ακονισμένα κ’ έτοιμα τα όπλα της για μάχη.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τα χέρια τους πισθάγκωνα δέσετ’ αμέσως Σκύθαι!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ε, σεις! γυναίκες σύμμαχοι! εβγήτε από κείθε!
αυγολαχανοφασουλομανάβισσες! [τρεχάτε!]
Σκορσοχατζηξενοδοχοφουρνάρισσες! [ελάτε!]
δεν θα μαλλιοτραβήσετε;...
και δεν θα κοπανίσετε;
δεν θα καταξεσχίσετε;...
και δεν θα σκυλλοβρίσετε;...
δεν θα ξετσιπωθήτε;
(Αι γυναίκες εξορμώσιν εκτός των τειχών και συμπλέκονται
με τους Τοξότας, οίτινες τρέπονται εις φυγήν. Η Λυσιστράτη
ηπιώτερον και θριαμβευτικώς προς τας γυναίκας:)
Αρκεί, αρκεί, σταθήτε!
Γυρίστε πίσω· στον εχθρό τα όπλα πάλι δότε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Αλλοίμονο! τι συφορά μού πάθανε οι Τοξόται!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τι νόμισες; με δουλικά λοιπόν πως πολεμάς,
ή με χωρίς παλληκαριά μας πέρασες εμάς;
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πολλή, μα τον Απόλλωνα, και η παλληκαριά σας,
και μάλιστα σαν βρίσκεται και κάπελας κοντά σας.
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Τι τόσα λόγια χάνεις,
και με τις όχεντρες αυτές κουβέντες τώρα πιάνεις,
Επίτροπε της χώρας;
Δεν ξέρεις πως μας κάνανε λουτρό προ λίγης ώρας
στα ρουχαλάκια μας, χωρίς και μ’ αλυσσίβας σκόνη;
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (προς τον Χορόν Γερόντων)
Βρε κουτεντέ! το χέρι του δεν πρέπει αν σηκώνη
ο άνθρωπος αυθαίρετα στον άλλον κατ’ επάνω·
σαν το σηκώνης, τούμπανα τα μάτια θα σου κάνω.
Κακό δεν κάνω κανενός· φρόνιμα θα καθήσω,
σαν κοριτσάκι· ούτε κλωνί αχύρου θα κινήσω,--
ενόσω δεν θελήση
κανείς, σαν τη σφηγκοφωλιά να ρθή να μ’ ερεθίση.
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ω Ζευ! έχουμε τάχα χρεία,
από αυτά τα κνώδαλα τ’ αχρεία;
(Στον Πρόβούλο)
Κανείς να υποφέρη δεν μπορεί
αυτό το πράμα το βαρύ.
Λοιπόν να εξετάσουμε τι φτιάσανε,
γιτι’ ήλθανε το φρούριο του Κραναού[30] κ’ επιάσανε,
την άβατη Ακρόπολι, την πέτρα τη μεγάλη
και τον ναό τον Ιερό. Εξέτασε και πάλι--
και μη πεισθής,
κι όλα τα μέσα που μπορείς, να μεταχειρισθείς.
Γιατί ντροπή θα πάθουμε,
εάν δεν εξετάσουμε τι τρέχει και δεν μάθουμε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και, μα το Δία, βέβαια· σεις πρώτες θα μου πήτε
τι τάχα στην Ακρόπολι γυρεύατε να μπήτε
και με μοχλούς την κλείσατε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Το χρήμα να κρατήσουμε
σωστό, να μην αφήσουμε
για χρήματα στον πόλεμο το αίμα σας να χύνετε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θαρρείτε για τα χρήματα ο πόλεμος πως γίνεται;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Και γι’ άλλους λόγους γίνεται αυτό το ανακάτωμα:
Για να μπορεί ο Πείσανδρος,[31] και όλα τ’ άλλα άτομα
που την αρχήν βυζαίνουνε, να βρίσκουν ευκαιρίες
για κλέψιμο, ανοίγοντες στον τόπο φασαρίες.
Ας κάμουν ό, τι θέλουνε και ό, τι τους αρέσει·
να βγάλη χρήμα από δω κανείς δεν θα μπορέση.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και τι θα κάμης;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Το ρωτάς; τι άλλο δα θα πράξουμε,
παρά να το φυλάξουμε;
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Συ φύλακας στης πόλεως τα χρήματα θα γίνης;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μπα! δύσκολο το κρίνεις;
Μήπως εμείς δεν είμαστε και φύλακες συνάμα
για του σπιτιού τα χρήματα;
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δεν είν’ το ίδιο πράμα.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δεν είν’ το ίδιο πράμα;
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ναι, μ’ αυτό θα πολεμήσουμε.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μα και γι’ αυτό τον πόλεμο να γίνη δεν θ’ αφήσουμε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Την πόλι πώς θα σώσουμε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Εμείς θα σας γλυτώσουμε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Σεις, λέει;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Βέβαια εμείς.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Σαν δύσκολο πολύ.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μα κι αν δεν θέλης, θα σωθής.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Η γλώσσα σου μιλεί
πολύ κακά.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αγανακτείς; μα θα το κατορθώσουμε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Άδικο, μα τη Δήμητρα!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Α, πρέπει να σας σώσουμε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κι αν ίσως δεν θελήσω;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Να κ’ ένας λόγος πλειότερος το ζήτημα να λύσω.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Αλλά κι αν πρέπ’ ειρήνη
πόλεμος να γίνη,
πώς βγήκατε τη γνώμη σας να δώσετε στη χώρα;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα σου τα πούμε τώρα.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θα κλάψης· λέγε γρήγορα.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Άκου λοιπόν και στάσου,
και μη μας τα παρακουνάς μπροστά μας τα ξερά σου.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Να τα κρατήσω δεν μπορώ· με πιάνουνε κ’ εξάψεις
απ’ το θυμό μου.
Α΄ ΓΥΝΗ
Ε, λοιπόν περισσότερο θα κλάψης.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ (προς την Α΄ Γυναίκα)
Πες το αυτό καλήτερα, γρηά, στον εαυτό σου.
(Στη Λυσιστράτη)
Για έλα τώρα, λέγε μας εσύ το σχέδιό σου.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αυτό κ’ εγώ έχω σκοπό,
το σχέδιό μου να σου ειπώ.
Εμείς αυτόν τον πόλεμο, [που τρώει την Ελλάδα],
πρώτες τον ανεχθήκαμε με τόση φρονιμάδα,
κι απ’ τον καιρό που αρχίσατε,
ούτε και να γκρινιάσουμε καθόλου μας αφήσατε·
μα μολονότι είμαστε και δυσαρεστημένες,
κ’ εμέναμε κλεισμένες
στα σπίτια μας, πολλές φορές
σε υποθέσεις σοβαρές
να παίρνετε απόφασι πολύ κακή ακούσαμε.
Κατόπιν σας ρωτούσαμε--
με γέλιο και με λύπη μας μεσ’ την ψυχή κορυφή:
- «Τι αποφάσισ’ η Βουλή στη στήλη32 να γραφή
για την ειρήνη σήμερα;» - «Είν’ αλλουνού δουλειά»
μου ’λεγε ο άνδρας μου. «Σκασμός!» Δεν έβγαζα μιλιά!
Α΄ ΓΥΝΗ
Α, να κρατήσω σιωπή ποτέ δεν θα μπορούσα.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θα ’σκουζες, αν δεν σώπαινες.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Γι’ αυτό κ’ εγώ σιωπούσα.
Και όταν εμαθαίναμε που ’χατε ξαναβγάλη
απόφασι χειρότερη, ρωτούσαμε και πάλι:
-«Μα πώς τα καταφέρατε με τόση κουταμάρα;»
Κ’ εκείνος, μ’ ένα βλέμμα του που σ’ έπιανε τρομάρα,
αν δεν καθήσω, μου ’λεγε, μονάχα με τη ρόκα μου
θα μού ’σπαζε την κόκα μου.
Ο πόλεμος είνε δουλειά και σκέψις ανδρική.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ω, μα το Δία, στά λεγε καλά.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ακούς εκεί,
μου τά ’λεγε καλά!
πως τάχα--όταν σκέπτεσθε και σεις χωρίς μυαλά,
πρέπει να σας αφίνουμε
και γνώμες να μη δίνουμε;
και όταν μια φορά
στο δρόμο σας ακούσαμε να λέτε φανερά
πως άνδρας μεσ’ στη χώρα
δεν απομένει τώρα,
κι ο άλλος είπε: «ναι, κανείς, μα το θεό»,--σκεφθήκαμε,
και οι γυναίκες γρήγορα μαζύ εσυναχθήκαμε
και την Ελλάδα σήμερα να σώσουμ’ είνε χρεία.
Πούθε θα περιμέναμε για νά ’ρθ’ η σωτηρία;
Λοιπόν, αν ίσως σήμερα είν’ και δικό σας θέλημα,
άνδρες, ν’ ακούσετε αυτά τα λόγια τα ωφέλιμα,
κι όπως εκάναμε κ’ εμείς το στόμα να βουλλώσετε,
μπορούμε να σας σώσουμε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Εσείς εμάς να σώσετε;
Βαρύς και ανυπόφορος ο λόγος οπού βγαίνει
από το στόμα σου.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σκασμός!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μωρή καταραμένη!
Εσύ θα δώσης προσταγή σ’ εμέ να σιωπήσω,
με τη μανδήλα που φορείς; Μπα! κάλλιο να μη ζήσω!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αν μ’ ετούτο σ’ εμποδίζω,
τη μανδήλα σου χαρίζω,
το κεφάλι σου να δένης,
να σιωπαίνης.
Να καλάθι, βαλ’ το μπρος σου,
πάρε και την ρόκα ζώσου,
και κάθησε να τρως κουκκιά[33] και ξαίνε τα μαλλιά.
Α, τώρα είν’ ο πόλεμος των γυναικών δουλειά!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Έλα, γυναίκες, κάθε μιά
αφήστε κάτω τα σταμνιά,
στις φίλες μας να ρθούμε
μαζύ τους να ενωθούμε.
Με δίχως κούρασι μπορώ
να μπαίνω πάντα στο χορό--
[χωρίς να πέφτω χάμου,]
κι ο κόπος δεν εκούρασε ποτέ τα γόνατά μου.
Θέλω να κάνω κάθε τι
που το προστάζ’ η αρετή,
[και να περάσω από κει]
μαζύ μ’ αυτές να ενωθώ, που ’χουνε χάρι, λογική,
που έχει τόλμη κάθε μιά, κ’ είνε σοφία όλη,
και αγαπάνε μ’ αρετή και φρόνησι την πόλι.
Συ, που ’σαι μια γρηά γερή,
και σαν τσουκνίδα τσουχτερή,
να μη δειλιάσης, τράβα ’μπρός,
γιατ’ είνε πρίμος ο καιρός.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι αν ο γλυκός ο έρως επιμένη--
κ’ η Αφροδίτ’ η Κυπρογεννημένη
πόθο μέσα στους κόρφους μας ν’ ανάψη,
και τα μεριά μας με φωτιές να κάψη,
και αν τους άνδρες απ’ την καύλα λειώση,
και σαν το ρόπαλο τούς την τεντώση,--
στους Έλληνας, θα μας ειπούν μιά μέρα
πολεμοταλύτρες πέρα ως πέρα!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πώς θα το καταφέρνατε και τούτο;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
[Μιά χαρά!]
Να παύσουνε στην αγορά
να βγαίνουν λυσσασμένοι
και πάντοτ’ ωπλισμένοι.
ΓΥΝΗ Α΄
Ναι, μα της Πάφου τη θεά!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι άλλη δουλειά δεν έχουνε,
παρά σαν τους Κορύβαντας[34] στην αγορά να τρέχουνε,
κ’ εκεί ν’ ανακατώνουνε τα όπλα τα πολεμικά,
με χύτρες και λαχανικά!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κ’ έτσι πρέπει, μα τον Δία!
Να, αυτό θα πη ανδρεία·
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι όμως είν’ αστείο πράμα, να κρατή κανείς ασπίδες
με Γοργόνες, και να τρέχη ν’ αγοράζη, τι;--μαρίδες!
ΓΥΝΗ Α΄
Μα το θεό, είδα κ’ εγώ
καβάλλ’ απάνω στ’ άλογο σπουδαίον αρχηγό,
να βγάν’ υπερηφάνως
το χάλκινό του κράνος
με τα μαλλιά τα μακρυά,--
να βάλη μέσα έν’ αυγό, π’ αγόρασε από μιά γρηά!
Κ’ ένα άλλο παλληκάρι,
που ήτανε σαν τον Τηρέα[35], με ασπίδα και κοντάρι,
κ’ είχε ’ρθή από τη Θράκη, μιά γυναίκα απειλούσε,
οπού σύκα επουλούσε,
και της έχαφτ’ ένα-ένα
όσα ήσαν γινωμένα.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και πώς θα ήσθε δυνατές,
τις ταραχές όλες αυτές
όπου στις χώρες γίνονται, εσείς να καταπνίξετε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Α, είναι τόσο εύκολο.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μα πώς; να τ’ αποδείξετε.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σαν κλωστές, που όταν πέφτουν σε μιά μπερδεψιά κακή,
τις τραβούμε με τ’ αδράχτια, μιά από ’δώ και μιά από ’κεί,
έτσι και τον πόλεμό σας θα διαλύσω τον μεγάλο,
στέλνοντας αμέσως πρέσβεις στο ’να μέρος και στο άλλο.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τι μας λέτε, βρε κουτές,
με μαλλιά και με κλωστές
και μ’ αδράχτια σεις θαρρείτε
τέτοια πράγματα μεγάλα πώς να παύσετε μπορείτε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αλλ’ αν είχατε σεις γνώσι, κι από τούτα τα μαλλιά
μάθημα θα ’χατε πάρη για την κάθε σας δουλειά.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πώς λοιπόν; για να το ιδούμε.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Όπως βάζουμε στην πλύσι
πρώτα-πρώτ’ από τη βρώμα το μαλλί να καθαρίση,
έτσι έπρεπ’ οι πολίται τα ραβδιά να πάρετ’ όλοι,
μοχθηρούς και ραδιούργους να πετάξετ’ απ’ την πόλι·
και αυτούς, που κάνουν πάντα μεταξύ τους μιά φατρία
και κολλούν στην εξουσία,
να τους ξύνετε, μαδώντας το [κακό τους] το κεφάλι·
έπειτα μεσ’ στο καλάθι να τους ξάνετ’ όλους πάλι--
προς ωφέλεια της χώρας· να ’χετ’ ανακατωμένους
εκεί μέσα τους μετοίκους και τους φίλους σας τους ξένους·
αλλ’ αν τύχη και κανένας στο δημόσιο χρωστά,
βάλτε τον κ’ εκείνον μέσα [να μη μένη χωριστά].
Και οι πόλεις, μα το Δία, όπου είνε μέχρις ώρας
άποικοι αυτής της χώρας,
να το ξέρετε πως είνε σαν κομμάτια χωρισμένα:
πάρετε κάθε κομμάτι, να τα κάμετ’ όλα ένα.
Φτιάστε μιά τρανή τουλούπα μ’ όλ’ αυτά τα μαζωμένα,
κ’ έπειτα μ’ αυτή του Δήμου να υφαίνετε τη χλαίνα.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δεν είνε ανυπόφορο τέτοια μαλλιά να ξαίνουν
αυτές, οπού στον πόλεμο και μέρος δεν λαβαίνουν;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Και όμως, τρισκατάρατε! [στον πόλεμο δεν πάμε]
μα δίνουμε περισσότερο κι απ’ το διπλό: - γεννάμε
τα τέκνα ημείς πρώτες
που πάνε στρατιώτες.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μη μου θυμίζεις το κακό!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δεν πρέπει να χαρούμε
λοιπόν κ’ εμείς τα νηάτα μας; να ευχαριστηθούμε,
που σήμερα κοιμώμεθα μονάχες, εξ αιτίας
αυτής της εκστρατείας;
Κι όσο για μας αφήστε το, [δεν μας πολυπειράζει]·
μα κείνο, όπου το ’χουμε μεσ’ στην καρδιά μαράζι,
είνε που τα κορίτσια μας ανύπανδρα γερνάνε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μήπως κ’ οι άνδρες δεν γερνούν;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μπα! λες το ίδιο να ’νε;
Ο άνδρας, επιστρέφοντας και γέρος απ’ τη μάχη,
μπορεί λαμπρά να πανδρευθή και νηά γυναίκα να ’χει.
Μα της γυναίκας φεύγουνε τα νηάτα και η χάρι,
κι αν δεν προφθάση γρήγορα, κανείς δεν θα την πάρη,
και κάθεται [στο ράφι]
για να ρωτάη από κει τη μοίρα, τι της γράφει!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Αλλά γιατί, αφού μπορεί και γέρος να την πάρη,
οπού να του σηκώνεται ακόμα σαν στηλιάρι;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Συ, για πες μου τώρα: τάχα τι να μάθης περιμένεις
που ακόμα δεν πεθαίνεις;
Να σε θάψουν έχεις τόπο·
[λοιπόν κάμε και τον κόπο]
και αγόρασε μιά κάσσα, και για χάρι σου ως τόσο
τα μελομακάρουνά36 σου μοναχή θα σου ζυμώσω.
Να κι αυτό για στέφανό σου·
πάρε το και στεφανώσου.
(Του ρίπτει άνωθεν στέφανον)
ΓΥΝΗ Α΄ (ρίπτουσα ταινίας)
Να κι αυτά, δικό μου δώρο.
ΓΥΝΗ Β΄ (ρίπτουσα στέφανον)
Και στεφάνι θα σου βάλλω.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πες μου, τι σου λείπει άλλο;
Και τι θέλεις [να σου πάρω;]
Τράβα γρήγορα στη βάρκα... [δεν ακούς, καλέ], το Χάρο;...
σε φωνάζει... σε προσμένει...
Δεν μπορεί να ξεκινήση, [κ’ είν’ η βάρκα του δεμένη!]
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δεν είνε πράμα φοβερό; [δεν είναι αηδία]
αυτά που σήμερα εδώ παθαίνω; Μα τον Δία,
θα πάω κ’ οι επίτροποι για να μ’ ιδούν οι άλλοι,
και να με καμαρώσουνε σ’ αυτό το μαύρο χάλι!
(Φεύγει)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (κραυγάζουσα όπισθέν του)
Μη τύχη κ’ εναντίον μας θα φτιάσης κατηγόρια,
που τάχα σου το κρύψαμε το λείψανό σου χώρια;37
Έννοια σου, σαν περάσουνε τρεις μέρες από σήμερα,
θα ρθούμε να σου κάνουμε πρωί-πρωί τα τρήμερα!
(Εισέρχεται)
ΣΚΗΝΗ Ε΄38
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ο ελεύθερος ο άνδρας να κοιμάται δεν του πρέπει.
Ας ξετάσουμε το πράμα· εις αυτό καθένας βλέπει
πως υπάρχει κάτι άλλο
πειό πολύ και πειό μεγάλο,
και μυρίζει τυραννία
σαν κ’ εκείνη του Ιππία.[39]
Είνε φόβος μήπως ήλθαν Σπαρτιάτες στου Κλεισθένη[40]
κ’ εκατάφεραν με δόλο κάθε μιά καταραμένη,
να κρατήσουνε το χρήμα, πού ’χουμε [και πολεμούμε]
και τη σύνταξι που ζούμε.
Είνε τρομερό να βγαίνουν συμβουλές να μας πουλάνε,
και για χάλκινες ασπίδες οι γυναίκες να μιλάνε,
και να μας συμφιλιώσουν με τους Λάκωνας ακόμα,
οπού έχουν τόση πίστι, όση κ’ ένα λύκου στόμα.
[Δεν είν’ αμφιβολία
πως] όλ’ αυτά σκαρώσανε να φτιάσουν τυραννία.
Αλλά να γίνουν τύραννοι καιρό δεν θα τους δώσω,
και μέσα σε μυρτιάς κλαδιά το ξίφος μου θα χώσω,[41]
και θα σταθώ στην αγορά, και θα παραφυλάττω
εκεί στου Αριστογείτονος το άγαλμ’ από κάτω.
Ε, τώρα τούτη τη γρηά μού ’ρχεται να την πιάσω,
και την παληομασέλλα της [με μιά γροθιά] να σπάσω.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Όταν καθένας από σας στο σπίτι του γυρίση,
θα τον ιδή κ’ η μάννα του και δεν θα τον γνωρίση.
- Φίλες γρηές! αφήστε τα ετούτα που κρατείτε.
- Για το καλό της πόλεως μιλούμ’ εμείς, πολίται·
και πρέπει, γιατί μ’ έθρεψε με χάδια ζηλευτά,
και με λαμπρότητα πολλή. Από χρονών εφτά
κρατούσα [μιά χαρά]
μεσ’ στις γιορτές της Αθηνάς τα βάζα τα ιερά·42
στα δέκα χρόνια μ’ έβαζαν και άλεθα [με χάρι]
το ιερό κριθάρι·
και την αρκούδα έκανα με φούστα κροκωτή
στης Βαυρωνίας[43] τη γιορτή·
και όταν πειά εγίνηκα μιά ώμορφη κοπέλλα,
και το κανίστρι εκράτησα και σύκα μιά τσαπέλλα.
Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει κ’ εγώ να δώσω μιά καλή
στην πόλι συμβουλή.
Κι αν η δική μου η ψυχή καλό στην πόλι θέλη,
κι αν έτυχε να γεννηθώ γυναίκα, μη σας μέλη,--
ούτε και αν τα πράματα, που έχουν χάλι τόσο,
εγώ θα διορθώσω.
Δίνω το μερδικό μου
στην πόλι, το δικό μου.
Με άνδρες πάντα κάθε μιά το φόρο της προσφέρει·
δεν είσθε σεις για τίποτε, δυστυχισμένοι γέροι!
παρά ξεκοκκαλίζετε τη σύνταξι που παίρνετε
απ’ τον καιρό των Μηδικών, και τίποτε δεν φέρνετε
και κινδυνεύ’ η χώρα
ολόκληρη, για χάρι σας, να παραλύση τώρα.
Έχεις κ’ αιτία άλλη
για να γκρινιάζης πάλι;
Κύττα καλά, κακόμοιρε γιατ’ αν με πιάσ’ η τρέλλα,
με το σκληρό το τσόκαρο σου σπάζω τη μασέλλα
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ω! μ’ αυτό που λένε πάλι
είνε μιά βρισιά μεγάλη!
κι όλο το κακό ανάβει
κι όλο πέφτουμε στα ίδια--
Ε! τα μέτρα του ας λάβη
κάθε άνδρας πώχει αρχίδια!
Ας πετάξουμε τας χλαίνας, -
κι όταν άνδρας είν’ κανένας
πρέπει ανδρίκια να μυρίζη,
και δεν πρέπει τυλιγμένος στα πανιά να τριγυρίζη.
Λοιπόν εμπρός, λυκόποδες! εμείς, που νέοι τότε,
πήγαμε στο Λειψύδιον[44] [κρυφά για συνωμόται,]
πρέπει να ξανανηώσουμε και τούτη τη φορά,
νέα να πάρουμε φτερά,
και τα γεράματά μας
μακράν να τα πετάξουμε από τα σώματά μας.
Γιατί αέρα τόσο
και μόνον αν τους δώσω,
μπορούν να βρούνε τον καιρό
να φτιάσουν κάτι τολμηρό:
μπορούν και πλοία μάλιστα στη θάλασσα να ρίξουν·
μπορούν και κατ’ επάνω μας ακόμη να τραβήξουν,
να κάνουν ναυμαχία
σαν την Αρτεμισία.[45]
Κι αν [εύρουν ευκαιρία
μιά μέρα να] το ρίξουνε και στην καβαλλαρία,--
το ξέγραψα το ιππικό·
γιατί το κάθε θηλυκό
έχει για την καβάλλα
κεφάλαια μεγάλα,
και δεν εγλίστρησε ποτέ να πέση στην τρεχάλα.
Δεν παίρνεις το παράδειγμα κι’ από τις Αμαζόνες,
στη ζωγραφιά του Μύκωνος,[46] που πολεμάνε μόνες
καβάλλα κατά των ανδρών; Λοιπόν μη τις αφήσουμε,
και το λαιμό τους γρήγορα στο φάλαγγα[47] να κλείσουμε.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Μα τις δυό θεές! το αίμα κι’ αν μ’ ανάψη πειό πολύ,
θ’ απολύσω τη χολή,
θα σου βγάλω μάτια, μύτες,
που να τρέχης να γυρεύης βοηθούς σου τους πολίτες.
-Κι από μας η κάθε μία το κορμί της τώρ’ ας γδύση,
γυναικίλες να μυρίση.
Κι’ όποιος τώρα του βαστά,
ας ζυγώση εδώ μπροστά,
να του δείξω εγώ, αν σκόρδα του λοιπού θα ξαναφάη
[για τον πόλεμο να πάη]
κι’ αν θα φάη μαυροκούκκια [για να πάη να δικάζη
και να κάθεται στην έδρα δίχως να ξερονυστάζη.]
Μιά το στόμα σου μονάχα λέξιν άσχημη να βγάνη,
και ο θυμός ευθύς με πιάνει,
που θα βγης απ’ τον καυγά
όπως από το σκαθάρι κι ο αητός, - χωρίς αυγά![48]
Μα κι αν στέκεσαι μπροστά μου, δεν με μέλει πειά γι’ αυτό,
όσο είν’ η Λαμπιτώ,
κι όσο βρίσκεται εκεί
κ’ η Θηβαία Ισμηνία, που ’νε κόρη ευγενική.
Κι αν σωστές φορές εφτά
μας ψηφίσης εναντίον, δεν περνούν σ’ εμάς αυτά,
κακομοίρη, που γυρεύεις
σε γειτόνους και σε φίλους συφορές να μαγειρεύης.
Χθές ακόμη με τις άλλες στης Εκάτης τη γιορτή,
τούτη την αγαπητή
επροσκάλεσα κοπέλλα, που ’νε ώμορφη και μέλι
και της Βοιωτίας χέλι.
Και δεν ήθελαν να στείλουν τις γυναίκες τους δω πέρα
από τα ψηφίσμτά σου, [όπου βγάνεις κάθε μέρα.]
Παύτε τα ψηφίσματά σας, πριν κανένας σας αρπάξη
απ’ τα γέρικά σας σκέληα, και το σβέρκο σάς τινάξη!
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ Γ΄
{Η Σκηνή όπως και εις την Β΄πράξιν.}
ΣΚΗΝΗ Α΄
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ, ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, και μετ’ ολίγον ΓΥΝΗ Γ’, Δ΄.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Συ, αρχηγέ της πράξεως, για πες μας τι συμβαίνει,
που βγαίνεις τόσο σκυθρωπή και τόσο λυπημένη;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Των γυναικών των πρόστυχων τα έργα τα κακά
και τα μυαλά τα θηλυκά
[που φρόνησι τους λείπει]-
ε, να, αυτά μ’ εκάμανε να περπατώ με λύπη.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τι λες; τι λες;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αλήθεια, ναι.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τ’ είν’ το κακό που εστάθη;
Πες το στη φιλαινάδα σου, [που θέλει να το μάθη.]
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι αν σας το πω θα είν’ αισχρό,
κι αν δεν το πω κακό-ψυχρό.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Μη μας το κρύβης το κακό, και πες το ίσα-ίσα.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κοντολογίς, μας έπιασε για το γαμήσι λύσσα!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ω Ζευ!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τι να σου κάνη ο Ζεύς; Αυτό ζητούν να φτιάσουν,
και να τις κάνω δεν μπορώ τους άνδρες να ξεχάσουν.
Και κατορθώνει κάθε μιά με τρόπο να μου φύγη.
Τη μία, τρύπα μυστική την τσάκωσα ν’ ανοίγη--
μεσ’ στου Πανός το ιερό·
[κ’ η άλλη με σχοινί γερό]
κατέβη, απ’ του πηγαδιού δεμένη το μαγκάνι·
η άλλη πάει στον εχθρό κι αυτομολία κάνει·
κι άλλη καβάλλα ήθελε να πάρη ένα σπουργίτι,
να πέση στου [πορνοβοσκού] Ορσίλοχου[49] το σπίτι,--
ως που την εξεμάλλιασα. Και όλες μου ζητάνε
προφάσεις, να το σκάσουνε, στ σπίτια τους να πάνε.
Θα ιδήτε· κάποια έρχεται και πλησιάζει· να τη!
-Παρακαλώ, πού τό ’βαλες του λόγου σου τρεχάτη;
( Εισέρχεται η Γυνή Β΄)
ΓΥΝΗ Β΄
Θέλω να πάω σπίτι μου. Άφησα στο κατώι
από τη Μίλητο[50] μαλλιά, κι ο σκόρος μου τα τρώει.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποιος σκόρος; άφησέ τ’ αυτά· [τράβα και γύρνα πίσω!]
ΓΥΝΗ Β΄
Στις δυό θεές ορκίζομαι, αμέσως θα γυρίσω·
θα πεταχτώ τρεχάτη,
να το ξαπλώσω μιά στιγμή απάνω στο κρεββάτι.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δεν φεύγεις, ούτε το μαλλί θ’ απλώσης τώρα· ας’ το!
ΓΥΝΗ Β΄
Μα θα το χάσω το μαλλί!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ε, δεν πειράζει· χάσ’ το!
ΓΥΝΗ Γ΄ (εισερχομένη)
Η δύστυχη! η δύστυχη! και τώρα τι να κάνω,
που το λινάρι τ’ άφησα με δίχως να το ξάνω!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Να κι ‘ άλλη, που μας κόπιασε το δρόμο της να πάρη,
γιατί άφησεν ακτύπητο στο σπίτι το λινάρι!
Πήγαινε μέσα γρήγορα!
ΓΥΝΗ Γ΄
Μα θα γυρίσω πίσω,
μα την Εκάτη, στη στιγμή, αρκεί να το κτυπήσω!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ας λείψουν τα κτυπήματα· γιατ’ έτσι αν αρχίση,
κι άλλη θα μας κουβαληθή το ίδιο να ζητήση.
(Εισέρχεται η Γυνή Δ΄ έχουσα εξωγκωμένην την γαστέρα)
ΓΥΝΗ Δ΄
Ω συ, θεά Ειλείθυια![51] κράτει [με κάθε τρόπο,]
για να προφθάσ’ η γέννα μου να γίνη σ’ άλλον τόπο,
χωρίς την ιερότητα που έχει τούτος να ’χει.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τι ψέλνεις συ μονάχη;
ΓΥΝΗ Δ΄
Κύττα! στην ώρα βρίσκομαι της γέννας η καϋμένη.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ε, μα καλά· συ όμως χθές δεν ήσουν ’γγαστρωμένη.
ΓΥΝΗ Δ΄
Τι τάχα; είμαι σήμερα. Στείλε με στη στιγμή
να πεταχθώ στο σπίτι μου να φέρω τη μαμή.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μα για ποιο λόγο;τούτο δω μου φαίνεται πολύ σκληρό.
ΓΥΝΗ Δ΄
Α, είν’ αρσενικό μωρό.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μα τη θεά! εδώ παιδί δεν φαίνεται για νά ’χη·
για τεντζερέδι φαίνεται· στάσου, θα ιδώ μονάχη,
(Ερευνά υπό τον χειτώνα της Γυναικός Δ΄ και εξάγει
χαλκήν περικεφαλαίαν).
Το κράνος έχωσες εδώ, ανόητη! της Αθηνάς,
και λες ότι κοιλοπονάς;
ΓΥΝΗ Δ΄
Μα το θεό, κοιλοπονώ.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καλά, κ’ εδώ στη ζώνη
το κράνος γιατί τό ’βαλες;
ΓΥΝΗ Δ΄
Γιατί αν μού ’ρθουν πόνοι
απάνω στην Ακρόπολι, να κάτσω χέρι-χέρι
να κάνω μέσα το παιδί καθώς το περιστέρι.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τι λες! ωραία πρόφασι! μια είνε φανερό!
Γιατί εδώ δεν κάθεσαι να κάνης το μωρό,
και στη δεκάτη μέρα του απάνω ίσα-ίσα,
μέσα στο κράνος του παιδιού να κάνης τα βαφτίσα;[52]
ΓΥΝΗ Δ΄
Α, όχι· στην Ακρόπολι εγώ δεν θέλω νά ’μαι
και [μόνη] να κοιμάμαι·
με πήγε ριπιτίδι
την ώρα που αντίκρυσα της Αθηνάς το φίδι.[53]
ΓΥΝΗ Ε΄ (εισερχομένη)
Ωχ, ωχ! η κακορρίζικη! απ’ την αγρύπνια θα χαθώ·
ούτε στιγμή να κοιμηθώ
οι κουκουβάγιες μ’ άφησαν!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Παύτε τα παραμύθια,
δαιμονισμένες! θέλετε τους άνδρες σας στ’ αλήθεια·
θαρρείτε πως δεν θέλουμε να είμεθα μαζύ τους;
δεν ξέρουμε το τι τραβούν τις νύχτες μοναχοί τους;
Μα λίγο κρατηθήτε
και στενοχωρηθήτε,
γιατί το είπε κι ο χρησμός: η νίκ’ είνε δική μας
αν γκρίνιες δεν ανοίξουμε και στάσι μεταξύ μας.
Αυτός λοιπόν είν’ ο χρησμός...
ΓΥΝΗ Β΄
Για πες να τον ακούσουμε.
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ακούστε και σκασμός!
-«Όταν οι χελιδόνες[54]
θα μαζευθούν σε μιά μεριά και θα καθήσουν μόνες
από τους τσαλαπετεινούς55 μακράν κι από αρσενικά,
θα αταματήσουν τα κακά.
Κι ο Ζευς όπου βροντά ψηλά [με το τρανό του χέρι,]
τα πράματα θα φέρη,
που τ’ από πάνω θα βρεθή στο κάτω πλακωμένο».
ΓΥΝΗ Α΄
Θα πέφτουμ’ από πάνω τους εμείς;--[καταλαβαίνω.]
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
«Οι χελιδόνες δε αυτές αν τσακωθούν καμμιά φορά
κι από τον ιερό ναό φύγουν και κάνουνε φτερά,
όρνιο ποτέ δεν θα φανή [στον κόσμο γεννημένο]
πειό πουτανιάρικο απ’ αυτές και πειό ξεκωλιασμένο!......»
ΓΥΝΗ Α΄
Α, μα τον Δία! ο χρησμός τα λέει παστρικά.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θεοί! ας μη δειλιάσουμε από τούτα τα κακά.
Περάστε μέσα, φίλες μου, [τα χέρια μας να σφίξουμε]
και προδοσία στο χρησμό θα ’ναι κακό να δείξουμε.
(Εισέρχινται όλαι εντός των πυλών και τας κλείουν).
ΣΚΗΝΗ Β΄[56]
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (ΓΡΑΙΩΝ)
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Άκουσ’ ένα παραμύθι από το δικό μου στόμα,
που ’χα μιά φοράν ακούση, πού ’μουνα παιδί ακόμα.
Λοιπόν ήταν ένας νέος, Μελανίων[57] τ’ όνομά του,
μια φορά, όπου το γάμο δεν τον ήθελ’ η καρδιά του,
και την ερημιά επήρε και τα όρη εκατοικούσε·
είχε και σκυλλί και δίχτυ και λαγούς εκυνηγούσε.
Λοιπόν έτσι, τις γυναίκες είχε τόσο σιχαθή,
που σε πόλι και σε σπίτι δεν μπορούσε να σταθή,--
μα κοντεύω κι από κείνον πειό πολύ να σε μισήσω·
μολαταύτα σαν να θέλω, βρε γρηά, να σε φιλήσω.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Αλλ΄ανάγκη πειά δεν θα ’χης από κρομμυδιού κομμάτια
να σου κλάψουνε τα μάτια.
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Και το πόδι θα σηκώσω
με κλωτσιές να σε φορτώσω.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Βλέπω που ’χεις κρεμασμένη
γενειάδα φυτρωμένη.
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Μα κι αυτός ο Μυρωνίδης[58] τους εχθρούς εφόβιζ’ όλους
με τους μαύρους του τους κώλους
και με την τραχειά του όψι,--όπως κάνει κι ο Φορμίων.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Αφού είπες συ εκείνο, που ’καμεν ο Μελανίων,
έχω και εγώ σκοπό
ένα μύθο να σου ειπώ;
Κάποιος Τίμων[59] είχε ζήση, με μορφή σκουντουφλιασμένη,
λες και ήτανε μ’ αγκάθια γύρω-γύρω της φραγμένη,
όπως βράχος Ερινύων. Ε, λοιπόν, αυτός ο Τίμων
έφυγεν από το πλήθος των κακών και των ατίμων.
Τους αχρείους, όπως είσθε, είχε σιχαθή κι αυτός,--
κι όμως ήταν στις γυναίκες τρυφερός κι αγαπητός.--
Τη μασσέλα θα σου σπάσω!
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Καλέ σώπα! μην το κάνης,--κι απ’ το φόβο θα τα χάσω.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Να, τα σκέλια θα σηκώσω και θα σε κλωτσήσω.
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Κτύπα!
να σου ιδούμε και την τρύπα.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τώρα στα γεράματά μου δεν θα ιδής αυτήν τη χάρι,
γιατί τό ’χω μαδημένο σαν να τό ’καψε λυχνάρι.
ΣΚΗΝΗ Γ΄
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, ΓΥΝΗ Α΄και ΜΥΡΡΙΝΗ
(επί του τείχους)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ε, ε! γυναίκες! γρήγορα ελάτ’ εδώ!
ΓΥΝΗ Α΄
Τι τρέχει;
ποιος είν’ αυτός ο θόρυβος, και ποιάν αιτίαν έχει;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Να! βλέπω άνδρα που τραβά εδώ στο τείχος ίσα·
τον έχει πιάση, φαίνεται, για τις γυναίκες λύσσα.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Συ, των Κυθήρων η θεά, [η αφρογεννημένη,]
που ’σαι στην Πάφο [λατρευτή], στην Κύπρο [δοξασμένη],
σ’ αυτόν τον δρόμο που άνοιξες, δύναμι τώρα δίνε
να πάρη τον ανήφορο.
ΓΥΝΗ Α΄
Ποιος έρχεται; πού είνε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Εκεί στης Χλόης[60] το ιερό επρόβαλε τρεχάτος,
ΜΥΡΡΙΝΗ
Ω, μα το Δία! να τος!
ΓΥΝΗ Α΄
Ποιος να ’νε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τον γνωρίζετε καμμιά από σας; για ιδήτε.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Τον ξέρω· για αταθήτε·
αυτός είνε ο άνδρας μου, ο Κινησίας.[61]
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Έλα,
ψήσε τον, στριφογύριστ’ τον, δείξε πως έχεις τρέλλα
γι’ αυτόν, πως δεν τον αγαπάς κατόπιν, κι ό,τι άλλο,
όξ’ απ’ αυτό που δώσαμε τον όρκο τον μεγάλο.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Α! μη σε μέλη κ’ έννοια σου· κουνούπι θα του γίνω.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κ’ εγώ μαζύ θα μείνω
να του σηκώσω τα μυαλά και να τον ξεροψήσω.
(Προς τας λοιπάς)
Πηγαίνετε πειό πίσω.
(Άπασαι αι επί του τείχους γυναίκες και η Μυρρίνη κρύπτονται).
ΣΚΗΝΗ Δ΄
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ - ΚΙΝΗΣΙΑΣ
ΚΙΝΗΣΙΑΣ (ερχόμενος κάτωθεν του τείχους):
Πω, πω, πω! ο κακομοίρης! τι σπασμός που μ’ έχει πιάση,
λες και στον τροχό με δέσαν.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ε! τις ει! που ’χεις περάση
μεσ’ στους φύλακας;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Εγώ, είμαι!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Άνδρας είσαι;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Άνδρας, πώς;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δεν θα φύγεις;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τ’ είσαι τάχα συ που μου το λες;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σκοπός
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Φώναξέ μου τη Μυρρίνη να βγή έξω, στο θεό σου!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Άκου! θέλει τη Μυρρίνη να φωνάξω! σε καλό σου!
Και του λόγου σου ποιος είσαι, [όπου προσταγές μας δίδεις;]
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Είμ’ ο άνδρας ο δικός της, - Κινησίας Πεονίδης.[62]
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Συ ’σαι, φίλτατέ μου; Γειά σου!
κάθε μιά μας τ’ όνομά σου,
όχι και με δίχως δόξα εδώ πέρα το γνωρίζει·
η γυναίκα σου στο στόμα το ’χει και το πιπιλίζει,
κ’ είτ’ αυγό καρτεί στο χέρι
είτε μήλο, το φυλάει πάντοτε να το προσφέρη
στον καλό της Κινησία, [που τον άφησε στο σπίτι.]
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Αχ! για το θεό! [χρυσό μου!]
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ω, ναι, μα την Αφροδίτη!
Κι αν συμβή καμμιά κουβέντα για τους άνδρες μας να γίνη,
πάντοτε μας λέει εκείνη:
«[όλ’ αυτά που λέτ’ αλήθεια],
μα μπροστά στον Κινησία είνε όλοι κολοκύθια!».
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τρέχα, τρέχα φώναξέ τη!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κάτι τι δεν θα θελήσης
και σ’ εμένα να χαρίσης;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ (χειρονομών καταλλήλως)63
Άκου λέει! Μα τον Δία, να το θέλης μόνο φθάνει·
τούτο μού ’τυχε να έχω, - σου το δίνω [αν σου κάνει].
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Στάσου λίγο· κατεβαίνω να σου την φωνάξω τώρα.
(Εισέρχεται)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τρέχα γρήγορα και φερ’ τη· γιατί αχ! από την ώρα
που μου έφυγε απ’ το σπίτι [κι από μένα μένει χώρια],
στη ζωή δεν βρίσκω χάρι... μπαίνω μέσα, στενοχώρια...
όλα έχουνε ρημάξη...
άνοστο και το φαΐ μου... κι απ’ την καύλα έχω λυσσάξη!
(Εξέρχεται η Μυρρίνη εις το τείχος)
ΣΚΗΝΗ Ε΄
ΜΥΡΡΙΝΗ - ΚΙΝΗΣΙΑΣ
ΜΥΡΡΙΝΗ (ωσεί μονολογούσα)
Τον αγαπώ, τον αγαπώ, κι όμως αυτός δεν θέλει
καθόλου την αγάπη μου· λοιπόν σαν δεν τον μέλη,
τι μ’ έφερες εδώ γι’ αυτόν;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Γλυκό μου Μυρρηνάκι!
Γιατί μου κλείσθηκες αυτού; [έλα μ’ εμέ λιγάκι].
ΜΥΡΡΙΝΗ
Κάτω εγώ;! μα τον θεό, ούτε στο νου το βάζω.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μυρρίνη! πώς; δεν έρχεσαι σ’ εμέ, που σε φωνάζω;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Ανάγκες από μένα συ δεν έχεις πειά πολλές.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δεν έχω ανάγκη εγώ για σε; [Μα τ’ είν’ αυτά που λες;]
Εγώ εκαταστράφηκα χωρίς εσέ.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Θα φύγω.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Στάσου ακόμα λίγο.
(Σπεύδει εις τα παρασκήνια και οδηγεί υπηρέτην φέροντα παιδίον.)
Άκουσε το παιδάκι μας.
(Προς το παιδίον)
Τι στέκεσαι, βρε βλάκα;
φώναξε τη μαμάκα σου.
ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ
Μαμάκα μου! μαμάκα![64]
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Βρε συ! μα ούτε το παιδί λυπάσαι, σαν μητέρα,
που ’ν’ άπλυτο και αβύζαχτο για έκτη τώρα μέρα;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Εγώ λυπάμαι το παιδί· μα ’κείνος όπου μένει
σκληρός, είν’ ο πατέρας του.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μωρή δαιμονισμένη!
κατέβα χάριν του παιδιού!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Η μάννα δεν ξεχνάει
το σπλάχνο της· ας κατεβώ· τι τάχα θα μου κάνη;
(Εισέρχεται)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μωρέ, αυτή μου φαίνεται πειό νηά ότι τη βρήκα,
και τώρα έχει πειό πολλή μεσ’ στη ματιά της γλύκα·
κι όσο μου κάνει αντίστασι, κι όσο μου κάνει νάζι,
τόσο του πόθου τις φωτιές μεσ’ στην καρδιά μου βάζει.
ΜΥΡΡΙΝΗ (εξέρχεται εκ του παρασκηνίου και σπεύδει προς το παιδίον)
Γλυκό παιδί, ενός μπαμπά με διεστραμμένη φύσι!
έλα στη μητερίτσα σου να σε γλυκοφιλήση.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ (συλλαμβάνων αυτήν)
Παληογυναίκα συ! γιατί σε πείσανε οι άλλες,
και φασαρίες άνοιξες στον άνδρα σου μεγάλες,
που έτσι βλάπτεσαι και συ, κ’ εκείνος υποφέρει;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Παρακαλώ! μη ακουμπάς επάνω μου το χέρι!
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Κι άφησες τόσα πράγματα έρμα στο σπίτι χάμου
δικά σου και δικά μου;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Μπά, δε με μέλει τέσσερα.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Βρε μίλα λογικά·
και τα κοκκόρια που τρυπούν τα [δόλια] πανικά;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Ας τα τρυπούν.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τόσον καιρό που λείπεις απ’ το σπίτι,
θυσία πειά δεν έκαμες καμμιά στην Αφροδίτη.
Λοιπόν δεν θα ρθης σπίτι σου;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Α, τούτο δεν θα γίνη,
εάν δεν παύση ο πόλεμος κι αν δεν κλεισθή ειρήνη.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ησύχασε παρακαλώ·
κι αυτό θα γίνη γρήγορα, αν μας φανή καλό.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Ε, όταν σας φανή καλό, θα ρθω κι εγώ καντά σου·
μα όρκο τώρα έκανα [και κάτω τα ξερά σου!]
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Καλά· μα έλα μιά στιγμή να πέσουμ’ εδώ πάνω.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Δεν λέγω πως δεν σ’ αγαπώ,--μα όχι δεν το κάνω.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Αχ, μ’ αγαπάς; λοιπόν γιατί δεν πέφτεις, Μυρρινάκι,
μαζύ μ’ εμέ λιγάκι;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Γελοίε! τέτοια πράγματα, και στο παιδί μπροστά;!
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μα το θεό! πολύ σωστά!
(Προς τον υπηρέτην)
- Μωρέ Μανή![65] παρ’ το παιδί και πήγαινε στη χώρα
(Ο υπηρέτης απέρχεται)
- Να, έφυγε και το παιδί, ε, δεν θα πέσης τώρα;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Δύστυχε! πού θα κάνουμε λοιπόν τέτοια δουλειά;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Θα ’νε καλά μες στου Πανός να πάμε τη σπηλιά.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Και απ΄αυτό τ’ αμάρτημα ποιος θα με καθαρίση;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Και στης Κλεψύδρας[66] μια στιγμή δεν πλύνεσαι τη βρύση;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Βρε δυστυχή! ωρκίσθηκα και θα γενής αιτία
να γίνω και επίορκος.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Σ’ εμέ κ’ η αμαρτία.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Στάσου τουλάχιστον να βρω κανένα κρεββατάκι.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μπα! δεν βαρυέσαι; πέφτουμε και χάμου για λιγάκι.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Τι λες; Μα τον Απόλλωνα, σαν το δικό σου σώμα
ποτέ δεν θα παραδεχθώ να κυλισθή στο χώμα.
(Απέρχεται)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τούτ’ η γυναίκα η καψερή
μου έχει αγάπη φοβερή.
ΜΥΡΡΙΝΗ (κατερχομένη με δυο δίποδα ηνωμένα δια πανίου)
Να, πέσε και ξαπλώσου,
και τώρα θα γδυθώ κ’ εγώ [και θά ρθω στο πλευρό σου].
(Προσποιείται ότι εκδύεται και αίφνης ανακόπτεται)
Μπα! είδες που εξέχασα να φέρω τα ψαθί;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Αφ’ το κι ας λείψη το ψαθί· ας πάη να χαθή!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Α, όχι μα την Άρτεμι· αυτό δεν θα το κάνω
μεσ’ στο πανί απάνω.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Έλα να σε φιλήσω!
(Η ΜΥΡΡΙΝΗ πλησιάζει και την φιλεί)
Μπω, μπω! τρομάρες!..... γρήγορα να μου γυρίσης πίσω!
Η ΜΥΡΡΙΝΗ απέρχεται και επανέρχεται αμέσως κομίζουσα ψάθαν
Να ψάθα· πέσε, να γδυθώ.
(Προσποιείται ότι εκδύεται και ανακόπτεται)
Ω η οργή να πάρη!