφωνοι όλοι, τότε μόνον να τους μετακινήσουν, αλλέως όμως ουδέποτε με κανένα τρόπον, αλλά πάντοτε να νικά ο αντιδραστικός συμφώνως με τον νόμον.
Λοιπόν οσάκις κανείς από τους εικοσιπενταετείς την ηλικίαν παρατηρών και παρατηρούμενος από άλλους νομίση ότι ευρήκε πρόσωπον καθώς το σκέπτεται και αρμόδιον διά να αποκτήση και γεννήση τέκνα, ας υπανδρευθή οποιοσδήποτε και αν είναι εντός των τριανταπέντε ετών. Πώς όμως πρέπει να ζητή το πρέπον και αρμόδιον πρόσωπον ας το ακούση πρώτον. Δηλαδή, καθώς λέγει ο Κλεινίας, πρέπει να προτάξωμεν εις έκαστον νόμον το σχετικόν προοίμιον.
Πολύ καλά, φίλε Ξένε, το εκράτησες εις την μνήμην σου, και επέτυχες ευκαιρίαν διά τον λόγον πολύ κανονικήν, καθώς μου φαίνεται.
Καλά λέγεις. Λοιπόν ας ειπούμεν: Καλό παιδί γεννημένον από καλούς γονείς, οφείλεις να κάμης γάμους που εγκρίνονται από τους ορθοφρονούντας, οι οποίοι θα σε εσυμβούλευαν να μην αποφεύγης τον γάμον με πτωχούς ούτε να επιδιώκης εξαιρετικώς τον γάμον με τους πλουσίους, αλλά, εάν όλα τα άλλα ισοφαρίζουν, να προτιμάς πάντοτε να έλθης εις επιμιξίαν με τον υποδεέστερον. Διότι τούτο και εις την πόλιν είναι συμφέρον και εις τας συνδεομένας οικογενείας. Διότι το ομαλόν και κανονικόν είναι χιλιάκις προτιμότερον από το ασύμμετρον ως προς την αρετήν. Και πρέπει να φροντίση να γίνη συγγενής με συνετούς πατέρας όστις γνωρίζει διά τον εαυτόν του ότι είναι ακάθεκτος και προβαίνει ορμητικώτερον του δέοντος εις όλας του τας πράξεις. Όστις δε έχει αντίθετα φυσικά πρέπει να επιζητή τα αντίθετα συμπεθερικά. Και γενικώς δι' όλους τους γάμους ας υπάρχη είς κανών. Δηλαδή έκαστος οφείλει να συνάπτη τον συμφέροντα εις την πόλιν γάμον και όχι τον ηδονικώτερον διά το άτομόν του. Αλλά έκαστος ωθείται φυσικά προς τον ομοιότατόν του, και διά τούτο όλη η πόλις γίνεται ανώμαλος και εις τα χρήματα και εις τους χαρακτήρας. Ως εκ τούτου όσα δεν θέλομεν να μας συμβούν, αυτά περισσότερον συμβαίνουν εις όλας τας πόλεις. Λοιπόν το να επιβάλλωμεν αυτά ρητώς διά νόμου, δηλαδή να μην υπανδρεύεται ο πλούσιος με πλουσίαν κόρην, ούτε ο έχων μεγάλην πολιτικήν δύναμιν με κόρην άλλου ομοίου του, τους δε ζωηρούς εις τα ήθη να τους αναγκάζωμεν να ζητήσουν εις γάμον από τους νωθροτέρους, και τους νωθροτέρους από τους ζωηροτέρους, όχι μόνο θα ήτο γελοίον, αλλά πιθανόν και να προκαλέση εμπάθειαν εις πολλούς. Διότι δεν είναι εύκολον να εννοήσουν ότι η πόλις πρέπει να μετριασθή ωσάν κρατήρ, του οποίου ο φλογισμένος μεν οίνος βράζει και χύνεται, ο δε μετριαζόμενος από άλλον νηφάλιον θεόν, αφού λάβη καλήν συμμετοχήν, κατασκευάζει καλόν ποτόν και μετριασμένον. Αυτό λοιπόν, διά να ειπώ ούτω πως, κανείς δεν έχει την ικανότητα να το ιδή ότι συμβαίνει εις την επιμιξίαν της τεκνοποιίας. Δι' αυτό λοιπόν είναι ανάγκη τα τοιαύτα από μεν τον νόμον να παραλειφθούν, διηγούμενος δε κανείς αυτά μαγικώς να προσπαθή να πείση έκαστον να θεωρή πολύ προτιμοτέραν την ομαλότητα των υιών του παρά την ισότητα εις προίκα η οποία είναι ακόρεστος απληστία, και με ονειδισμούς να αποτρέπη τον φροντίζοντα διά χρήματα εις τον γάμον, όχι όμως να τον υποχρεώνη με γραπτόν νόμον.
Λοιπόν διά τους γάμους αυτά τα ανακουφιστικά λόγια ας είναι αρκετά, και μάλιστα και όσα ελέχθησαν προηγουμένως από αυτά, ότι δηλ. πρέπει να διατηρούμεν την διαιώνισιν της φύσεώς μας αφήνοντες τέκνα των τέκνων μας και να τα παραδίδωμεν εις τον θεόν ως υπηρέτας εις αντικατάστασίν μας. Λοιπόν όλα αυτά και ακόμη περισσότερα ημπορεί να ειπή κανείς διά το ζήτημα των γάμων, πώς πρέπει να γίνωνται, διά να κάμη ορθόν προοίμιον. Αν δε τυχόν κανείς δεν πείθεται εκουσίως, κρατή δε τον εαυτόν του ξένον και ακοινώνητον μέσα εις την πόλιν και μένων άγαμος φθάση εις το τριακοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας του, ας πληρώνη πρόστιμον κατ' έτος, και, εάν μεν ανήκη εις το ανώτερον τίμημα, ας πληρώνη εκατόν δραχμάς, εάν δε εις το δεύτερον, εβδομήντα, εάν δε εις το τρίτον, εξήντα, εάν εις δε το τέταρτον, τριάντα. Αυτό δε ας είναι ιερόν χρήμα της Ήρας. Όστις δε δεν πληρώνει κατ' έτος ας χρεωστή δεκαπλάσιον. Ας το εισπράττη δε ο ταμίας της θεάς αυτής, εάν δε δεν το εισπράξη, ας το χρεωστή ο ίδιος, και κατά την παράδοσιν της διαχειρίσεως ας είναι υπόχρεος να δώση λόγον εις όλους δι' αυτό. Ως προς τα χρήματα λοιπόν όστις δεν θέλει να υπανδρευθή ας τιμωρήται κατ' αυτόν τον τρόπον, από πάσαν τιμήν δε προερχομένην από τους νεωτέρους ας είναι άτιμος, και κανείς από τους νέους ας μην υπακούη προθύμως εις αυτόν. Εάν δε δοκιμάση να τιμωρήση κανένα, ας βοηθήση ο καθείς τον αδικούμενον και ας τον υπερασπισθή εάν δε δεν βοηθήση όστις παρευρεθή, ας θεωρήται από τον νόμον ότι είναι δειλός και κακός πολίτης. Περί δε της προικός ωμιλήσαμεν μεν και προηγουμένως, αλλά ας ομιλήσωμεν και πάλιν ότι ίσα απέναντι ίσων ζημιώνεται κανείς, όταν ούτε λαμβάνη γυναίκα ούτε προικίζη κόρην ένεκα ελλείψεως χρημάτων, διά να γηράσκουν άγαμοι οι πτωχοί. Διότι βεβαίως τα απολύτως αναγκαία υπάρχουν εις όλους τους κατοίκους αυτής της πόλεως, εξ άλλου όμως ολιγωτέρα υπερηφάνεια, θα υπάρχη εις τας παροίκους γυναίκας, και πάλιν δουλοπρέπεια ανελεύθερος εις τους υπανδρευθέντας χάριν των χρημάτων. Και όστις μεν πείθεται θα κάμη αυτό το οποίον είναι έν από τα ωραία πράγματα, όστις όμως δεν πείθεται και δίδει ή λαμβάνει άνω των πενήντα δραχμών εις τόπον φορεμάτων, (προικιών) άλλος δε άνω της μνας και άλλος μιάμιση μναν και άλλος δύο μνας από τους ανήκοντας εις το ανώτατον τίμημα, ας χρεωστή εις το δημόσιον άλλο τόσον, το δε δοθέν ή ληφθέν ας είναι ιερόν χρήμα της Ήρας και του Διός, ας το εισπράττουν δε οι ταμίαι αυτών των θεών, καθώς είπαμεν διά τους αγάμους ότι πρέπει να το εισπράττουν εκάστοτε οι ταμίαι της Ήρας, ειδεμή να το πληρώνουν εξ ιδίων των. Ευθύνη δε πληρωμής έγκυρος ας είναι πρώτη μεν του πατρός, δευτέρα δε του πάππου, τρίτη δε των ομοπατρίων αδελφών εάν όμως δεν υπάρχη κανείς από αυτούς, κατόπιν να είναι έγκυρος επίσης η εγγύησις των αναλόγων συγγενών εκ μέρους της μητρός. Εάν δε συμβή έκτακτος σύμπτωσις ορφανίας, τότε να έχουν κύρος οι σχετικώς πλησιέστεροι εκάστοτε συγγενείς μαζί με τους επιτρόπους. Όσον δε διά τους αρραβώνας προ των γάμων ή διά καμμίαν παρομοίαν ιερουργίαν, η οποία είναι πρέπον να γίνη διά τους μέλλοντας ή γινομένους ή γενομένους γάμους, πρέπει κανείς να ερωτά τους ερμηνευτάς και υπακούων εις εκείνους να φρονή ότι όλα τα κάμνει καθώς πρέπει.
Διά δε τα φιλεύματα πρέπει να προσκαλούμεν φίλους και φίλας όχι περισσοτέρους των πέντε από έκαστον φύλον, από τους συγγενείς δε και τους οικιακούς επίσης άλλους τόσους, έξοδα δε να μη γίνωνται περισσότερα από ό,τι επιτρέπει η περιουσία κανενός, και ο μεν ανώτερος εις τον πλούτον ας εξοδεύη μίαν μναν, ο δε δεύτερος το ήμισυ του ποσού αυτού, οι δε άλλοι κατά την ιδίαν αναλογίαν της ελαττώσεως του τιμήματος εκάστου. Και τον μεν πειθόμενον εις τον νόμον όλοι πρέπει να επαινούν, τον δε απειθή ας τον τιμωρούν οι νομοφύλακες ως απειρόκαλον και απαίδευτον ως προς τους νόμους των γαμηλίων Μουσών. Να πίνουν δε διά μέθην ούτε εις άλλας περιστάσεις αρμόζει εκτός εις τας εορτάς του θεού ο οποίος έδωκε τον οίνον (8) ούτε είναι ασφαλές τούτο. Επομένως δεν πρέπει να πίνη ούτε όστις φροντίζει σοβαρώς διά τον γάμον, εις τον οποίον πρέπει προ παντός να είναι νηφάλιος και η νύμφη και ο γαμβρός, αφού υφίστανται όχι επουσιώδη μεταβολήν της ζωής των, συγχρόνως δε διά να γεννηθή και το γεννώμενον όσον το δυνατόν από γονείς φρονιμωτέρους. Διότι σχεδόν είναι αβέβαιον ποία νυξ ή ποίον φως θα γεννήση αυτό με θέλημα θεού. Εκτός τούτου δεν πρέπει η τεκνοποιία να γίνεται με σώματα παραλυμένα από την μέθην, αλλά να δημιουργηθή το φυτευόμενον τέκνον συμπαγές και αδιάσπαστον και φιλήσυχον με καλήν ώραν. Ο δε μεθυσμένος και ο ίδιος σύρεται παντού και σύρει λυσσαλέως και με το σώμα και με την ψυχήν, επομένως είναι ακατάλληλος διά να σπείρη ο μεθυσμένος και συγχρόνως κακός, ώστε θα γεννήση ακανόνιστον και άπιστον και όχι ορθόφρον ήθος ούτε σώμα καλόν καθ' όλα τα φαινόμενα. Διά τούτο και εις το άλλο διάστημα του έτους και την ζωήν, προ πάντων όμως εις το διάστημα της τεκνοποιίας, πρέπει να προσέχη και να μη πράττη ούτε όσα είναι νοσηρά, όσον εξαρτάται από την θέλησίν του, ούτε όσα σχετίζονται με την ατασθαλίαν και την αδικίαν. Διότι τούτο κατ' ανάγκην αποτυπώνεται εις τας ψυχάς και τα σώματα των γεννωμένων και γεννά όλως διόλου μηδαμινώτερα. Εξαιρετικώς δε εκείνην την ημέραν και την νύκτα πρέπει να απέχουν από αυτά τα πράγματα. Διότι η καλή αρχή και ο θεός πρωτοστατούν εις τους ανθρώπους και σώζουν τα πάντα, εάν απολαμβάνουν από έκαστον την αρμόζουσαν εις αυτούς τιμήν. Όστις δε υπανδρεύεται πρέπει να φρονή ότι από τας δύο οικίας του κλήρου του η μία είναι ως άλλη φωλεά προς γέννησιν και ανατροφήν νεοσσών και ότι πρέπει να αποχωρισθή από τον πατέρα του και την μητέρα του και εκεί να κατοικήση και να ανατρέφη τα τέκνα του. Διότι εις τας φιλίας, εάν μεν γίνωνται επιθυμητά τα πρόσωπα από απουσίαν, στερεώνουν και συσφίγγονται τα ήθη των. Όταν όμως η συναναστροφή είναι βαρετή και δεν συνοδεύεται από τον πόθον ένεκα απουσίας, κάμνει αυτήν να εξατμίζεται και από τους δύο, εκ του υπερβολικού κορεσμού. Δι' αυτό λοιπόν πρέπει να παραιτήσουν εις τον πατέρα των και την μητέρα των και εις τους συγγενείς της γυναικός των τας οικίας αυτών, και αυτοί να έλθουν ως εις αποικίαν εις την άλλην οικίαν και εκεί να είναι οι ίδιοι επιθεωρηταί και επιθεωρούμενοι και να γεννούν και να ανατρέφουν τέκνα, διά να συνεχίζουν την ζωήν ωσάν μεταλαμπαδευόμενον φως από χέρι εις χέρι και να λατρεύουν διαρκώς τους θεούς συμφώνως με τους νόμους.