The Project Gutenberg eBook of Ηλέκτρα

This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this eBook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ηλέκτρα

Author: Euripides

Translator: Angelos Tanagras


Release date: March 15, 2006 [eBook #17995]

Language: Greek

Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/17995

Credits: Produced by Christos Alexandridis, Publisher Fexis1910,
Translation into modern Greek by Angelos Tanagras

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΗΛΈΚΤΡΑ ***


Title: Electra

Author:Euripides

Translation into Modern Greek by Angelos Tanagras

Publisher: Fexis, 1910

Language: Modern Greek

Produced by Christos Alexandridis

e-mail: chrialex@myrealbox.com



Τίτλος: Ηλέκτρα

Συγγραφέας: Ευριπίδης

Μεταφραστής: Άγγελος Τανάγρας

Εκδόσεις Φέξη, 1910

Ηλεκτρονική μεταγραφή: Χρίστος Αλεξανδρίδης

e-mail: chrialex@myrealbox.com



Στην παρούσα ηλεκτρονική μεταγραφή διατηρηθήκαν, σε γενικές γραμμές, η γλώσσα και η ορθογραφία του πρωτοτύπου. Επεμβάσεις έγιναν μόνο εκεί που το απαιτούσαν οι διορθώσεις των τυπογραφικών λαθών, η σαφήνεια του κειμένου και το μονοτονικό σύστημα.



ΥΠΟΘΕΣΙΣ


Μετά την δολοφονίαν του Αγαμέμνονος ο Αίγισθος βασιλεύων του

Άργους υπανδρεύει την θυγατέρα εκείνου Ηλέκτραν με απλούν γεωργόν, φοβούμενος μήπως, αν την έδιδεν εις τινα επίσημον, εγεννώντο τέκνα, τα οποία καμμίαν ημέραν να τον εξεδικούντο δια το έγκλημά του.

Ο γεωργός όμως, ενάρετος και έντιμος άνθρωπος, δεν τολμά να την εγγίση. Εν τω μεταξύ τότε φθάνει ο Ορέστης κρυφίως με τον φίλον του Πυλάδην, ίνα εκδικηθή τον πατέρα του, αναγνωρίζεται μετά της Ηλέκτρας και συμφωνεί μετ’ αυτής πώς να προβώσιν εις το έργον της εκδικήσεως.

Με τη συμβουλή γέροντος υπηρέτου, όστις άλλοτε μικρόν τον έσωσεν από των χειρών του Αιγίσθου, κατορθώνει να πλησιάση εις τινα θυσίαν τον Αίγισθον και να τον φονεύση, καθώς και την μητέρα του Κλυταιμνήστραν, την οποίαν η Ηλέκτρα παρασύρει επί προφάσει τινί εις την οικίαν της.

Μετά το τέλος όμως της εκδικήσεως αρχίζουν να τον καταδιώκουν αι εκδικήτριαι Ερινύες, ότε οι Διόσκουροι εμφανιζόμενοι και επιρρίπτοντες το βάρος των γενομένων εις τον Απόλλωνα, την μεν Ηλέκτραν υπανδρεύουν με τον Πυλάδην, τον δε Ορέστην διατάσσουν να έλθη εις τας Αθήνας, όπου θα δικασθή εις τον Άρειον Πάγον υπό των θεών και θα αθωωθή.





ΠΡΟΣΩΠΑ


ΗΛΕΚΤΡΑ

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

ΟΡΕΣΤΗΣ

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

ΑΓΓΕΛΟΣ

ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ

ΠΥΛΑΔΗΣ (βωβόν πρόσωπον)

ΧΟΡΟΣ ΜΥΚΗΝΑΙΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ



{Η σκηνή πλησίον του Άργους}



ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ


ΗΛΕΚΤΡΑ



ΓΕΩΡΓΟΣ

Ω αρχαίον Άργος και ρεύματα του Ινάχου, από τα οποία άλλοτε έπλευσεν εις την Τρωάδα με χίλια πλοία ο βασιλεύς Αγαμέμνων, και αφού εφόνευσε τον βασιλέα Πρίαμον και εκυρίευσε τη δοξασμένη πόλι του Δαρδάνου, εκρέμασεν, όταν επέστρεψε, πολλά βαρβαρικά λάφυρα εις τους υψηλούς ναούς!

Εις αυτό αλήθεια η τύχη τον εβοήθησε∙ μόλις όμως εγύρισεν, εφονεύθη μέσα εις το σπίτι του, με πανουργία της γυναικός του Κλυταιμνήστρας από τον Αίγισθον τον υιό του Θυέστου.

Και αυτός μεν έτσι εχάθη και άφησε τον παλαιό θρόνο του Τάνταλου, βασιλεύει δε τώρα ο Αίγισθος με γυναίκα την σύζυγό του, την κόρη του Τυνδάρεω. Από τα παιδιά όμως, που άφησεν ο Αγαμέμνων, όταν έφυγεν εις την Τροία, τον μεν Ορέστη, που ήθελε να σκοτώση ο Αίγισθος, τον έκλεψεν ο γέρω-παιδαγωγός του πατέρα του, και τον έδωκεν εις την Φωκίδα, εις τον Στόφιο, να τον αναθρέψη, η δε Ηλέκτρα έμεινε με την μητέρα της.

Όταν αυτή έφθασεν εις τρυφεράν ηλικία γάμου, την εζήτουν γυναίκα οι πρώτοι της Eλλάδος, αλλ’ ο Αίγισθος, φοβούμενος μήπως, αν τυχόν υπανδρεύετο με κανένα επίσημον, γεννήση παιδί, που να εκδικήση το φόνο του Αγαμέμνονος, την εκράτει κοντά του χωρίς να την δίδη σε κενένα. Επειδή όμως και τούτο με τον καιρόν ήτον επίφοβο, γιατί ημπορούσε ν’ αποκτήση κρυφά παιδιά με κανένα επίσημον, εσκέφθη να την βγάλη από το μέσο, μόλις δε και μετά βίας την έσωσεν από τα χέρια του η σκληρά μητέρα της, η οποία δια μεν τον φόνο του ανδρός της εύρισκε δικαιολογίας, εφοβείτο όμως μήπως γείνη μισητή, αν εσκότωνε και την κόρη της.

Ένεκα όλων αυτών λοιπόν ιδού τι εμηχανεύθηκεν ο Αίγισθος. Επροκήρυξε πρώτα αμοιβήν εις όποιον εσκότωνε τον φευγάτον υιό του Αγαμέμνονος, και έπειτα έδωσεν εις εμένα την Ηλέκτραν γυναίκα. Είναι αλήθεια ότι οι πατέρες μου είναι Μυκηναίοι την καταγωγή, και γι’ αυτό δεν ημπορεί να με κατηγορήση κανείς, διότι το γένος μας είναι καλόν, αλλ’ είμεθα πτωχοί, και ο πτωχός χάνει την ευγένειά του.

Την έδωσε λοιπόν εις εμένα τον μικρό, για να έχη μικρό και τον φόβο, διότι, αν η Ηλέκτρα είχεν ισχυρόν άνδρα, αυτός θα έφερε πάλιν εις το μέσο τον λησμονημένο φόνο του Αγαμέμνονος, και ο Αίγισθος θα εύρισκε τα επίχειρα των όσων έκαμεν. Εγώ όμως, ας είναι μάρτυς μου η Κύπρις Αφροδίτη, δεν ηθέλησα ποτέ να την υποβάλω εις τον εξευτελισμόν ενός τέτοιου γάμου, και είναι ακόμη παρθένος. Εθεώρησα άσχημο να ταπεινώσω παιδιά επισήμων ανθρώπων, ενώ εγώ δεν είμαι άξιος αυτών. Και λυπούμαι μόνο τον τάχα συγγενή μου, τον δυστυχισμένον Ορέστην, αν έλθη ποτέ εις το Άργος και ιδή το εξευτελισμένο συνοικέσιο της αδελφής του.

Όποιος δε με νομίζει ανόητο, διότι έχω εις το σπίτι μου νέαν παρθένον και δεν την αγγίζω, ας ηξεύρη ότι μετρά την αρετή με κακό μέτρο, και ότι ο ίδιος δεν είναι ενάρετος άνθρωπος.


ΗΛΕΚΤΡΑ (εμβαίνουσα)

Σκοτεινή νύχτα, μητέρα των χρυσών άστρων, όπου με την στάμναν αυτήν εις το κεφάλι έρχομαι εις τας πηγάς του ποταμού, όχι τόσον από ανάγκην, αλλά για να βλέπουν οι θεοί την ύβριν του Αιγίσθου, και για να χύνω θρήνους εις τον απέραντον ουρανό για τον πατέρα μου! Η σκύλλα η κόρη του Τυνδάρεω, η μητέρα μου, με έδιωξε χάριν του ανδρός της από το σπίτι, και, επειδή έκαμε άλλα παιδιά με τον Αίγισθον, δεν φροντίζει πειά ούτε για τον Ορέστη ούτε για μένα.


ΓΕΩΡΓΟΣ

Γιατί κοπιάζεις έτσι, δυστυχισμένη, για μένα, ενώ έχεις τόσαις συμφοραίς, ενώ ήσουν πριν τόσον καλοαναθρεμμένη; Χίλιες φοραίς σου το λέγω, και όμως συ δεν ακούς!


ΗΛΕΚΤΡΑ

Εσένα εγώ σε θεωρώ αγαπητό σαν τους αθανάτους θεούς, γιατί δεν με εξευτέλισες ακόμη περισσότερον εις τα δεινά μου. Είναι μεγάλη τύχη εις τον άνθρωπον να εύρη τέτοια παρηγοριά μεγάλης συμφοράς. Γι’ αυτό πρέπει και μόνη να σε ανακουφίζω από τους κόπους σου για να τους υποφέρης ευκολώτερα και να μοιράζωμαι τας εργασίας σου. Εσύ έχεις αρκετά έξω να εργάζεσαι. Για ό, τι όμως υπάρχει εις το σπίτι, είναι ιδικό μας καθήκον να φροντίζομεν. Είναι τόσον ευχάριστον εις τον εργατικό, όταν γυρίζη εις το σπιτικό του, να ευρίσκη όλα τακτικά!


ΓΕΩΡΓΟΣ

Αφού έτσι νομίζεις, πήγαινε! άλλως τε και η βρύσι δεν είναι μακρυά. Εγώ μόλις ξημερώση θα φέρω τα βώδια εις τα χωράφια, και θα σπείρω, γιατί κανείς οκνηρός δεν ημπορεί να κερδίζη την ζωή του μόνο με παρακάλεια προς τους θεούς εις το στόμα.

(εξέρχονται)


ΟΡΕΣΤΗΣ (εισέρχεται με τον Πυλάδην)

Πυλάδη, εσένα εγώ σε θεωρώ περισσότερον από όλους τους άλλους ανθρώπους φίλο μου και σύντροφον εγκαρδιακό μου, γιατί μόνος εσύ μου έμεινες αφωσιωμένος, ενώ υπέφερα ό, τι υποφέρω από τον Αίγισθον, που εσκότωσε με την κακούργο μητέρα μου τον αγαπημένο μου πατέρα!

Τώρα φθάνω από το μαντείο των Δελφών εις το Άργος, χωρίς να το ηξεύρη κανείς, για να εκδικήσω τον θάνατόν του. Επήγα αυτή την νύκατα εις τον τάφον του και κρυφά από τον βασιλέα του τόπου έχυσα τα δάκρυά μου, έκοψα αφιέρωμα τα μαλλιά μου και έσφαξα επάνω εις την νεκρική φωτιά ένα πρόβατο. Μέσα εις τα τείχη δεν πηγαίνω, διότι ήλθα εις τα σύνορα ακριβώς του Άργους με δυο σκοπούς. Να φύγω πρώτα γρήγορα εις άλλη χώρα, αν κανείς με αναγνωρίση, και έπειτα να προσπαθήσω να εύρω την αδελφή μου, η οποία λέγουν ότι υπανδρεύθη και κατοικεί εδώ. Θέλω να συνεννοηθώ μαζύ της για τον φόνο του Αιγίσθου και να μάθω ακριβώς τι γίνεται μέσα εις τα τείχη.

Τώρα λοιπόν, επειδή η αυγή αρχίζει να φωτίζη, ας περιπατώμεν εδώ εις το μονοπάτι έξω από τον δρόμο, διότι κάποιος γεωργός ή υπηρέτρια θα φανή, από τους οποίους θα πληροφορηθώμεν αν η αδελφή μου κατοικεί εδώ. Αλλά να! βλέπω μίαν υπηρέτριαν, η οποία έχει στάμνα εις το κουρεμένο κεφάλι της. Ας καθήσωμεν και ας την ερωτήσωμεν, μήπως μάθωμεν τίποτε για ό, τι ήλθαμεν εις αυτόν τον τόπον.


ΗΛΕΚΤΡΑ (εισερχομένη)

Τάχυνε τα βήματά σου …. εμπρός! και χύνε δάκρυα!.... Αλλοίμονο! Αλλοίμονό μου!

Είμαι κόρη του Αγαμέμνονος, μ’ εγέννησεν η Κλυταιμνήστρα, η μισητή κόρη του Τυνδάρεω και με ονομάζουν την δυστυχισμένην οι πολίται Ηλέκτραν. Αλλοίμονον! Αλλοίμονο! τι φρικτή κατάστασις! τι ανυπόφορος είναι η ζωή μου!..... Και συ πατέρα μου, κείτεσαι εις τον Άδην, σφαγμένος από τον Αίγισθο και την γυναίκα του!

Κλάψε, κακομοίρα, τον ίδιο θρήνο πάλι, ζήτησε παρηγοριάν εις την ευχαρίστησι των δακρύων!.... και τάχυνε το βήμα σου…. είναι καιρός! εμπρός, εμπρός! χύνε δάκρυα…. Αλλοίμονον! Αλλοίμονόν μου!

Εις ποια πόλι, εις ποιο σπίτι, καϋμένε αδελφέ, πλανάσαι και αφήνεις σε φρικταίς συμφοραίς την δυστυχισμένη αδελφή σου; Έλα να με σώσης από τα δεινά αυτά και να εκδικήσης τον φρικτό φόνο του πατέρα μας…. Φέρε εις το Άργος το πλανημένο βήμα σου!

Ας καταιβάσω την στάμναν από το κεφάλι μου για να κλάψω τώρα την χαραυγή τον πατέρα μου με θρήνους εγκαρδίους. Φωνές πόνου, μοιρολόγια σου στέλλω με κλάματα κάτω από την γη, πατέρα…. Με αυτά τρώγω την ζωή μου, ξεσχίζω με τα νύχια το πρόσωπό μου, και χτυπώ με τα χέρια το ασχημισμένον από το κούρευμα κεφάλι μου. Το εκούρευσα για τον θάνατό σου! Αι! Αι! ….. χτύπα το κεφάλι σου!... Όπως κλαίει μελωδικός κύκνος εις τα ρεύματα του ποταμού τον αγαπημένο του γονιό που εσκοτώθηκε μέσα σε δολερά βράχια, έτσι και εγώ σε κλαίω, πατέρα μου, εσένα και τα τελευταία λουτρά που έλουσες το σώμα σου, εις το φρικτό κρεββάτι του θανάτου….

Αχ! Αχ! το πικρό χτύπημα του κοπιδιού…. η πικρά επιστροφή σου από την Τροίαν!.... Δεν σε εδέχθηκε με ταινίας η γυναίκα σου, ούτε με στεφάνους, αλλά με δίστομο μαχαίρι σε έκαμε ελεεινό παίγνιο εις τον Αίγισθο και επήρε τον δόλιον άνδρα της…..


ΧΟΡΟΣ (εισερχόμενος)

Ω! κόρη Αγαμέμνονος Ηλέκτρα, ήλθαμεν εις το αγροτικό σπίτι σου, γιατί έφθασε κάποιος γαλακτοπότης ορεσίβιος Μυκηναίος, που ειδοποίησεν ότι οι Αργείοι ετοιμάζουν μεθαύριο θυσίαν και ότι όλαι αι νέαι θα παρελάσουν εις τον ναόν της Ήρας!


ΗΛΕΚΤΡΑ

Δεν είναι για εορτάς, δεν είναι για χρυσά στολίδια η ψυχή μου, καλές μου. Ούτε θα χορέψω η δυστυχισμένη εγώ μαζύ με τας γυναίκας του Άργους. Με δάκρυα χορεύω και δάκρυα σκέπτομαι η κακομοίρα κάθε ημέραν. Ιδέτε τα ρυπαρά μαλλιά μου και την κατάστασι των ρούχων μου, αν πρέπουν εις την βασιλική κόρη του Αγαμέμνονος, και εις την Τροίαν, που ενθυμείται την δόξαν του!.....


ΧΟΡΟΣ

΄Ελα μαζύ μας, η θεά είναι μεγάλη! Θα σου δανείσω εγώ πλούσια ενδύματα να ενδυθής και χρυσά κοσμήματα να στολισθής! Νομίζεις τάχα ότι με τα δάκρυα και αν δεν τιμάς τους θεούς θα νικήσης τους εχθρούς σου; Όχι με στεναγμούς, αλλά με παρακλήσεις προς τους θεούς θα ευτυχήσης κόρη μου!


ΗΛΕΚΤΡΑ

Κανείς από τους θεούς δεν ακούει τους θρήνους μου, ούτε ενθυμείται τον παλαιό φόνον του πατέρα μου και τον πλανώμενον αδελφόν μου, που, μολονότι από τέτοιον ένδοξον γένος, τρέχει τώρα εις άλλους τόπους ελεεινός, αναγκασμένος να εργάζεται για να ζη! Και εγώ δε διωγμένη από το πατρικό μου σπίτι κατοικώ και λιώνω την ψυχή μου εις το πτωχικό αυτό καλύβι, μέσα εις τους αγρίους βράχους, ενώ η μητέρα μου εις το κρεββάτι του εγκλήματος είναι γυναίκα άλλου.


ΧΟΡΟΣ

Πολλών κακών αιτία έγεινεν εις τους Έλληνας και εις την οικογένειάν σας η Ελένη, η αδελφή της μητέρας σου!


ΗΛΕΚΤΡΑ (βλέπουσα τον Ορέστην)

Αλλοίμονο, γυναίκες…. παύω τα θρηνολογήματά μου! Βλέπω ότι ξένοι κρυμμένοι κοντά εις την εστίαν, εις το σπίτι μου, βγαίνουν από τον κρυψώνα των….. Ας φύγωμεν, σεις εις το μονοπάτι, και εγώ εις το σπίτι, μήπως μας κάνουν κανέν κακόν!


ΟΡΕΣΤΗΣ (εισερχόμενος)

Μείναι, δυστυχισμένη! μη με φοβάσαι!....


ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω! Φοίβε Απόλλων! σε παρακαλώ σώσε με μη με σκοτώσουν!


ΟΡΕΣΤΗΣ

Αν ήθελα να σκοτώσω, θα εσκότωνα μάλλον άλλους, περισσότερον εχθρούς από σε …..


ΗΛΕΚΤΡΑ

Φύγε! μη μ’ εγγίζης∙ δεν έχεις δικαίωμα να με εγγίσης….


ΟΡΕΣΤΗΣ

Τίποτε δεν έχω μεγαλύτερο δικαίωμα να εγγίζω εις αυτόν τον κόσμον!


ΗΛΕΚΤΡΑ

Τότε πώς παραμονεύεις με το σπαθί στο χέρι εις το σπίτι μου;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Στάσου και άκουσέ με, και αμέσως θα αλλάξης γνώμη.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Λέγε λοιπόν, αφού ούτως ή άλλως είσαι δυνατώτερος και μ’ έχεις εις την διάθεσί σου!


ΟΡΕΣΤΗΣ

Σου φέρνω μηνύματα από τον αδελφό σου.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω! αγαπημένε μου! Ζη;… απέθανε;…


ΟΡΕΣΤΗΣ

Ζη! Αυτή είναι η πρώτη καλή είδησις που σου φέρνω.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Καλό να έχης για τους καλούς λόγους σου!


ΟΡΕΣΤΗΣ

Τις καλές αυτές ευχές σου μοιράζω και εις τους δυο μας.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Και εις ποίον μέρος έχει ο δυστυχισμένος το καταφύγιό του;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Φθείρεται πλανώμενος από πόλιν εις πόλιν.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Μήπως στερείται άραγε;



ΟΡΕΣΤΗΣ

Αυτό όχι! Αλλά είναι φυγάς, και ένας φυγάς είναι πάντοτε δυστυχισμένος.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Και τι μήνυμα μου φέρνεις απ’ αυτόν;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Ήλθα να ιδώ αν ζης… Και πώς περνάς με την συμφορά σου.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Τότε βλέπεις πρώτα το αδυνατισμένο σώμα μου….


ΟΡΕΣΤΗΣ

Οι πίκρες το αφάνισαν, και γι’ αυτό πονεί η ψυχή μου.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Βλέπεις και το κεφάλι μου το ασχημισμένον από το ξυράφι.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Από την λύπην βέβαια για τον αδελφόν σου ή για τον αποθαμένο πατέρα σου.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Αχ! Και τι ημπορεί να μου είναι αγαπητότερον από τα δύο αυτά;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Α! και νομίζεις τάχα ότι δεν σε αγαπά και ο αδελφός σου;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Εκείνος είναι μακρυά, δεν είναι εδώ.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και γιατί κατοικείς τόσον μακρυά από την πόλιν;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Υπανδρεύθηκα, ξένε! Έκαμα ελεεινόν γάμον.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Α! τον δυστυχισμένο τον αδελφόν σου, όταν το μάθη… Και με ποιόν από τους Μυκηναίους;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Όχι βέβαια μ’ εκείνον που θα ήλπιζε να με υπανδρεύση ο πατέρας μου.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Ειπέ μου τα λοιπόν όλα για να τα διηγηθώ εις τον αδελφό σου!



ΗΛΕΚΤΡΑ

Εδώ κατοικεί ο άνδρας μου, εις αυτό το μακρυνό σπίτι.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και τι σπίτι είν’ αυτό; Κανενός σκαφτιά ή κανενός κτηνοβοσκού;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Είναι πτωχός άνθρωπος, αλλά γενναιόφρων και ευλαβής μαζί μου!


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και τι είδος ευλαβείας έχει προς εσέ;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Δεν ετόλμησε ποτέ να με εγγίση σαν σύζυγος!


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και γιατί; άραγε από καμμίαν ευσεβή αιτίαν ή διότι σε καταφρονεί;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Δεν ήθελε να εξευτελίση τους γονείς μου!


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και πώς; δεν εχάρηκε τάχα να κάμη ένα τέτοιον γάμον;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Δεν νομίζει ότι είχε δικαίωμα να με υπανδρεύση εκείνος που με έδωσεν εις αυτόν.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Εννοώ! φοβείται τότε μήπως τον τιμωρήση καμμίαν ημέραν ο Ορέστης.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Αυτό είναι βέβαια μια από τας αιτίας∙ αλλ’ είναι και ενάρετος άνθρωπος!


ΟΡΕΣΤΗΣ

Πράγματι φαίνεται ενάρετος και πρέπει να ανταμειφθή.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Τούτο θα γίνει, αν επιστρέψη ποτέ εκείνος που είναι μακρυά.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και τα υπέφερε αυτά η μητέρα σου;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Αι γυναίκες, ξένε, αγαπούν τους άνδρας των και όχι τα παιδιά των.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Γιατί όμως σ’ εξευτέλισε τόσον ο Αίγισθος;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Μη τυχόν αποκτήσω παιδιά με κανένα ισχυρόν πατέρα…


ΟΡΕΣΤΗΣ

Θα εφοβήθηκε βέβαια μήπως αυτά τον εκδικηθούν για ό, τι έκαμε.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Ναι! αυτό εσκέφθηκε, που είθε να τον τιμωρήση ο θεός.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και ηξεύρει ο Αίγισθος ότι είσαι ακόμη παρθένος;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Όχι! το κρατούμεν προσεκτικά μυστικόν.


ΟΡΕΣΤΗΣ(δεικνύων τον χορόν)

Αλλά αι φίλαι σου αυταί ακούουν ό, τι μου είπες;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Μη φοβείσαι, είναι πισταί! Φυλάττουν και τα ιδικά μου και τα ιδικά σου λόγια μυστικά.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Λοιπόν τι νομίζεις ότι θα εγίνετο, αν εγύριζε ο Ορέστης εις το Άργος;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Και ερωτάς; Ούτε καν να το ειπής έπρεπε! Θα ήταν μάλιστα καιρός να το κάμη!


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και αν ήρχετο πώς θα ήτο δυνατόν να σκοτώση τους δολοφόνους του πατέρα του;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Απλούστατα! Αν τολμήση να κάμη εις αυτούς ό, τι εκείνοι ετόλμησαν εις τον πατέρα του.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και θα είχες τάχα το θάρρος να σκοτώσης μαζύ του την μητέρα σου;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Ναι! με τον ίδιον μάλιστα πέλεκυν που εσκοτώθηκεν ο πατέρας μου.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Να ειπώ αυτά εις τον αδελφό σου για βέβαια από μέρους σου;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Ας πεθάνω, αφού πρώτα χύσω επάνω μου το αίμα της μητέρας μου.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Αχ! αν ήταν ο Ορέστης εδώ να άκουε αυτά τα λόγια!


ΗΛΕΚΤΡΑ

Αλλά ξένε, δεν θα τον εγνώριζα, και να τον έβλεπα ακόμη.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Αυτό δεν είναι διόλου παράξενον∙ είσθε παιδιά και οι δύο, όταν εχωρισθήκατε.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Ένας μόνον ημπορούσε να τον αναγνωρίση από όσους μου είναι αφωσιωμένοι.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Μήπως εκείνος, που λέγουν ότι τον έσωσεν, όταν ο Αίγισθος ήθελε να τον σκοτώση;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Ναι! ο γέρο-παιδαγωγός του πατέρα μας.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Και έχει άραγε μνήμα ο αποθαμμένος πατέρας σου;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Τον έθαψαν όπως όπως, αφού τον επέταξαν από το σπίτι του.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Αλλοίμονο! τι λέγεις; Φυσικόν, βλέπεις, είναι να λυπήται κάθε άνθρωπος και με ξένους πόνους… Ειπέ μου όμως για να διηγηθώ εις τον αδελφό σου τας θλιβεράς αυτάς πληροφορίας που πρέπει να μάθη. Ο βάναυσος δεν αισθάνεται ευσπλαχνίαν∙ το αίσθημα αυτό υπάρχει μόνον εις τον ανεπτυγμένον άνθρωπο, και βέβαια ένας τέτοιος δεν ακούει χωρίς πόνο τα δίκαια παράπονα του άλλου.


ΧΟΡΟΣ

Και η ιδική μου η ψυχή ποθεί τα ίδια να ακούση, γιατί κατοικώ μακρυά από την πόλι και δεν ηξεύρω τα κακά που γίνονται μέσα εις αυτήν! Τώρα λοιπόν ήθελα να μάθω και εγώ!...


ΗΛΕΚΤΡΑ

Τότε, αφού πρέπει, θα τα ειπώ, και πράγματι πρέπει να ειπώ εις ένα φίλο τας πικράς περιπετείας εμού και του πατέρα μου! Παρακαλώ λοιπόν, ξένε, διηγήσου εις τον Ορέστην τα δυστυχήματά μας∙ πρώτον τι φορέματα φορώ, την ρυπαρότητα όπου ζω, και το σπίτι όπου μένω, έπειτα από τα βασιλικά μέγαρα όπου εκαθήμην άλλοτε… Υφαίνω με τα ίδια χέρια μου τα ρούχα μου, αλλέως θα μείνω γυμνή και υστερημένη, φέρνω η ίδια από τον ποταμό νερό, μακρυά από τας εορτάς και τους χορούς, υπανδρευμένη και όμως παρθένος…

Απαρνούμαι ακόμη και τον Κάστορα τον συγγενή μας, με τον οποίο με είχαν αρραβωνιάση πριν ακόμη γίνει θεός, και η μητέρα μου κάθεται επάνω εις Φρυγικά λάφυρα σε θρόνο, και γύρω από το κάθισμά της στέκονται Ασιαναί δούλαι που ηχμαλώτισε ο πατέρας μου, ζωσμέναι με χρυσάς πόρπας τα φορέματά των.

Το μαύρον αίμα του πατέρα μας σαπίζει ακόμη εις τους τοίχους, ο δε δολοφόνος του εμβαίνει αυθάδης εις τα πολεμικά αμάξια του και αλαζονεύεται κρατών εις τα κακούργα χέρια του το σκήπτρο με το οποίον εκείνος άλλοτε εστρατηλάτει τους Έλληνας…

Ο καταφρονημένος τάφος του Αγαμέμνονος ούτε αφιερώματα είδε ποτέ, ούτε κλωνάρι μυρσίνης∙ η φωτιά όπου εκάη μένει χωρίς στολίσματα, όταν δε μεθύση ο ένδοξος άνδρας της μητέρας μου, πηδά καθώς λέγουν, εις τον τάφο, και κτυπά με πέτρες το λίθινο μνήμα και τολμά να λέγη για μας: «Πού είναι ο υιός σου ο Ορέστης; Ωραία υπερασπίζεται το μνήμα σου!...»

Έτσι τον υβρίζει ενώ αυτός είναι μακρυά… Αλλά σε παρακαλώ, ξένε, διηγήσου του όλα αυτά!... Πολλοί του τα μηνούν, και τα λόγια των διερμηνεύω εγώ… εγώ ναι!... τα χέρια μου , η γλώσσα μου, ο δυστυχισμένος νους μου, το ξυρισμένο κεφάλι μου, και ο πατέρας του ο ίδιος ακόμη!... Διότι βέβαια θα είναι άξιο περιφρονήσεως, ο πατέρας του να νικήση τους Φρύγας, και εκείνος νέος και από τέτοιο γένος να μη ημπορέση να σκοτώση ένα μόνον άνθρωπον!...


ΧΟΡΟΣ

Βλέπω τον άνδρα σου να επιστρέφη εις το σπίτι, αφού ετελείωσε τας εργασίας του.


ΓΕΩΡΓΟΣ (εισερχόμενος)

Τι ξένοι είναι αυτοί εμπρός εις το σπίτι μου; Και γιατί ήλθαν εδώ τόσο μακράν εις αυτό το χωρικό σπίτι;

Εμένα θέλουν βέβαια, γιατί δεν αρμόζει εις τις γυναίκες να στέκωνται με νέους άνδρας.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω! αγαπητέ μου, μη βάλης υποψίαν εις τον νου σου… θα μάθης αμέσως τι συμβαίνει. Οι ξένοι αυτοί μου φέρουν μηνύματα από τον Ορέστην… Συγχωρήσατε, ξένοι, τα λόγια του ανδρός μου.


ΓΕΩΡΓΟΣ

Και τι νέα φέρουν; Ζη ακόμα και βλέπει το φως;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Έτσι λέγουν και τους πιστεύω.


ΓΕΩΡΓΟΣ

Ενθυμείται άραγε τον πατέρα του και τα δυστυχήματά του;



ΗΛΕΚΤΡΑ

Ελπίζω! Είναι όμως ανίσχυρος φυγάς.


ΓΕΩΡΓΟΣ

Και τι μηνύματα μας φέρουν από τον Ορέστην;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Τους έστειλε να ιδούν τα δεινοπαθήματά μου!


ΓΕΩΡΓΟΣ

Τότε μερικά τα βλέπουν, και τα άλλα βέβαια τα λέγεις

η ίδια.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Τα ηξεύρουν όλα, τους επληροφόρησα για όλα.


ΓΕΩΡΓΟΣ (προς τους ξένους)

Τότε αυτή η θύρα έπρεπε πολύ πρωτήτερα ν’ ανοιχθή για σας. Ορίστε μέσα!... Θα σας φιλοξενήσωμεν για τας καλάς ειδήσεις σας, όπως ημπορούμεν καλλίτερα, εις το σπίτι μας! Σεις, υπηρέται, φέρετε τα πράγματά των μέσα… Μην αρνηθήτε, αγαπητοί, που έρχεσθε από αγαπητόν άνθρωπο, διότι, αν και είμαι πτωχός, δεν θα μ’ ευρήτε και αγενή.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα τους θεούς! αυτός είναι που σ’ εσεβάσθηκε για να μη εντροπιάση τον Ορέστη;


ΗΛΕΚΤΡΑ

Αυτός είναι ο σύζυγός μου, της δυστυχισμένης.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Αι! δεν υπάρχει λοιπόν κανέν διακριτικό της ευγενείας!

Κάποια ατέλεια είναι εις την ανθρώπινη φύσι! Πολλάκις είδα υιόν από καλό πατέρα να μην αξίζη τίποτε, και άλλοτε πάλι καλά παιδιά από κακούς γονείς. Είδα ακόμη μικροπρέπειαν εις πλούσιους και μεγαλοφροσύνην εις πτωχούς. Πώς ημπορεί λοιπόν να κρίνη κανείς ορθώς;

Από τον πλούτο τάχα; Kακό θα είναι το κριτήριό του. Από την φτώχεια πάλι; Aλλά και αυτή δεν είναι καλλιτέρα, διότι εις περίστασιν ανάγκης διδάσκει εις τον άνθρωπο το κακόν… Αλλά να ειπώ άραγε από τα όπλα; Ποίος όμως ημπορεί να κρίνη μόνον από τα όπλα ποίος είναι ο ανδρείος; Το καλλίτερον λοιπόν είναι από το να μην υπάρχη κανείς κανών εις αυτά!

Ο άνθρωπος αυτός ούτε μεταξύ των Αργείων έχει καμμία σημασίαν, ούτε πλούτον, ούτε λάμψι προγονικού ονόματος. Είναι απλώς ένας από τον όχλο, και όμως έτυχε να είναι από τους αρίστους.

Ω! σεις, που ευρίσκεσθε εις την πλάνη, γεμάτοι από ματαίας προλήψεις, δεν θα συνετισθήτε; Δεν θα μάθετε να κρίνετε από τα λόγια των τους ανθρώπους, και από τον τρόπο του φέρεσθαι στους ευγενείς; Όπου ευρίσκονται τέτοιοι άνθρωποι, εκεί προοδεύει η πολιτεία και ο ιδιωτικός βίος, ενώ οι ανόητοι ομοιάζουν με αγάλματα για στολισμό των πλατειών. Ο εύρωστος δεν είναι ανδρειότερος από τον αδύνατον εμπρός εις τον εχθρόν, η γενναιότης είναι έμφυτος εις την ψυχή. Και αυτός όμως, και ο απών υιός του Αγαμέμνονος, δια τον οποίον είμεθα εδώ, είναι άνθρωποι άξιοι πάσης τιμής.

Δεχόμεθα την φιλοξενία σας! Ελάτε μέσα εις το σπίτι, υπηρέται. Εγώ προτιμώ να φιλοξενούμαι εγκαρδίως από ένα πτωχό, παρά χωρίς όρεξιν από ένα πλούσιο!

(Προς την Ηλέκτραν)

Και επαινώ μεν την υποδοχή του ανθρώπου αυτού, θα επροτιμούσα όμως να μ’ εφιλοξένει ο αδελφός σου ευτυχισμένος, εις ευτυχισμένο σπίτι. Ίσως όμως τούτο κάποτε γίνει, διότι του Απόλλωνος οι χρησμοί είναι αληθινοί, ενώ τα λόγια των ανθρώπων, εγώ τουλάχιστον, ούτε καν τα προσέχω.


ΧΟΡΟΣ(προς την Ηλέκτραν)

Τώρα αισθάνομαι πιο ζεστή την καρδιά μου. Ίσως με ολίγον καιρό αλλάξη η τύχη σου.


ΗΛΕΚΤΡΑ (προς τον Γεωργόν)

Γιατί τώρα, δυστυχισμένε, να δεχθής να φιλοξενήσης ξένους καλλιτέρους σου, ενώ ήξευρες καλά την φτώχεια του σπιτιού σου;


ΓΕΩΡΓΟΣ

Και γιατί; Αν είναι πράγματι, όπως φαίνονται, ευγενείς, θα ευχαριστηθούν και με τα ολίγα όπως και με τα πολλά.


ΗΛΕΚΤΡΑ

Τέλος πάντων, αφού πτωχός είσαι και το σφάλμα έκαμες, πήγαινε εις τον γέροντα παιδαγωγό του αγαπητού μου πατέρα, που κατοικεί εις τον ποταμόν Ταναόν εις τα όρια Σπάρτης και Άργους βόσκων εξόριστος πρόβατα, και ειπέ του να έλθη εδώ να ετοιμάση κάτι δια να φάγουν οι ξένοι. Εκείνος θα ευχαριστηθή πολύ και θα ευχαριστήση τους θεούς, όταν ακούση ότι ζη το παιδί που έσωσεν άλλοτε!

Από το πατρικό μας σπίτι, βλέπεις, η μητέρα μου δεν θα μας έδιδε τίποτε και θα της εφέραμε μάλιστα κακήν είδησιν, αν εμάνθανε, η ελεεινή, ότι ζη ακόμη ο Ορέστης.


ΓΕΩΡΓΟΣ

Αφού θέλεις, θα τα είπω αυτά εις τον γέροντα, συ όμως πήγαινε όσον το ταχύτερο μέσα και ετοίμαζε ό, τι χρειάζεται. Μια νοικοκυρά, όταν θέλη, ημπορεί να εύρη πολλά κατάλληλα για φαγητό και υπάρχουν αρκετά ακόμη εις το σπίτι, ώστε να χορτάσουν μιαν ημέραν οι ξένοι μας. Εις τέτοιας περιστάσεις παραδέχομαι ότι τα χρήματα έχουν μεγάλη χρησιμότητα! Περιποιείται κανείς τους ξένους του και αν ασθενήση εξοδεύει και γίνεται καλά. Η καθημερινή όμως τροφή δεν ευρίσκω να έχη μεγάλη σημασία, διότι και ο πλούσιος και ο πτωχός δεν διαφέρουν, όταν είναι χορτάτοι. (Eξέρχεται)


ΧΟΡΟΣ

Υπερήφανα πλοία, όσα ποτέ επήγατε με τα αμέτρητα κουπιά εις την Τροίαν χορεύοντα μαζί με τας Νηρηΐδας, όταν τα φιλόμουσα δελφίνια κολυμβώντα δίπλα εις τα μαύρα έμβολα των πλοίων επρόπεμπαν τον ελαφρόποδο Αχιλλέα τον υιό της Θέτιδος με τον Αγαμέμνονα δια τας ακτάς της Tρωάδος εις τον Σιμόεντα ποταμό!...

Αι Νηρηΐδες άφησαν τα περιγιάλια της Ευβοίας και έφεραν από τα χρυσά αμόνια του Ηφαίστου τα καλοδουλεμμένα όπλα, προσπαθούσαι να εύρουν μέσα εις το Πήλιον και τα δάση των κορυφών της ιεράς Όσσας, όπου αι νύμφαι έχουν τας σκοπιάς των, που ανέτρεφεν ο ιππότης Πηλεύς την δόξαν της Ελλάδος, τον γρήγορον υιόν της θαλασσίας Θέτιδος!

Εις τον λιμένα του Ναυπλίου κάποιος επιστρέψας από το Ίλιον περιέγραφε, ω υιέ της Θέτιδος, τα εμβλήματα της ενδόξου ασπίδος σου, που ήσαν φόβος δια τους Φρύγας!

Εις τον εξωτερικό κύκλον εφαίνετο ο Περσεύς, πετών επάνω εις την θάλασσα με τα πτερωτά του πέδιλα, και κρατών την κεφαλήν της Γοργόνος μαζί με τον Ερμήν τον αγγελιοφόρο του Διός, τον υιόν της Μαίας, τον προστάτη των εξοχών.