Εζούσες ζωήν ελεεινή και ενόμιζες μόνον ότι έζης ευτυχής, διότι και συ εννοούσες ότι ο γάμος σου ήτο έγκλημα, και η μητέρα μου ότι είχε άνδρα κακούργο. Και οι δύο κακούργοι εφέρατε μαζύ το βάρος του εγκλήματός σας, και άκουες από όλους τους Αργείους: «Αυτός είναι ο άνδρας της γυναίκας του!» και όχι «Αυτή είναι η γυναίκα του ανδρός της!» Τίποτε δεν είναι πιο αξιοπεριφρόνητον από ένα σπίτι όπου κυβερνά η γυναίκα και όχι ο άνδρας, και η ψυχή μου αισθάνεται αποστροφή για τα παιδιά, που τα λέγουν εις την πόλιν παιδιά της μητέρας των και όχι του πατέρα των.
Ο άνδρας που νυμφεύεται γυναίκα επίσημη και από μεγαλύτερο γένος, γίνεται μηδενικό, διότι μόνο για την γυναίκα γίνεται λόγος!
Ό, τι όμως εκολάκευε προπάντων την ανοησία σου, είναι ότι ενόμιζες πως είσαι κάτι με τα πλούτη που είχες, σαν να μένουν αιώνια μαζύ μας. Στερεό πράγμα είναι μόνον ο χαρακτήρ και όχι τα χρήματα, επειδή αυτός μένει πάντοτε μαζύ μας και μας βοηθεί εις τας δυσκόλους περιστάσεις, ενώ ο άδικος πλούτος εις τα χέρια κακών ανθρώπων μόνον ολίγον καιρόν ανθίζει, και αμέσως χάνεται.
Τώρα για την άτιμη διαγωγή σου με τας γυναίκας σωπαίνω, επειδή δεν αρμόζει μια κόρη να λέγη τέτοια πράγματα∙ με ολίγα λόγια όμως θα δώσω να εννοηθή ό, τι ήθελα να ειπώ.
Ήσουν αλαζών, επειδή ήσουν βασιλεύς και υπερήφανος, επειδή ήσουν όμορφος. Εγώ όμως δεν θα ήθελε άνδρα με παρθενικό πρόσωπο, αλλά άνδρα αληθινό. Μόνον τέτοιου ανθρώπου τα παιδιά έχουν γενναία ψυχήν, ενώ του άλλου είναι στόλισμα μόνο για τους χορούς!
Πήγαινε εις τα κομμάτια λοιπόν τώρα, ανόητε, που δεν εσκέπτεσο ότι μιά μέρα θα έδιδες λόγο για ό, τι έκαμες! Εις το εξής κανείς κακούργος να μη νομίση ότι εξέφυγε την τιμωρία του, έστω και αν πηγαίνη καλά εις τας αρχάς, πριν φθάση το τέλος και τα υστερνά της ζωής του!
ΧΟΡΟΣ
Έκαμε φοβερά εγκλήματα, αλλά φοβερά ετιμωρήθη και από τους δυο σας. Η δύναμις της θείας δίκης είναι μεγάλη!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τώρα, υπηρέται, φέρετε μέσα το σώμα αυτό και κρύψετέ το εις κανέν σκοτεινό μέρος, δια να μη ιδή η μητέρα μου τον σκοτωμένο πριν την σκοτώσω και αυτή.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σιωπή! Ας κάμωμε πως μιλούμε γι’ άλλα πράγματα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τι τρέχει; Μήπως έρχονται εχθροί από τας Μυκήνας;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Όχι! Αλλά βλέπω την μητέρα που με εγέννησε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καλά έρχεται μέσα εις το δίκτυ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και έρχεται λαμπροστολισμένη μέσα εις την άμαξα
ΟΡΕΣΤΗΣ
Λοιπόν; Τι να κάμωμε τώρα; Είσαι της γνώμης να σκοτώσωμε την μητέρα μας;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μήπως την ευσπλαγχνίσθης μόλις την είδες;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αλλοίμονο!.... πώς να σκοτώσω εκείνη που με εγέννησε;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Όπως εσκότωσε και εκείνη τον πατέρα σου και τον πατέρα μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω! Φοίβε Απόλλων, ο χρησμός που μου έδωσες δεν ήτο φρόνιμος….
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και αν δεν είναι ο Απόλλων φρόνιμος, τότε ποιος είναι;
ΟΡΕΣΤΗΣ
….δεν ήτο φρόνιμος, αφού μου είπες να σκοτώσω την μητέρα μου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ώστε είναι κακό να εκδικείται κανείς τον πατέρα του;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θα γίνω μητροκτόνος, ενώ έως τώρα είμαι αγνός.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και μήπως θα κάμης κακή πράξιν αν υπερασπίσης τον πατέρα σου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θα τιμωρηθώ μια ημέρα για το φόνο αυτό.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Θα τιμωρηθής όμως, και αν από αμέλεια δεν εκδικήσης τον πατέρα σου!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μήπως μου έδωσε τάχα τον χρησμό κανένας κακός δαίμων μεταμορφωμένος εις τον θεόν;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δαίμων να καθίση εις το ιερό τρίποδο του θεού; Δεν το πιστεύω!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αλλ’ ούτε και εγώ ημπορώ να πιστεύσω ότι είναι σωστός αυτός ο χρησμός.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Πρόσεξε μην ειπούν ότι είσαι άνανδρος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ώστε πρέπει να στήσω την ίδια παγίδα και σ’ αυτήν;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ναι! Την ίδια που εσκότωσες τον άνδρα της, τον Αίγισθον.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Λοιπόν έστω! Εμβαίνω…. είναι φοβερόν όμως ό, τι θα κάμω… είναι έγκλημα φρικτόν! Αφού όμως αυτό είναι το θέλημα των θεών, ας γίνει όπως θέλουν! Το πράγμα είναι γλυκό και πικρό για μένα.
(Εμβαίνει η Κλυταιμνήστρα)
ΧΟΡΟΣ
Χαίρε, βασίλισσα του Άργους, κόρη του Τυνδάρεω και αδελφή των γενναίων Διοσκούρων υιών του Διός, που κατοικούν τώρα εις τα άστρα, εις τον φλογερόν αιθέρα και λατρεύονται ωσάν θεοί σωτήρες από τους θαλασσινούς! Σε σέβομαι όπως τους θεούς για τα πλούτη και τη μεγάλη ευτυχία σου. Ω βασίλισσα! Πράγματι είναι καιρός αυτή τη στιγμή να εξυμνήση κανείς τις ευτυχίες σου.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Κατεβήτε από το άρμα, γυναίκες της Τρωάδος, πάρετε το χέρι μου και βοηθήσατέ με να κατέβω. Οι ναοί των θεών είναι στολισμένοι με Φρυγικά λάφυρα και εγώ έχω εις το σπίτι μου αυτά τα εκλεκτά κορίτσια της Τρωάδος, μικράν, αλλά καλήν αποζημίωσι για την κόρην οπού έχασα!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Να μη πιάσω εγώ, μητέρα, το μακάριο χέρι σου να σε βοηθήσω; Βέβαια…. εγώ είμαι δούλη διωγμένη από τα πατρικά ανάκτορα και κατοικώ εις το πτωχικό αυτό σπίτι.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Όχι γι’ αυτό… αλλά είναι αρκεταί δούλαι! Μην κοπιάζης εσύ για μένα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και τότε γιατί μ’ έχεις εδώ ωσάν αιχμάλωτο, μακρυά από τα ανάκτορα; Βέβαια επειδή ήμουν αφημένη ορφανή από τον πατέρα μου. Αφού έπιασαν το σπίτι μας, μ’ επήραν και μένα αιχμάλωτη ωσάν αυτές.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ο πατέρας σου εσκέπτετο τέτοια ένοχα πράγματα ακριβώς για εκείνους από τους ιδικούς του που δεν έπρεπε. Θα τα ειπώ όλα τώρα, μολονότι μια γυναίκα, όταν πειραχθή η υπόληψίς της, εκφράζεται κάπως πικρά, πράγμα που δεν μ’ αρέσει. Όταν όμως μάθη κανείς πώς είναι αληθινά το ζήτημα, ας κρίνη, και αν είναι σωστόν ας με μισή!
Λοιπόν, όταν ο Τυνδάρεως με έδωσε γυναίκα εις τον πατέρα σου , δεν με έδωσε βέβαια ούτε για ν’ αποθάνω εγώ, ούτε για ν’ αποθάνουν τα παιδιά μου! Ο πατέρας σου όμως κατέπεισε την κόρη μου την Ιφιγένειαν ότι πρόκειται να τη υπανδρεύση με τον Αχιλλέα. Την επήρεν εις την Αυλίδα, όπου είχαν συναθροισθή τα πλοία των Ελλήνων, και εκεί την εξάπλωσεν επάνω εις την φωτιά, και την έσφαξε!
Και αν μεν το έκαμεν αυτό για να σώση την πατρίδα του ή να ωφελήση το σπίτι του ή να σώση τα άλλα παιδιά του, αφάνιζε μια ζωή για πολλές και ημπορούσε κανείς να τον συγχωρήση. Αλλά αυτός, επειδή η Ελένη ήτο αδιάντροπη και επειδή ο Μενέλαος δεν ήξευρε να τιμωρήση τας απιστίας της, εσκότωσε την ιδική μου κόρη. Και μολαταύτα, έπειτα από όσα και αν μου έκαμε, δεν του εκρατούσα μνησικακία και δεν θα τον εφόνευα, αλλά ήλθεν εδώ και έφερε μαζύ του μίαν Μαινάδα, μιαν τρελλήν, την Κασσάνδραν, την οποίαν επήρε ερωμένη του, και ήθελε να έχη εις το σπίτι του δυο γυναίκες αντί μιαν.
Δεν αρνούμαι ότι οι γυναίκες είναι ελαφρόμυαλες! Όταν όμως ο άνδρας περιφρονή την γυναίκα του και σφάλλη έτσι, τότε και αυτή κάμνει τα ίδια και παίρνει εραστήν. Έπειτα όλον το βάρος πέφτει ασήκωτον επάνω μας, ενώ τους άνδρας, που είναι η αιτία όσων έγιναν, δεν τους κατηγορεί κανείς!
Αν άρπαζαν έξαφνα κρυφά τον Μενέλαον από το ανάκτορόν του, έπρεπε τάχα να σκοτώσω εγώ τον Ορέστην για να τον σώσω, επειδή είναι ανδράδελφός μου; Πώς θα του εγαίνετο άραγε αυτό του πατέρα σου; Έπειτα εκείνος εσκότωνε την κόρη μου και δεν έπρεπε να πάθη τίποτε, ενώ, αν το έκαμνα εγώ, έπρεπε να μ’ ετιμωρούσε. Ναι! τον εσκότωσα…. και για να το κατορθώσω εζήτησα βοήθειαν από εκείνους που ημπορούσα να ζητήσω: από τους εχθρούς του, επειδή φυσικά κανείς φίλος του δεν θα μ’ εβοηθούσεν εις αυτό. Λοιπόν λέγε τώρα, και απόδειξέ μου με παρρησία ότι άδικα απέθανεν ο πατέρας σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δίκαια τα είπες, αλλά το δίκαιον αυτό είναι άνομον! Η φρόνιμη γυναίκα πρέπει να τα συγχωρή όλα εις τον άνδρα της, και όποια δεν το νομίζει αυτό, εγώ ούτε καν την λογαριάζω! Ενθυμήσου όμως, μητέρα, τα τελευταία λόγια που είπες τώρα και μου έδιδες το δικαίωμα να σου ομιλήσω ελεύθερα.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Δεν τα αρνούμαι, κόρη μου, και μάλιστα τα ξαναλέγω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Λοιπόν δεν θα με τιμωρήσης, αν μιλήσω ειλικρινώς;
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Απεναντίας! Θ’ ακούσω μάλιστα ό, τι ειπής χωρίς να δυσαρεστηθώ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Θα σου τα ειπώ λοιπόν και αρχίζω αμέσως!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Θα σου τα ειπώ λοιπόν και αρχίζω αμέσως! Είθε, μητέρα μου, να είχες καλλίτερα αισθήματα, διότι πράγματι και σού και της Ελένης το εξωτερικόν αξίζει τον θαυμασμόν, αν και αι δυο αδελφαί είσθε εξ ίσου μάταιαι και ανάξιαι του Κάστορος. Εκείνη εδραπέτευσεν από το σπίτι της, απαχθείσα εκουσίως και συ εφόνευσες τον άνδρα σου, τον άριστον της Ελλάδος, με πρόφασιν τον φόνον της κόρης σου. Δεν σε γνωρίζουν όμως όλοι καλά όπως εγώ!
Πριν ακόμη αποφασισθή η θυσία της Ιφιγενείας, και μόλις ο σύζυγός σου έφυγε, εκτένιζες εμπρός εις τον καθρέπτην τα ξανθά μαλλιά σου! Ποια καλή γυναίκα στολίζεται ενώ λείπει ο άνδρας της;…. και τι της χρειάζεται να δείχνη εις την θύραν ευμορφιές αν δεν σκέπτεται κανένα κακόν;
Μόνη συ, καθώς ηξεύρω, από τας Ελληνίδας εχαίρεσο όταν ενίκων οι Τρώες και έκλαιες όταν ενίκων οι Έλληνες, επειδή δεν είχες καμμίαν όρεξιν να επιστρέψη ο Αγαμέμνων από το Ίλιον! Και όμως, σου ήτο τόσο εύκολον να είσαι φρόνιμη!.... διότι είχες άνδρα όχι χειρότερον από τον Αίγισθον, άνδρα που η Ελλάς είχεν εκλέξει στρατηλάτην και διότι θ’ αποκτούσες μεγάλην δόξαν δια την αδελφήν σου την Ελένην, που έκαμε εκείνα που ηξεύρεις. Τα κακά παραδείγματα δίδουν εις τους καλούς ωφελίμους συμβουλάς.
Και αν όμως, καθώς λέγεις, ο πατέρας εφόνευσε την κόρη σου, τι σ’ εβλάψαμεν εγώ και ο αδελφός μου; Γιατί, αφού εσκότωσες τον άνδρα σου, δεν μας άφησες εις τα πατρικά μας ανάκτορα, αλλ’ εγκατέστησες εκεί μέσα τον ξένον άνδρα σου, που εξαγόρασες με την περιουσίαν μας;
Γιατί δεν φεύγει εις εξορίαν αντί για τον Ορέστην αυτός; Γιατί δεν πεθαίνει αντί για μένα, που με φονεύει ζωντανήν δυο φορές χειρότερα από την αδελφήν μου Ιφιγένειαν;
Αν ο φόνος τιμωρή τον φόνον, εγώ και ο υιός σου Ορέστης θα σε σκοτώσωμεν για να εκδικηθώμεν τον θάνατον του πατέρα μας διότι, αν είναι σωστόν εκείνο, και αυτό θα είναι σωστό. Εκείνος που δια χρήματα ή ευγενή καταγωγή νυμφεύεται κακήν γυναίκα δεν έχει μυαλό! Μέτριος και έντιμος γάμος είναι πολύ καλλίτερος από μεγάλον και άτιμον.
ΧΟΡΟΣ
Ο γάμος είναι τύχη! Για μερικούς είναι ευτυχία, για άλλους πάλιν συμφορά!
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Συ, κόρη μου, είσαι γεννημένη να ευρίσκης πάντοτε όλα καλά, όσα έχουν σχέσιν με τον πατέρα σου! Πράγματι, άλλα παιδιά αγαπούν τον πατέρα και άλλα πάλιν περισσότερον την μητέρα των! Αλλά σε συγχωρώ, διότι μη νομίζης, παιδί μου, ότι και εγώ είμαι τόσον ευχαριστημένη για όσα έγιναν. Συ όμως, είναι πράγματι αλήθεια ότι είσαι λεχώνα εις αυτήν την κατάστασιν, ρυπαρά και κακοντυμένη; Πράγματι απέκτησες παιδί; Αλλοίμονον η δυστυχισμένη τι έχω κάμει! Μου φαίνεται ότι εξηρέθισα περισσότερον από ό, τι έπρεπε τον άνδρα μου!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μετανοείς αργά, όταν δεν υπάρχει πλέον θεραπεία. Τώρα ο πατέρας μου απέθανε πια. Τον υιόν σου όμως, που πλανάται μακράν από την πατρίδα του, γιατί δεν τον φέρνεις εδώ;
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Αυτόν ομολογώ ότι τον φοβούμαι, διότι καθώς λέγουν μνησικακεί για τον φόνον του πατέρα του.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Γιατί όμως ο σύζυγός σου έχει τόσον μίσος εναντίον μας;
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ο χαρακτήρ του είναι τέτοιος, όπως και συ από χαρακτήρος είσαι αυθάδης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είμαι γιατί πονώ, αλλά θα παύσω την μνησικακίαν μου.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τότε και εκείνος, να είσαι βεβαία, δεν θα είναι πια τόσον αυστηρός!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είναι αλαζών ενώ κάθεται εις το σπίτι μου…..
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Βλέπεις; Πάλιν αρχίζεις νέας φιλονεικίας!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σωπαίνω, διότι τον φοβούμαι, όπως ηξεύρω εγώ να φοβούμαι.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Παύσε τα τώρα αυτά, και ειπέ μου τι με ήθελες που μ’ εκάλεσες εδώ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άκουσες νομίζω ότι απέκτησα παιδί. Γι’ αυτό ήθελα να σε παρακαλέσω να κάμης, καθώς είναι συνήθεια, θυσίαν την δεκάτην ημέραν της σελήνης έπειτα από την γέννησήν του, επειδή εγώ δεν ηξεύρω. Είμαι πρωτόγεννη βλέπεις και δεν τα ξαναέκανα άλλη φορά.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Αλλ’ αυτό έπρεπε να το κάμη εκείνη που σ’ εξεγέννησε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μόνη μου εγέννησα και μόνη μου επεριποιήθηκα το βρέφος
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τόσον λοιπόν μακρυά από γείτονας και φίλους είναι το σπίτι σου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τους πτωχούς κανείς δεν τους θέλει φίλους.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Πηγαίνω λοιπόν να θυσιάσω για το παιδί σου εις τους θεούς, και όταν τελειώσω, θα πάγω εις το κτήμα όπου ο άνδρας μου θυσιάζει εις τας Νύμφας. Σεις υπηρέται πηγαίνετε τα άλογα εις την φάτνην και όταν υπολογίσετε ότι ετελείωσα, ελάτε πάλιν, επειδή πρέπει να ευχαριστήσω και τον άνδρα μου
(Εξέρχεται)
ΗΛΕΚΤΡΑ
Έμβαινε εις το πτωχικό μου σπίτι, πρόσεχε όμως μήπως μαυρίσης τους πέπλους σου εις τους καπνισμένους τοίχους. Θα προσφέρης πράγματι την θυσίαν που πρέπει εις τους θεούς. Το κάνιστρον είναι έτοιμον και το μαχαίρι που έσφαξε τον ταύρον ακονισμένον! Κοντά σ’ αυτόν θα πέσης και συ και θα εύρης εις τον Άδην τον άνδρα που είχες κι εδώ. Εγώ θα σου κάμω αυτήν την χάρι, και συ θα μου πληρώσης τον φόνον του πατέρα μου.
(Εξέρχεται)
ΧΟΡΟΣ
Έτσι τιμωρούνται τα εγκλήματα. Εγύρισαν τα πράγματα εις αυτό το σπίτι. Άλλοτε, όταν εσκότωσαν τον βασιλέα μου μέσα εις το λουτρόν, αντήχησαν οι τοίχοι και οι μαρμάρινοι θόλοι των Ανακτόρων όταν εφώναζεν: «Αχ! τι με σκοτώνεις έτσι, ελεεινή γυναίκα, μόλις έφθασα εις την αγαπημένην μου πατρίδα, έπειτα από δέκα χρόνια που έλειπα;….»
Η δικαιοσύνη όμως ξαναγυρίζει τον ίδιον δρόμον και τώρα της δίδει την ίδιαν τύχην με τον δυστυχισμένον άνδρα της, όπως και αυτή τον εσκότωσε με τον κοπτερόν πέλεκυν με τα ίδια της τα χέρια, μόλις έφθασεν έπειτα από τόσα χρόνια εις τα υψηλά Κυκλώπεια τείχη της πατρίδος του. Τον κακόμοιρον! Βέβαια ετρελλάθηκε τότε η ελεεινή και έκαμε το έγκλημα ωσάν λέαινα των βουνών, που διαρπάζει πλούσια δάση.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ (έσωθεν)
Ω παιδιά μου! Για όνομα των θεών μη σκοτώνετε την μητέρα σας!….
ΧΟΡΟΣ
Ακούτε φωνές μέσα από το σπίτι;
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ (έσωθεν)
Αλλοίμονόν μου!…. Αλλοίμονόν μου!....
ΧΟΡΟΣ
Λυπούμαι και εγώ ότι σε σκοτώνουν τα παιδιά σου, αλλ’ ο θεός τιμωρεί, όταν έλθη η ώρα! Αλήθεια φοβερόν είναι το πάθημά σου, φοβερά όμως έκαμες και συ εις τον καϋμένο τον άνδρα σου! Να τους! Βγαίνουν τώρα από το σπίτι, καταματωμένοι από το αίμα της νεοσφαγμένης μητέρας των, απόδειξιν της επιτυχίας και του φόνου! Δεν είναι και δεν θα υπάρξη βέβαια ποτέ πιο αξιολύπητη γενεά από την γενεάν του Ταντάλου!
ΟΡΕΣΤΗΣ (εξερχόμενος)
Ω! Γη και Ζευ που βλέπεις όλας τας πράξεις των ανθρώπων, ιδέτε! Ιδέτε πράγματα φονικά και φρικτά, τα δυο σώματα που κείτονται εις το χώμα σκοτωμένα από το χέρι μου για όσα υπέφερα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλήθεια…. φρικτά αδελφέ μου…. και αιτία είμαι εγώ, που έγινα πυρ και μανία για την μητέρα που με εγέννησε!
ΧΟΡΟΣ
Ω! τι φρικτή, τι ελεεινή τύχη σου έμελλε, μητέρα! Τι ανήκουστα , τι αξιοκατάρατα πράγματα ηύρες από τα παιδιά σου, μολονότι επλήρωσες δίκαια τον φόνον που έκαμες.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω! Φοίβε! εξύμνησες εις τον χρησμόν σου την εκδίκησιν, έκαμες τα κρυμμένα φανερά, μου εμοίρανες φόνους και αίματα! Εις ποιάν πόλιν να πάγω τώρα;…. ποιος φίλος θα γυρίση πειά να με ιδή, τον κατηρεμμένον που εσκότωσα την μητέρα μου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλοίμονον! Αλλοίμονον! και εγώ τι θα γίνω; Σε ποιους χορούς , σε ποιους γάμους θα ημπορέσω πια να φανώ; Ποίος θα πάρη ποτέ γυναίκα σαν εμένα;
ΧΟΡΟΣ
Πάλι, πάλι άλλαξαν αι σκέψεις σου σαν τον άνεμον! Τώρα σκέπτεσαι φρόνιμα, το αντίθετον από πριν…. και έφερες τον αδελφόν σου, χωρίς να θέλη, σε μεγάλες συμφορές.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είδες η δυστυχισμένη πώς ελύγισεν εις το χώμα τα κακόμοιρα τα γόνατά της, όταν την εσκότωνα, και πώς έβγαλε από τον πέπλο το μητρικό βυζί της και μας το έδειχνεν; Εμένα ερραγίσθηκε η καρδιά μου.
ΧΟΡΟΣ
Ναι! Επόνεσες, όταν άκουσες τους απηλπισμένους θρήνους της.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και για να με παρακαλέση, μου εχάιδευε το πρόσωπον με τα χέρια της και μου έλεγε: «Ω παιδί μου! Σε παρακαλώ….», και επιάνετο από τα μάγουλά μου, που ολίγον έλειψε να πέση το μαχαίρι από τα χέρια μου.
ΧΟΡΟΣ
Δυστυχισμένη! Πώς υπέφερες να ιδής με τα μάτια σου τον φόνο της μητέρας σου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τότε εσκέπασα με το ρούχο τα μάτια μου και έχωσα το μαχαίρι εις το σώμα της.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και εγώ σ’ εκαρδίωσα και έπιασα το μαχαίρι μαζύ σου.
ΧΟΡΟΣ
Ω! τι φρικτά πράγματα έκαμες!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πήγαινε, σκέπασε με πέπλους το σώμα της, κλείσε τας αιματωμένας πληγάς της! Ω μητέρα! Εγέννησες παιδιά να σε σκοτώσουν!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αγαπημένη και μισημένη, σε τυλίγομεν.
ΧΟΡΟΣ
Μ’ εσένα κλείνει σειρά μεγάλη κακών στο σπίτι.
Αλλά βλέπω ότι εμφανίζονται επάνω από το σπίτι πνεύματα ή θεοί ουράνιοι, διότι βέβαια αυτός δεν είναι συνηθισμένος δρόμος για τους ανθρώπους. Γιατί όμως να έρχωνται άρεγε να φανούν;
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ (εμφανιζόμενοι)
Άκουσε, υιέ του Αγαμέμνονος! Σου ομιλούν οι δίδυμοι αδελφοί της μητρός σου, οι Διόσκουροι, ο Κάστωρ και ο αδελφός του Πολυδεύκης! Αφού ησυχάσαμεν φοβεράν τρικυμίαν εις την θάλασσαν, μόλις είδαμεν την σφαγήν της αδελφής μας, της μητρός σου, ήλθαμεν εις το Άργος. Και αυτής μεν η τιμωρία είναι δικαία, ό, τι όμως εκάματε συ και ο Φοίβος Απόλλων δεν είναι ορθά.
Ο Φοίβος…. δεν λέγω περισσότερα, διότι είναι ανώτερός μου. Αλήθεια, είναι σοφός, δεν σου έδωσεν όμως σοφόν χρησμόν! Αυτά εν τούτοις πρέπει να τα σεβασθώμεν, όσον αφορά όμως εσέ, ανάγκη τώρα να εκτελέσης ό, τι απεφάσισεν ο Ζευς και η Μοίρα! Δώσε την Ηλέκτρα γυναίκα εις τον Πυλάδην και φύγε από το Άργος! Δεν ημπορείς, αφού εφόνευσης την μητέρα σου, να μείνης πλέον εις την πόλιν αυτήν!
Αι φοβεραί Ερινύες με τα σκυλλίσια πρόσωπα θα σε καταδιώξουν πλανώμενον και παράφρονα εδώ κ’ εκεί! Πήγαινε εις τας Αθήνας και αγκάλιασε το ιερόν άγαλμα της Παλλάδος Αθηνάς. Αυτή θα σε σκεπάση με την ασπίδα της, και θα τας εμποδίση, από φόβον προς τους φρικτούς της δράκοντας, να σ’ εγγίσουν! Εκεί υπάρχει κάποιος λόφος όπου άλλοτε οι θεοί εκάθισαν να κρίνουν ένα άλλο φόνον, όταν ο αιμοβόρος Άρης, εξωργισμένος δια την ατίμωσιν της κόρης του, εφόνευσε τον Αλλιρόθιον, τον υιόν του Ποσιδώνος!
Η κρίσις από το μέρος αυτό είναι αλάνθαστος και σεβαστή εις τους θεούς. Εκεί λοιπόν πρέπει να κριθής και συ δια το έγκλημά σου! Ισοψηφία θα σε σώση από τον θάνατον, διότι ο Απόλλων που σου έδωσε τον χρησμόν θα αναλάβη την ευθύνην και θα γίνει πλέον νόμος η ισοψηφία να σώζη τον κατηγορούμενον.
Τότε αι φοβεραί Ερινύες, δυσηρεστημέναι δια την αθώωσίν σου, θα βυθισθούν εις έν χάσμα πλησίον του λόφου, το οποίον είναι ιερόν και απάτητον δια τους ανθρώπους και συ να υπάγης να κατοικήσης εις την πόλιν των Αρκάδων, κοντά εις τον Αλφειόν και τον ναόν του Λυκαίου, όπου θα ονομασθή μια πόλις με το όνομά σου! Αυτά είχα να σου ειπώ! Το σώμα του Αιγίσθου θα το θάψουν οι Αργείοι, την δε μητέρα σου η Ελένη και ο Μενέλαος, ο οποίος έφθασεν αυτήν την στιγμήν εις το Ναύπλιον, αφού εκυρίευσε την Τρωάδα. Η Ελένη έρχεται από την Αίγυπτον, από τον Πρωτέα, διότι δεν επήγε ποτέ εις την Τρωάδα, και μόνον έν ομοίωμά της έστειλεν ο Ζευς εις το Ίλιον, δια να γίνει πόλεμος και να χυθή αίμα. Ο Πυλάδης ας επιστρέψη εις τον τόπον του, εις την Αχαΐαν, μαζύ με την γυναίκα του, ας παραλάβη εις την Φωκίδα και αυτόν που εσεβάσθη το γένος της αδελφής σου και ας τον ανταμείψη πλουσιοπαρόχως. Πήγαινε τώρα δια του Ισθμού εις την ευτυχισμένην πόλιν του Κέκροπος και όταν εκπληρώσης τον καιρόν του εξιλασμού σου θα λυτρωθής από τα δεινά και θα ευτυχήσης.
ΧΟΡΟΣ
Ω παιδιά του Διός! Μας επιτρέπετε και μας να λάβωμεν μέρος εις την ομιλίαν σας;
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΣ
Λέγετε! Διότι σεις δεν είσθε ένοχοι δια τους φόνους αυτούς!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μου επιτρέπετε και εις εμέ, παιδιά του Τυνδάρεω, να ομιλήσω;
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ
Ναι. Διότι αιτία του φόνου αυτού είναι ο Απόλλων.
ΧΟΡΟΣ
Πώς συμβαίνει σεις, θεοί και αδελφοί της φονευμένης, να μη την προφυλάξετε από τον θάνατον;
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ
Αυτή ήτο η μοίρα της και εις αυτό συνετέλεσαν οι άκριτοι χρησμοί του Απόλλωνος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλά ποίος Απόλλων, ποίος χρησμός έκαμεν εμένα να φονεύσω τη μητέρα μου;
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ
Ήσαν κοιναί και δια τους δυο αι πράξεις και η ειμαρμένη σας! Η ιδία πατρική κατάρα σας κατέστρεψε και τους δυο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω αδελφή μου! Έπειτα από τόσα χρόνια που σε είδα στερούμαι πάλιν την αγάπην σου. Πάλιν θα χωρισθούμε.
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ
Αυτή έχει τώρα άνδρα και σπίτι ιδικό της. Δεν έχει τίποτε να παραπονεθή εκτός του ότι θα εγκαταλείψη το Άργος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και είναι μεγαλυτέρα λύπη, από το να αφήση κανείς γην την όπου εγεννήθηκε; Αλλά τώρα εγώ φεύγω από την πατρίδα μου, να δικασθώ από ξένους για τον φόνον της μητρός μου.
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ
Έχε θάρρος και παρηγορήσου! Θα φθάσης εις την ιεράν πόλιν της Παλλάδος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σφίξε το στήθος σου εις το στήθος μου, αδελφέ μου. Η αιματωμένη κατάρα της μητέρας μας διώχνει από τα πατρικά μας ανάκτορα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Έλα εις την αγκαλιά μου και κλάψε με ωσάν αποθαμένον…..
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΣ
Αλλοίμονον! Αλλοίμονον! Τι λυπηρά λόγια και δια θεούς ακόμη! Διότι μη νομίζετε ότι και εγώ και οι ουράνιοι θεοί δεν αισθανόμεθα ευσπλαχνίαν δια τους πολυβασανισμένους θνητούς!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν θα σε ξαναϊδώ πια……
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και τα ιδικά μου μάτια δεν θα σε ξαναντικρύσουν.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αυτά είναι τα τελευταία λόγια που ακούω από σένα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Χαίρε πόλις…. Χαίρετε και σεις, γυναίκες του Άργους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τόσον γρήγορα φεύγεις, Ηλέκτρα μου αγαπημένη;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Φεύγω με μάτια γεμάτα δάκρυα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πήγαινε ευτυχισμένος Πυλάδη και νυμφεύσου την Ηλέκτραν.
ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΣ
Εντός ολίγου αυτοί θα υπανδρευθούν….. συ όμως πάρε τον δρόμον των Αθηνών και απόφευγε τας Ερινύας, διότι να τες! Έρχονται κατεπάνω σου φοβεραί, κατάμαυραι, με φείδια εις τα χέρια, με πόνους σκληρούς! Ημείς πηγαίνομεν τώρα εις την Σικελικήν θάλασσαν να σώσωμεν άλλα πλοία που κινδυνεύουν. Αφήνομεν εις την τύχην των τους κακούς και σώζομεν από τον κίνδυνον εκείνους που είναι δίκαιοι και ευσεβείς. Δι’ αυτό ας μη κάμνη κανείς το κακόν, ούτε να ταξιδεύη ποτέ μαζύ με επιόρκους. Σας το λέγω αυτό ως θεός προς ανθρώπους!
ΧΟΡΟΣ
Χαίρετε! Ευτυχισμένος όποιος ημπορεί να ζη χαρούμενος, χωρίς να βασανίζεται από καμμίαν δυστυχίαν.