Εις το μέσο της ασπίδος έλαμπεν ο φωτεινός δίσκος του ηλίου με τους πτερωτούς ίππους του, και οι ουράνιοι χοροί των άστρων, αι Πλειάδες και αι Υάδες, φόβητρα του Έκτορος.
Επάνω εις το χρυσοστόλιστο κράνος του ήσαν καλλίφωνοι Σφίγγες κρατούσαι εις τα νύχια τα θύματά των.
Εις τον θώρακα, με τον οποίο εσκέπαζε τα πλευρά του, εξώρμα πυρίπνους και γαμψώνυχος Χίμαιρα, βλέπουσα εις τον αέρα τον Πήγασον, και εις το φονικό ξίφος του έτρεχαν καλπάζοντα άλογα, γύρω από τα οποία ανεσηκώνετο μαύρος κονιορτός!
Τέτοιων ανθρώπων στρατηλάτην εσκότωσες, κόρη του Τυνδάρεω, σκληρά σύζυγος, κακόψυχος γυναίκα, και γι’ αυτό οι θεοί θα σε τιμωρήσουν και σένα με θάνατο, και ίσως ιδώ το κόκκινο αίμα σου να χύνεται εις το χώμα!...
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (εισερχόμενος)
Πού είναι η σεβαστή θυγατέρα του κυρίου μου, η κόρη του Αγαμέμνονος, που ανάθρεψα άλλοτε; Τι δυσκολόβατος είναι ο δρόμος του σπιτιού σας, προπάντων για ένα γέροντα σαν εμένα.
Για να ευχαριστήσω όμως τους φίλους μου πρέπει να σύρω την σκυμμένη ράχι και τα κλονιζόμενα γόνατά μου. (Bλέπων την Ηλέκτραν) Ω! κόρη μου! μόλις τώρα σε βλέπω. ‘Ερχομαι να σου προσφέρω ένα διαλεκτό αρνάκι από τα πρόβατά μου, ψωμιά, τυριά μόλις βγαλμένα από τα τυροβόλια, και ολίγο παλιό κρασί μοσχομυρωδάτο, αληθινό θησαυρό του Βάκχου, που φθάνει λιγάκι, μόνον ένα ποτηράκι, να κάμη άλλο αδύνατο κρασί δυαντό.
Ας φέρουν αυτά τα δώρα εις τους ξένους σας! Εγώ πρώτα θα σκουπίσω τα δακρυσμένα μάτια μου με τα κουρέλλια που φορώ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλά γιατί γέροντα αυτά τα δάκρυα; Μήπως σου τα φέρνει η ανάμνησις των δυστυχιών μου; Λυπείσαι την πικράν εξορία του Ορέστου, ή τον πατέρα μου που έθρεψες εις τα χέρια σου, ανώφελα και για σένα και για όσους αγαπάς;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Αλήθεια! ανώφελα! Μ’ όλον τούτο δεν ημπόρεσα να μην περάσω, καθώς ερχόμουν, από τον τάφο του πατέρα σου, και επειδή δεν ήταν κανείς, να πέσω επάνω και να κλάψω. Έχυσα και σπονδάς ακόμη από το ασκί που έφερα για τους ξένους, και εστόλισα με μυρτιά το μάρμαρο.
Ηύρα όμως επάνω εις το μέρος της φωτιάς ένα θυσιασμένο μαύρον αρνί, νεοχυμένο αίμα, και ξανθά μαλλιά αφιερωμένα και απόρησα, παιδί μου, ποιος ετόλμησε να το κάμη αυτό. Βέβαια όχι κανείς Αργείος. Ίσως όμως να ήλθε κρυφά ο αδελφός σου και εστόλισε το περιφρονημένο μνήμα του πατέρα του. Να, κύτταξε τα μαλλιά αυτά. Παράβαλέ τα με τα ιδικά σου. Δεν έχουν το ίδιο χρώμα; Τις πιο πολλές φορές όσοι κατάγονται από τον ίδιο πατέρα, του μοιάζουν πολύ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Οι λόγοι σου, γέροντα, δεν είναι φρόνιμοι, να υποθέτης ότι ο αδελφός μου, που είναι παλληκάρι, αν ήρχετο εδώ, ημπορούσε να κρύπτεται από φόβο του Αιγίσθου! Έπειτα, πώς είναι δυνατό τα μαλλιά του να ομοιάζουν με τα ιδικά μου;
Εκείνου τα μαλλιά θα είναι νέου ευγενούς που εμεγάλωσε μέσα εις τας παλαίστρας, ενώ εμένα είναι μαλακά από την περιποίησι. Ώστε αυτό που λες είναι αδύνατον! Έπειτα πολλοί άλλοι έχουν ίδια μαλλιά, μολονότι δεν κατάγονται από το ίδιον αίμα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πήγαινε, παιδί μου, και ιδέ εις το χώμα τον τύπο των πεδίλων του, και κοίταξε αν είναι όμοια με το πόδι σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και πώς είναι δυνατό ν’ αφήση τύπο το πόδι επάνω σε πέτρες; Αλλά και αυτό ακόμη αν ήτο, μήπως είναι ποτέ όμοια δυο αδελφών πόδια, ανδρός και γυναικός; Του ανδρός θα είναι πάντοτε μεγαλύτερα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Άρα γε, αν ο αδελφός σου ήρχετο εδώ, δεν θα ημπορούσες να τον γνωρίσης από το πανί των ρούχων που εφορούσε, όταν τον έσωσα, για να μην τον σκοτώσουν; Εσύ το είχες υφάνη.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και δεν θυμάσαι ότι εγώ ήμην ακόμη παιδί, όταν έφυγεν ο Ορέστης από τον τόπον; Αλλά και αν ακόμη τότε ύφαινα, πώς είναι δυνατό να φορή τώρα που είναι μεγάλος τα ίδια ρούχα, που φορούσε όταν ήτο μικρό παιδί; Μη τυχόν μεγαλώνουν και τα ρούχα μαζύ με τους ανθρώπους;
Κάποιος ξένος θα αφιέρωσε από ευσπλαχνία τα μαλλιά του εις τον τάφο, πιθανόν όμως και κανείς εντόπιος να εξεγέλασε τους φρουρούς και να το έκαμε.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πού είναι όμως οι ξένοι σου; Θέλω να τους ιδώ, να ερωτήσω για τον αδελφό σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Να τοι!... αυτοί που έρχονται γρήγορα από μέσα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Φαίνονται να είναι από καλό γένος… αυτό όμως συχνά ξεγελά. Πολλοί, μολονότι από καλήν οικογένειαν, είναι κακοί! Ας είναι όμως! Χαιρετώ τους ξένους!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Χαίρε γέροντα! Από ποιο φιλικό σπίτι, Ηλέκτρα, έρχεται ο γέροντας αυτός του παλαιού καιρού;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αυτός, ξένε, ανάθρεψε τον πατέρα μου!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πώς; Αυτός είναι που εφυγάδευσε τον αδελφό σου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ναι! Αυτός εδώ τον έσωσε… αν ζη ακόμη…
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αλλά γιατί με κυττάζει έτσι, σαν να εξετάζη ασημένιο νόμισμα αν είναι αληθινό;… ή μήπως τυχόν ευρίσκει ότι ομοιάζω με κανένα;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ίσως από ευχαρίστησιν ότι βλέπει ένα φίλον του Ορέστου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πράγματι, φίλος μου είναι, αλλά γιατί τριγυρίζει έτσι γύρω μου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και εγώ το βλέπω, ξένε, και απορώ.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ω, κόρη μου Ηλέκτρα, ευχαρίστησε τους θεούς!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλά γιατί; Για το παρόν ή για το παρελθόν;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Για την ευτυχία που σου στέλνουν!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Έστω! Ευχαριστώ τους θεούς. Τώρα όμως ειπέ μου γιατί;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Κύτταξε, παιδί μου, τον αγαπημένο μας αυτόν!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Από πολύ καιρό φοβούμαι ότι δεν είσαι πια εντελώς εις τα λογικά σου.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Δεν είμαι λοιπόν στα λογικά μου, όταν βλέπω τον αδελφό σου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι ανέλπιστο πράγμα είπες, γέροντα;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Λέγω ότι βλέπω τον Ορέστην, τον υιό του Αγαμέμνονος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και από τι τον αναγνωρίζεις, να βεβαιωθώ και ’γώ;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Από την πληγήν εις τα φρύδια, που έπαθε άλλοτε εις το πατρικό σας σπίτι, όταν έπεσε εκεί που εκυνηγούσατε μαζύ ένα ελαφάκι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είναι δυνατό; Πράγματι, βλέπω το σημείο του πεσίματος.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και τώρα, δεν αγκαλιάζεις ακόμη τον αγαπημένο σου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Όχι! δεν αμφιβάλω πια, γέροντα. Εβεβαιώθηκε η ψυχή μου από τα σημεία που είπες. Τέλος πάντων είσαι εδώ, σε έχω ανέλπιστα….
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και εγώ σε βρίσκω επί τέλους.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δεν το επίστευα ποτέ.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ούτε εγώ ποτέ το ήλπιζα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είσαι πράγματι σύ;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ναι! ο μόνος σύμμαχός σου, αν κατορθώσω να τραβήξω έξω το δίκτυ, που έρχομαι να ρίξω εδώ. Και ελπίζω να το κάμω∙ αλλέως, δεν θα ήσαν θεοί αν το άδικον ενίκα πάντοτε την θεία δίκην.
ΧΟΡΟΣ
Εφάνης, εφάνης τέλος πάντων, ποθητή ημέρα! Έλαμψες, έδειξες ωσάν αναμμένο φάρον εις την πόλιν εκείνον που τόσον καιρό επλανάτο δυστυχισμένος και δραπέτης μακράν από το πατρικό του σπίτι. Κάποιος θεός μας χαρίζει νίκη και χαράν.
Ύψωσε τα χέρια, ύψωσε την φωνήν, Ηλέκτρα, και παρακάλεσε τους θεούς να προστατεύση η τύχη τον αδελφό σου, όταν έμβη μέσα εις το Άργος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είθε! Και τώρα απήλαυσα την ευχαρίστησι των αδελφικών φιλημάτων, τα οποία και πάλιν θα χαρώ.
Συ όμως, γέροντα, που ήλθες εις τόσο κατάλληλον ώραν, ειπέ μου! πώς θα ημπορούσα να εκδικηθώ τον φονέα του πατέρα μου, καθώς και την μητέρα μου, την σύντροφο του ανόμου γάμου του;
Έχομεν άραγε εις το Άργος τίποτε φίλους αφοσιωμένους ή τα εχάσαμεν όλα μαζύ με την ευτυχία μας;
Ποίον πρέπει να εύρω να συνεννοηθώ, πρέπει να τον ιδώ ημέραν ή δια νυκτός; Τέλος, πώς θα κτυπήσωμεν τους εχθρούς μου;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ω! παιδί μου, ενόσω η τύχη στέκει μακρυά σου, κανείς δεν είναι φίλος σου! Είναι μεγάλον εύρημα να έχη κανείς φίλο που να μοιράζεται μαζύ του και την ευτυχία και την δυστυχία, και συ έχασες όλους τους φίλους σου δια παντός! Άκουσε τα λόγια μου! Μόνον από τα χέρια σου και από την τύχη σου εξαρτάται να κερδίσης πάλι το πατρικόν σου σπίτι και το Άργος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αλλά τι πρέπει να κάνω για να το κατορθώσω αυτό;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Να σκοτώσης τον Αίγισθον και την μητέρα σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Για ν’ αποκτήσω αυτή την τιμήν ήλθα εδώ, αλλά δεν ηξεύρω πώς θα την κερδίσω!
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Μέσα εις τα τείχη είναι αδύνατον, όσον και αν το θέλης!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Εννοώ! Θα φρουρήται από στρατιώτες και δορυφόρους.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ναι! Επειδή σε φοβάται και δεν κοιμάται ήσυχος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καλά, ώστε συμβούλευσέ με συ, γέροντα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Θα σε συμβουλεύσω και άκουσέ με, γιατί μου ήλθε μια καλή ιδέα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είθε να έλεγες τίποτε καλό και να το ακούσω εγώ.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Καθώς ερχόμην εδώ είδα τον Αίγισθον.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ενόησα! Και πού;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Εις το ιπποτροφείον, όχι μακρυά από τα χωράφια αυτά.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και τι έκαμνε εκεί; επειδή αρχίζω να βλέπω κάποιαν ελπίδα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Καθώς μου φάνηκε προετοίμαζε εορτή για τας Νύμφας.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Για την υγεία των παιδιών του άραγε; ή για κανένα που περιμένει ν’ αποκτήση;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ένα μόνο ξεύρω, ότι ετοιμαζότανε να θυσιάση βώδια.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και είχε και σωματοφύλακας μαζύ ή ήτο μόνος με τους υπηρέτας του;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Όχι! μόνο με τους υπηρέτας, Κανείς Αργείος δεν ήταν εκεί.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν ήτο κανείς από εκείνους που ημπορούν να με γνωρίσουν, αν με ιδούν;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Όχι! όλοι είναι υπηρέται που δεν σε είδαν ποτέ.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και πιστεύεις ότι αν ενικούσαμε θα ήρχοντο αυτοί με το μέρος μας;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Έτσι είναι πάντοτε οι δούλοι, και αυτό σε συμφέρει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και πώς ημπορώ τάχα να τον πλησιάσω;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Εύκολο είναι, αν περάσης από εκεί που ημπορεί να σε παρατηρήση, όταν θυσιάζη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καθώς νομίζω, η έπαυλίς του είναι κοντά εις τον δρόμον αυτό.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ναι! και απ’ εκεί θα σε ιδή και θα σε προσκαλέση να φας μαζύ του εις το τραπέζι της θυσίας.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αν θέλη ο θεός, θα εύρη κακό και ψυχρό σύντροφο δια το τραπέζι του.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Όσον για τα κατόπιν, τώρα μόνος σου σκέψου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μείνε ήσυχος! Η μητέρα μου όμως πού είναι;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Εις το Άργος. Θα έλθη και αυτή αργότερα εις τον άνδρα της για το τραπέζι.
ΠΡΕΣΤΗΣ
Και γιατί δεν ήλθε μαζύ του;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Φοβείται τα λόγια των πολιτών.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Εννοώ! Ηξεύρει ότι δεν την καλοβέπουν.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ναι! Κάθε κακούργος γυναίκα είναι μισητή.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και πώς ημπορούσα τάχα να σκοτώσω και τους δύο μαζύ;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Εγώ θα σου προετοιμάσω τον φόνον της μητέρας μας!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αι! τότε τα άλλα θα τα φέρη η τύχη δεξιά.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είθε να μας βοηθήση και τους δύο εις τα σχέδιά μας.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ορισμένως θα σας βοηθήση! Αλλά πώς σκέπτεσαι να γίνη ο φόνος της μητέρας σας;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Να! Πήγαινε συ και ειπέ της ότι εγέννησα αρσενικό και είμαι λεχώνα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και πότε να ειπώ ότι εγέννησες; Τώρα ή από καιρό;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ειπέ της προ δέκα ημερών, ακριβώς τον καιρόν που η λεχώνα είναι καθαρά.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και τι σχέσιν έχει αυτό με τον φόνον της μητέρας σου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μόλις μάθη ότι είμαι λεχώνα θα έλθη να με ιδή.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Γιατί; Mήπως νομίζεις παιδί μου ότι φροντίζει αυτή για σένα;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είμαι βεβαία ότι θα έλθη και θα δακρύση μάλιστα για το περιφρονημένο γένος των παιδιών μου.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ίσως!... έλα όμως πάλιν εις το νόημα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δεν εννοείς λοιπόν, ότι, αν έλθη, θα εύρη το τέλος της;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Τότε λοιπόν ας κοπιάση εδώ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δηλαδή στον Άδη.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ας το ιδώ μια φορά αυτό, και ύστερα ας πεθάνω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Πρώτα πρώτα όμως, γέροντα, δείξε τον δρόμο στον Ορέστη.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Εννοείς βέβαια εκεί που θυσιάζει ο Αίγισθος εις τους θεούς.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ναι! και έπειτα πήγαινε εις την μητέρα μου και διηγήσου ό, τι σου είπα.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Θα τα ειπώ έτσι, που να νομίζη ότι ακούει από το στόμα σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ (προς τον Ορέστη)
Και τώρα ήλθεν η ώρα. Συ πρώτος θα αρχίσης με τον φόνο του Αιγίσθου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θα επήγαινα αμέσως, αν μου έδειχνε κανείς τον δρόμο.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Σε πηγαίνω εγώ με όλην μου την καρδιά.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω Ζευ πατρικέ, ολέθριε εις τους εχθρούς μου, ελέησέ μας, διότι η τύχη μας πράγματι είναι αξία ευσπλαχνίας.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ευσπλαχνίσου μας!…. ναι…. αφού μάλιστα είμεθα απόγονοί σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και συ, Ήρα, που βασιλεύεις εις τους βωμούς των Μυκηνών, δώσε μας την νίκην, αν είναι δίκαιον ό, τι σε παρακαλούμεν!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δώσε να εκδικηθώμεν τον πατέρα μας.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και συ, βασίλισσα Γη, σου απλώνω τα χέρια μου, και συ, ω πατέρα, που είσαι κάτω από το χώμα δολοφονημένος, βοήθησε τα αγαπητά παιδιά σου. Πάρε βοηθούς και τους νεκρούς που ενίκησαν μαζύ σου τους Φρύγας, και όσους ακόμη αποστρέφονται τους ασεβείς κακούργους! Άκουσες συ που έπαθες τόσα από την μητέρα μου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Όλα αυτά τα ηξεύρει και τ’ ακούει ο πατέρας! Τώρα όμως καιρός να πηγαίνεις…. και άκουσέ με: Φόνευσε τον Αίγισθον, γιατί αν πέσης νικημένος εις τον αγώνα, θ’ αποθάνω και εγώ και ούτε να με λογαριάζης πια για ζωντανή. Δίκοπο μαχαίρι θα βυθίσω εις το σώμα μου!
Τώρα πηγαίνω μέσα να ετοιμασθώ και αν φθάσουν από σένα καλά μηνύματα, θ’ αντηχήση από χαρά το σπίτι, αν όμως σκοτωθής, θρήνοι και κοπετοί….. Αυτά σου λέγω!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καλά!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Πήγαινε και έχε θάρρος!.... Και σεις, γυναίκες, ειδοποιήσατέ με τι φωνές θ’ ακουσθούν από την πάλην.
Θα περιμένω με το μαχαίρι εις τα χέρια, γιατί, αν νικηθώμεν, δεν θα υποφέρω ποτέ να τιμωρηθώ από τους εχθρούς μας και ν’ αφήσω να περιυβρίσουν το σώμα μου.
ΧΟΡΟΣ
Λέγουν ότι άλλοτε ο Παν ο προστάτης των δασών, σφυρίζων με τον καλαμένιο αυλό του τραγούδι γλυκύτατον έφερεν εις το ποίμνιο του Ατρέως από τα βουνά του Άργους χρυσόμαλλον αρνί μόλις παρμένον από την μητέρα του∙ και τότε ο κήρυξ ανεβασμένος εις το πέτρινο βήμα εφώναζε: «Πηγαίνετε εις την αγοράν, Μυκηναίοι, να ιδήτε την χαρά των ευτυχισμένων βασιλέων σας… πράγματα και θαύματα!...»
Τα ανάκτορα των Ατρειδών πράγματι ηχολογούσαν από τραγούδια και μουσικές, οι χρυσοδουλευμένοι ναοί ανοίγοντο, εις όλην την πόλιν έλαμπεν η φωτιά των βωμών, ο αυλός, ο θεράπων των Μουσών, έχυνε γλυκείς τόνους, και ολονέν ηκούοντο περισσότερα χαρούμενα τραγούδια για το χρυσόμαλλο αρνί. Αλλ’ ο Θυέστης ήθελε να το έχη αυτός! Τι κάμνει λοιπόν!.... Διαφθείρει με εγκληματικόν έρωτα την αγαπημένη γυναίκα του Ατρέως, κλέπτει το θαυμάσιον αρνί, και επιστρέφων εις την αγορά φωνάζει ότι έχει αυτός το χρυσόμαλλον αρνί εις το σπίτι του.
Τότε όμως ο Ζευς άλλαξε τους φωτεινούς δρόμους των άστρων, και την λάμψι του Ήλιου και το λευκό φως της Αυγής. Άπλωσε προς δυσμάς θερμάς διαπύρους φλόγας και εμάζευσε προς βορράν τα σύννεφα της βροχής, ώστε αι ξηραί έρημοι του Άμμωνος ερημώνοντο αποξηραμμέναι, χωρίς ευεργετική υγρασία. Και λέγουν ακόμη, αν και εγώ ολίγον το πιστεύω, ότι ο Ήλιος έστρεψε και αυτός δια θεία τιμωρία το χρυσοπυρρωμένο και ακτινοβόλο άρμα του, και άλλαξε δρόμο για δυστυχία των ανθρώπων. Όλα αυτά βέβαια είναι φοβεραί διηγήσεις δια τους θνητούς, αι οποίαι αυξάνουν την λατρεία των θεών!
Και όμως συ δεν τα εσκέφθηκες όλα αυτά, και εσκότωσες τον άνδρα σου, ω αδελφή των ενδόξων Διοσκούρων…. (ακροώμεναι) Α! α! αγαπηταί!.... ακούσατε βοήν ωσάν υπογεία βροντή του Διός, ή εγελάσθηκα;
Να! όμως…. ακούονται δυνατώτεραι φωναί…. Ηλέκτρα, κυρία μου …. έλα έξω….
ΗΛΕΚΤΡΑ (ερχομένη)
Τι είναι, καλές μου; Τι απέγινε;
ΧΟΡΟΣ
Δεν ηξεύρω!... ακούω μόνον βόγγους θανάτου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και εγώ άκουσα, αν και από μακρυά.
ΧΟΡΟΣ
Ναι! αι φωναί έρχονται από μακρυά, αλλά καθαρώταται.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είναι θρήνοι των Αργείων ή του αγαπημένου μου;
ΧΟΡΟΣ
Δεν ηξεύρω… επειδή χάνεται μέσα εις την βοή κάθε φωνή.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αχ! Όλα αυτά είναι άσχημα προμηνύματα. Γιατί λοιπόν αργώ ν’ αποθάνω;
ΧΟΡΟΣ
Μη βιάζεσαι. Περίμενε έως ότου μάθης ακριβώς την τύχη σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Όχι…. Τετέλεσται! Ενικηθήκαμεν…. αλλέως θα είχαν έλθη αγγελιοφόροι.
ΧΟΡΟΣ
Θα έλθουν, θα έλθουν. Δεν είναι εύκολο πράγμα να σκοτωθή ένας βασιλεύς.
ΑΓΓΕΛΟΣ (εισερχόμενος)
Καλλίνικοι παρθένοι των Μυκηνών! Φέρω την είδησιν εις όλους τους φίλους ότι ενίκησεν ο Ορέστης, και ότι ο Αίγισθος, ο φονεύς του Αγαμέμνονος, κείτεται εις το χώμα νεκρός! Ας ευχηθώμεν εις τους θεούς!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και συ ποιος είσαι; Πώς να πιστεύσω ότι λέγεις την αλήθεια;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν με αναγνωρίζεις εμένα, τον υπηρέτη του αδελφού σου;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω! αγαπητέ! Ο φόβος με έκαμε να μη αναγνωρίσω το πρόσωπό σου, τώρα όμως το βλέπω. Λέγε λοιπόν! Απέθανεν ο κακούργος φονεύς του πατέρα μου;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Απέθανε! Σου το ξαναλέγω, αφού θέλεις.
ΧΟΡΟΣ
Ω θεοί! ω θεία δίκη που τιμωρείς όλα! Ηλθες, ήλθες τέλος πάντων!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Πώς όμως, με ποίον τρόπον τον εσκότωσεν ο Ορέστης; Θέλω να μάθω.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αφού εφύγαμεν απ’ εδώ, εμβήκαμεν εις τον αμαξωτό δρόμον όπου ευρίσκετο ο περίφημος βασιλεύς των Μυκηνών. Τον είδαμεν ακριβώς μέσα εις τους καταφύτους και πηγολούστους κήπους του, όπου έκοπτε τρυφερά κλαδιά μυρσίνης να πλέξη στεφάνι δια το κεφάλι του και μόλις μας είδεν εφώναξε:
-Χαίρετε, ξένοι! Ποιοι είσθε; Πού πηγαίνετε και από πού έρχεσθε;
-Θεσσαλοί είμεθα, απήντησεν ο Ορέστης, και ερχόμεθα να θυσιάσωμε κοντά στον Αλφειόν εις τον Ολύμπιο Δία.
Μόλις άκουσεν αυτά ο Αίγισθος μας είπε:
-Τώρα καθίστε εις το τραπέζι μου, επειδή θυσιάζω βώδια εις τας Νύμφας, και αύριο σηκώνεσθε με την Αυγή και θα φθάσετε πάλιν όπου θέλετε. Εμβήτε μέσα!
Με τα λόγια αυτά μας έπιασε από το χέρι και μας έφερε εις το σπίτι, ώστε δεν ήτο δυνατόν να του αρνηθή κανείς, και αφού εμβήκαμεν είπεν αμέσως:
-Ας ετοιμάση κάποιος γρήγορα λουτρά δια τους ξένους για να έλθουν εις τον βωμό να βρέξουν τα χέρια των.
-Είναι περιττόν! απάντησεν ο Ορέστης. Είμεθα καθαροί∙ μόλις προ ολίγου ελουσθήκαμεν εις τας καθαράς πηγάς του ποταμού. Και επειδή επιμένεις, Αίγισθε, θα λάβωμεν ευχαρίστως μέρος εις την θυσία μαζύ με τους εντοπίους∙ δεν σου το αρνούμεθα.
Αφού είπαν αυτά, οι υπηρέται άφησαν τα δόρατα που είχαν για να φυλάττουν τον κύριόν των και όλοι άρχισαν την εργασίαν. Άλλοι έφεραν το σφακτό, άλλοι κάνιστρα, άλλοι άναπταν φωτιά, άλλοι έβαλλαν επάνω πυρωστιές και καζάνια, ώστε όλο το σπίτι αντηχούσε από τον θόρυβο. Τότε ο άνδρας της μητέρας σου επήρε το ιερό κριθάρι και το έρριξεν εις τον βωμό.
«Νύμφαι των βουνών! είπε, είθε να σας προσφέρωμε πολλές φορές θυσίας, ευτυχισμένοι και εγώ και η γυναίκα μου, η κόρη του Τυνδάρεω,…. είθε να καταστραφούν οι εχθροί μου!»
Αυτά έλεγε βέβαια εννοών εσένα και τον Ορέστην, αλλά και ο κύριός μου προσηύχετο από μέσα του το εναντίο, να τον βοηθήσουν οι θεοί να κερδίση πάλι την πατρική του κληρονομίαν.
Έπειτα ο Αίγισθος επήρε από το κάνιστρον ίσιο μαχαίρι, έκοψε τρίχες από την κεφαλή του μοσχαριού, της έρριξε με το δεξί του χέρι εις την ιερά φωτιά και το έσφαξε, ενώ οι υπηρέται το εκρατούσαν εις τους ώμους των.
-Λέγουν ότι θεωρείται ευγενής τέχνη εις τους Θεσσαλούς να δαμάζη κανείς άλογα, και να κομματιάζη εύμορφα ένα ταύρον, είπε εις τον αδελφό σου. Πάρε λοιπόν το μαχαίρι, ξένε, και δείξε μας αν είναι αληθινή η φήμη αυτή.
Ευθύς τότε ο Ορέστης έδραξε το εύμορφο Δωρικό μαχαίρι, επέταξεν από τους ώμους τα λαμπρά ρούχα του και, αφού εφώναξε τον Πυλάδη να τον βοηθήση και έδιωξε τους υπηρέτας, έπιασε το πόδι του μοσχαριού και άρχισε να γδέρνη γρήγορα-γρήγορα τα ανοικτόχρωμα κρέατα.
Όλο το δέρμα εβγήκε γρηγορώτερα από όσο ένας δρομεύς θα έτρεχε τον διπλό δρόμο του ιππικού σταδίου , και όταν ετελείωσε, ο Αίγισθος επήρε εις τα χέρια του τα ιερά σπλάχνα και τα εξέταζε προσεκτικά. Το συκώτι όμως δεν ήταν ολόκληρο, και η φούσκα της χολής με τους σωλήνας επρομάντευαν γρήγορα συμφορές για εκείνον που τα εξέταζε!
Τότε έχασεν όλη την όρεξί του, έως ότου ο κύριός μου τον ερώτησε την αιτία που εχάλασε έτσι η καρδιά του.
-Ω ξένε!... απήντησεν εκείνος, φοβούμαι κάποιο δόλο τώρα γρήγορα εναντίον μου. Έχω ένα εχθρό!.... τον μισητόν υιό του Αγαμέμνονος.
-Μα πώς!... εσύ βασιλεύς, φοβείσαι τον δόλον ενός δραπέτου;---είπεν ο Ορέστης--- Περίεργο! Αφού όμως είναι έτσι, γιά να συμβουλευθώμεν καλλύτερα τους θεούς πριν να καθίσωμεν εις το τραπέζι, ας μου φέρει κάποιος αντί Δωρικό, Φθιωτικό κοπίδι ν΄ανοίξω το στήθος.
Οι υπηρέται έφεραν το κοπίδι αμέσως και έκοψε πράγματι το στήθος, ο δε Αίγισθος επήρε πάλι τα εντόσθια, τα εχώρισε και τα εξέταζε! Την στιγμήν όμως που έσκυβεν, ο αδελφός σου εσηκώθηκε, του έχωσε το μαχαίρι εις την ράχι κοντά εις τον λαιμό και του έκοψε τους σπονδύλους, Όλο το σώμα άρχισε αμέσως να τινάζεται εδώ και εκεί, και να σπαράζη εις το ψυχομαχητό. Οι υπηρέται, όμως, μόλις είδαν αυτό το πράγμα άρπαξαν δόρατα και ώρμησαν εναντίον των, ενώ ο Ορέστης με τον Πυλάδη, μολονότι είχαν να τα βάλουν, δυο αυτοί, με πολλούς, εστάθηκαν γενναίοι απέναντί των με τα όπλα έτοιμα.
-Ούτε εγώ ούτε οι σύντροφοί μου ερχόμεθα με κακούς σκοπούς για τον τόπο σας, είπεν ο Ορέστης. Είμαι ο δυστυχισμένος Ορέστης και εκδικήθηκα τον φονέα του πατέρα μου!. Μη με σκοτώνετε, παλιοί υπηρέται του σπιτιού μου!
Όταν εκείνοι άκουσαν τα λόγια αυτά κατέβασαν τα δόρατα και κάποιος παλαιός υπηρέτης ανεγνώρισε τον Ορέστη. Τότε τον εστεφάνωσαν αμέσως ενθουσιασμένοι και καταχαρούμενοι και έρχεται τώρα ο ίδιος να σου δείξη το κεφάλι, όχι της Γοργόνος, αλλά του μισητού σου Αιγίσθου, που επλήρωσε πικρά με το αίμα του το αίμα που έχυσε!
ΧΟΡΟΣ
Άρχισε να χορεύεις σαν ελαφάκι, αγαπητή Ηλέκτρα! Πήδησε από χαρά έως τον ουρανόν. Ο αδελφός σου εκέρδισε στέφανον ενδοξότερον από εκείνον που κερδίζουν εις την Ολυμπίαν, εις τας πηγάς του Αλφειού. Τραγούδησε τραγούδι θριάμβου στο χορό μου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω φως! Ω ακτινοβόλον άρμα του Ηλίου! Ω γη και νύκτα που έβλεπα πρώτα! Τώρα που έπεσεν ο Αίγισθος, ο φονεύς του πατέρα μου, τα μάτια μου είναι ελεύθερα. Θα φέρω, καλές μου, όλα τα στολίδια της κεφαλής που έχω εις το σπίτι, να στεφανώσω τον νικηφόρον αδελφό μου!
ΧΟΡΟΣ
Φέρε εσύ τα στολίδια!Εμείς θα χορέψωμε τον αγαπημένο χορό των Μουσών! Τώρα θα βασιλεύσουν εις τον τόπον αυτόν οι πρωτινοί αγαπημένοι βασιλείς μας, αφού εσκότωσαν με το δίκιο των εκείνους που τους είχαν αδικήση.
ΗΛΕΚΤΡΑ (προς τον Ορέστην)
Ω καλλίνικε Ορέστη μου! Υιέ νικηφόρου πατέρα, εκείνου που εκυρίευσε το Ίλιον, δέξου τα στολίδια αυτά για τα μαλλιά σου. Δεν ενίκησες ανωφελή αγώνα τρεξίματος, αλλά εσκότωσες τον εχθρό μας τον Αίγισθο, που εφόνευσε τον πατέρα μας. Και συ, βοηθέ του, υιέ ευσεβεστάτου πατέρα, δέξου αυτόν τον στέφανον από το χέρι μου, διότι και συ έλαβες ίσο μέρος εις τον αγώνα. Είθε να σας βλέπω πάντοτε ευτυχισμένους!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πρώτα οι θεοί, Ηλέκτρα, είναι αιτία της νίκης. Έπειτα από αυτούς, αν θέλεις, επαίνεσε κ’ εμένα, γιατί εγώ έγινα όργανο μόνον αυτών και της τύχης και εσκότωσα με έργα και όχι με λόγια τον Αίγισθο. Ως απόδειξιν σου φέρνω το σώμα του, το οποίον τώρα, αν θέλης, δώσε να το φάγουν τα θηρία ή έμπιξέ το επάνω σ’ ένα στύλο και άφησέ το βοράν εις τα όρνεα, τα παιδιά του αιθέρος. Αυτός που ελέγετο πριν κύριός σου τώρα είναι δούλος σου!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Εντρέπομαι…. και όμως ήθελα να μιλήσω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τι θέλεις; Λέγε! δεν έχεις τίποτε να φοβηθής.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δεν θέλω να υβρίσω τους νεκρούς, μη τυχόν με κατηγορήσουν γι’ αυτό.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μείνε ήσυχη! Εις αυτό το ζήτημα κανείς δεν θα σε κατηγορήση.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Η πόλις μας, ηξεύρεις, είναι στρυφνή και φιλοκατήγορος
ΟΡΕΣΤΗΣ
Λέγε ό, τι θέλεις αδελφή μου! Όλοι ηξεύρουν ότι μ’ αυτόν εδώ είχαμεν αιωνία και άσπονδον έχθραν!
ΗΛΕΚΤΡΑ (προς τον Αίγισθον)
Λοιπόν έστω! Από πού όμως ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω; Δεν επέρασεν ημέρα που να μη σκεφθώ με την αυγήν όσα ήθελα να σου ειπώ, αν μια ημέρα δεν σ’ εφοβούμην πιά και τώρα δεν σε φοβούμαι και θα σου τις ειπώ τις βρισιές που επιθυμούσα να σου έλεγα ενόσω ήσουν ζωντανός.
Μας κατέστρεψες, εμένα και τον αδελφό μου, και μας έκαμες ορφανούς από πατέρα αγαπημένον, ενώ δεν σε εβλάψαμεν εις τίποτε. Υπανδρεύθηκες άνομα την μητέρα μας και εσκότωσες τον άνδρα της, τον στρατηλάτη των Ελλήνων, ενώ εσύ δεν επήγες ποτέ να πολεμήσης τους Φρύγας. Και είχες τόσα μυαλά , ώστε ενόμιζες, όταν ατίμαζες τον πατέρα μου ότι, αν έπαιρνες γυναίκα την μητέρα μου, μ’ εσένα θα ήτο πιστή! Ας ηξεύρη όμως ο καθένας που παραπλανά ατίμως την γυναίκα άλλου και κατόπιν αναγκάζεται να την πάρη, πως απατάται, αν νομίζη ότι, ενώ δεν ημπορούσε να είναι φρόνιμη με τον άλλο, θα είναι φρόνιμη μαζύ μ’ αυτόν!