ΗΜΙΧΟΡΙΟ Α΄ (Ο ΗΓΕΜΩΝ)
Να, του στρατού ο κατάσκοπος, αν δε γαλιούμαι,
κάποια καινούγιαν είδηση, φίλες, μας φέρνει
με βία τ’ αδράχτια στρέφοντας των ποδαριώ του.
ΗΜΙΧΟΡΙΟ Β΄ (Ο ΗΓΕΜΩΝ)
Μα να κι ο ίδιος ο βασιλιάς, ο γυιός του Οιδίπου,
να μάθη φτάνει σε καιρό τα νέα τ’ αγγέλου
κι από τη βία κι αυτός δεν πάει τα πόδια ταίρια.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα πω, καλά γνωρίζοντας, για τους εχθρούς μας
το πώς καθένας έλαχε κλήρο στις πόρτες.
Πρώτα ο Τυδέας μπρος στις πύλες τις Προιτίδες
φρουμάζει∙ μα το ρέμμα του Ισμηνού ο μάντης
δεν τον αφήνει να περάση∙ γιατί δείχνουν
όχι καλά οι θυσίες∙ μα ξεφρενιασμένος
εκείνος και διψώντας πόλεμο και μάχη
με σουριχτά μεσημερνά χουγιάζει ως δράκος
και λούζει με βρισιές το σοφό μάντη Οικλείδη
πως μπρος στον πόλεμο απ’ τον φόβο του κωλώνει.
Τέτοια φωνάζοντας κουνεί τρεις δασιούς λόφους
χήτες του κράνους του, και κάτω απ’ την ασπίδα
κουδούνια χάλκινα τρομάρα ηχολογούνε,
κ’ έχει περήφανο σημάδι επάνω, τέτοιο:
τον ουρανό που αστράφτει απ’ άστρα δουλεμένο,
και μες στη μέση σ’ όλη του τη λάμψη πρέπει
τ’ ολόγιομο φεγγάρι της νυχτός το μάτι.
Και ξώφρενα έτσι στα περήφαν’ άρματά του
κοντά στου ποταμού τις όχθες ξεφωνίζει
διψώντας πόλεμο, σαν το άτι που απ’ τη ζώρη
λεχομανάει των γκεμιώ κι όταν ακούγει
το κράξιμο της σάλπιγγας ανατρανίζει.
Ποιόν κατ’ αυτό θα τάξης; ποιος, σαν ανοιχτούνε
του Προίτου οι πόρτες, άξιος να τις διαφεντέψη;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δεν είμ’ εγώ στολίδια αντρός να με τρομάξουν
κι ούτε λαβωματιές δίνουνε τα σημάδια∙
φούντες, κουδούνια δε δαγκάνουν δίχως δόρυ,
κ’ η νύχτ’ αυτή που λες επάνω στην ασπίδα
πως είναι, αστράφτοντας με τ’ ουρανού τ’ αστέρια,
μάντης μπορεί με κάποια σημασία να γίνη∙
γιατί αν η νύχτα του θανάτου πέση επάνω
στα μάτια αυτού, που το περήφανο έχει το σημάδι,
σωστά και δίκια θεν’ αξίζη τ’ όνομά του
κι αυτό πόχει να πάθη ο ίδιος θα μαντέψη.
Μα εγώ τον άξιο αντίκρυ στον Τυδέα θα τάξω,
γυιό του Αστακού, την πύλη αυτή να διαφεντεύη,
πολύ ευγενή και της Ντροπής τιμάει το θρόνο
και τα περήφανα που εχρεύεται τα λόγια,
αργός στα αισχρά---δειλός δε συνηθίζει να ’ναι∙
κ’ η ρίζα του απ’ των Σπαρτιατών βαστάει το γένος
π’ άφησ’ ο Άρης ζωντανούς∙ στ’ αλήθεια ντόπιος
ο Μελάνιππος∙ κι ο Άρης στους κύβους θα το δείξη.
Και για τη μάννα που τον γέννησε τον στέλλει
το δίκιο της συγγένειας, παρά καθ’ άλλον,
το κοντάρι το εχθρικό για ν’ αποκρούση.
ΧΟΡΟΣ
Να δώση ο θεός και να πετύχη
ο αγωνιστής μου, που τον στέλλει
το δίκιο πρόμαχο της πατρίδας∙
μα τρέμω να ιδώ αιματοφόρους
θρήνους για φίλους σκοτωμένους.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σ’ αυτόν έτσ’ οι θεοί να δώσουν να νικήση.
Τώρα, κληρώθηκε στις πύλες τις Ηλέκτρες
ο Καπανεύς, γίγας αυτός και πιο μεγάλος
από τον πρώτο που είπαμε∙ κ’ η έπαρση
είν’ αυτουνού όχι να πης σα να ’ν’ ανθρώπου∙
τι λέει φοβέρες για τους πύργους μας τρομερές
π’ άμποτε η Τύχη να μη δώση ν’ αληθέψουν.
Θέλει δε θέλει, λέει, ο θεός, θενά κουρσέψη
την πόλη μας∙ κι ουδέ του Δία αν πέση ακόμη
ο κεραυνός να τον μποδίση θα ημπορούσε∙
γιατί τις αστραπές και τα κεραυνοβόλια
όμοια με τις μεσημερνές, λέει, κάψες τα ’χει.
Και έχει σημάδι άντρα γυμνό που κρατεί φλόγα
και λάμπ’ η δάδ’ αρματωμένη στη δεξιά του
και με χρυσά ψηφιά «Θα κάψω, λέει, την πόλη».
Σ’ αυτόν ποιος θα παραταχθή τον τέτοιον άντρα;
Ποιος άτρομος στις καύχησές του θα ’βγη εμπρός του;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Κι απ’ το κέρδος αυτό άλλο γεννιέται κέρδος.
Η γλώσσ’ αληθινά προδίνει των ανθρώπων
τους μάταιους λογισμούς∙ έτσι κι ο Καπανέας
μας φοβερίζει, έτοιμος και να το δείξη∙
βρίζοντας τους θεούς το στόμα του γυμνάζει
σε μπόσικη χαρά, και θνητός όντας στέλνει
ξεφωνητά στο Δία λόγια φουσκωμένα.
Μα έχω τα θάρρη μου πως θα ’ρθη με το δίκιο
επάνω του του κεραυνού η φωτιά, που διόλου
με τις μεσημερνές τις κάψες δε θα μοιάζη.
Σ’ αυτόν λοιπόν, όσο γλωσσάς και να ’ναι, αντίκρυ
έχει ταχθή, με αντρεία ψυχής, ο Πολυφόντης
φύλακας άξιος μπιστεμού, με τη βοήθεια
της Άρτεμης προστάτισσας και θεών των άλλων.
Λέγε άλλον τώρα σ’ άλλες κληρωμένο πύλες.
ΧΟΡΟΣ
Ας πάη με τις φοβέρες του κι αυτός
κι αστροπελέκι ας τον ποδίση
πριν μεσ’ στα σπίτια μου χυμίση,
και με περήφανο κοντάρι
απ’ την παρθενική φωλιά μου
μπορέση να με ξεπορτίση.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Και λοιπόν ποιος κληρώθηκε θα πω κατόπι
σε πύλες∙ τρίτος του Ετέοκλου τρίτου ο κλήρος
από το βάθος πήδησε του χαλκού κράνους,
τις Νήτιδες με το στρατό του να προσβάλη.
Και τ’ άτια του στροφογυρνά, που μες στα γκέμια
φρουμάζουν θέλοντας να πέσουν μες στις πόρτες,
κι άγρια σουρίζουν οι χυμοί που απ’ τα ρουθούνια
τα φουσκωμένα φυσομάνισμα γιομίζουν.
Κ’ είναι πλασμέν’ η ασπίδα του μ’ έν’ άξιον τρόπο:
άντρας αρματωμένος τα σκαλιά ’νεβαίνει
σκάλας σε πύργο εχθρών, που θέλει να τον πάρη,
κι αυτός με χαραμμένα γράμματα φωνάζει
πως ουδ’ ο Άρης θα τον βγάλη απ’ τους πύργους.
Στείλε λοιπόν και κατ’ αυτόν ένα να ’ν’ άξιος
από ζυγό σκλαβιάς να σώζη αυτή την πόλη.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Λοιπόν θα στείλω αυτόν κ’ η καλή ώρα να ’ναι!
και στέλλετ’ ένας που δεν έχει την περφάνεια
στα χέρια του, ο Μεγαρεύς του Κρέοντος σπέρμα
απ’ των Σπαρτών το γένος, που δε θα τρομάξη
το λυσσασμένο χουγιατό των αλογήσιων
φρουμανισμάτων να κωλώση από τις πύλες∙
μα ή με το αίμα του το χρέος του θα πλερώση
στη γη μας, ή τους δυο τους άντρες και την πόλη
θα πάρη, που ’ν’ επάνω στην ασπίδα εκείνου,
να στολίση μ’ αυτά το πατρικό του σπίτι.
Λέγε άλλων καύχησες και μη μου τις ζηλεύης.
ΧΟΡΟΣ
Εύχομαι σε καλό να βγούν,
ω πρόμαχοι των εστιών μας,
και κείνοι ας βλαστημούν∙
κι όπως περήφανα καυχιούνται
με μανιωμένα φρένα,
έτσ’ ας τους δη κι ο Δίας ο εκδικητής
με βλέμματα ωργισμένα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τέταρτος τις γειτονικές κρατόντας πύλες
της Όγκας Αθηνάς, με αντάρα στέκει εμπρός των
του Ιππομέδοντα η κορμοστασιά η μεγάλη.
Και τόσο αλώνι (της ασπίδας λέω τον κύκλο)
δείλιασα π’ αναγύρισε και δεν τ’ αρνιούμαι.
Δε θα ’ταν βέβαια του γλυκού νερού ο τεχνίτης
που τέτοια σκάλιξε δουλειά σ’ αυτήν επάνω:
τον Τυφώνα που βγάζει από το στόμα φλόγες
με καπνό μαύρο, της φωτιάς το στριφτό αδέρφι∙
και γύρου μ’ αρμαθιές είναι στρωμένο φείδια
της κοιλοτούμπανής του ασπίδας το στεφάνι.
Ρέκαξ’ αυτός κι απ’ το θεό γιομάτος Άρη
λυσσάει για αίμα, σα
μαινάδα, μ’ άγρια μάτια∙
και πρέπει απ’ την
ορμήν αυτού να φυλαχθούμε
π’ από τώρα σκορπούν το φόβο οι κομπασμοί του.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Πρώτα, η Όγκα η Αθηνά, που ’ναι στημένη
κοντά στην πύλη, εχθρεύοντας τις περηφάνειες,
τον άγριον όφιο απ’ τα κλωσσόπουλα θα διώξη∙
έπειτα, ο γυιός του Οίνοπου ο αντρείος Υπέρβιος
διαλέχτηκε γι’ αυτόν, ποθώντας να ξαγκρίση
τη μοίρα του σ’ αυτής της τύχης την ανάγκη∙
ούτε στη δύναμη ούτε στην καρδιά ή την τέχνη
των αρμάτων ψεγάδι να του βρης δεν έχει∙
κι ορθά τους έσμιξ’ ο Ερμής∙ εχθροί κ’ οι δυό τους
θα ’ρθούν στα χέρια κι εχθρικούς θεούς επάνω
θα κρούξουν στις ασπίδες των, γιατί έχει ο ένας
τον τυφώνα που βγάζει από το στόμα φλόγες
και στου Υπέρβιου ο Δίας πατέρας την ασπίδα
στητός, τινάζει φλογερό στα χέρια βέλος.
Καθώς λοιπόν των θεών αυτών είναι η φιλία
έτσι κ’ οι δυό οι αντίπαλοι βέβαια θα πράξουν∙
κ’ είμαστε με των νικητών εμείς το μέρος,
κείνοι των νικημένων∙ αφού βέβαια ο Δίας
ανώτερος στον πόλεμο απ’ τον Τυφώνα είναι,
τον Δία κανείς να νικηθή δεν είδε ως τώρα,
και στον Υπέρβιο, σύμφωνα με το έμβλημά του,
ας τον γλυτώνη, πότυχε στ’ όπλο του επάνω.
ΧΟΡΟΣ
Πιστεύω αυτός που στην ασπίδα του κρατεί
τον άγριο τον αντίμαχο του Δία
το δαίμονα το γυιό της γης,
εικόνα μισητή κι απ’ τους ανθρώπους
κι απ’ τους πολύχρονους θεούς,
εμπρός στις πύλες μας αυτές
την κεφαλή του να συντρίψη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ο θεός να δώση∙ κ’ έρχομαι στον πέμπτο τώρα,
που τάχθηκε στη Βορεινή, την Πέμπτη πύλη,
κοντά στου Διογένους Αμφίονος το μνήμα.
Κι ομώνει στο κοντάρι πόχει---που καυχιέται
πως πιο κι απ’ το θεό τιμά κι από το φως του---
πως ότι των Καδμείων την πόλη θα κουρσέψη
στου Δία το πείσμα∙ τέτοια λέει, βουνήσιας μάννας
βλαστάρι ωριόπλωρο κι αντρόπαιδον αρχάρης,
που ότι και ξεμυτάει στο μάγουλό του χνούδι,
σγουρή τρίχα δασειά που η πρώτη νιότη αδρύνει∙
κι όμως ωμό κι όχι με το παρθενικό του
τ’ όνομα σύμφωνο έχοντας το φρόνημά του
και γοργ’ ανάβλεμμα, στέκει εμπροστά στις πύλες
κι όχι με δίχως καύχησες στις πύλες στέκει.
Γιατί εκουνούσε στη χαλκόδετή του ασπίδα
---το κυκλωτό προφύλαγμα του σώματός του---
της πόλεώς μας τ’ όνειδος: της σαρκοφάγας
της Σφίγγας καρφωτή με τέχνη επάνω εικόνα
λαμπρή, κρουστή κ’ έχει στα νύχια ένα Θηβαίο,
που επάνω του τα πιότερα να πέφτουν βέλη.
Και φαίνεται ήρθεν όχι για να παζαρέψη
τον πόλεμο κι ουδέ το διάβα να ντροπιάση
του μακρυνού του δρόμου ο Αρκάς Παρθενοπαίος.
Ξένος αυτός, μα πρόθυμος για να πληρώση
καλά θροφεία στο Άργος, τέτοια φοβερίζει
τους πύργους μου, που είθε ο θεός να μην τα δώση.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Να ’ταν απ’ τους θεούς τα επίχειρα να βρίσκαν
των λογισμών των, κ’ ήθελε μαζί μ’ εκείνες
χαθούν πανάθλια οι ανόσιες καύχησές των.
Μα και γι’ αυτόν που λες βρίσκεται τον Αρκάδα
ένας με δίχως πολλά λόγια, μα που βλέπει
να δουλεύη το χέρι του, ο Άκτορας, τ’ άλλου
που ’παμε πρι αδερφός, και που δε θεν’ αφήση
μια γλώσσα δίχως φράκτες πλημμυρώντας έξω
από τις πύλες να πληθύνη τα δεινά μας,
κι ουδέ στα κάστρα μέσα να περάσ’ η εικόνα
του μισητού θεριού πόχ’ η εχθρικιά η ασπίδα∙
μα ’π’ όξω , με τον κύρη της θα ’χη να κάμη
όταν θα τρώη πυκνές κρουξιές κατ’ απ’ την πόλη.
Κι αν θέλη ο θεός τα λόγια μου να βγούνε αλήθεια.
ΧΟΡΟΣ
Περνάει τα σωθικά μου ο φόβος
κι ορθές σηκώνουνταί μου οι τρίχες
ακούοντας τα παχιά τα λόγια
από το φουσκωμένο στόμα
ανθρώπων ασεβών,
π’ άμποτ΄εδώ από τους θεούς
τέλος κακό να βρουν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ο έκτος που θα πω είν’ άνθρωπος με γνώση
κι αντρεία ξεχωριστή, ο Αμφιάραος μάντης.
Αυτός, ταγμένος στις Ομολωΐδες πύλες,
ένα σωρό βρισιές ψάλλει για τον Τυδέα,
τον αντροφόνο και της πόλεως ταραξία
τον πιο μεγάλο δάσκαλο κακών για τ’ Άργος,
της Ερινύας κλητήρα, υπουργό θανάτου,
του Αδράστου συμβουλάτορα των κακών τούτων∙
κ’ ύστερα πάλι στρέφοντας στον αδελφό σου
με μάτια ’νάστροφα τον κράζει «Πολυνείκη»
χωρίζοντας σε δυό στο τέλος τ’ όνομά του.
Και τέτοια λέει το στόμα του: «Είν’ αυτό πράμα
που να το θέλουν οι θεοί; και να τ’ακούσουν
καλό, και να το λένε κ’ οι κατοπινοί μας;
τη γη την πατρική και τους θεούς τους ντόπιους
ν’ απορημάζης φέρνοντας στρατό απ’ όξω;
Ποια τιμωρία θα στεγνώση δάκρυα μάννας;
και πώς η πατρική σου χώρα κυριευμένη
από το ζήλο σου, θα γίνη σύμμαχός σου;
Εγώ θε να δοξάσω αλήθεια αυτό το χώμα
κάτω από χώραν εχθρική κρυμμένος μάντης∙
ας κτυπηθούμε, όχι άδοξο θάνατο ελπίζω».
Τέτοια, κρατώντας την ολόχαλκή του ασπίδα
ήσυχα ο μάντης έλεγε κι ούτε σημάδι
κανένα είχ’ επάνω της γιατί αυτός θέλει
όχι να φαίνεται, μ’ άριστος να ’ν’ στ’ αλήθεια
βαθύ καρπολογώντας μες στο νου του αυλάκι
που μέσαθέ του οι πάνσοφες βουλές βλασταίνουν.
Γι’ αυτόν σοφούς κι αντρείους να στέλνης αντιμάχους
γιατί όποιος σέβεται θεό, να τον φοβάσαι.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Ω τύχη αλλοίμονο, που σμίγεις τους ανθρώπους
τον ευσεβή μαζί με τους ασεβεστέρους!
Μες σ’ όλα τίποτε χειρότερο δεν έχει
απ’ την κακή τη συντροφιά∙ σοδειά δεν είναι
να περιμένης. Θάνατος καρπολογιέται
μονάχ’ από της αμαρτίας τα χωράφια.
Γιατί, σαν μπη ένας δίκαιος μες σε καράβι
με ναύτες παρανόμους κι άξιους για το κάθε,
μαζί με την αντίθεη τη γενιά βουλιάζει∙
ή με τους συντοπίτες του τους εχθροξένους
που δεν θυμούνται το θεό, και δίκαιος να ’ναι,
στα ίδια δίχτυα πιάστηκε με τους αδίκους
κι απ’ του θεού την ίδια οργή χάθηκε μ’ όλους .
Έτσι κι αυτός, του Οϊκλέους ο γυιός ο μάντης,
φρόνιμος, δίκαιος, ευσεβής κι αγαθός άντρας
μέγας προφήτης, σμίγοντας χωρίς να θέλη
μ’ αυθαδοστόμους ασεβείς ανθρώπους, όπου
να στρέψουν πολεμούν τη μακριά στράτα πίσω,
---ο θεός το θέλει---θα συρθή κι αυτός μαζί τους.
Και ναι μεν, νομίζω πούτε καν δε θα προσβάλη
αυτός τις πύλες, κι όχι βέβαια από δειλία,
μα ξέρει πως ανάγκ’ είναι να σκοτωθούνε,
αν θα καρποφορήσουν οι χρησμοί του Φοίβου∙
όμως σ’ αυτόν αντίκρυ θυρωρό θα τάξω
εχθρόξενο το δυνατό Λασθένη, που είναι
στη γνώση γέροντας, μα έχει κορμί ενός νέου
γοργοπόδαρη ορμή κι όχι οκνηρό το χέρι
τ’ απόσκεπα ν’ αρπάξη εχθρού με το κοντάρι∙
κ’ ή να σωπαίνει ή τα πρεπά αγαπά να λέη∙
μα η νίκη δώρο του θεού στον άνθρωπο είναι.
ΧΟΡΟΣ
Εσείς π’ ακούτε, θεοί, από ψηλά
τα δίκια μου παρακάλια
κάμετ’ η πόλη να νικήση∙
και στων εχθρών, που πλάκωσαν τη γη μου, τα κεφάλια
στρέψατε του πολέμου τα κακά,
κι όξω απ’ τους πύργους κεραυνούς
ο Δίας να τους κάψη ας ρίξη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Και τώρα έβδομος στην έβδομη την πύλη,
ο ίδιος ο αδερφός σου, τι κατάρες λέει
θα πω και τι κακά να βρούνε αυτή την πόλη∙
τα κάστρα μας αφού πατήση και της χώρας
κηρυχθή βασιλιάς, της νίκης ν’ αλαλάξη
παιάνα κ’ έπειτα να ’ρθή με σε στα χέρια
κ’ ή να ποθάνη πλάι σου σκοτώνοντάς σε
ή ζωντανό σου εκδικηθή την ατιμία
της εξορίας του διώχνοντας όμοια και σένα.
Τέτοια φωνάζει και καλεί τους γενεθλίους
θεούς της πατρικής του χώρας, να γενούνε
επάκουοι αυτών του των ευχών, ο Πολυνείκης.
Κι ασπίδα καλοβάσταγη κρατάει καινούργια
μ’επάνω της διπλό σημάδι δουλεμένο:
έναν πολεμιστή να ιδής χρυσοφτιασμένο
που μια γυναίκα με σεμνό τρόπ’ οδηγάει∙
η Δίκη λέει πως είναι τάχα, καθώς λένε
τα γράμματα: Θα φέρω πίσω αυτόν να πάρη
τη χώρα του και των σπιτιών του την κυβέρνια.
Τέτοιες εκείνων είναι οι φαντασιές∙ τώρα
ο ίδιος κρίν’ εσύ ποιο σκέπτεσαι να στείλης.
Βέβαια παράπονο μ’ εμέ για τις ειδήσεις
που σου ’φερα δε θα ’χης∙ μα ο ίδιος τώρα
κρίνε το πλοίο της πόλεως να κυβερνήσης.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Ω θεομίσητ’ εσύ και πολύ θεοβλαμμένη
του Οιδίπου, ω παντοδάκρυτη γενεά δική μου,
ωιμέ! και πιάνουν τώρα οι πατρικές κατάρες.
Μα δεν ταιριάζουν οδυρμοί μηδέ και θρήνοι
μήπως και πιο ανυπόφορους γόους γεννήσουν,
τώρα γι’ αυτόν, που τόσο αξίζει τ’ όνομά του,
γρήγορα θε να μάθομε πώς θα του βγούνε
τα εμβλήματά του κι αν θε να τον φέρουν πίσω
τα χρυσά γράμματα που στην ασπίδα επάνω
με της ψυχής του ξεφρενιάζουνε τη λύσσα.
Αλήθεια, αν παραστέκονταν του Δία η κόρη,
η αγία Δίκη, στα έργα του και τις βουλές του,
ίσως να γένουνταν κι αυτό∙ μα ούτε σα βγήκε
απ’ τα σκοτάδια της μητρός του, ούτε στα χρόνια
τα παιδικά του, ούτε στην πρώτη ακόμη νιότη,
κι ουδέ σαν άδρυναν οι τρίχες του γενειού του,
η Δίκη καταδέχτηκε να τον κοιτάξη,
κι ουδέ λοιπόν στο ρήμαγμα της πατρικής του
της γης, θαρρώ, πως δίπλα του να στέκη τώρα.
Ειδ’ απ’ αλήθεια ψεύτικο τ’ όνομα θα ’χε
η Δίκη, αν πήγαινε μαζί με τέτοιον άντρα
που όλα μπορεί με το νου πόχει να τολμήση.
Σ’ αυτά τα θάρρη μου έχοντας θα πάγω ο ίδιος
να του έβγω αντίκρυ· και ποιος άλλος με πιο δίκιο;
άρχοντας μ’ άρχοντα και μ’ αδερφόν αδέρφι
κ’ εχθρός μ’ εχθρόν θα κτυπηθώ. Φέρε μου αμέσως
τις κνημίδες, προφύλαγμα πετρών και τόξων.
ΧΟΡΟΣ
Μη πολυαγάπητο, του Οιδίπου τέκνον, γίνης
όμοιος στο νου μ’ αυτόν που όσ’ άκουσε τ’ αξίζουν·
είν’ αρκετοί Θηβαίοι με τους Αργείους στα χέρια
να ’ρθουν· γιατί ξεπλύνετ’ ένα τέτοιον αίμα·
μα δυό αδερφών ο θάνατος έτσι απ’ το ίδιο
το χέρι τους, ποτέ το κρίμ’ αυτό δε λυώνει.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Να ’ταν χωρίς να ντροπιασθή κανείς να πάθη
ένα κακό, το δέχομαι, γιατί έτσι θα ήταν
κέρδος μονάχα ο θάνατος· μα μια ατυχία
μαζί με την ντροπή, μην πης πως φέρνει δόξα.
ΧΟΡΟΣ (Κομμός)
Τέκνο τι μελετάς; η θεοβλάβη, που
με λύσσα πολεμόχαρη γιομίζει σου το νου,
μη σε ξεσύρη· την αρχή πνίξε πάθους κακού.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μ’ αφού ο θεός βιάζει να γίνη ό, τι θα γίνη
ας πάη, μια που ’λαχε του Κωκυτού το κύμα,
στον άνεμ’ όλ’ η θεομίσητ’ η γενεά μας.
ΧΟΡΟΣ
Πολύ ωμοβόρα επιθυμιά σε σπρώχνει φονικό
να κάμης, που πικρό θε να ’χη τον καρπό,
γιατί ’ναι ασυγχώρητο το αίμα τ’ αδερφικό.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Γιατ’ η κακιά κατάρα του καλού πατρός μου
μου λέει, καθώντας δίπλα μου μ’ άκλαυτα μάτια
πως κέρδος μια ώρ’ αρχύτερα θε να ’ναι ο χάρος.
ΧΟΡΟΣ
Μα εσύ μη δίνης αφορμή και δε θα ονομασθής
δειλός ποτέ, όταν καλά ταιριάσης τη ζωή·
φεύγει απ’ τα σπίτια εκείνων η μαυρογνέφαλη Ερινύς
που τη θυσία τους δέχουνται καλόγνωμα οι θεοί.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Τώρ’ από μιάς μας ξεγνοιστήκανε οι θεοί μας,
και μόνο ευπρόσδεκτ’ είν’ η χάρη του χαμού μας·
γιατί λοιπόν τη μοίρα μου να γαλιφεύω;
ΧΟΡΟΣ
Καν τώρα που ’ναι δίπλα σου, γιατί με τον καιρό
μπορεί τη γνώμη στρέφοντας η Μοίρα σου να ’ρθή
μεταλλαγμένη, μ’ άνεμο φυσώντας πιο απαλό,
μα τώρ’ ακόμα μέσα της άγρια λαβρίζει οργή.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Και αλήθεια οι κατάρες λαβρίζουνε του Οιδίπου,
και πολύ αληθινές οι ονειροφαντασιές μου
που του πατρός μας την κληρονομιά μεράζουν.
ΧΟΡΟΣ
Εμάς, γυναίκες, άκουσε κι α δε μας στρέγης.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Λέγετ’ αρκεί να γίνουνται· και λίγα λόγια.
ΧΟΡΟΣ
Μην πας εσύ το δρόμο αυτό στις Εφτά πόρτες.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δε με στομώνεις καθώς είμαι ακονισμένος.
ΧΟΡΟΣ
Όμως τιμά ο θεός, κι αν και κακή, τη νίκη.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Το λόγο αυτό δεν πάει να στρέγη ο στρατιώτης.
ΧΟΡΟΣ
Μα το αίμα του ίδιου σου αδερφού θες να τρυγήσης;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Σα δίνουν το κακό οι θεοί δεν το ξεφεύγεις.
ΧΟΡΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ
Τρέμω τη σπιτοκαταλύτρα
θεά, που με θεούς δε μοιάζει,
την παναλήθευτη κακών
προφήτισσα, την Ερινύα,
που εκάλεσαν ευχές πατρός,
μήπως τις ξώφρενες σε τέλος βγάλη
του θεοβλαμμένου Οιδίποδα κατάρες·
και τις ταχαίν’ η ολέθρια των τέκνων του η αμάχη.
Ένας ξένος τους κλήρους κυβερνά
ο Χάλυβος, π’ απ’ τη Σκυθία μας ήρθε,
και που μεράζει την κληρονομιά
με το πικρό σκληρόκαρδο μαχαίρι,
και τους κληρώνει τόση γη να κατοικούν
όση και να βαστούνε πεθαμένοι,
απ’ τους μεγάλους κάμπους των
τέλεια ξεκληρισμένοι.
Όταν πεθάνουν με το χέρι
ο ένας του άλλου σκοτωμένοι
και πιούν τα χώματα της γης
μαυρόπηχτο το αίμα της πληγής,
το κρίμα των ποιος θενά καθαρίση;
Ποιος να τους λούση θα θελήση;
Ω νέες των σπιτιών τους συμφορές,
που σ’ ένα σμίγετε με τις παλιές!
Λέω την παλιά την αμαρτία,
που ηύρε ταχιά την τιμωρία
μα κι ως την τρίτη τη γενιά βαστά·
όταν ο Λάιος---πεισματικά
του Απόλλωνος, που του είπε τρεις φορές
απ’ τα μεσόμφαλα μαντεία τα Πυθικά
από βαρειές να σώση συμφορές
την πόλη του, πεθαίνοντας δίχως παιδιά---
Μ’ απ’ τις ανόητες νικημένος ηδονές
το θάνατον εγέννησε στον εαυτό του,
Οιδίποδα τον πατροκτόνο,
που ετόλμησε στο αγνό χωράφι
να σπείρη, της μητρός που ετράφη,
μια φύτρα στο αίμα βουτημένη·
κ’ η Αβουλία τους νύμφιους έσμιξε
τους ξώφρενους σ’ ένα κρεββάτι.
Και φέρνει κύματα σα θάλασσα κακών
που το ένα πέφτει, τ’ άλλο τρίκορφο ανεβαίνει
κι ολόγυρα στης πόλης μας
την πρύμνα βράζοντας φουσκώνει·
κι ανάμεσό μας σκέπη αδύναμη
πύργος το λίγο πάχος του στυλώνει·
και τρέμω με τους βασιλιάδες της να μη
βουλιάξη δαμασμέν’ η πόλη.
Γιατί σε τέλος βγαίνουνε με τον καιρό
οι αρχαίες κατάρες με βαρειά στροφή της τύχης.
Ο όλεθρος τον προσπερνά έν’ άνθρωπο φτωχό,
μα φέρνει συγκλαδόκορμο ξερρίζωμα